Επιλογές αναζήτησης
Η ΕΚΤ Ενημέρωση Επεξηγήσεις Έρευνα & Εκδόσεις Στατιστικές Νομισματική πολιτική Το ευρώ Πληρωμές & Αγορές Θέσεις εργασίας
Προτάσεις
Εμφάνιση κατά

Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2025

Πρόλογος της Christine Lagarde, Προέδρου της ΕΚΤ

Η διαφύλαξη της ανθεκτικότητας των τραπεζών που υπάγονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία παρέμεινε βασική προτεραιότητα το 2025. Οι παγκόσμιες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις συνέχισαν να επηρεάζουν δυσμενώς τα χρηματοπιστωτικά συστήματα, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της ισχυρής επίβλεψης για να διασφαλιστεί ότι ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ θα είναι σε θέση να εξακολουθήσει να στηρίζει την πραγματική οικονομία.

Αξιοποιώντας τη σταθερή πρόοδο που καταγράφεται επί μία δεκαετία και πλέον στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, οι τράπεζες παρέμειναν ανθεκτικές παρά την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις μακροοικονομικές πιέσεις. Το γ΄ τρίμηνο του 2025 ο συνολικός δείκτες κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET 1) ήταν 16,1% και ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας παρέμεινε ισχυρός στο 157%, ενώ και οι δύο διαμορφώθηκαν σε επίπεδα σαφώς υψηλότερα από τις ισχύουσες απαιτήσεις. Η κερδοφορία επίσης παρέμεινε σε ικανοποιητικά επίπεδα, καθώς η μέση αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων σταθεροποιήθηκε γύρω στο 10%. Οι εξελίξεις αυτές βοήθησαν τις τράπεζες να διατηρήσουν τη στήριξή τους προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από βραδύτερους ρυθμούς ανάπτυξης και συνεχιζόμενες διαρθρωτικές μεταβολές.

Οι προκλήσεις που δημιουργούν η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, η αυξημένη αβεβαιότητα και οι ευπάθειες σε συγκεκριμένους τομείς δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στους ισολογισμούς των τραπεζών. Εντούτοις, η μετάδοση των διαταραχών μπορεί να εκδηλωθεί μη γραμμικά και με χρονική υστέρηση, συνεπώς είναι απολύτως αναγκαίο οι τράπεζες και οι επόπτες να διατηρήσουν την προσοχή τους προσηλωμένη στις μελλοντικές εξελίξεις και να δρουν έγκαιρα όταν διαπιστώνουν συσσώρευση κινδύνων.

Επίσης, εν μέσω του συνεχιζόμενου παγκόσμιου διαλόγου για την πολυπλοκότητα των κανόνων που διέπουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η ΕΚΤ έχει απευθύνει συστάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ως συννομοθέτες, ούτως ώστε να συμβάλει στον εξορθολογισμό του ευρωπαϊκού πλαισίου ρύθμισης, εποπτείας και υποβολής αναφορών. Ταυτόχρονα, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, σε συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, εφαρμόζει μια δέσμη μεταρρυθμίσεων των εποπτικών διαδικασιών της, ώστε να τις καταστήσει πιο κινδυνοκεντρικές και αποτελεσματικές. Αυτές οι συνδυασμένες προσπάθειες αποσκοπούν στον περιορισμό της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου, διατηρώντας παράλληλα την ανθεκτικότητα και την ευρωστία του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα.

Ωστόσο, το εποπτικό πρόγραμμα εξακολουθεί να δίνει έμφαση στις διαρθρωτικές προκλήσεις που αναδιαμορφώνουν το τραπεζικό τοπίο. Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση παραμένουν βασική προτεραιότητα καθώς οι τράπεζες αναπτύσσουν αξιόπιστα σχέδια μετάβασης. Επίσης, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η ραγδαία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ευκαιρίες για καινοτομία και αποδοτικότητα, αλλά παράλληλα εκθέτουν τις τράπεζες σε νέους λειτουργικούς κινδύνους, όπως οι κυβερνοαπειλές και οι ευπάθειες των υποδομών πληροφορικής και επικοινωνιών, καθώς και σε αυξημένο ανταγωνισμό.

Τέλος, οι εξελίξεις το 2025 δημιουργούν περαιτέρω επιχειρήματα υπέρ της βαθύτερης ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (“more Europe”). Αξιοποιώντας την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε σχέση με το πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων, η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης – που περιλαμβάνει τη θέσπιση ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων – και η βάθυνση της Ενιαίας Αγοράς είναι καίριας σημασίας για την προώθηση της ενοποίησης, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την απελευθέρωση του δυναμικού της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όσον αφορά το μέλλον, η ΕΚΤ παραμένει ακλόνητη στη δέσμευσή της να συμβάλει σε έναν ισχυρό και ευέλικτο τραπεζικό τομέα στη ζώνη του ευρώ. Ασκώντας αποτελεσματική, αποδοτική και κινδυνοκεντρική εποπτεία, η ΕΚΤ θα συνεχίσει να συμβάλλει στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, να στηρίζει τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και να εξασφαλίζει ότι ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ θα παραμείνει ανθεκτικός και ικανός να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο.

Πρόλογος της Claudia Buch, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προώθησε περαιτέρω το πρόγραμμά της για τον εξορθολογισμό της εποπτείας, διασφαλίζοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ. Με αφορμή τη μεταρρύθμιση της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP), η οποία θα τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το 2026, πραγματοποιήσαμε ευρύτερη επανεξέταση των εποπτικών διαδικασιών μας.

Βασικός στόχος μας είναι να καταστήσουμε την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία πιο αποτελεσματική, αποδοτική και προσανατολισμένη στον κίνδυνο. Αξιοποιώντας τις πληροφορίες που συλλέξαμε από διαφόρους ενδιαφερομένους, καταρτίσαμε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, του οποίου η εφαρμογή βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, όπως εξηγούμε στην έκθεση Streamlining supervision, safeguarding resilience: the ECB’s agenda for more effective, efficient and risk-based European banking supervision. Θα παρέχουμε τακτική ενημέρωση σχετικά με την πρόοδο και τις επιπτώσεις αυτών των μεταρρυθμίσεων στην Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα, αρχής γενομένης από την τρέχουσα έκδοση.

Ο εξορθολογισμός της εποπτείας συμβάλλει στη διασφάλιση της ανθεκτικότητας. Σκοπός της εποπτείας είναι να διατηρεί τις τράπεζες ασφαλείς και ισχυρές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εντοπίζουμε τις ευπάθειες σε πρώιμο στάδιο, ώστε να διασφαλίζουμε ότι οι τράπεζες τις αντιμετωπίζουν με αποφασιστικότητα και, όπου απαιτείται, να κλιμακώνουμε τα εποπτικά μέτρα. Με τις νέες μεταρρυθμίσεις, απελευθερώνουμε εποπτικούς πόρους τους οποίους αξιοποιούμε για να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στο εξελισσόμενο τοπίο κινδύνων, διατηρώντας έτσι την ευελιξία μας σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Αυτή η πρακτική θα παρέχει στους επόπτες τη δυνατότητα να εντοπίζουν πιο έγκαιρα τις αδυναμίες, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι τράπεζες προβαίνουν εγκαίρως σε ενέργειες για να διατηρήσουν την ανθεκτικότητά τους σε όλα τα επίπεδα. Η ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο τα υγιή χρηματοοικονομικά στοιχεία, αλλά σχετίζεται και με την επιχειρησιακή ευελιξία, την ισχυρή διακυβέρνηση και την ορθή διαχείριση του κινδύνου. Η ανθεκτικότητα καθιστά τις τράπεζες ικανές να παρέχουν αδιαλείπτως τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες τους ακόμη και υπό δυσμενείς συνθήκες. Είναι όμως επίσης σημαντική για την ανταγωνιστικότητα των τραπεζών και για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας τους.

Η διασφάλιση της ανθεκτικότητας είναι ιδιαιτέρως σημαντική στο τρέχον περιβάλλον. Η πολιτική, οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, αυτή η αβεβαιότητα δεν αποτυπώνεται επαρκώς στους δείκτες πίεσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που βασίζονται σε δεδομένα της αγοράς, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη ανατιμολόγηση του κινδύνου. Επί του παρόντος, τα αποθέματα ασφαλείας κεφαλαίου και ρευστότητας των τραπεζών είναι σαφώς υψηλότερα από τις εποπτικές απαιτήσεις και η κερδοφορία τους είναι ισχυρή. Εντούτοις, οι μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα περιβάλλονται πλέον από μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από οξυμένες γεωπολιτικές εντάσεις, υπερτίμηση περιουσιακών στοιχείων σε αρκετά τμήματα της χρηματοπιστωτικής αγοράς, αυξανόμενες διασυνδέσεις με μη τραπεζικούς φορείς χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης και τον κίνδυνο μιας αιφνίδιας μεταβολής του κλίματος της αγοράς, απροσδόκητες διαταραχές θα μπορούσαν να εκδηλωθούν και να επεκταθούν ραγδαία.

Συνεπώς, πρέπει να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τις κρατούσες συνθήκες πέραν των βραχυπρόθεσμων δεικτών απόδοσης των τραπεζών και να εντοπίζουμε τυχόν ευπάθειες έναντι δυσμενών εξωτερικών εξελίξεων. Με αυτά τα δεδομένα καθορίσαμε τις εποπτικές προτεραιότητές μας για τον εποπτικό κύκλο 2026-2028.

Η πρώτη προτεραιότητα είναι η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών σε γεωπολιτικούς κινδύνους και μακροχρηματοπιστωτικές αβεβαιότητες. Αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση υγιών πιστοδοτικών κριτηρίων, ισχυρής κεφαλαιακής επάρκειας και συνετής διαχείρισης των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, θα διενεργήσουμε αντίστροφη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων το 2026, προκειμένου να προσδιορίσουμε σενάρια γεωπολιτικού κινδύνου προσαρμοσμένα ανά τράπεζα, τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση επιμέρους τραπεζών.

Η δεύτερη προτεραιότητα δίνει έμφαση στην επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και την τεχνολογική αρτιότητα των τραπεζών. Οι τράπεζες καλούνται να βελτιώσουν τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων τους, να διορθώσουν αδυναμίες σε σχέση με τη συλλογή και τη χρήση πληροφοριών για τους κινδύνους και να διασφαλίσουν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός – συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης – υποστηρίζεται από ισχυρή διακυβέρνηση και αποτελεσματικούς ελέγχους των κινδύνων.

Η ευέλικτη εποπτεία, με σαφή έμφαση στους ουσιώδεις κινδύνους και διασφάλιση της γενικότερης ανθεκτικότητας των τραπεζών της ζώνης του ευρώ, αποτελεί στρατηγική απάντηση στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον κινδύνου. Προκειμένου να εκπληρώσουμε την εντολή που μας έχει ανατεθεί να διατηρούμε τις τράπεζες ασφαλείς και υγιείς, χρειαζόμαστε ένα ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η περαιτέρω προώθηση της κανονιστικής εναρμόνισης στον τραπεζικό τομέα και η θέσπιση ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων θα ενίσχυαν την ενοποίηση και την απλούστευση. Και η ενίσχυση της Ενιαίας Αγοράς θα προήγε την αποτελεσματικότητα του τραπεζικού τομέα.

Σε διεθνές επίπεδο, ένα ανθεκτικό παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη και τη σταθερότητα. Ένα τέτοιο σύστημα βασίζεται σε κοινά κανονιστικά πρότυπα και τον αξιόπιστο συντονισμό μεταξύ των εποπτικών αρχών. Αυτό το πλαίσιο ασφαλείας πρέπει να διατηρηθεί καθώς εντείνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις. Τυχόν κατακερματισμός ή εξασθένηση των ρυθμιστικών προτύπων θα μπορούσε να υπονομεύσει την ικανότητα των τραπεζών να αντεπεξέλθουν σε δυσμενείς εξελίξεις.

1 Η τραπεζική εποπτεία το 2025

1.1 Ανθεκτικότητα των τραπεζών υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ το 2025

Οι τράπεζες υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ παρέμειναν ανθεκτικές το 2025.

Ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ[1] παρέμεινε ανθεκτικός το περασμένο έτος, διατηρώντας ισχυρό προφίλ κινδύνου και εύρωστα θεμελιώδη μεγέθη. Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) των σημαντικών ιδρυμάτων (ΣΙ) με βάση τις μεταβατικές ρυθμίσεις αυξήθηκε ελαφρώς σε δωδεκάμηνη βάση σε 16,1% το γ΄ τρίμηνο του 2025, από 15,7% το 2024.[2] Η βελτίωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή κερδοφορία και τα υψηλά αδιανέμητα κέρδη των ΣΙ. Ο συνολικός δείκτης μόχλευσης με βάση τις μεταβατικές ρυθμίσεις παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερός στο 5,9% για τα ΣΙ.

Σε ένα περιβάλλον σταδιακής μείωσης της πλεονάζουσας ρευστότητας στη ζώνη του ευρώ, ο τραπεζικός τομέας διατήρησε ισχυρούς δείκτες ρευστότητας, οι οποίοι παρέμειναν σημαντικά πάνω από τις ελάχιστες απαιτήσεις. Το 2025 ο συνολικός δείκτης κάλυψης ρευστότητας των ΣΙ διαμορφώθηκε σε 157% και ο συνολικός δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης σε 126%.

Η κερδοφορία των ΣΙ αποδείχθηκε ανθεκτική το 2025, καθώς τα καθαρά έσοδα από τόκους διατηρήθηκαν σε υψηλό επίπεδο παρά τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, και ήταν σαφώς υψηλότερη από ό,τι κατά την περίοδο χαμηλών επιτοκίων. Επιπλέον, τα έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες παρουσίασαν ισχυρή άνοδο, η οποία οφείλεται στις δραστηριότητες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και τα αυξημένα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών.

Η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού επίσης παρέμεινε σταθερή, στηριζόμενη από τις υποτονικές μακροοικονομικές συνθήκες και τους εύρωστους ισολογισμούς του ιδιωτικού τομέα. Ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (MEΔ) των ΣΙ διαμορφώθηκε σε 1,9%[3] τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους, με τα επίπεδα προβλέψεων των τραπεζών να αντικατοπτρίζουν τις προσδοκίες για σταθερή ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού στο μέλλον. Ωστόσο, αυτή η σταθερότητα συγκαλύπτει ορισμένες διαφορές μεταξύ χωρών και κατηγοριών στοιχείων ενεργητικού. Η υποτονική ζήτηση δανείων από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) σε συνδυασμό με την καθαρή αυστηροποίηση των πιστοδοτικών κριτηρίων από πλευράς τραπεζών τα τελευταία τρίμηνα αντανακλά διάφορους προβληματισμούς, όπως οι εμπορικές εντάσεις και η συναφής αβεβαιότητα κατά το προηγούμενο έτος. Ο αριθμός των πτωχεύσεων στη ζώνη του ευρώ, ενώ ξεκίνησε από χαμηλό επίπεδο, αυξήθηκε κατά 5,1% σε δωδεκάμηνη βάση το γ΄ τρίμηνο του 2025,[4] με την πλειονότητα των περιπτώσεων να αφορά μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).

Συνολικά, οι δείκτες MEΔ των ΣΙ παρέμειναν σταθεροί για τα χαρτοφυλάκια δανείων τόσο των ΜΜΕ όσο και γενικότερα των ΜΧΕ και διαμορφώθηκαν περίπου σε 4,9% και 3,5% αντίστοιχα. Τα ποσοστά δανείων Σταδίου 2, δηλ. τα ποσοστά των δανείων που παρουσιάζουν σημαντικά αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο σε σύγκριση με την αρχική αναγνώριση, υποχώρησαν ελαφρώς σε 15,4% για τις ΜΜΕ (-0,16 ποσοστιαίες μονάδες σε ετήσια βάση) και σε 13,6% για τις ΜΧΕ (-0,46 ποσ. μον.).

Όσον αφορά τα επαγγελματικά ακίνητα, οι δείκτες κλίματος και οι συγκεντρωτικοί δείκτες ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού δείχνουν σταθεροποίηση των αγορών της ζώνης του ευρώ, παρά τις αντιξοότητες στο τμήμα της αγοράς ακινήτων που αφορά τους χώρους γραφείων. Το ποσοστό δανείων Σταδίου 2 για τα χαρτοφυλάκια επαγγελματικών ακινήτων υποχώρησε κατά 1,74 ποσ. μον. σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκε σε 17,8%. Εντούτοις, ορισμένες χώρες κατέγραψαν σημαντική άνοδο των ΜΕΔ στα χαρτοφυλάκια ΜΜΕ και επαγγελματικών ακινήτων, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για διαρκή έλεγχο αυτών των τμημάτων της αγοράς.

Όσον αφορά τα νοικοκυριά, τα χαμηλότερα επιτόκια και οι βελτιωμένες προοπτικές της αγοράς κατοικιών έδωσαν ισχυρή ώθηση στη ζήτηση στεγαστικών δανείων, ενώ η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού συνεχίζει να βελτιώνεται. Αντίθετα, η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού στην καταναλωτική πίστη επιδεινώθηκε ελαφρώς, όπως φανερώνει η άνοδος του δείκτη ΜΕΔ κατά 0,16 ποσ. μον. σε ετήσια βάση σε 5,5%.

1.1.1 Ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων το 2025

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διενήργησε μια άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για να εξετάσει τη φερεγγυότητα των ΣΙ στη ζώνη του ευρώ.[5] Συνολικά 51 μεγάλες τράπεζες της ζώνης του ευρώ συμμετείχαν στην πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων υπό τον συντονισμό της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA) και 45 ιδρύματα μεσαίου μεγέθους συμμετείχαν στην παράλληλη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων υπό τον συντονισμό της ΕΚΤ. Χρησιμοποιήθηκε κοινό πλαίσιο ανάλυσης για όλα τα ιδρύματα. Η EBA δημοσίευσε λεπτομερή αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025 που διενήργησε στις 51 μεγαλύτερες τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Η ΕΚΤ δημοσίευσε τα αποτελέσματα για καθεμία από τις 45 τράπεζες μεσαίου μεγέθους, καθώς και έκθεση με τα συγκεντρωτικά τελικά αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων των τραπεζών της ζώνης του ευρώ του 2025 για το σύνολο των 96 εποπτευόμενων οντοτήτων.[6]

Συνολικά, η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ανέδειξε την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ στην αντιμετώπιση μιας σοβαρής αλλά αληθοφανούς επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025 επιβεβαίωσε την αυξανόμενη ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα μετά τη δημιουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) το 2014. Από 11,1% στο τέλος του 2013, ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) αυξήθηκε κατά 4,9 ποσ. μον. σε 16,0% στο τέλος του 2024 (Διάγραμμα 1). Ο δείκτης CET1 στη λήξη του ορίζοντα προβολής του δυσμενούς σεναρίου κατέγραψε σταδιακή άνοδο αυτή την περίοδο και στην άσκηση του 2025 έφθασε σε επίπεδο κατά 3,5 ποσ. μον. υψηλότερο από ό,τι στη συνολική αξιολόγηση της ΕΚΤ του 2014. Σε σύγκριση με την άσκηση του 2023, τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025 έδειξαν συνολικά αυξημένες ζημίες λόγω πιστωτικού κινδύνου, δεδομένης της εντονότερης ανόδου των ΜΕΔ, ενώ οι ζημίες λόγω κινδύνου αγοράς και λειτουργικού κινδύνου, καθώς και ο αντίκτυπος στη συνολική έκθεση σε κίνδυνο, παρέμειναν περίπου στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη άσκηση του 2023.

Παρόλα αυτά, η βελτιωμένη κερδοφορία έδωσε στις τράπεζες τη δυνατότητα να απορροφήσουν πιο αποτελεσματικά τις δυσμενείς διαταραχές στη διάρκεια του ορίζοντα της άσκησης και να υπεραντισταθμίσουν τις αυξημένες ζημίες. Ως εκ τούτου, περιορίστηκε η μείωση του δείκτη CET1 των τραπεζών, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της βελτίωσης που κατέγραψαν τα αποτελέσματα της άσκησης του 2025 σε σύγκριση με την άσκηση του 2023 οφείλεται στα καθαρά έσοδα από τόκους.

Τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων λαμβάνονται υπόψη στον εποπτικό διάλογο με τις οντότητες που εποπτεύει η ΕΚΤ. Τυχόν ποιοτικού χαρακτήρα αδυναμίες που εντοπίζονται στη διάρκεια της άσκησης συμπεριλαμβάνονται στο μέρος της SREP που αφορά τη διακυβέρνηση, οπότε δυνητικά επηρεάζουν τις απαιτήσεις βάσει του Πυλώνα 2. Τα ποσοτικά αποτελέσματα λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 και των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 για τον δείκτη μόχλευσης. Οι εξελίξεις των συνολικών δεικτών CET1 σε επίπεδο συστήματος στην αρχή και στο τέλος του ορίζοντα του δυσμενούς σεναρίου των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σε ολόκληρη την ΕΕ παρουσιάζονται στο Διάγραμμα 1.

Διάγραμμα 1

Συνολικός δείκτης κεφαλαίων CET1 κατά την έναρξη και τη λήξη του τριετούς ορίζοντα του δυσμενούς σεναρίου

(ποσοστά της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο)

Πηγές: Πανευρωπαϊκές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, ΕΚΤ και υπολογισμοί της ΕΚΤ.
Σημείωση: ST: πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, VA: ανάλυση ευπαθειών, δηλ. άσκηση που διενεργείται από την ΕΚΤ εξ αποστάσεως (desktop).

Παράλληλα με την πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025, η ΕΚΤ διενήργησε μια ανάλυση διερευνητικού σεναρίου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου προκειμένου να αξιολογήσει τη δυνατότητα επιλεγμένων τραπεζών να υποδειγματοποιήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με διαφορετικά σενάρια δυσμενών εξελίξεων και να εντοπίσουν τις ευπάθειες που συνδέονται με ανοίγματα σε μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Παρόλο που η εν λόγω άσκηση δεν επηρέασε άμεσα τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, τα ευρήματά της αξιοποιήθηκαν στον εποπτικό διάλογο με τα συμμετέχοντα ιδρύματα.

Η ανάλυση ανέδειξε τα ιδιαιτέρως μεγάλα ανοίγματα των τραπεζών σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το σενάριο δυσμενών εξελίξεων, χωρίς να συνεκτιμώνται οι εξασφαλίσεις, έναντι ΜΧΕ και μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα στις ΗΠΑ. Επίσης, το σενάριο υποτίμησης του ευρώ εμφάνισε γενικά μεγαλύτερες ζημίες λόγω πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου από ό,τι το σενάριο μείωσης των επιτοκίων. Παράλληλα, ο κίνδυνος δυσμενούς συσχέτισης (wrong-way risk) σύμφωνα με το σενάριο δυσμενών εξελίξεων, ο οποίος μετρά τον βαθμό θετικής συσχέτισης μεταξύ ενός ανοίγματος έναντι συγκεκριμένου αντισυμβαλλομένου και του κινδύνου αθέτησης που τον χαρακτηρίζει, φαίνεται σχετικά περιορισμένος.

1.2 Εποπτικές προτεραιότητες 2025-2027

1.2.1 Εισαγωγή

Οι προοπτικές για τον τραπεζικό τομέα διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τις επίμονες αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν το γεωπολιτικό περιβάλλον, καθώς και τις επιπτώσεις τους στην οικονομία της ζώνης του ευρώ. Ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ παρέμεινε ανθεκτικός στη διάρκεια των πρόσφατων εντάσεων, ωστόσο οι εποπτικές προτεραιότητες επανέλαβαν την έκκληση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για επίδειξη σύνεσης και επανεπιβεβαίωσαν την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση και τακτικές αξιολογήσεις των ενδεχόμενων επιπτώσεων αυτών των εξωγενών διαταραχών στον τραπεζικό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, ζητήθηκε από τις εποπτευόμενες οντότητες να ενισχύσουν την ικανότητά τους να αντεπεξέρχονται σε άμεσες μακροχρηματοπιστωτικές απειλές και σοβαρές γεωπολιτικές διαταραχές (Προτεραιότητα 1, βλ. Ενότητα 1.2.2), εστιάζοντας πρωτίστως στη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και στα πλαίσια επιχειρησιακής ανθεκτικότητας. Δεδομένου ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν πολλούς τομείς, οι εποπτευόμενες οντότητες ενθαρρύνονται να ενσωματώσουν τις δυνητικές επιπτώσεις αυτών των κινδύνων στις επιχειρηματικές στρατηγικές τους και τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνου τους. Επιπλέον, ζητήθηκε από τις εποπτευόμενες οντότητες να εντείνουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να διορθώσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά τις επίμονες ουσιώδεις αδυναμίες που εντοπίζονται κατά τη συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων για τους κινδύνους, καθώς και στις επιχειρηματικές στρατηγικές και τα πλαίσια διαχείρισης των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων (Προτεραιότητα 2, βλ. Ενότητα 1.2.3), γεγονός που αποτυπώνει τον αυξημένο εποπτικό έλεγχο στους συγκεκριμένους τομείς κρίσιμης σημασίας. Τέλος, καθώς οι τεχνολογικές εξελίξεις καθίστανται προτεραιότητα για το μέλλον του τραπεζικού τομέα, ζητήθηκε από τις εποπτευόμενες οντότητες να ενισχύσουν τις στρατηγικές τους για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και να αντιμετωπίσουν τις διαφαινόμενες προκλήσεις από τη χρήση των νέων τεχνολογιών (Προτεραιότητα 3, βλ. Ενότητα 1.2.4).

1.2.2 Προτεραιότητα 1: Ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε άμεσες μακροχρηματοπιστωτικές απειλές και σοβαρές γεωπολιτικές διαταραχές

1.2.2.1 Η διαχείριση των γεωπολιτικών κινδύνων στις εποπτικές προτεραιότητες

Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν μείζονος σημασίας για τις εποπτικές προτεραιότητες της ΕΚΤ για την περίοδο 2025-2027, δεδομένης της αυξημένης αβεβαιότητας διεθνώς και της αλληλεξάρτησης των κινδύνων αυτού του είδους. Αναδεικνύει περαιτέρω την ανάγκη να ενσωματώσουν οι τράπεζες αυτούς τους κινδύνους στα συνολικά πλαίσια διαχείρισης κινδύνων τους και να διατηρήσουν γενικευμένη ανθεκτικότητα.

Η αντιμετώπιση των γεωπολιτικών κινδύνων

Οι εποπτικές αξιολογήσεις το 2025 βασίστηκαν στο πλαίσιο που τέθηκε το 2024[7] με σκοπό να γίνει καλύτερα κατανοητό πώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις τράπεζες. Οι Μεικτές Εποπτικές Ομάδες (ΜΕΟ) ενσωμάτωσαν παράγοντες γεωπολιτικής σημασίας στην αξιολόγηση του πιστωτικού και του λειτουργικού κινδύνου και των κινδύνων αγοράς, ρευστότητας και διακυβέρνησης, αντιμετωπίζοντας τους εν λόγω κινδύνους ως παράγοντες διατομεακού χαρακτήρα. Οι εποπτικές αρχές εστίασαν στη διακυβέρνηση και τη διαχείριση κινδύνου από πλευράς των τραπεζών, μεταξύ άλλων στη δυνατότητά τους να εντοπίζουν, να αξιολογούν και να αντεπεξέρχονται σε γεωπολιτικές διαταραχές. Τον Ιανουάριο του 2025 η ΕΚΤ διοργάνωσε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με τις τράπεζες προκειμένου να συγκεντρώσει πληροφορίες για τις πρακτικές που εφαρμόζουν σε σχέση με τη διαχείριση γεωπολιτικών κινδύνων, οι οποίες ελήφθησαν υπόψη στις εποπτικές δραστηριότητες και αξιοποιήθηκαν στις ευρύτερες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει η ΕΚΤ για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών σε γεωπολιτικές διαταραχές. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ενσωματώθηκαν και στην πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025,[8] η οποία βασίστηκε σε ένα σενάριο δυσμενών παγκόσμιων γεωπολιτικών εξελίξεων (βλ. Ενότητα 1.1.1).

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρησιακή διάσταση του γεωπολιτικού κινδύνου.

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρησιακή διάσταση του γεωπολιτικού κινδύνου. Οι ΜΕΟ διερεύνησαν την ετοιμότητα των τραπεζών έναντι κυβερνοαπειλών, ζητημάτων φυσικής ασφάλειας και διαταραχών που σχετίζονται με την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών. Η ΕΚΤ προέβη σε ενέργειες σε συνέχεια των ευρημάτων της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σχετικά με την ανθεκτικότητα έναντι κυβερνοαπειλών του 2024,[9] η οποία επιβεβαίωσε ότι οι τράπεζες είναι γενικά επαρκώς προετοιμασμένες ώστε να ανακάμψουν μετά από κυβερνοεπίθεση, αλλά ανέδειξε και τομείς που απαιτούν περαιτέρω δράση. Η εποπτεία σ’ αυτό τον τομέα λειτούργησε συμπληρωματικά προς τη συνεχιζόμενη εφαρμογή του Κανονισμού της ΕΕ για την Ψηφιακή Επιχειρησιακή Ανθεκτικότητα (Digital Operational Resilience Act – DORA).[10]

Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί προσεκτικά τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ με θυγατρικές στη Ρωσία, απαιτώντας σαφείς οδικούς χάρτες περιορισμού του κινδύνου, τακτική υποβολή εποπτικών στοιχείων και δείκτες με βάση τον κίνδυνο, προκειμένου να διασφαλιστεί ο έγκαιρος και ομαλός περιορισμός των ανοιγμάτων.

Τέλος, η ΕΚΤ δημιούργησε ειδική ιστοσελίδα για τον γεωπολιτικό κίνδυνο στον δικτυακό τόπο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

1.2.2.2 Πλαίσια διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου

Οι εποπτικές αρχές παρέμειναν σε εγρήγορση σε σχέση με τους αναδυόμενους κινδύνους και παρότρυναν επιτακτικά τις τράπεζες να διορθώσουν τις αδυναμίες τους και να βελτιώσουν τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνου τους.

Σε όλη τη διάρκεια του 2025 οι εποπτικές αρχές συνέχισαν να ασχολούνται με τις διαρθρωτικές αδυναμίες στα πλαίσια διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών και παρακολούθησαν τους γεωπολιτικούς κινδύνους, τη μακροοικονομική αβεβαιότητα και τους αναδυόμενους κινδύνους σε ευπαθείς τομείς, καθώς αποτελούν παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο. Για παράδειγμα, οι ταχέως αναπτυσσόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τραπεζών και μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια ιδιωτικών πιστοδοτήσεων (private market funds), είναι δυνατόν να εκθέσουν τις τράπεζες σε νέους άμεσους και έμμεσους κινδύνους που χρήζουν πρόσθετης εποπτικής προσοχής.[11] Παρά τους μεταβαλλόμενους κινδύνους, οι βασικές αρχές που διέπουν την εποπτεία του πιστωτικού κινδύνου παρέμειναν αμετάβλητες. Το 2025 η ΕΚΤ εξακολούθησε να επικεντρώνεται στον κύκλο διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου ως σύνολο, από την έγκριση δανείων έως τη διαχείριση των ΜΕΔ, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι τράπεζες έχουν θεσπίσει τις κατάλληλες διαδικασίες ώστε να ενεργούν προληπτικά σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του κινδύνου.

Οι συναφείς εποπτικές δραστηριότητες, επιτόπιες και μη, οργανώθηκαν και συντονίστηκαν από τις ΜΕΟ, διασφαλίζοντας μια ολιστική και αποτελεσματική προσέγγιση για την εποπτεία του πιστωτικού κινδύνου.

Οι επιτόπιες επιθεωρήσεις (βλ. Ενότητα 1.4.2) το 2025 επικεντρώθηκαν στα χαρτοφυλάκια λιανικής, επαγγελματικών ακινήτων, μοχλευμένης χρηματοδότησης και μεγάλων ή μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με έμφαση στην έγκριση δανείων, την ταξινόμηση ανά κατηγορία κινδύνου και τις πρακτικές υποδειγματοποίησης για τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες.

Οι μη επιτόπιες οριζόντιες εργασίες (βλ. Ενότητα 1.4.1) αφορούσαν ενέργειες σε συνέχεια των κυριότερων ευρημάτων από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, π.χ. οι ΜΕΟ απηύθυναν επιστολές σε 12 τράπεζες μετά τον συνολικό έλεγχο των χαρτοφυλακίων μοχλευμένης χρηματοδότησης, παρουσιάζοντας συστάσεις για το πώς θα έπρεπε οι τράπεζες να διορθώσουν τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν με τον εν λόγω έλεγχο. Επίσης, οι οριζόντιες υπηρεσιακές μονάδες και οι ΜΕΟ διενήργησαν μη επιτόπιες αξιολογήσεις μέσω στοχευμένων οριζόντιων, αλλά και εις βάθος ελέγχων σε συγκεκριμένες τράπεζες. Επί παραδείγματι, ολοκληρώθηκε η στοχευμένη αξιολόγηση της διαχείρισης αναδυόμενων κινδύνων στα χαρτοφυλάκια ΜΜΕ[12] και οι ΜΕΟ διενήργησαν αναλύσεις σε βάθος για θέματα και κινδύνους που αφορούν συγκεκριμένες τράπεζες, όπως οι ρυθμίσεις οφειλών και η αποτελεσματικότητα των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης.

Παραμένει επίσης η έμφαση στην αξιολόγηση του κλιματικού κινδύνου και στις επιπτώσεις του στον πιστωτικό κίνδυνο, και ειδικότερα στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικής κάλυψης των συμβάντων φυσικών καταστροφών. Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών, η ΕΚΤ διοργάνωσε δύο ειδικά συνέδρια με αντιπροσώπους του κλάδου προκειμένου να συζητηθούν οι προκλήσεις και να εξευρεθούν πιθανές λύσεις.[13]

Περαιτέρω πρόοδος σημειώθηκε το 2025 ως προς τη διόρθωση των αδυναμιών που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου. Επιπλέον, συνεχίστηκε η συνεργασία με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και την Τράπεζα της Αγγλίας για τα ανοίγματα σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου προς μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με έμφαση ειδικότερα στη μέτρηση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και τα ανοίγματα σε μη τραπεζικά ιδρύματα που ασκούν δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης (market making). Η ανάλυση δείχνει ότι οι τράπεζες οφείλουν να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες για τη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων, ώστε να εξασφαλίσουν ότι η μέτρηση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου είναι ορθή και αξιόπιστη. Η διενέργεια ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για την έκθεση των τραπεζών στον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου πρέπει όχι μόνο να υποβάλλει σε δοκιμή τους παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο αγοράς, αλλά και να εξετάζει τη συγκέντρωση και τη ρευστότητα των χαρτοφυλακίων. Επίσης, οι τράπεζες πρέπει να διαθέτουν ισχυρό πλαίσιο διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου σε ενδοημερήσια βάση, το οποίο θα καλύπτει αποτελεσματικά τη δραστηριότητα των αντισυμβαλλομένων τους σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, ιδίως μη τραπεζικών ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης.

Το 2025 η ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί τον κίνδυνο διακανονισμού στις πράξεις συναλλάγματος, χρησιμοποιώντας δείγμα ΣΙ με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα στον εν λόγω τομέα. Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ συλλέγει δεδομένα και στατιστικά στοιχεία ανά εξάμηνο – σχετικά με τον κίνδυνο διακανονισμού στις πράξεις συναλλάγματος – σύμφωνα με την αναθεωρημένη μεθοδολογία της Παγκόσμιας Επιτροπής της Αγοράς Συναλλάγματος (Global Foreign Exchange Committee) – και διατηρεί τακτική επαφή με τα ΣΙ αναφορικά με τις εσωτερικές αλλαγές και τις γενικές τάσεις της αγοράς.

Τα λεπτομερή ευρήματα από το σύνολο των ολοκληρωμένων εποπτικών δραστηριοτήτων, επιτόπιων και μη, κοινοποιήθηκαν εγγράφως στις τράπεζες, με ειδικές συναντήσεις για λεπτομερέστερη εξήγηση κάθε αποτελέσματος (βλ. Ενότητα 1.3.1). Οι πληροφορίες αυτές αξιοποιήθηκαν κατά περίπτωση στα αποτελέσματα της SREP, ενώ τα σχετικά εποπτικά μέτρα συζητήθηκαν με τις εποπτευόμενες οντότητες στο πλαίσιο του τακτικού εποπτικού διαλόγου.

1.2.2.3 Πλαίσια επιχειρησιακής ανθεκτικότητας για τον κίνδυνο τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων κυβερνοασφάλειας και τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ

Ο Κανονισμός DORA αναμόρφωσε τις εποπτικές δραστηριότητες, υποχρεώνοντας τις τράπεζες να ενισχύσουν την διαχείριση κινδύνου ΤΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνου τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ, καθώς και την υποβολή αναφορών συμβάντων που σχετίζονται με τις ΤΠΕ.

Το 2025 η ΕΚΤ συνέχισε να δίνει προτεραιότητα στην επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των ΣΙ, με έμφαση στην ασφάλεια ΤΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της κυβερνοασφάλειας, αλλά και στον κίνδυνο τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ. Από τον Ιανουάριο του 2025 και εξής ο Κανονισμός DORA αναμόρφωσε τις εποπτικές δραστηριότητες, καλώντας τις τράπεζες να ενισχύσουν την διαχείριση κινδύνου ΤΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνου τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ, καθώς και την υποβολή αναφορών συμβάντων που σχετίζονται με τις ΤΠΕ. Οι εποπτικές μεθοδολογίες επικαιροποιήθηκαν ώστε να διασφαλίζεται ότι ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις του Κανονισμού DORA για όλες τις εποπτικές δραστηριότητες. Τα πλαίσια της ΕΚΤ για την υποβολή αναφορών σχετικά με τα κυβερνοσυμβάντα και την εξωτερική ανάθεση εργασιών καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με χρονοδιαγράμματα υποβολής πληροφοριών και τυποποιημένα πρότυπα βάσει του Κανονισμού DORA.

Ανταποκρινόμενες στο διαρκώς εξελισσόμενο περιβάλλον του κινδύνου κυβερνοασφάλειας, οι εποπτικές αρχές συνέταξαν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο οδηγού διαχείρισης κρίσεων κυβερνοσυμβάντων, με σκοπό την ενίσχυση του συντονισμού και τη βελτίωση των ικανοτήτων σε θέματα κυβερνοασφάλειας, που θα καλύπτει τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά πλαίσια διαχείρισης του κινδύνου κυβερνοασφάλειας. Στις ικανότητες αυτές περιλαμβάνονται οι εσωτερικές προετοιμασίες της ΕΚΤ, καθώς και τα διεθνή πρωτόκολλα αντιμετώπισης συμβάντων.

Οι επιτόπιες επιθεωρήσεις για τον κίνδυνο ΤΠΕ το 2025 βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στις εποπτικές προτεραιότητες της ΕΚΤ και έδωσαν έμφαση στην κυβερνοασφάλεια και τη διαχείριση κινδύνου τρίτων παρόχων ΤΠΕ. Πραγματοποιήθηκαν και πρόσθετες επιτόπιες επιθεωρήσεις που ακολούθησαν ιδιοσυγκρασιακή προσέγγιση, όπως ζητήθηκε από τις ΜΕΟ (βλ. Ενότητες 1.3.1 και 1.4.2). Επίσης, η ΕΚΤ δημιούργησε μια ομάδα για την επίβλεψη των δοκιμών παρείσδυσης βάσει απειλών (threat-led penetration testing – TLPT) στα ΣΙ. Οι δοκιμές παρείσδυσης βάσει απειλών (TLPT) αποτελούν ένα νέο εποπτικό εργαλείο, το οποίο χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον Κανονισμό DORA και για το οποίο η ΕΚΤ ενεργεί ως η αρμόδια αρχή για τα ΣΙ. Το 2025 η ΕΚΤ πραγματοποίησε την πρώτη συλλογή στοιχείων για το μητρώο πληροφοριών βάσει του Κανονισμού DORA σχετικά με τις συμφωνίες των ΣΙ με τρίτους παρόχους υπηρεσιών ΤΠΕ. Οι αναλύσεις των στοιχείων επιβεβαίωσαν τις τρέχουσες τάσεις: αυξημένη εξάρτηση από τρίτους παρόχους υπηρεσιών ΤΠΕ, συγκέντρωση σε μικρό αριθμό τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ, ιδίως παρόχων υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, καθώς και χαμηλά επίπεδα δυνατότητας υποκατάστασης των τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ, σε συνδυασμό με τη δυσκολία εκ νέου ενσωμάτωσης των υπηρεσιών που είχαν ανατεθεί σε εξωτερικούς συνεργάτες στις εσωτερικές λειτουργίες του ιδρύματος.

Ως εκ τούτου, ο Οδηγός για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους σε παρόχους υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους επεδίωξε να αποσαφηνίσει τις προσδοκίες της ΕΚΤ σχετικά με τις απαιτήσεις του Κανονισμού DORA, προάγοντας τη συνέπεια των εποπτικών πρακτικών και συμβάλλοντας στη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού με την αύξηση της διαφάνειας.

Ο κίνδυνος κυβερνοασφάλειας και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών πληροφορικής εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πρόκληση για τις τράπεζες, καθώς οι αυξανόμενες απειλές λόγω γεωπολιτικού κινδύνου απαιτούν περαιτέρω προσαρμογή των πλαισίων διαχείρισης των κινδύνων κυβερνοασφάλειας και τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ των τραπεζών.

1.2.3 Προτεραιότητα 2: Έγκαιρη και αποτελεσματική διόρθωση των επίμονων ουσιωδών αδυναμιών

Η ΕΚΤ μετατόπισε το επίκεντρο της εποπτικής στρατηγικής της από τον εντοπισμό των κινδύνων στην ανάληψη διορθωτικών ενεργειών, καλώντας τις τράπεζες να αντιμετωπίσουν τις επίμονες ουσιώδεις αδυναμίες τους και να ευθυγραμμιστούν με τις εποπτικές προσδοκίες της ΕΚΤ. Οι προηγούμενες αξιολογήσεις είχαν αποκαλύψει σημαντικές αδυναμίες στο πλαίσιο διαχείρισης κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων των τραπεζών, καθώς και σε σχέση με τις ικανότητες συγκεντρωτικής καταγραφής και αναφοράς δεδομένων για τους κινδύνους (RDARR), που παραμένουν θέματα μείζονος σημασίας για τις εποπτικές προτεραιότητες της ΕΚΤ για την περίοδο 2025-2027. Ενώ καταγράφεται σημαντική πρόοδος και στα δύο πεδία, υπάρχει επιτακτική ανάγκη να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες διόρθωσης, ενώ θα απαιτηθούν και περαιτέρω ενέργειες κατά τους προσεχείς εποπτικούς κύκλους.

1.2.3.1 Ανεπάρκειες στις επιχειρηματικές στρατηγικές και στη διαχείριση κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση

Η εποπτεία της ικανότητας των τραπεζών να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση[14] (Κ&Φ) παρέμεινε θέμα υψηλής προτεραιότητας στο εποπτικό πρόγραμμα του 2025. Και τούτο γιατί συνέχισαν να εκδηλώνονται φυσικοί κίνδυνοι και κίνδυνοι μετάβασης αυξανόμενης εμβέλειας και συχνότητας, ενώ εξακολούθησαν να καταγράφονται αδυναμίες στο πλαίσιο διαχείρισης των κινδύνων Κ&Φ των τραπεζών.

Το 2025 η ΕΚΤ ολοκλήρωσε ένα πολυετές πρόγραμμα ενίσχυσης των ικανοτήτων διαχείρισης κινδύνου των τραπεζών και συνέχισε να κινείται στην κατεύθυνση της πλήρους ενσωμάτωσης της εποπτείας των κινδύνων Κ&Φ στο εποπτικό της έργο, περιλαμβάνοντάς τους στο πλαίσιο των τακτικών της εποπτικών αξιολογήσεων και διαδικασιών. Σύμφωνα με τις τρέχουσες κανονιστικές απαιτήσεις, η ΕΚΤ είχε ορίσει ως καταληκτική ημερομηνία για τη βελτίωση των συναφών πρακτικών διαχείρισης κινδύνου από πλευράς τραπεζών το τέλος του 2024. Τα προηγούμενα έτη, μετά από διάφορους κύκλους διαλόγου και αποδοχής επιστολών από τις τράπεζες, η ΕΚΤ είχε εκδώσει δεσμευτικές εποπτικές αποφάσεις για τις τράπεζες στις οποίες εντοπίζονται ουσιώδεις ανεπάρκειες, σε συνδυασμό με περιοδικές χρηματικές ποινές που προσαυξάνονται σε ημερήσια βάση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις περιορισμού των κινδύνων εντός της προθεσμίας (“συνδυαστικές αποφάσεις”).[15] Το 2025 η ΕΚΤ εξέδωσε μία συνδυαστική απόφαση αυτού του είδους σε σχέση με τις εν λόγω απαιτήσεις. Επίσης, ολοκλήρωσε μία διαδικασία επιβολής συμμόρφωσης που αφορούσε τη μη συμμόρφωση μιας οντότητας προς μια απόφαση της ΕΚΤ για τις εν λόγω απαιτήσεις περιορισμού του κινδύνου, όπου ορίστηκε και το συνολικό ύψος των περιοδικών χρηματικών ποινών (βλ. Ενότητα 2.3.1).

Οι τράπεζες πραγματοποίησαν αξιόλογη πρόοδο στη διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τη συνεχιζόμενη κλιματική και περιβαλλοντική κρίση.

Γενικά, οι τράπεζες πραγματοποίησαν αξιόλογη πρόοδο στη διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τις συνεχιζόμενες κλιματικές και περιβαλλοντικές κρίσεις: θέσπισαν ένα θεσμικό πλαίσιο σε επίπεδο οργανισμού για την αναγνώριση, την παρακολούθηση και τη διαχείριση των κινδύνων Κ&Φ. Σύμφωνα με τις αναλύσεις της ΕΚΤ, πάνω από 90% των τραπεζών θεωρούν ότι παρουσιάζουν ουσιώδη έκθεση στους εν λόγω κινδύνους (έναντι 50% το 2021),[16] ενώ όλες οι τράπεζες διαθέτουν πλέον πλαίσια για τη διενέργεια των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε σχέση με τους κλιματικούς κινδύνους. Επίσης, οι περισσότερες τράπεζες άρχισαν να θεσπίζουν συναφή πλαίσια για την ποσοτικοποίηση των κεφαλαιακών τους αναγκών. Ωστόσο, εξακολουθεί να απαιτείται διαρκής προσοχή από πλευράς εποπτείας, δεδομένου ότι οι μεθοδολογίες ποσοτικοποίησης κινδύνου βρίσκονται στα σπάργανα, οι προκλήσεις όσον αφορά τη διαχείριση των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης είναι επίμονες, ενώ απομένουν αδυναμίες σε επιμέρους ιδρύματα.

Αναγνωρίζοντας τις διάφορες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες, η ΕΚΤ βρίσκεται στη διαδικασία οριστικοποίησης της έκθεσής της σχετικά με τις ορθές πρακτικές διαχείρισης των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων, που θα επικαιροποιεί την αρχική επιτομή που δημοσιεύθηκε το 2022. Η επιτομή αυτή αποτελεί χρήσιμο εργαλείο που μπορούν να αξιοποιήσουν οι τράπεζες προκειμένου να διερευνήσουν δυνητικούς τρόπους βελτίωσης των πρακτικών διαχείρισης κινδύνου που εφαρμόζουν. Επίσης, η ΕΚΤ συμμετείχε σε διαρκή διάλογο με τις τράπεζες προκειμένου να ενημερωθεί για τη γενική τους πρόοδο και να κατανοήσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο διάλογος της ΕΚΤ με τον κλάδο με θέμα τη διαχείριση των κινδύνων Κ&Φ που πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 2025.

1.2.3.2 Συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων για τους κινδύνους

Η άρτια ικανότητα συγκεντρωτικής καταγραφής και αναφοράς δεδομένων για τους κινδύνους αποτελεί προϋπόθεση για την αξιόπιστη και συνετή διαχείρισή τους. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να δίνει έμφαση στο συγκεκριμένο θέμα στη διάρκεια του 2025.

Η συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων για τους κινδύνους (risk data aggregation and risk reporting – RDARR) είναι απαραίτητη ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή διαχείριση των κινδύνων και η αποτελεσματική λήψη αποφάσεων, καθώς οι ανεπάρκειες στην ποιότητα των δεδομένων και την υποβολή στοιχείων υπονομεύουν την ικανότητα των τραπεζών να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να περιορίζουν τους κινδύνους. Οι επαρκείς ικανότητες καταγραφής και αναφοράς δεδομένων για τους κινδύνους (RDARR) δίνουν στις τράπεζες τη δυνατότητα να ενισχύσουν την αποδοτικότητα και την ανταγωνιστικότητά τους και διευκολύνουν τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και καινοτόμων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και η προηγμένη ανάλυση δεδομένων.

Δεδομένου ότι το 2025 και πάλι παρατηρήθηκε ανεπαρκής πρόοδος των ικανοτήτων RDARR των τραπεζών, με βάση και τις προσδοκίες που εκτέθηκαν στον συναφή Οδηγό που δημοσιεύθηκε το 2024, η ΕΚΤ υιοθέτησε μια γενικότερη προσέγγιση για το σύνολο των τραπεζών το 2025. Στόχος της προσέγγισης αυτής ήταν η στενή παρακολούθηση των εξελίξεων ως προς τις δυνατότητες RDARR σε όλα τα ΣΙ, προκειμένου η ΕΚΤ να εντοπίσει τυχόν αδυναμίες και ενδεχομένως να λάβει περαιτέρω μέτρα.[17] Βασικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης ήταν ο προσδιορισμός μιας σαφούς διαδικασίας κλιμάκωσης που υποχρεώνει τις τράπεζες να παρέχουν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και ενδιάμεσα ορόσημα για τη διόρθωση των αδυναμιών που διαπιστώνονται και την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων τους. Σε περιπτώσεις όπου οι αρχικές παρεμβάσεις δεν απέδωσαν έγκαιρα αποτελέσματα, αξιοποιήθηκαν πιο αποτελεσματικά εργαλεία που εξασφάλισαν την αποτελεσματική διόρθωση των εντοπιζόμενων αδυναμιών. Τα εργαλεία βασίστηκαν στα εποπτικά μέτρα δεσμευτικού χαρακτήρα του άρθρου 16 του Κανονισμού ΕΕΜ,[18] τα οποία προβλέπουν και περιοδικές χρηματικές ποινές ως δυνητικά μέτρα επιβολής συμμόρφωσης.

Η ΕΚΤ συνέχισε να διασφαλίζει την εφαρμογή ολιστικής προσέγγισης για τα ζητήματα ποιότητας δεδομένων, ενσωματώνοντας και ευρήματα από άλλες εποπτικές δραστηριότητες στη γενική αξιολόγηση των δυνατοτήτων RDARR των τραπεζών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ποιότητα των δεδομένων που τροφοδοτούν τη βραχυπρόθεσμη συλλογή δεδομένων και τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της ΕΚΤ, καθώς και η αποτελεσματική συγκεντρωτική καταγραφή των ανοιγμάτων στην αγορά ιδιωτικών πιστοδοτικών κεφαλαίων (private credit market). Για να στηρίξει τις προσπάθειες στον εν λόγω τομέα, η ΕΚΤ θέσπισε ένα νομικό πλαίσιο στις αρχές Ιανουαρίου 2025, με σκοπό να εξασφαλιστεί επαρκής ποιότητα των δεδομένων που υποβάλλονται για τη διενέργεια των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.[19] Επίσης, μετά την πιλοτική εφαρμογή του 2023, η ΕΚΤ συνέχισε να δημοσιεύει την ετήσια Έκθεση της Διοίκησης για τη διακυβέρνηση και την ποιότητα των δεδομένων.[20] Σε σύγκριση με την άσκηση του 2024, το 2025 οι διοικήσεις των τραπεζών ήταν πιο ευαισθητοποιημένες σε σχέση με τη διόρθωση των αδυναμιών που εντοπίζονται, αναλαμβάνοντας σαφώς την κυριότητα και την ευθύνη της διαχείρισης του έργου σε επίπεδο διοικητικού οργάνου.

Συνολικά, το αυξημένο ενδιαφέρον για τις ικανότητες RDARR κατά την τελευταία τριετία οδήγησε σε σταδιακή πρόοδο. Πλέον οι δυνατότητες RDARR εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων των τραπεζών και καταγράφεται σημαντική βελτίωση σε σχέση με τη διόρθωση των αδυναμιών που διαπιστώθηκαν σε παλαιότερες εποπτικές δραστηριότητες. Εντούτοις, οι τακτικές εποπτικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων επιθεωρήσεων, επιβεβαιώνουν ότι οι εποπτευόμενες οντότητες πρέπει να επιμείνουν σε ορισμένους τομείς όπως η διακυβέρνηση δεδομένων, το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου διακυβέρνησης των δεδομένων, η αρχιτεκτονική των δεδομένων και η πληροφοριακή υποδομή.

1.2.4 Προτεραιότητα 3: Στρατηγικές ψηφιακού μετασχηματισμού και η χρήση νέων τεχνολογιών

1.2.4.1 Στρατηγικές ψηφιακού μετασχηματισμού

Το 2025 η ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί στενά την ανθεκτικότητα των τραπεζών κατά τη διαδικασία του ψηφιακού μετασχηματισμού τους.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός των τραπεζών και η χρήση νέων τεχνολογιών απαιτούν ισχυρή ικανότητα διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά κυρίως τη νοοτροπία και τις ικανότητες κάθε επιμέρους ιδρύματος. Η ενσωμάτωση της καινοτομίας στην επιχειρηματική δραστηριότητα και η εξασφάλιση συνολικής ψηφιακής ετοιμότητας είναι το κλειδί για την επιτυχία κάθε ψηφιακής στρατηγικής. Το χρονοδιάγραμμα και η έκταση του ψηφιακού μετασχηματισμού αποτελεί στρατηγική επιλογή κάθε τράπεζας, όμως μπορεί να έχουν δραματικές συνέπειες για τους λειτουργικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους των τραπεζών και να επηρεάσουν τα προφίλ κινδύνου τους.

Το 2025 η ΕΚΤ πραγματοποίησε μια σειρά εποπτικών δραστηριοτήτων με σκοπό να αντλήσει πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις νέων τεχνολογιών και να κατανοήσει πώς αυτές μπορούν να επηρεάσουν τις ικανότητες διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών.[21] Οι δραστηριότητες αυτές συμπεριλάμβαναν τη συνέχιση των στοχευμένων επιτόπιων επιθεωρήσεων για τέταρτο συνεχές έτος, τη συνολική εξέταση των στρατηγικών ψηφιακού μετασχηματισμού των τραπεζών και των μηχανισμών εκτέλεσης αυτών, συμπεριλαμβανομένων των νέων τεχνολογιών, των ικανοτήτων εξασφάλισης πόρων και διαχείρισης έργων, καθώς και την αξιολόγηση των χρηματοοικονομικών και μη επιπτώσεων του ψηφιακού μετασχηματισμού. Οι μη επιτόπιες δραστηριότητες περιλάμβαναν τη διοργάνωση εργαστηρίων σε 13 ΣΙ σχετικά με τη χρήση της ΤΝ στη βαθμολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας (credit scoring) και τον εντοπισμό φαινομένων απάτης.

Στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού, τα δεδομένα έχουν πολύ μεγάλη σημασία, τόσο για τις ίδιες τις τράπεζες όσο και για τις εποπτικές αρχές. Η ετήσια συλλογή δεδομένων από την ΕΚΤ σχετικά με τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τη χρήση καινοτόμων τεχνολογιών προσαρμόστηκε κατάλληλα ώστε να αποτυπώνει καλύτερα την τεχνολογία και την καινοτομία. Εντάχθηκε στη βραχυπρόθεσμη άσκηση συλλογής δεδομένων που διενεργείται από την ΕΚΤ και λειτουργεί συμπληρωματικά στην τακτική υποβολή εποπτικών στοιχείων. Εξακολούθησε να αποτελεί βασική πηγή δεδομένων για την αξιολόγηση της προόδου των τραπεζών αναφορικά με τον ψηφιακό μετασχηματισμό, αφού αποτυπώνει τις εξελίξεις σε σχέση με τις δραστηριότητες ψηφιακού μετασχηματισμού στις τράπεζες, τη συνεργασία σε θέματα τεχνολογίας και τις περιπτώσεις χρήσης τεχνολογίας. Η ανάλυση των δεδομένων που συλλέχθηκαν συνέβαλε ώστε να επιλεγούν περιπτώσεις χρήσης και τράπεζες για περαιτέρω αξιολόγηση ή για συμμετοχή σε εργαστήρια και άλλες παρόμοιες συνεργασίες.

Η ΕΚΤ, στο πλαίσιο της στοχευμένης προσέγγισης που εφαρμόζει, διενήργησε επίσης δύο οριζόντιες αναλύσεις για να διερευνήσει πώς εφαρμόζεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός σε συγκεκριμένους τομείς τραπεζικών εργασιών. Αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσω εργαστηρίων για τις ψηφιακές πληρωμές και την ψηφιακή λιανική τραπεζική σε συνεργασία με 12 ΣΙ. Επίσης, στο Συνέδριο του ΕΕΜ για τον ψηφιακό μετασχηματισμό (SSM Conference on Digitalisation) στις 16.10.2025 συμμετείχαν στελέχη εποπτικών αρχών και τραπεζών, με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις ψηφιακές στρατηγικές, την εφαρμογή αυτών σε συγκεκριμένους τομείς εργασιών, όπως η λιανική τραπεζική και οι πληρωμές, καθώς και τις εξελίξεις στην ΤΝ και τους συναφείς κινδύνους.

1.3 Αποτελεσματική και αποδοτική εποπτεία με βάση τους κινδύνους

Από την έναρξη του ΕΕΜ το 2014, ο τρόπος διενέργειας της τραπεζικής εποπτείας έχει αλλάξει σημαντικά. Κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία επικεντρώθηκε στην εναρμόνιση των εποπτικών πρακτικών. Τα τελευταία χρόνια η εποπτεία βρίσκεται σε διαδικασία μετάβασης προς ένα πιο δυναμικό πλαίσιο, βάσει του οποίου επιτυγχάνονται πιο αποδοτικά και συνεπή αποτελέσματα με λιγότερο πολύπλοκες, αλλά εξίσου εμπεριστατωμένες μεθοδολογίες και πιο ευέλικτες διαδικασίες. Το 2023 η ΕΚΤ θέσπισε ένα πλαίσιο ανοχής κινδύνου, το οποίο παρέχει στις εποπτικές αρχές τη δυνατότητα να δίνουν προτεραιότητα σε κρίσιμες περιοχές κινδύνου και τους δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση καινοφανών και αναδυόμενων κινδύνων.

Το 2025 η ΕΚΤ ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την περαιτέρω ενίσχυση της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και του κινδυνοκεντρικού προσανατολισμού της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Αυτό το πρόγραμμα, το οποίο περιγράφεται στην έκθεση Streamlining supervision, safeguarding resilience που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, περιλαμβάνει τέσσερις πρωτοβουλίες. Πρώτον, η μεταρρύθμιση της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP), η οποία ξεκίνησε το 2024, συνεχίστηκε το 2025 και αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2026 (βλ. Ενότητα 1.3.1).[22] Δεύτερον, λόγω του προγράμματος “Επόμενα επίπεδα εποπτείας” (Next-level supervision), οι στόχοι της μεταρρύθμισης της SREP διευρύνθηκαν ώστε να συμπεριλάβουν και άλλους τομείς, όπως η λήψη αποφάσεων, η έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων, οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, η λήψη αποφάσεων για τα ίδια κεφάλαια, η υποβολή εποπτικών στοιχείων και οι επιτόπιες επιθεωρήσεις (βλ. Ενότητα 1.3.2). Τρίτον, ξεκίνησε μια ειδική πρωτοβουλία για την περαιτέρω προώθηση μιας κοινής εποπτικής κουλτούρας εντός του ΕΕΜ (βλ. Ενότητα 1.3.3). Τέλος, η ΕΚΤ αναπτύσσει ένα πλαίσιο για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού έργου (βλ. Ενότητα 1.3.4).

Πλαίσιο 1
Η συμβολή της ΕΚΤ στις εργασίες απλούστευσης του ευρωπαϊκού κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας

Το πρόγραμμα της ΕΚΤ για τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας αφορά αλλαγές τις οποίες δύνανται να θεσπίσουν η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το υφιστάμενο πλαίσιο της νομοθεσίας της ΕΕ. Παράλληλα, η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι απαιτούνται αλλαγές της ευρωπαϊκής και της εθνικής νομοθεσίας για την περαιτέρω απλούστευση του ευρωπαϊκού κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας.

Τον Μάρτιο του 2025 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ δημιούργησε μια Ομάδα Δράσης Υψηλού Επιπέδου (HLTF) για να εξετάσει τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις. Η Ομάδα HLTF απηύθυνε σειρά συστάσεων προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ως θεσμικά όργανα της ΕΕ που συννομοθετούν, οι οποίες εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2025 και δημοσιεύθηκαν στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ. Η Ομάδα HLTF πραγματοποίησε διαβούλευση με το Εποπτικό Συμβούλιο επί εποπτικών ζητημάτων και η εκπρόσωπος της ΕΚΤ, Sharon Donnery, συμμετείχε ως μέλος της Ομάδας HLTF.

Οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, οι οποίες περιγράφονται στην έκθεση Streamlining supervision, safeguarding resilience, λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις συστάσεις της Ομάδας HLTF, ενώ παραμένουν πλήρως εφαρμόσιμες και ανεξάρτητα από αυτές.

1.3.1 Εφαρμογή της μεταρρύθμισης της SREP

Σύμφωνα με την εντολή που της έχει ανατεθεί, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αξιολογεί σε τακτική βάση τη χρηματοοικονομική ευρωστία των τραπεζών υπό την άμεση εποπτεία της μέσω της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP). Προκειμένου να ανταποκριθεί στο ταχέως εξελισσόμενο τοπίο κινδύνων και κατόπιν αξιολόγησης από ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων,[23] η ΕΚΤ ξεκίνησε μια συνολική μεταρρύθμιση της SREP το 2024, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και του κινδυνοκεντρικού προσανατολισμού της.

Ο πρώτος κύκλος εργασιών στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της SREP ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2025 και οι συναφείς αποφάσεις υιοθετήθηκαν έξι εβδομάδες νωρίτερα από ό,τι τα προηγούμενα έτη. Αυτό το ορόσημο αποτελεί μία μόνο από τις ορατές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης της SREP, ενώ καταγράφεται ήδη σημαντική πρόοδος και στους έξι στόχους που τέθηκαν για τη μεταρρύθμισή της:[24]

  • Πιο στοχευμένες αξιολογήσεις κινδύνου: Από το 2023 η ΕΚΤ έχει υιοθετήσει μια πολυετή προσέγγιση για τη διενέργεια των αξιολογήσεων και εφαρμόζει ένα πλαίσιο ανοχής κινδύνου στις αξιολογήσεις της.[25] Το 2025 διενεργήθηκε πολυετής αξιολόγηση για το 75% των στοιχείων της SREP, η οποία επεκτάθηκε και στις θυγατρικές των τραπεζών.
  • Βελτιωμένη ενοποίηση των εποπτικών δραστηριοτήτων: Προκειμένου να αποκτήσουν πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες και να μειώσουν τις επικαλύψεις δεδομένων, οι ΜΕΟ αξιοποιούν πλέον συστηματικά την πληροφόρηση από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις τους, τους θεματικούς ελέγχους και άλλες πηγές, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στα στοιχεία τέλους έτους. Επίσης, το Πρόγραμμα Εποπτικής Εξέτασης κάθε τράπεζας αποστέλλεται νωρίτερα μέσα στο έτος, γεγονός που βοηθά τις τράπεζες να ευθυγραμμίσουν μ’ αυτό τον σχεδιασμό τους.
  • Χρήση όλων των διαθέσιμων εποπτικών εργαλείων: Δίνεται πλέον μεγαλύτερη έμφαση στην έγκαιρη επικοινωνία και την κλιμάκωση[26] των εποπτικών μέτρων. Σε συνδυασμό με τη θέσπιση μιας κλιμακωτής προσέγγισης για την παρακολούθηση της εφαρμογής των απαιτούμενων μέτρων σε συνέχεια των ευρημάτων,[27] οι αποφάσεις SREP δίνουν πλέον προτεραιότητα στα σοβαρότερα ζητήματα διαρθρωτικού χαρακτήρα, ενώ τα υπόλοιπα ευρήματα αντιμετωπίζονται προοδευτικά κατά τη διάρκεια του έτους.
  • Βελτιωμένη επικοινωνία: Ο νέος μορφότυπος των αποφάσεων SREP[28] προωθεί τον στοχευμένο διάλογο με τις τράπεζες, καθώς οι βασικοί παράγοντες κινδύνου και οι προβληματισμοί των εποπτικών αρχών παρουσιάζονται σε απλούστερη μορφή στην αρχή του εγγράφου.
  • Πιο σταθερές μεθοδολογίες: H ΕΚΤ καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταστήσει τις εποπτικές μεθοδολογίες πιο σταθερές και προβλέψιμες. Οι επικαιροποιήσεις, όπως η αναθεωρημένη μεθοδολογία σχετικά με τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2,[29] καθιστούν τη μεθοδολογία απλούστερη και ισχυρότερη.
  • Πιο αποτελεσματική χρήση των πληροφοριακών συστημάτων και της ανάλυσης δεδομένων: Τα ψηφιακά εργαλεία στηρίζουν την εποπτεία που βασίζεται στα δεδομένα και την αποτελεσματική συνεργασία με τις τράπεζες, π.χ. παρέχουν στις τράπεζες τη δυνατότητα να παρακολουθούν την πορεία των μέτρων ποιοτικού χαρακτήρα και να υποβάλλουν υποστηρικτικά στοιχεία απευθείας στις αρμόδιες εποπτικές αρχές.

1.3.1.1 Παρακολούθηση της προόδου

Προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η μεταρρύθμιση της SREP αποδίδει τα επιδιωκόμενα οφέλη, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρακολουθεί διαρκώς την αποτελεσματικότητά της σε σχέση με τους κύριους στόχους. Για την παρακολούθηση αξιοποιείται ένα σύνολο δεικτών, οι οποίοι αναπτύσσονται και εξειδικεύονται περαιτέρω και καλύπτουν τους έξι στόχους της μεταρρύθμισης. Οι δείκτες αναμένεται ότι θα καλύπτουν τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική χρήση της πολυετούς αξιολόγησης στο πλαίσιο της SREP, τη διάρκεια και τη συνάφεια των αποφάσεων και των μέτρων SREP, τη χρήση ψηφιακών εργαλείων για την υποστήριξη της παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο των διορθωτικών μέτρων που λαμβάνονται σε συμμόρφωση προς τα ευρήματα, καθώς και την ανάπτυξη μέτρων SREP και τη συνολική εγκαιρότητα του κύκλου της SREP. Αποτελέσματα βάσει των εν λόγω δεικτών θα παρουσιάζονται στις μελλοντικές εκδόσεις της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα.

1.3.2 Πρόγραμμα “Επόμενα επίπεδα εποπτείας”: η μεταρρύθμιση των εποπτικών δραστηριοτήτων πέραν της SREP

Το 2025 η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) ξεκίνησαν ένα νέο ευρύ σύνολο μεταρρυθμίσεων με το πρόγραμμα “Επόμενα επίπεδα εποπτείας”. Στόχος του προγράμματος είναι ο εξορθολογισμός και η απλούστευση των βασικών εποπτικών διαδικασιών, συμπληρωματικά προς τη μεταρρύθμιση της SREP. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του, λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα μιας έρευνας από κάτω προς τα άνω μεταξύ ΕΑΑ που υπάγονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, καθώς και πληροφορίες από τον τραπεζικό κλάδο.

Το πρόγραμμα καλύπτει τα παρακάτω βασικά πεδία.

  1. Λήψη αποφάσεων: Η ΕΚΤ ενισχύει την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και τον κινδυνοκεντρικό προσανατολισμό των διαδικασιών της για τη λήψη εποπτικών αποφάσεων. Η εξέλιξη αυτή αφορά π.χ. τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας και τις κοινές διαδικασίες όπως οι αδειοδοτήσεις και η έγκριση απόκτησης ειδικής συμμετοχής. Ο εξορθολογισμός της λήψης αποφάσεων θα επιταχύνει τις εποπτικές διαδικασίες για τις εποπτευόμενες από την ΕΚΤ οντότητες και θα δώσει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να κατευθύνει τους πόρους της στις σημαντικότερες πτυχές του εποπτικού έργου. Οι αποφάσεις που ελήφθησαν με τις νέες διαδικασίες πρόκειται να εφαρμοστούν από το δεύτερο εξάμηνο του 2026, ενώ θα πραγματοποιηθούν περαιτέρω βελτιώσεις με την πάροδο του χρόνου καθώς θα υλοποιούνται τα ψηφιακά εργαλεία. Επίσης, η ταχεία διαδικασία για απλές συναλλαγές τιτλοποίησης με μεταφορά σημαντικού κινδύνου θα εφαρμοστεί στις αρχές του 2026 (βλ. Πλαίσιο 2).
  2. Εσωτερικά υποδείγματα: Ο εξορθολογισμός των εποπτικών διαδικασιών που σχετίζονται με τα εσωτερικά υποδείγματα είναι καίριας σημασίας για τη μείωση του φόρτου εργασίας τραπεζών και εποπτικών αρχών που οφείλεται στις εγκρίσεις ουσιωδών μεταβολών υποδειγμάτων. Η ΕΚΤ θεσπίζει σταδιακά πιο κινδυνοκεντρικές προσεγγίσεις για την έγκριση μεταβολών υποδειγμάτων γενικά, αλλά και μεταβολών υποδειγμάτων σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας έγκρισης, με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται να διατηρούν οι τράπεζες ταυτόχρονα πολλαπλές εκδόσεις των υποδειγμάτων. Οι αλλαγές αυτές θα αρχίσουν να εφαρμόζονται εντός του 2026.
  3. Ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων: Η ΕΚΤ έχει ήδη λάβει μέτρα σε προηγούμενους κύκλους ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ώστε να αυξήσει την αναλογικότητα, να θεσπίσει μια πιο κινδυνοκεντρική προσέγγιση για τη διασφάλιση ποιότητας των δεδομένων και να μειώσει τον αριθμό των κύκλων υποβολής δεδομένων. Η ΕΚΤ λαμβάνει περαιτέρω μέτρα για τον εξορθολογισμό των διαδικασιών διενέργειας των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, υιοθετώντας πιο ευέλικτες και ταχύρρυθμες προσεγγίσεις, απλουστεύοντας τα υποδείγματα και περιορίζοντας τις ανάγκες σε πόρους τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις εποπτικές αρχές. Οι αλλαγές αυτές θα τεθούν για πρώτη φορά σε εφαρμογή στη θεματική άσκηση του 2026 και στην πανευρωπαϊκή άσκηση του 2027.
  4. Αποφάσεις για τα ίδια κεφάλαια: Η ΕΚΤ θέσπισε μια διαδικασία ταχείας έγκρισης (“fast-track”) για σαφώς προσδιορισμένες συναλλαγές που σχετίζονται με τα ίδια κεφάλαια και ενέχουν χαμηλό επίπεδο κινδύνου. Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στη μείωση του χρόνου επεξεργασίας και θα τεθεί σε εφαρμογή από το α΄ τρίμηνο του 2026. Επενδύοντας συνεχώς σε ψηφιακές τεχνολογίες, η ΕΚΤ σκοπεύει να περιορίσει τη διάρκεια επεξεργασίας στις δύο εβδομάδες για τις απλούστερες περιπτώσεις.
  5. Υποβολή αναφορών για εποπτικούς σκοπούς: Η ΕΚΤ καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να απλουστεύσει τη διαδικασία υποβολής αναφορών και να μειώσει το κόστος για τις τράπεζες, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα και τη συνάφεια των συλλεγόμενων δεδομένων. Το 2025 η ΕΚΤ κυκλοφόρησε ένα ερωτηματολόγιο προκειμένου να συγκεντρώσει προτάσεις του κλάδου για την απλούστευση της υποβολής αναφορών και στη συνέχεια διοργάνωσε εργαστήριο για το ίδιο θέμα. Η ΕΚΤ επανεξέτασε τα “λιγότερο χρησιμοποιούμενα υποδείγματα” και περιόρισε τις υφιστάμενες απαιτήσεις υποβολής αναφορών. Για παράδειγμα, στη δέσμη υποβολής αναφορών για τη βραχυπρόθεσμη συλλογή δεδομένων του 2026 τα μεμονωμένα δεδομένα (data points) μειώθηκαν κατά 18,5%. Το 2026 η ΕΚΤ σχεδιάζει να βελτιώσει και να ενισχύσει τη διαδικασία για τα αιτήματα οριζόντιας υποβολής αναφορών και να θεσπίσει όρια σημαντικότητας για τα αιτήματα επανυποβολής δεδομένων. Περαιτέρω βελτιώσεις ως προς την υποβολή αναφορών για τη βραχυπρόθεσμη συλλογή δεδομένων θα θεσπιστούν στον κύκλο της SREP του 2027. Επίσης, η ΕΚΤ εφαρμόζει μέτρα για την ενίσχυση της αναλογικότητας σε σχέση με τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα (ΜΜΠΙ), μεταξύ αυτών η ενσωμάτωση της έννοιας των ΜΜΠΙ στον Κανονισμό για την υποβολή εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση (FINREP) της ΕΚΤ.
  6. Επιτόπια εποπτεία: Η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ συμφώνησαν να θεσπίσουν σειρά βελτιώσεων για τη διαδικασία επιτόπιων επιθεωρήσεων το 2026. Οι βελτιώσεις περιλαμβάνουν την επανεξέταση και τον εξορθολογισμό των εσωτερικών και εξωτερικών κατευθυντήριων γραμμών που σχετίζονται με την επιτόπια εποπτεία, την παραγωγή πιο συνοπτικών εκθέσεων επιθεώρησης, την ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των ομάδων επιτόπιας επιθεώρησης και τη δημιουργία πιο στοχευμένων αποστολών μικρότερης διάρκειας.

Για την επίβλεψη καθενός από τους έξι παραπάνω τομείς δράσης, η ΕΚΤ αυξάνει τη χρήση ψηφιακών εργαλείων (εποπτική τεχνολογία “SupTech”). Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ δρομολογεί ένα ολοκληρωμένο έργο πληροφορικής (2026-2028) για τον περαιτέρω ψηφιακό μετασχηματισμό εποπτικών διαδικασιών σε ολόκληρο το εύρος τους, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, μέσω της ενισχυμένης ενοποίησης των εσωτερικών συστημάτων και της προβλεπόμενης ενιαίας διαδικτυακής πύλης του ΕΕΜ (SSM Portal) (βλ. Ενότητα 5.2.1). Η βελτίωση της ψηφιακής υποδομής της ΕΚΤ όχι μόνο βοηθά τις εποπτικές αρχές να εκτελούν τα καθήκοντά τους πιο αποτελεσματικά και αποδοτικά, αλλά εν τέλει ωφελεί και τις εποπτευόμενες οντότητες, αφού καθιστά την επικοινωνία ευκολότερη, επιταχύνει τη διεκπεραίωση των εποπτικών εργασιών και αυξάνει την αποδοτικότητα των πόρων.

1.3.2.1 Άλλες σχεδιαζόμενες πρωτοβουλίες

Το 2026 η ΕΚΤ θα ξεκινήσει αναθεώρηση των οδηγών της και άλλων κειμένων της που αφορούν θέματα εποπτείας, με σκοπό να ενισχύσει τη διαφάνεια σε σχέση με τις προσδοκίες της και τις εποπτικές της προσεγγίσεις. Ένας από τους στόχους της εν λόγω αναθεώρησης είναι να υπογραμμίσει εκ νέου ότι η καθοδήγηση της ΕΚΤ δεν θέτει δεσμευτικές απαιτήσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Επίσης, η ΕΚΤ θα εξετάσει την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην εποπτεία των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ). Θα διερευνηθεί συγκεκριμένα το υποσύνολο των ΛΣΙ που περιλαμβάνονται στο υφιστάμενο πλαίσιο για τα ΜΜΠΙ. Στο πλαίσιο της εξέτασης θα μελετηθούν, μεταξύ άλλων, η συχνότητα και το βάθος της αξιολόγησης βάσει SREP, η εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (ICAAP) και η εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας (ILAAP), καθώς και η διενέργεια ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στο σύνολο του τομέα.

1.3.2.2 Εφαρμογή και περαιτέρω ενέργειες

Οι αλλαγές που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος “Επόμενα επίπεδα εποπτείας” θα εφαρμοστούν το 2026 και τα επόμενα έτη, ενώ θα συνεχίζεται το έργο της ενίσχυσης της ενιαίας εποπτικής κουλτούρας (βλ. Ενότητα 1.3.3). Η ΕΚΤ θα παρακολουθεί την πρόοδο σε σχέση με την εφαρμογή όλων των διάφορων πρωτοβουλιών στο πλαίσιο όλων των μεταρρυθμίσεων και θα ενημερώνει σχετικά στην Ετήσια Έκθεση για την εποπτική δραστηριότητα.

Πλαίσιο 2
Ταχεία διαδικασία αξιολόγησης πράξεων τιτλοποίησης με μεταφορά σημαντικού κινδύνου

Σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για τις τράπεζες, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τιτλοποιημένα ανοίγματα δύνανται να μειωθούν μόνο σε περίπτωση που η εποπτική αρχή αναγνωρίσει ότι σημαντικό ποσοστό του πιστωτικού κινδύνου έχει μεταφερθεί σε τρίτους (μεταφορά σημαντικού κινδύνου – significant risk transfer, SRT).

Τον Ιανουάριο του 2025 η ΕΚΤ ξεκίνησε την εξαμηνιαία δοκιμή μιας ταχείας διαδικασίας αξιολόγησης για πιο τυποποιημένες συναλλαγές τιτλοποίησης που περιλαμβάνουν σημαντική μεταφορά κινδύνου, εστιάζοντας αρχικά στις συνθετικές τιτλοποιήσεις. Η δοκιμή διερεύνησε τρόπους εξορθολογισμού της αξιολόγησης των συνήθων συναλλαγών, διατηρώντας την έμφαση στους κινδύνους και την ανθεκτικότητα. Την ίδια περίοδο η ΕΚΤ παρακολούθησε και τις εξελίξεις στην αγορά τιτλοποιήσεων.

Με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από τη δοκιμή, η ταχεία διαδικασία αξιολόγησης τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2026, όπως ορίζεται στον Οδηγό της ΕΚΤ σχετικά με την κοινοποίηση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου και της έμμεσης υποστήριξης για τις τιτλοποιήσεις.

Σύμφωνα με το πλαίσιο ταχείας διαδικασίας αξιολόγησης, αποδεκτές θεωρούνται μόνο οι τυποποιημένες συναλλαγές τιτλοποίησης με SRT. Η διαδικασία βασίζεται σε ένα εναρμονισμένο υπόδειγμα κοινοποίησης που απαιτεί τόσο ποιοτικές όσο και ποσοτικές πληροφορίες. Με την αξιοποίηση της τυποποίησης προϊόντων και εναρμονισμένων υποδειγμάτων είναι δυνατόν να αποδεσμευθούν εποπτικοί πόροι, οι οποίοι θα διατεθούν για την ενδελεχή εξέταση πιο πολύπλοκων συναλλαγών τιτλοποίησης και την ενίσχυση της εποπτείας σε επίπεδο τράπεζας. Οι μη τυποποιημένες συναλλαγές, όπως τα συγκεντρωμένα χαρτοφυλάκια ή οι μη τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες, εξακολουθούν να υπάγονται σε ενισχυμένο εποπτικό έλεγχο. Παρά τις ταχύτερες διαδικασίες, θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται πλήρως όλα τα ισχύοντα παγκόσμια πρότυπα και οι ευρωπαϊκές κανονιστικές απαιτήσεις. Η ΕΚΤ θα συμπληρώνει την ταχεία διαδικασία αξιολόγησης με εκ των υστέρων δειγματοληπτικούς ελέγχους.

Όπως υπογραμμίζεται στην Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 11ης Νοεμβρίου 2025,[30] η ευρείας κλίμακας χρήση συνθετικών τιτλοποιήσεων μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μεταξύ των οποίων και κινδύνους που απορρέουν από την ανάγκη αναχρηματοδότησης (rollover risk). Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρακολουθεί ενδεχόμενη συσσώρευση κινδύνων που συνδέεται με την εκδοτική δραστηριότητα στο πλαίσιο συνθετικών τιτλοποιήσεων, συλλέγοντας αναλυτικά δεδομένα για να υποστηρίξει την εποπτική και μακροπροληπτική ανάλυση.

1.3.3 Εποπτική κουλτούρα στον ΕΕΜ

Τον Φεβρουάριο του 2025 το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εγκαινίασε την πρωτοβουλία του για την εποπτική κουλτούρα[31] με στόχο να δημιουργήσει μια πλατφόρμα για συζητήσεις επί θεμάτων όπως η μεταρρύθμιση της SREP (βλ. Ενότητα 1.3.1) και το πρόγραμμα “Επόμενα επίπεδα εποπτείας” (βλ. Ενότητα 1.3.2). Στόχος αυτής της πολυετούς πρωτοβουλίας είναι να διασφαλιστεί η συνεπής και αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω μεταρρυθμίσεων και των εργασιών σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, με την καλλιέργεια μιας κοινής εποπτικής κουλτούρας που ευθυγραμμίζεται με τους τρεις στρατηγικούς στόχους της.

  • Εποπτεία με βάση τον κίνδυνο: προτεραιότητα στους ουσιώδεις κινδύνους, ανάληψη ευθύνης για τις αποφάσεις και αποφασιστική δράση.
  • Αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία: έγκαιρα αποτελέσματα, άμεση διόρθωση αδυναμιών και διαρκής βελτίωση.
  • Ενιαία εποπτεία: συνεργασία σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων ως ενιαία ομάδα.

Προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι στρατηγικοί στόχοι, καταρτίστηκε σχέδιο ενεργοποίησης για την ενίσχυση της επικοινωνίας και της συνεργασίας, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και ηγετικών ικανοτήτων, την ενίσχυση της έμφασης στους κινδύνους και τις προτεραιότητες και τη βελτίωση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.

Αυτή η πολυετής πρωτοβουλία εφαρμόζεται από κοινού από την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και τις ΕΑΑ.

1.3.4 Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού έργου

Η αποτελεσματική εποπτεία διασφαλίζει ότι οι τράπεζες διορθώνουν εγκαίρως τις αδυναμίες τους. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προσπαθεί να ενισχύει διαρκώς την αποτελεσματικότητά της, παρέχοντας στους επόπτες τη δυνατότητα να αξιολογούν αμέσως τους κινδύνους προληπτικής εποπτείας, να εντοπίζουν τις ουσιώδεις αδυναμίες και να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τα εποπτικά εργαλεία και τις εποπτικές εξουσίες τους.

Το 2025 η ΕΚΤ ανέπτυξε ένα πλαίσιο για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού της έργου. Το πλαίσιο ορίζει τις μεθοδολογίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των συναφών εποπτικών δραστηριοτήτων της, ιδίως εκείνες τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των εποπτικών προτεραιοτήτων της.

Υπάρχουν κάποια φυσικά εμπόδια σε σχέση με την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού έργου, όπως ότι τα αποτελέσματα των εποπτικών δραστηριοτήτων ενδεχομένως (α) δεν είναι απευθείας παρατηρήσιμα στα χρηματοοικονομικά ή στατιστικά δεδομένα, (β) επιδρούν με χρονική υστέρηση και (γ) επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες πέραν του πεδίου δράσης της εποπτικής αρχής. Ως εκ τούτου, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει επαρκής προπαρασκευή για τις αξιολογήσεις των εποπτικών αρχών ήδη από την έναρξη των εποπτικών δραστηριοτήτων τους. Στο στάδιο του σχεδιασμού ζητείται από τις ΜΕΟ να ορίσουν σαφείς στόχους, οι οποίοι να διευκρινίζουν τον επιδιωκόμενο αντίκτυπο στις εποπτευόμενες οντότητες, να προσδιορίζουν πώς μπορεί να μετρηθεί ο εν λόγω αντίκτυπος, ακόμη και εν μέρει, με τη χρήση ειδικών δεικτών, καθώς και να διασαφηνίζουν τις αντίστοιχες απαιτήσεις υποβολής δεδομένων.

Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού έργου εν τέλει παρέχει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να αξιοποιεί τα συμπεράσματα που αντλεί από τις αξιολογήσεις ώστε να βελτιώνει διαρκώς τον τρόπο με τον οποίο εκτελεί τις εποπτικές της δράσεις, π.χ. να αποφασίζει κατά πόσον μια ευπάθεια στην οποία έχει δοθεί προτεραιότητα αντιμετωπίστηκε καταλλήλως ή αν πρέπει να προσαρμοστεί η εποπτική της στρατηγική για τη διόρθωση τέτοιων ευπαθειών. Οι αξιολογήσεις αυτές μπορούν επίσης να ενσωματωθούν στις βέλτιστες πρακτικές ή στις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη στοχευμένων εποπτικών αποτελεσμάτων.

Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού έργου της ΕΚΤ θα μπορούσε να στηρίξει περαιτέρω την επικοινωνία της με εξωτερικούς εταίρους της, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά και να τροφοδοτήσει τον ευρύτερο διάλογο σχετικά με τη λογοδοσία της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

1.4 Άμεση εποπτεία των σημαντικών ιδρυμάτων

1.4.1 Μη επιτόπια εποπτεία

Η άμεση εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει αντικείμενο τον προληπτικό εντοπισμό και περιορισμό των κινδύνων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι τράπεζες παραμένουν ανθεκτικές και διοικούνται αποτελεσματικά σε ένα ολοένα πιο σύνθετο και ταχέως εξελισσόμενο περιβάλλον.

Η μη επιτόπια εποπτεία καθίσταται αποτελεσματική με τη χρήση ενός ενοποιημένου και συντονισμένου συστήματος σχεδιασμού, που επιτρέπει στις ΜΕΟ να επιτυγχάνουν ισορροπημένη διάθεση των πόρων τους μεταξύ οριζόντιων, εξειδικευμένων ανά τράπεζα και έκτακτων εποπτικών καθηκόντων (βλ. επίσης Ενότητα 1.4.1.2).

1.4.1.1 Η αρχή της αναλογικότητας

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας στις εποπτικές δραστηριότητες και μεθόδους της. Η έκταση και η ένταση της εποπτείας εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες, όπως το μέγεθος, η συστημική σημασία, το προφίλ κινδύνου και η πολυπλοκότητα του επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας της τράπεζας.

Σε συμφωνία με την πολυετή προσέγγιση για την SREP που εφαρμόζει η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ (βλ. Ενότητα 1.3.1), οι τράπεζες που χαρακτηρίζονται από σταθερά και λιγότερο πολύπλοκα προφίλ κινδύνου ενδέχεται να υπόκεινται σε λιγότερες ή λιγότερο συχνές εποπτικές αξιολογήσεις, ενώ για τις πιο ολοκληρωμένες αξιολογήσεις δίνεται προτεραιότητα στα ιδρύματα υψηλότερου κινδύνου ή μεγαλύτερης συστημικής σημασίας.

Ως εκ τούτου, οι ΜΕΟ που είναι υπεύθυνες για τα μεγαλύτερα ή/και υψηλότερου κινδύνου ΣΙ κατά κανόνα προγραμματίζουν και εκτελούν περισσότερες εποπτικές δραστηριότητες στη διάρκεια του έτους από ό,τι εκείνες που εποπτεύουν μικρότερα ή/και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα.

1.4.1.2 Διαδικασία εποπτικού προγραμματισμού και εποπτικές δραστηριότητες

Η διαδικασία εποπτικού προγραμματισμού ακολουθεί συνεπή και ενοποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με την οποία οι εποπτικές προτεραιότητες αποτελούν γνώμονα για τον προγραμματισμό των οριζόντιων δραστηριοτήτων, των επιτόπιων επιθεωρήσεων και των διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων, καθώς και των εποπτικών δραστηριοτήτων των ΜΕΟ.

Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εποπτεία, η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ συνεργάζονται στενά όταν προγραμματίζουν τις δραστηριότητές τους και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις εποπτικές προτεραιότητες, τους κινδύνους που αφορούν συγκεκριμένες τράπεζες και το πλαίσιο ανοχής κινδύνου. Ο προγραμματισμός περιλαμβάνει την επιλογή των δειγμάτων εποπτευόμενων οντοτήτων που θα συμμετάσχουν στις οριζόντιες και τις επιτόπιες δραστηριότητες. Ένα από τα αποτελέσματα της εν λόγω διαδικασίας είναι το πρόγραμμα εργασιών υψηλού επιπέδου, το οποίο λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη συνολική διαδικασία προγραμματισμού των ΜΕΟ.

Σε ένα δεδομένο έτος, οι εποπτικές δραστηριότητες που προγραμματίζονται από τις ΜΕΟ αποτυπώνονται στο ετήσιο Πρόγραμμα Εποπτικής Εξέτασης. Η διαδικασία εποπτικού προγραμματισμού αποτελεί σημαντικό μέρος της επικοινωνίας μιας ΜΕΟ με την οντότητα που εποπτεύει. Ένα απλοποιημένο πρόγραμμα δραστηριοτήτων, το οποίο περιγράφει τις εποπτικές δραστηριότητες που απαιτούν τη συμμετοχή ή την παροχή πληροφοριών από την εποπτευόμενη οντότητα, κοινοποιείται στις τράπεζες μέχρι το τέλος του έτους.

Μετά τη μεταρρύθμιση της SREP και τη στροφή προς ένα πιο ενοποιημένο πλαίσιο πολυετούς αξιολόγησης, οι προγραμματισμένες εποπτικές δραστηριότητες βάσει του προαναφερθέντος προγράμματος παρέχουν κρίσιμες αναλύσεις για τις αξιολογήσεις βάσει SREP από τις ΜΕΟ (βλ. Ενότητα 1.3.1).

Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, οι μη επιτόπιες δραστηριότητες του προγράμματος περιλαμβάνουν (α) σχετικές με τον κίνδυνο δραστηριότητες (π.χ. SREP), (β) άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με οργανωτικές, διοικητικές ή νομικές απαιτήσεις (π.χ. ετήσια αξιολόγηση της σημαντικότητας) και (γ) πρόσθετες δραστηριότητες που προγραμματίζουν οι ΜΕΟ για την περαιτέρω προσαρμογή του προγράμματος δραστηριοτήτων στις ιδιαιτερότητες του εποπτευόμενου ομίλου ή οντότητας (π.χ. αναλύσεις του επιχειρηματικού μοντέλου ή της δομής διακυβέρνησης της τράπεζας).

1.4.1.3 Εποπτικά μέτρα

Τα εποπτικά μέτρα είναι ένα από τα κύρια αποτελέσματα των τακτικών, επιτόπιων και μη, εποπτικών δραστηριοτήτων.[32] Περιγράφουν αναλυτικά τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούν οι εποπτευόμενες οντότητες για να διορθώσουν τις αδυναμίες τους. Οι ΜΕΟ έχουν την ευθύνη να παρακολουθούν την έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αυτών. Το 2025 ο αριθμός των νέων εποπτικών μέτρων μειώθηκε σε σύγκριση με το 2024. Τη μεγαλύτερη συμμετοχή στα εποπτικά μέτρα είχαν οι επιτόπιες δραστηριότητες, καθώς οι επιτόπιες επιθεωρήσεις και οι διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων (στην πλειονότητά τους επιτόπιες) αντιπροσώπευαν σχεδόν το 63% των συνολικών μέτρων που ελήφθησαν. Όπως και τα προηγούμενα έτη, ο μεγαλύτερος αριθμός νέων εποπτικών μέτρων αφορούσε τον πιστωτικό κίνδυνο (42,5%), με δεύτερη την εσωτερική διακυβέρνηση (10,7%) (Διάγραμμα 2).

Διάγραμμα 2

Εποπτικά μέτρα

α) Αριθμός μέτρων ανά έτος


β) Ανά δραστηριότητα

γ) Ανά κατηγορία κινδύνου

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Το δείγμα περιλαμβάνει μέτρα για όλες τις οντότητες που υπάγονται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ (το δείγμα μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου). IRRBB: κίνδυνος επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο. Τα δεδομένα αντλήθηκαν στις 31.12.2025.

1.4.1.4 Οριζόντια ανάλυση βάσει SREP

Η ΕΚΤ δημοσίευσε τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της αξιολόγησης SREP 2025 για τις εποπτευόμενες οντότητες στις 18.11.2025. Αυτά περιλάμβαναν τις εξελίξεις στις βαθμολογίες βάσει της SREP και στις κεφαλαιακές απαιτήσεις και κατευθύνσεις του Πυλώνα 2, μέτρα ποιοτικού χαρακτήρα, καθώς και ανάλυση επιλεγμένων περιοχών κινδύνου. Η ΕΚΤ κοινοποίησε τις ισχύουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει του Πυλώνα 2 ανά τράπεζα για το 2026, στις οποίες περιλαμβάνονται και απαιτήσεις για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Όλες οι εποπτευόμενες οντότητες έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για την κοινοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων βάσει του Πυλώνα 2 και των απαιτήσεων του Πυλώνα 2 για τον δείκτη μόχλευσης.

Η συνολική βαθμολογία βάσει της SREP βελτιώθηκε περαιτέρω σε 2,5, από 2,6 το 2024, ενώ μόλις για το 6% των τραπεζών οι βαθμολογίες επιδεινώθηκαν και για το 19% βελτιώθηκαν. Οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι κατευθύνσεις παρέμειναν, κατά μέσο όρο, σταθερές σε 15,6% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, ενώ το διάμεσο επίπεδο των απαιτήσεων του Πυλώνα 2 διαμορφώθηκε σε 2,3%, δηλ. παρέμεινε σταθερό σε γενικές γραμμές σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Επίσης, η μέση κεφαλαιακή κατεύθυνση του Πυλώνα 2 μειώθηκε από 1,3% σε 1,1%, καθώς τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025 έδειξαν ότι οι αυξημένες προβλεπόμενες ζημίες λόγω πιστωτικού και λειτουργικού κινδύνου και κινδύνου αγοράς αντισταθμίζονταν από το υψηλό επίπεδο των συγκεντρωτικών κερδών το 2024. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε μικρότερη μείωση του δείκτη CET1 των τραπεζών και, ως εκ τούτου, σε χαμηλότερες απαιτήσεις για τις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 (βλ. Ενότητα 1.1.1).

Η SREP 2025 επιβεβαίωσε ότι, συνολικά, οι τράπεζες που υπάγονται στην εποπτεία της ΕΚΤ παρέμειναν ανθεκτικές, με ικανοποιητικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Αυτές οι επιδόσεις υποστηρίχθηκαν από ισχυρή κανονιστική ρύθμιση, αποτελεσματική εποπτεία και τη λήψη έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των πρόσφατων μακροοικονομικών διαταραχών, όπως η πανδημία COVID-19, ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και η επακόλουθη ενεργειακή κρίση. Εντούτοις, το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται οι τράπεζες παρουσιάζει διαρκώς εντεινόμενες δυσκολίες, με πολυδιάστατους γεωπολιτικούς κινδύνους και οικονομική αβεβαιότητα. Όσον αφορά το μέλλον, οι τράπεζες πρέπει να διατηρήσουν τη χρηματοοικονομική και επιχειρησιακή τους ανθεκτικότητα, να ενισχύσουν τα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας τους και να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, ούτως ώστε να ενισχυθεί η ικανότητά τους να εξυπηρετούν τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας στην Ευρώπη.

1.4.2 Επιτόπια εποπτεία

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ, η ΕΚΤ επιβλέπει τις εποπτευόμενες οντότητες μέσω επιτόπιων και μη επιτόπιων εποπτικών δραστηριοτήτων, που σε συνδυασμό μεταξύ τους διασφαλίζουν λεπτομερή και διεισδυτική ανάλυση των εργασιών. Η επιτόπια εποπτεία πραγματοποιείται μέσω επιτόπιων επιθεωρήσεων (OSI), που διερευνούν εις βάθος τους κινδύνους, τα συστήματα ελέγχου κινδύνων και τη διακυβέρνηση, ή μέσω διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων (ΙΜΙ), δηλ. εις βάθος αξιολογήσεων των εσωτερικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούν οι τράπεζες για να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, και όπου ειδικότερα εξετάζονται οι μεθοδολογίες, οι κίνδυνοι, τα συστήματα ελέγχου κινδύνων και η διακυβέρνηση.

Το 2025 ξεκίνησαν 163 επιτόπιες επιθεωρήσεις και 77 διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων για τα ΣΙ. Οι OSI που διενεργήθηκαν το 2025 κάλυψαν τόσο χρηματοοικονομικούς όσο και μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους. Οι τομείς που διερευνήθηκαν είναι σύμφωνοι με τις εποπτικές προτεραιότητες της ΕΚΤ, διασφαλίζοντας έτσι την αντιμετώπιση ανησυχιών για επιμέρους τράπεζες. Επίσης, το 2025 η ΕΚΤ ξεκίνησε τις δοκιμές παρείσδυσης βάσει απειλών σε ΣΙ, μια νέα αρμοδιότητα που της ανατέθηκε βάσει του άρθρου 26(1) του Κανονισμού DORA.

Πίνακας 1

Επιτόπιες επιθεωρήσεις κατά είδος κινδύνου

Είδος κινδύνου

2024

2025

OSI

ΣΙ*

OSI

ΣΙ*

Επιχειρηματικό μοντέλο και κερδοφορία

22

20

15

15

Κεφάλαια (ICAAP και εποπτικά κεφάλαια)

13

13

15

15

Πιστωτικός κίνδυνος

44

36

40

35

Κίνδυνοι επιτοκίου και πιστωτικών περιθωρίων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο

18

18

9

9

Εσωτερική διακυβέρνηση

24

22

31

31

Κίνδυνος ρευστότητας

14

14

10

10

Κίνδυνος αγοράς

9

9

13

13

Κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων

19

18

22

22

Επιχειρησιακή ανθεκτικότητα

2

2

8

6

Πηγή: ΕΚΤ.
* Αριθμός επιμέρους σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων που επιθεωρήθηκαν.

Οι IMI που διενεργήθηκαν το 2025 αφορούσαν κυρίως τομείς όπως οι ουσιώδεις μεταβολές υποδειγμάτων λόγω της τακτικής συντήρησης και η εκπλήρωση υποχρεώσεων που σχετίζονται με παλαιότερες IMI.

Τον Ιούλιο του 2025 η ΕΚΤ επικαιροποίησε τον Οδηγό της για τα εσωτερικά υποδείγματα, ώστε να τον ευθυγραμμίσει με τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο Κανονισμός CRR ΙΙΙ, να αποσαφηνίσει τις κανονιστικές απαιτήσεις υπό την ερμηνευτική οπτική της ΕΚΤ και να αντιμετωπίσει αιτήματα του κλάδου για καθοδήγηση, π.χ. σχετικά με τη χρήση μηχανικής μάθησης στα εσωτερικά υποδείγματα. Ο Οδηγός περιλαμβάνει επίσης διευκρινίσεις σχετικά με ορισμένα ζητήματα που καταγράφονται από την ΕΚΤ στη διάρκεια των IMI.

Πίνακας 2

Διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων κατά είδος κινδύνου

Είδος κινδύνου

2024

2025

IMI

ΣΙ*

IMI

ΣΙ*

Πιστωτικός κίνδυνος

71

48

66

38

Πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου

6

6

5

5

Κίνδυνος αγοράς

1

1

6

6

Πηγή: ΕΚΤ.
* Αριθμός επιμέρους σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων που επιθεωρήθηκαν.

Διάγραμμα 3

Επιτόπιες επιθεωρήσεις και διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων που ξεκίνησαν το 2023, το 2024 και το 2025

(αριθμός διερευνήσεων)

Πηγή: ΕΚΤ.

Οι δραστηριότητες και τα αποτελέσματα της επιτόπιας εποπτείας της ΕΚΤ κοινοποιούνται και στο ενημερωτικό δελτίο εποπτείας.[33]

1.4.2.1 Κύρια ευρήματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων κατά είδος κινδύνου

Ως προς τον υπολογισμό των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων (Πυλώνας 1), τα κύρια ευρήματα ήταν (α) ατέλειες στην απόδοση συντελεστών στάθμισης ως προς τον κίνδυνο στα ανοίγματα, (β) ακατάλληλος προσδιορισμός των τεχνικών περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου και (γ) ανεπάρκειες στο πλαίσιο ελέγχου για τη διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, ιδίως σε σχέση με τον πιστωτικό κίνδυνο.

Ως προς την εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (ICAAP), τα πιο κρίσιμα ευρήματα ανέδειξαν (α) επισφαλείς, ασυνεπείς, υπεραισιόδοξες και πλημμελώς εφαρμοζόμενες εσωτερικές μεθοδολογίες και παραδοχές για την ποσοτικοποίηση της κεφαλαιακής επάρκειας και (β) ελλείψεις στις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο οργανισμού, οι οποίες αποδίδονται στην ακατάλληλη συχνότητα και την ανεπαρκή κάλυψη τόσο από κανονιστικής όσο και από οικονομικής πλευράς.

Ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο, σοβαρές αδυναμίες διαπιστώθηκαν στην ικανότητα των τραπεζών να ποσοτικοποιούν κατάλληλα τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες για τα εξυπηρετούμενα δάνεια. Συγκεκριμένα, οι OSI συνέχισαν να εντοπίζουν ουσιώδεις ανάγκες βελτίωσης στα πλαίσια για την αξιολόγηση της σημαντικής ανόδου του πιστωτικού κινδύνου (SICR) των τραπεζών. Αυτές οι ελλείψεις οδήγησαν σε κινδύνους ανεπαρκούς μεταφοράς δανείων στο Στάδιο 2 και σε δυνητική υποτίμηση των ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου. Αδυναμίες παρατηρήθηκαν επίσης στην εκτίμηση και τη βαθμονόμηση των παραμέτρων για την πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων και τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης (loss given default) στα υποδείγματα των τραπεζών για τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες. Ορισμένες τράπεζες δυσκολεύθηκαν να εντοπίσουν περιπτώσεις επιδείνωσης του αξιόχρεου των αντισυμβαλλομένων τους, ενώ παρουσιάστηκαν προβλήματα σε σχέση με την παρακολούθηση διαδικασιών όπως η αποτίμηση των εξασφαλίσεων και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης.

Αδυναμίες καταγράφηκαν και σε σχέση με τη διακυβέρνηση, μεταξύ άλλων ατελείς εσωτερικοί έλεγχοι, ανεπαρκή πλαίσια διαχείρισης κινδύνου και πλημμελείς διαδικασίες χορήγησης δανείων. Παραμένουν οι προκλήσεις σε σχέση με τον εντοπισμό περιπτώσεων αθέτησης βάσει του πλαισίου που διέπει τον χαρακτηρισμό ενός δανείου ως αβέβαιης είσπραξης, με ανεπαρκή ποιότητα και εφαρμογή των συμβάντων ενεργοποίησης. Τα ζητήματα αυτά υπογράμμισαν την ανάγκη για αποτελεσματικότερες πρακτικές διαχείρισης του κινδύνου και παρακολούθησης των δανείων ώστε να καλύπτονται τα κανονιστικά πρότυπα.

Ως προς τον κίνδυνο ρευστότητας, τα σοβαρότερα ευρήματα σχετίζονται με την υποβολή εποπτικών δεδομένων και τον υπολογισμό του δείκτη κάλυψης ρευστότητας και του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης. Τα κρίσιμα ευρήματα εντόπισαν ανακολουθίες μεταξύ του σχεδίου χρηματοδότησης, του σχεδίου χρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης και της στρατηγικής για τον κίνδυνο ρευστότητας. Άλλα ευρήματα ανέδειξαν ανεπάρκειες στο οργανωτικό πλαίσιο για τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας, μεταξύ άλλων αδυναμίες στη διακυβέρνηση, τη στρατηγική για τον κίνδυνο και τον σχεδιασμό σεναρίων για τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τη ρευστότητα.

Ως προς τον κίνδυνο επιτοκίου και τον κίνδυνο πιστωτικών περιθωρίων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο (IRRBB/CSRBB), σοβαρά ζητήματα εντοπίστηκαν στη μέτρηση και τη διαχείριση του IRRBB, όπως ανεπαρκείς παραδοχές που ενσωματώνονται στα υποδείγματα, ατελής τυποποίηση, κακός σχεδιασμός των στρατηγικών για το IRRBB, μη επίκαιρα δεδομένα, αδυναμίες στα πληροφοριακά συστήματα ή στα πλαίσια διαχείρισης του κινδύνου υποδείγματος. Άλλα σοβαρά ευρήματα αφορούσαν την ελλιπή συμμετοχή των οργάνων διοίκησης στον ορισμό και την παρακολούθηση των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου IRRBB και στην ανάπτυξη πλαισίων για τη διαχείριση του κινδύνου CSRBB.

Ως προς τον κίνδυνο αγοράς, οι κυριότερες αδυναμίες που εντοπίστηκαν αφορούσαν τον κίνδυνο αποτίμησης, τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση κινδύνων και τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου. Τα ευρήματα που σχετίζονταν με τον κίνδυνο αποτίμησης ανέδειξαν αδυναμίες στην προσαρμογή του εποπτικού και του λογιστικού καθεστώτος, στην ανεξάρτητη επαλήθευση τιμής, καθώς και στον υπολογισμό του αναβαλλόμενου κέρδους της πρώτης ημέρας (day-one profit deferral). Αδυναμίες εντοπίστηκαν επίσης σε σχέση με τη διακυβέρνηση, τα πλαίσια για τον καθορισμό ορίων και τις πρακτικές για τα χαρτοφυλάκια συναλλαγών και τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια. Οι επιθεωρήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου ανέδειξαν αδυναμίες στην υποδειγματοποίηση και την επικύρωση βασικών δεικτών (π.χ. πιθανά μελλοντικά ανοίγματα ή ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), την παρακολούθηση ορίων και τη διαχείριση ασφαλειών. Στο προπαρασκευαστικό έργο για την εφαρμογή της ριζικής επανεξέτασης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντοπίστηκαν ζητήματα τόσο ποσοτικού όσο και ποιοτικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων ασαφείς ρόλοι και αρμοδιότητες, δυσκολίες σε σχέση με την εξωτερική ανάθεση εργασιών, έλλειψη ανεξάρτητης επικύρωσης και μεθοδολογικές αδυναμίες.

Ως προς την εσωτερική διακυβέρνηση και θέματα στενά συνδεόμενα με αυτή, τα ευρήματα αφορούσαν (α) αδυναμίες στη συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων για τους κινδύνους (RDARR) λόγω της χαμηλής ποιότητας των πλαισίων διακυβέρνησης, της αρχιτεκτονικής των δεδομένων και της υποδομής των πληροφοριακών συστημάτων, που επηρεάζουν την ακρίβεια και την ορθότητα των δεδομένων, (β) την ανεξαρτησία, το πεδίο δραστηριότητας και τους πόρους όλων των λειτουργιών εσωτερικού ελέγχου και (γ) ατέλειες στις αξιολογήσεις του κινδύνου εξωτερικής ανάθεσης εργασιών, ιδίως για τις υπηρεσίες πληροφορικής (βλ. παρακάτω).

Ως προς το επιχειρηματικό μοντέλο και την κερδοφορία, τα κρίσιμα ευρήματα αφορούσαν ζητήματα διαμόρφωσης των παραγόντων κερδοφορίας, τους μηχανισμούς εκτέλεσης των στρατηγικών, τα πλαίσια, τις μεθοδολογίες και την παρακολούθηση της τιμολόγησης προϊόντων, τον επιμερισμό του κόστους, τις παραδοχές των επιχειρηματικών σχεδίων και τις χρηματοοικονομικές προβολές. Οι δραστηριότητες ψηφιακού μετασχηματισμού ανέδειξαν παρόμοιες αδυναμίες με προηγούμενες OSI.

Ως προς τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους, τα ευρήματα των OSI αποκάλυψαν ότι ορισμένες τράπεζες παρέλειψαν να αναγνωρίσουν πλήρως τους κινδύνους, να αναλύσουν τη σημαντικότητά τους και να συντάξουν ακριβείς δηλώσεις για τη διάθεση ανάληψης κινδύνου. Άλλα συχνά ευρήματα έδειξαν ότι οι παράγοντες ενίσχυσης του κλιματικού κινδύνου δεν είχαν ενσωματωθεί στη διαδικασία διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου, στην επίβλεψη από το διοικητικό όργανο ή στο πλαίσιο υποβολής δεδομένων.

Ως προς τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων, το μεγαλύτερο ποσοστό σοβαρών ευρημάτων συνέχισε να εντοπίζεται στον τομέα της διαχείρισης πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας, ιδίως όσον αφορά τις ικανότητες προστασίας των δεδομένων έναντι κυβερνοαπειλών και της ανίχνευσης αυτών. Όπως και το προηγούμενο έτος, σημαντικές αδυναμίες εντοπίστηκαν στην εξωτερική ανάθεση εργασιών πληροφορικής και στη διαχείριση κινδύνου τρίτου παρόχου υπηρεσιών πληροφορικής. Αυτά τα ζητήματα δημιούργησαν σημαντικούς κινδύνους για την επιχειρησιακή συνέχεια, ιδίως εν μέσω των ραγδαίων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.[34] Επίσης, σημαντικές αδυναμίες αναγνωρίστηκαν σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνου πληροφοριακών συστημάτων και τη διακυβέρνηση πληροφοριακών συστημάτων. Τα ευρήματα που εντοπίστηκαν συχνά σχετίζονταν με την αναγνώριση και την αξιολόγηση των κινδύνων, καθώς και τις αρμοδιότητες επίβλεψης του διοικητικού οργάνου.[35]

Συμπερασματικά, οι επιθεωρήσεις έφεραν στην επιφάνεια παραβιάσεις των κανονιστικών πλαισίων και εσφαλμένο υπολογισμό του κινδύνου, παρά τις γενικότερες βελτιώσεις στη διαχείριση κινδύνων. Οι σημαντικές ελλείψεις σε σχέση με την ποσοτικοποίηση του κινδύνου, τη διακυβέρνηση και τους εσωτερικούς ελέγχους ανέδειξαν την ανάγκη για περαιτέρω δράση, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα εν μέσω συνεχούς γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.

1.4.2.2 Κυριότερα ευρήματα των διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων

Οι διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων (IMI) αξιολογούν κατά πόσον τα εσωτερικά υποδείγματα που χρησιμοποιούν οι τράπεζες για να υπολογίσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους συμμορφώνονται προς τις νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις. Μια IMI μπορεί να ξεκινήσει είτε μετά από αίτημα κάποιας τράπεζας (π.χ. στην περίπτωση αρχικής έγκρισης ενός εσωτερικού υποδείγματος, ουσιώδους τροποποίησης, παράτασης, επέκτασης εφαρμογής αυτού, μόνιμης μερικής χρήσης ή επανόδου σε λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση) είτε με πρωτοβουλία της ΕΚΤ.

Το 2025 πάνω από 90% των IMI ξεκίνησαν μετά από αιτήματα τραπεζών για την αξιολόγηση τροποποιήσεων, αρχικών εγκρίσεων ή επεκτάσεων υποδειγμάτων. Όπως και το 2024, το ποσοστό των IMI που ξεκίνησαν με πρωτοβουλία της ΕΚΤ ήταν γύρω στο 5%. Επίσης, η ΕΚΤ έλαβε και εξέτασε πολυάριθμα αιτήματα από τράπεζες που επιθυμούσαν να επιστρέψουν σε λιγότερο προηγμένες μεθόδους. Τα αιτήματα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο των ευρύτερων πρωτοβουλιών για την απλοποίηση των εσωτερικών υποδειγμάτων, λόγω των λεπτομερέστερων και αυστηρότερων προτύπων που θέτουν οι κανόνες της ΕΒΑ και οι κανονισμοί της ΕΕ, ειδικότερα για χαρτοφυλάκια μικρότερου μεγέθους ή/και με περιορισμένα αντιπροσωπευτικά δεδομένα.

Οι IMI που διενεργήθηκαν το 2025 έφεραν στο φως αρκετές αδυναμίες, καθώς εντοπίστηκαν κατά μέσο όρο 16 ευρήματα σε κάθε IMI, από τα οποία περίπου τα μισά χαρακτηρίζονται ως πολύ σοβαρά.[36]

Εάν εξεταστούν αποκλειστικά οι διαδικαστικές πτυχές που σχετίζονται με τα υποδείγματα βάσει εσωτερικών διαβαθμίσεων (internal ratings-based – IRB) για τον πιστωτικό κίνδυνο, περίπου 2/5 των ευρημάτων χαρακτηρίζονται ως πολύ σοβαρά και εξ αυτών πάνω από τα μισά συνδέονταν με αδυναμίες στις υποδομές πληροφορικής, την τεκμηρίωση και τη διαβάθμιση. Όσον αφορά την υποδειγματοποίηση της πιθανότητας αθέτησης υποχρεώσεων και της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης, παρόμοιο ποσοστό (2/5) των ευρημάτων χαρακτηρίζονται ως πολύ σοβαρά. Για την υποδειγματοποίηση της πιθανότητας αθέτησης υποχρεώσεων σχεδόν τα 2/3 των σοβαρών ευρημάτων αφορούσαν την ποσοτικοποίηση κινδύνων και τη δομή του συστήματος διαβάθμισης, ενώ για την υποδειγματοποίηση της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων, τα ευρήματα που σχετίζονταν με την ποσοτικοποίηση κινδύνων και τη δομή του συστήματος διαβάθμισης αναλογούσαν περίπου στο ήμισυ του συνόλου. Για τους τομείς όπου διαπιστώθηκαν πολλά σοβαρά ευρήματα, η ΕΚΤ παρείχε πρόσθετες διευκρινίσεις με τον αναθεωρημένο Οδηγό για τα εσωτερικά υποδείγματα.

Στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου ολοκληρώθηκε μία διερεύνηση για τον κίνδυνο αγοράς, λόγω των επικείμενων νέων απαιτήσεων που απορρέουν από τη ριζική επανεξέταση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι κύριες αδυναμίες που εντοπίστηκαν αφορούσαν ορισμένα δομικά στοιχεία της νέας προσέγγισης.

Πραγματοποιήθηκαν αρκετές νέες διερευνήσεις για την αξιολόγηση της τυποποιημένης μεθόδου προσαρμογής της πιστωτικής αποτίμησης που θεσπίστηκε βάσει νέου κανονισμού με ισχύ από τον Ιανουάριο του 2025, ο οποίος περιλαμβάνει ένα νέο εποπτικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό της έκθεσης σε κίνδυνο αγοράς που υπόκειται σε έγκριση από τις εποπτικές αρχές. Αδυναμίες εντοπίστηκαν κυρίως σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τους υπολογισμούς για εποπτικούς σκοπούς, καθώς και την ποιότητα των δεδομένων και τη διασφάλισή της.

Ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, οι κύριες αδυναμίες που εντοπίστηκαν σχετίζονται με ουσιώδεις επεκτάσεις των υποδειγμάτων ώστε να καλύπτουν τις δραστηριότητες βασικών διαπραγματευτών επί μετοχών (equity prime brokerage). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα περισσότερα ζητήματα οφείλονταν στη χρήση του μηχανισμού υπολογισμού της αξίας σε κίνδυνο (VaR), ο οποίος αρχικά είχε σχεδιαστεί για τη μέτρηση του κινδύνου αγοράς και του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, σε ανεπάρκειες ως προς την υποδειγματοποίηση, η οποία δεν αποτύπωνε απότομες αυξήσεις της έκθεσης και των συναφών παραγόντων κινδύνου που ενσωματώνει, καθώς και σε αδυναμίες στους εκ των υστέρων ελέγχους και στην επικύρωση των αποτιμήσεων.

1.4.3 Ριζική επανεξέταση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

Η ριζική επανεξέταση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (trading book) αποτελεί βασικό στοιχείο του αναθεωρημένου πλαισίου Βασιλεία III. Περιλαμβάνει ριζική αναθεώρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αγοράς βάσει του Πυλώνα 1, η οποία στηρίζεται στα διδάγματα που αντλήθηκαν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, και έχει στόχο να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης και τις επιπτώσεις παρόμοιων συμβάντων στο μέλλον. Συγκεκριμένα, θεσπίζει αυστηρότερους κανόνες για την ταξινόμηση των περιουσιακών στοιχείων εντός ή εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, μια εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση, η οποία είναι πιο ευαίσθητη στον κίνδυνο αλλά και πιο σύνθετη από την τρέχουσα τυποποιημένη προσέγγιση, καθώς και πρόσθετες απαιτήσεις για τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων.

Λόγω της υψηλής αβεβαιότητας σε σχέση με την εφαρμογή του πλαισίου Βασιλεία III σε άλλες χώρες που υπόκεινται στους κανόνες της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετέθεσε την ημερομηνία εφαρμογής αυτών των προτύπων για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών στην ΕΕ κατά ένα έτος, για την 1η Ιανουαρίου 2027, σε συμφωνία με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό της 12ης Ιουνίου 2025.[37] Στις 6.11.2025 η Επιτροπή ξεκίνησε μια στοχευμένη διαβούλευση (η οποία ολοκληρώθηκε στις 6.1.2026) σχετικά με πιθανές επιλογές πολιτικής για τον περιορισμό τον αρνητικών επιδράσεων στους κεφαλαιακούς δείκτες των ευρωπαϊκών τραπεζών για τρία έτη, έως το 2029.[38]

Το 2025, σε συνέχεια των ευρημάτων μιας μη επιτόπιας στοχευμένης αξιολόγησης και αρκετών OSI και IMI, η ΕΚΤ πραγματοποίησε αναλύσεις και συγκριτικές αξιολογήσεις των σχεδίων διορθωτικών ενεργειών των τραπεζών. Επίσης, ορισμένες OSI που αξιολόγησαν την εφαρμογή της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης εντόπισαν αδυναμίες σε επιμέρους τράπεζες όσον αφορά τους υπολογισμούς, τις λειτουργικές διαδικασίες και τη διαχείριση δεδομένων, π.χ. προβλήματα στην καταχώριση που εμποδίζουν τη σωστή ροή των δεδομένων ευαισθησίας κινδύνου, καθώς και σε σχέση με τη συμμετοχή της δεύτερης και της τρίτης γραμμής άμυνας, π.χ. ατελείς διαδικασίες επικύρωσης των ευαισθησιών στο πλαίσιο της εποπτείας ή απουσία εσωτερικών επιθεωρήσεων. Ήλθαν στην επιφάνεια ζητήματα τόσο ποιοτικού όσο και ποσοτικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων ασαφείς ρόλοι και αρμοδιότητες, προβλήματα σε σχέση με την εξωτερική ανάθεση εργασιών, έλλειψη ανεξάρτητης επικύρωσης και παραλείψεις στον υπολογισμό της καμπυλότητας (curvature) για χρηματοοικονομικά μέσα με χαρακτηριστικά προαίρεσης, καθώς και μεθοδολογικές αδυναμίες, όπως λανθασμένη κατηγοριοποίηση ορισμένων παραγόντων κινδύνου με τη χρήση μεθόδων βάσει ευαισθησίας ή ακατάλληλος υπολογισμός της ονομαστικής αξίας των πρόσθετων απαιτήσεων για τον εναπομένοντα κίνδυνο. Όσον αφορά την επιχειρησιακή εφαρμογή, οι τράπεζες αντιμετώπισαν προκλήσεις σε σχέση με τη διαχείριση δεδομένων, ειδικότερα όσον αφορά την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα δεδομένων μεγάλου όγκου και υψηλού επιπέδου ανάλυσης, την τεχνολογική υποδομή και την ερμηνεία και τη συνέπεια των κανονιστικών απαιτήσεων, λόγω των διαφορών από χώρα σε χώρα. Επιπλέον, παρά την ύπαρξη της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης, οι τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις που αφορούν την πολυπλοκότητα των υπολογισμών, καθώς απαιτείται η μέτρηση τριών διαφορετικών δεικτών, όπως π.χ. προβλέπεται στη μέθοδο βάσει ευαισθησίας.

Οι δύο πρώτες OSI για την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση πραγματοποιήθηκαν το 2023, ακολούθησε άλλη μία το 2024 και τέσσερις ακόμη το 2025. Επίσης, έξι ακόμη OSI του ιδίου είδους προγραμματίζονται για το 2026 μέσω μιας εκστρατείας, σε συνδυασμό με το συνεχές εποπτικό έργο, ώστε να εξασφαλιστεί η ομαλή εφαρμογή της ριζικής επανεξέτασης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

1.4.4 Εποπτεία τραπεζών με έδρα εκτός ΕΕ

Το 2025 η ΕΚΤ επόπτευσε 14 θυγατρικές τραπεζών με έδρα εκτός ΕΕ που δραστηριοποιούνται στη ζώνη του ευρώ. Οι εν λόγω οντότητες διαθέτουν συνολικό ενεργητικό ύψους 1,9 τρισεκ. ευρώ (7% του συνόλου του ενεργητικού που υπόκειται στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ) και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ και την πραγματική οικονομία ως πάροχοι επιχειρηματικών και επενδυτικών τραπεζικών προϊόντων. Παρουσίασαν συνολική αξία χαρτοφυλακίου συναλλαγών ύψους 815 δισεκ. ευρώ (19% του συνόλου των συναλλαγών επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που υπόκεινται στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ). Η αξία των στοιχείων ενεργητικού τους υπό θεματοφυλακή διαμορφώθηκε σε 17 τρισεκ. ευρώ (38% του συνόλου των στοιχείων υπό θεματοφυλακή που υπάγονταν στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ το γ΄ τρίμηνο του 2025).

Το 2025 το αποτύπωμα των τραπεζών με έδρα εκτός ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη αυξήθηκε ελαφρώς σε σύγκριση με το 2024, καθώς η εφαρμογή των επιδιωκόμενων μετά το Brexit λειτουργικών μοντέλων έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Αυτό το ορόσημο σηματοδότησε τη μετάβαση προς μια πιο σταθερή και ώριμη επιχειρησιακή φάση γι’ αυτά τα ιδρύματα. Κατά συνέπεια, το επίκεντρο ενδιαφέροντος του εποπτικού έργου της ΕΚΤ μετατοπίστηκε από τις αρχικές προτεραιότητες αμέσως μετά το Brexit, όπως η αξιολόγηση των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών, οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης και οι σύνδεσμοι με τις μητρικές εταιρίες, καθώς και η αποτροπή της ίδρυσης εικονικών οντοτήτων, προς μια πιο προσαρμοσμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των κινδύνων και των ιδιαιτεροτήτων που αφορούν συγκεκριμένες τράπεζες.

Βασική προτεραιότητα για την ΕΚΤ παραμένει η ενιαία και συνεπής εφαρμογή των κανονιστικών και εποπτικών προτύπων σε όλες τις τράπεζες με έδρα εκτός ΕΕ. Συνεπώς, οι εποπτικές αρχές εξακολούθησαν να συνεργάζονται για την αντιμετώπιση κοινών ζητημάτων, ειδικά σε τομείς που επηρεάζονται από τις ιδιαιτερότητες μιας θυγατρικής ή από ισχυρές (αλληλ)εξαρτήσεις εντός ενός ομίλου, όπως η ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας, η συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων για τους κινδύνους, τα πλαίσια επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, η αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και η διαχείριση των γεωπολιτικών κινδύνων.

Η ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί την εκτέλεση των σχεδίων υλοποίησης που αναπτύχθηκαν κατόπιν των πορισμάτων της άσκησης χαρτογράφησης (desk-mapping) (βλ. Πλαίσιο 2 στην Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2023). Συνέχισε επίσης να συνεργάζεται με τις τράπεζες με έδρα εκτός ΕΕ σχετικά με τις επιπτώσεις του άρθρου 21γ της Οδηγίας CRD και την προγραμματισμένη εφαρμογή των απαιτήσεων σε εθνικό επίπεδο. Από τις 11.1.2027 οι τραπεζικοί όμιλοι τρίτων χωρών υποχρεούνται να αποκτήσουν φυσική παρουσία εντός της ΕΕ για δραστηριότητες που αφορούν την αποδοχή καταθέσεων και την παροχή δανείων και εγγυήσεων. Αυτό αναμένεται να οδηγήσει σε ουσιώδη αύξηση των στοιχείων ενεργητικού, καθώς και σε περαιτέρω αλλαγές στα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας των τραπεζών με έδρα εκτός ΕΕ, συνεπώς κρίνεται απαραίτητη η επέκταση του εποπτικού έργου, ειδικότερα σε σχέση με το διευρυμένο φάσμα δραστηριοτήτων και τα προφίλ κινδύνου.

1.5 Επίβλεψη και έμμεση εποπτεία των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων από την ΕΚΤ

1.5.1 Διάρθρωση του τομέα των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων

Ο αριθμός των ΛΣΙ μειώθηκε περαιτέρω σε 1.828.

Ο αριθμός των ΛΣΙ μειώθηκε περαιτέρω σε 1.828 οντότητες, στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης, το γ΄ τρίμηνο του 2025, από 1.864 ΛΣΙ στο τέλος του 2024. Το 77% του συνόλου των ευρωπαϊκών ΛΣΙ βρίσκεται στη Γερμανία και την Αυστρία. Το 2025 οι αλλαγές στον τομέα των ΛΣΙ αφορούσαν 49 συγχωνεύσεις, οι περισσότερες από τις οποίες στη Γερμανία. Ανακλήθηκαν οκτώ άδειες λειτουργίας τραπεζών και χορηγήθηκαν έξι νέες άδειες.

Ενώ ο τομέας των ΛΣΙ περιλαμβάνει ποικίλα και ενίοτε πολύ εξειδικευμένα επιχειρηματικά μοντέλα, τη μεγάλη πλειοψηφία, περίπου 61%, εξακολουθούν να αποτελούν τα ιδρύματα λιανικής τραπεζικής και καταναλωτικής πίστης. Συχνά πρόκειται για περιφερειακές αποταμιευτικές ή συνεταιριστικές τράπεζες, πολλές από τις οποίες είναι μέλη θεσμικών συστημάτων προστασίας.

Παρά τη συνεχιζόμενη ενοποίηση, το μερίδιο αγοράς των ΛΣΙ παρέμεινε σχετικά σταθερό γύρω στο 15% του συνολικού ενεργητικού των τραπεζών που υπάγονται την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, με σημαντικές διαφορές στις επιμέρους χώρες.

Παρά τη μείωση συνολικά του αριθμού των ΛΣΙ, εξακολούθησαν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του τραπεζικού τομέα στη ζώνη του ευρώ, κατέχοντας μερίδιο γύρω στο 15% του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα, αν δεν συμπεριληφθούν οι υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών με άδεια να λειτουργούν ως τραπεζικά ιδρύματα. Το μερίδιο των ΛΣΙ στο συνολικό ενεργητικό του τραπεζικού τομέα κάθε χώρας παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις, ένδειξη διαρθρωτικών διαφορών μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Στην Αυστρία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και τη Μάλτα τα ΛΣΙ αντιπροσωπεύουν πάνω από 1/3 του συνολικού ενεργητικού του εγχώριου τραπεζικού τομέα, ενώ στις περισσότερες άλλες χώρες ο τομέας των ΛΣΙ είναι σχετικά μικρός. Έτσι στο Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ελλάδα αντιπροσωπεύει μόλις 3,7%, 1,5% και 5,1% αντίστοιχα του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα.

Διάγραμμα 4

Ταξινόμηση των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων κατά επιχειρηματικό μοντέλο

(ποσοστά %)

Πηγή: Υπολογισμοί της ΕΚΤ που βασίζονται στο εσωτερικό πλαίσιο κατηγοριοποίησης κατά επιχειρηματικό μοντέλο.
Σημείωση: Το διάγραμμα απεικονίζει τον αριθμό των ΛΣΙ, στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης, κατά επιχειρηματικό μοντέλο (εξαιρούνται τα υποκαταστήματα και οι φορείς διαμεσολάβησης στις χρηματοπιστωτικές αγορές) το β΄ τρίμηνο του 2025.

1.5.2 Επιλεγμένες δραστηριότητες επίβλεψης

Σημαντική αποστολή για την επίβλεψη των ΛΣΙ είναι η προώθηση ομοιόμορφων και υψηλού επιπέδου εποπτικών προτύπων για τα ΛΣΙ σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Στο επίκεντρο των εν λόγω δραστηριοτήτων τα τελευταία χρόνια βρίσκεται η μεταχείριση των ΜΕΔ, δεδομένου μάλιστα ότι ο δείκτης ΜΕΔ για τα χαρτοφυλάκια δανείων των ΛΣΙ άρχισε να αυξάνεται εκ νέου πρόσφατα. Σημαντικός αριθμός ΛΣΙ συνέχισε να αντιμετωπίζει προκλήσεις λόγω των παλαιών ΜΕΔ, τα οποία είχαν παραμείνει στα χαρτοφυλάκια δανείων επί πολλά έτη, προκαλώντας δυνητικά περαιτέρω ζημίες και περιορίζοντας τη δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ, σε συνεργασία με τις ΕΑΑ, συνέταξε μια νέα Κατευθυντήρια γραμμή[39] η οποία ορίζει μια κοινή προσέγγιση για τις εποπτικές προσδοκίες όσον αφορά την κάλυψη του υπολοίπου των παλαιών ΜΕΔ. Αυτή η πρωτοβουλία θα αξιοποιήσει την πολυετή εμπειρία από την εφαρμογή παρόμοιας προσέγγισης για τα ΣΙ, αν και για τα ΛΣΙ προβλέπεται σημαντικά μεγαλύτερος βαθμός αναλογικότητας.

Στις περαιτέρω πρωτοβουλίες για τη στήριξη της εφαρμογής ομοιόμορφων και υψηλού επιπέδου εποπτικών προτύπων για τα ΛΣΙ περιλαμβάνονται α) η αντιμετώπιση του κινδύνου ΤΠΕ, όπως π.χ. η εφαρμογή του Κανονισμού DORA και η ανάπτυξη εργαλείων παρακολούθησης του κινδύνου ΤΠΕ, β) η ανάπτυξη κοινών προσεγγίσεων για την εποπτεία ορισμένων χαρακτηριστικών ή κινδύνων του επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας, π.χ. κίνδυνοι από τη συγκέντρωση σε εταιρίες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech) και ο υψηλός βαθμός εξάρτησης από λίγες πηγές χρηματοδότησης, και γ) η δημιουργία ομάδας επαφής, με τη συμμετοχή της ΕΚΤ και αρκετών ΕΑΑ, για την προώθηση εποπτικών πρακτικών σχετικά με τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους στα ΛΣΙ. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν διάφορες ασκήσεις συγκριτικής αξιολόγησης για τα ΛΣΙ, όπως για θέματα τακτικής παρακολούθησης του πιστωτικού κινδύνου και μεθοδολογίας SREP, για την οριζόντια ανάλυση του κινδύνου IRRBB, για την παρακολούθηση των υβριδικών θεσμικών συστημάτων προστασίας και για την άσκηση εντοπισμού ΛΣΙ τα οποία καταγράφουν ουσιώδη επέκταση σε βασικές επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Οι πρωτοβουλίες αυτές είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε περαιτέρω ενέργειες από τις ΕΑΑ ή την ΕΚΤ, σε περίπτωση που εντοπιστούν σημαντικές αδυναμίες ή κίνδυνοι.

Πέραν της εναρμόνισης των εποπτικών προτύπων, η λειτουργία επίβλεψης συνέχισε να δίνει έμφαση στις εποπτικές διαδικασίες και την προώθηση κοινών προσεγγίσεων. Σε αυτό το πνεύμα, ένα έργο για την αποτίμηση και την περαιτέρω ενίσχυση των εποπτικών προσεγγίσεων σχετικά με την αντιμετώπιση των εποπτικών ευρημάτων και των μέτρων για τα ΛΣΙ ξεκίνησε το 2025 και θα συνεχιστεί το 2026.

Το 2025 οι επόπτες των ΛΣΙ έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην εξέταση και την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι μικρότερες τράπεζες εν όψει των αυξανόμενων κανονιστικών απαιτήσεων. Οι εργασίες για το θέμα της αναλογικότητας επικεντρώθηκαν, ειδικότερα, στα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα (ΜΜΠΙ) και θα συνεχιστούν το 2026, με στόχο να αυξηθεί το επίπεδο αναλογικότητας στις εποπτικές πρακτικές, χωρίς να υπονομεύεται η ανθεκτικότητα συνολικά του τομέα των ΛΣΙ.

1.5.3 Οριζόντιες ενέργειες για τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων στα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα

Το 2025 η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ πραγματοποίησαν μια ειδική αξιολόγηση σε συνέχεια της επισκόπησης του 2022 σχετικά με τις εθνικές πρακτικές διενέργειας εποπτικών ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε ΛΣΙ, ολοκληρώνοντας μια ποσοτική απολογιστική καταγραφή των πιο πρόσφατων συγκεντρωτικών αποτελεσμάτων των ασκήσεων σε ΛΣΙ και μιας σειράς συναφών δεικτών μέτρησης.

Με στόχο την ανταλλαγή γνώσεων που αποκτήθηκαν από τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ διοργάνωσαν τακτικά εργαστήρια με θέμα τις ορθές πρακτικές, ορισμένα μεθοδολογικά στοιχεία και τα εφαρμοζόμενα εποπτικά εργαλεία.

1.6 Μακροπροληπτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ

Ο ρόλος της ΕΚΤ στη μακροπροληπτική πολιτική έχει καίρια σημασία για τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητα κατά την αντιμετώπιση συστημικών κινδύνων σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Μέσω των δραστηριοτήτων επίβλεψης και άλλων παρόμοιων λειτουργιών, η ΕΚΤ εξετάζει τα μέτρα που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές, ώστε να εξασφαλίσει ότι τα κράτη-μέλη χωριστά και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο είναι επαρκώς προετοιμασμένα για να αντιμετωπίσουν οικονομικές αβεβαιότητες και κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η ΕΚΤ συνεργάστηκε στενά με τις εθνικές αρχές το 2025, σύμφωνα με τα μακροπροληπτικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού ΕΕΜ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, η ΕΚΤ έλαβε και αξιολόγησε κοινοποιήσεις για μέτρα μακροπροληπτικής πολιτικής από τις αντίστοιχες εθνικές αρχές. Οι κοινοποιήσεις αφορούσαν αποφάσεις για τον καθορισμό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB), για τον προσδιορισμό των παγκοσμίως συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) ή των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (O-SII) και την αντιμετώπισή τους ως προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, καθώς και για άλλα μακροπροληπτικά μέτρα, π.χ. τον καθορισμό αποθεμάτων ασφαλείας έναντι συστημικού κινδύνου και την απόδοση αυστηρότερων συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματα των τραπεζών στον τομέα των ακινήτων.[40]

Το 2023 και το 2024 πολλές εθνικές αρχές επέβαλαν ή αύξησαν το κυκλικό ή διαρθρωτικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας. Η τάση αυτή συνεχίστηκε το 2025, με αποτέλεσμα όλες οι αρχές μακροπροληπτικής εποπτείας της τραπεζικής ένωσης να έχουν ανακοινώσει ή εφαρμόσει κάποιας μορφής απόθεμα ασφαλείας με δυνατότητα άμεσης αποδέσμευσης, ενώ δέκα χώρες υιοθέτησαν πλαίσια πολιτικής ώστε να εφαρμόσουν το λεγόμενο θετικό ποσοστό CCyB σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου, δηλ. θετικό ποσοστό CCyB όταν οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι δεν είναι ακόμη υψηλοί. Επίσης, οι εθνικές αρχές προσδιόρισαν 125 O-SII και καθόρισαν το ποσοστό κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας τους. Τα εν λόγω ποσοστά αποθέματος ασφαλείας ήταν σύμφωνα με την ενισχυμένη μεθοδολογία που ορίζει ένα ελάχιστο ποσοστό (κατώφλι) κεφαλαιακού αποθέματος ανά κατηγορία συστημικής σημασίας των O-SII, όπως ανακοινώθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο του 2024,[41] η οποία λαμβάνει υπόψη τη συστημική σημασία των O-SII για την τραπεζική ένωση ως σύνολο.

Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε ενεργά σε διάφορες εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, που περιλάμβαναν τις τακτικές αξιολογήσεις των κινδύνων και των ευπαθειών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ, την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος σε μεταβολές των επιτοκίων, την ανάλυση του συστημικού κινδύνου στον τομέα των κρυπτοστοιχείων, καθώς και δράσεις σε σχέση με την τιτλοποίηση και τα συμβόλαια ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης (credit default swaps).

1.7 Κίνδυνοι και εποπτικές προτεραιότητες για την περίοδο 2026-2028

Οι εποπτικές προτεραιότητες αντανακλούν την αξιολόγηση των βασικών κινδύνων και ευπαθειών για τις εποπτευόμενες οντότητες από πλευράς Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, με βάση το τρέχον περιβάλλον κινδύνου, τις πληροφορίες για τις μελλοντικές εξελίξεις, όπως οι μακροχρηματοπιστωτικές προοπτικές και τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, καθώς και το κατά πόσον διορθώνονται οι ουσιώδεις αδυναμίες που εντοπίζονται στη διάρκεια των εποπτικών δραστηριοτήτων.

Ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ έχει κατορθώσει μέχρι τώρα να αντεπεξέλθει στις αυξημένες γεωπολιτικές και τις πιο διαρθρωτικές οικονομικές προκλήσεις που απορρέουν από διάφορα γεγονότα παγκόσμιας κλίμακας, όπως πόλεμοι και συγκρούσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη – και της Ευρώπης – και η πιο πρόσφατη κλιμάκωση των εντάσεων στο διεθνές εμπόριο, οι οποίες πυροδότησαν επεισόδια έντονης μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές και δημιούργησαν αβεβαιότητα σε σχέση με τις μακροχρηματοπιστωτικές προοπτικές. Παρόλο που οι χρηματοπιστωτικοί και εποπτικοί δείκτες επιβεβαίωσαν τη συνολική ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ, όπως αποτυπώνεται και στην πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων 2025 (βλ. Ενότητα 1.1.1), οι δυνητικές αντιξοότητες που οφείλονται στις εν λόγω εξωτερικές προκλήσεις δεν έχουν ακόμη σημαντικό αντίκτυπο στον τραπεζικό τομέα, ενώ υφίστανται καθοδικοί κίνδυνοι που παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, σε ένα περιβάλλον επίμονα υψηλής αβεβαιότητας.

Ως εκ τούτου, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ πραγματοποίησε στοχευμένες προσαρμογές στις εποπτικές της προτεραιότητες για την περίοδο 2026-2028, ενώ συνεχίζει να καλεί τις τράπεζες να παραμείνουν σε εγρήγορση και να διασφαλίσουν συνετές και αξιόπιστες πρακτικές διαχείρισης κινδύνου βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Συνεπώς, οι εποπτικές προτεραιότητες 2026-2028 δίνουν έμφαση στην ανάγκη να παραμείνουν οι τράπεζες ανθεκτικές απέναντι στους γεωπολιτικούς κινδύνους και τη μακροχρηματοπιστωτική αβεβαιότητα, εστιάζοντας πρωτίστως στη συντηρητική ανάληψη κινδύνων και τα υγιή πιστοδοτικά κριτήρια, τη συνεπή εφαρμογή του Κανονισμού CRR III και τη συνετή διαχείριση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων (Προτεραιότητα 1). Σύμφωνα με την Προτεραιότητα 2, στόχος είναι η εξασφάλιση ισχυρής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και ικανοτήτων στον τομέα των ΤΠΕ, η οποία επίσης περιλαμβάνει τη συμμόρφωση προς τις νέες απαιτήσεις του Κανονισμού DORA και την έγκαιρη διόρθωση των αδυναμιών σε σχέση με τις ικανότητες αναφοράς δεδομένων για τους κινδύνους και τα συναφή πληροφοριακά συστήματα.

Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναπτύσσει σύμφωνα με την Προτεραιότητα 2 μια μεσομακροπρόθεσμη στρατηγική με επίκεντρο τις ψηφιακές στρατηγικές (που σχετίζονται και με την ΤΝ), τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση κινδύνων των εποπτευόμενων οντοτήτων, ώστε να αναγνωρίσει τις διαρθρωτικές τάσεις και τους παράγοντες κινδύνου που διαμορφώνουν το μέλλον του τραπεζικού τομέα. Συνεπώς, οι εποπτικές αρχές σκοπεύουν να συνεργαστούν στοχευμένα με τις τράπεζες για μερικά από αυτά τα βασικά θέματα στη διάρκεια του 2026. Περισσότερες λεπτομέρειες είναι διαθέσιμες στις εποπτικές προτεραιότητες για την περίοδο 2026-28.

2 Διαδικασίες αδειοδότησης, αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας, επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων

2.1 Αδειοδότηση

2.1.1 Αξιολογήσεις σημαντικότητας

Από 1.1.2026 η ΕΚΤ εποπτεύει άμεσα 112 τράπεζες, σύμφωνα με την ετήσια επανεξέταση της σημαντικότητας και τις έκτακτες αξιολογήσεις.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ,[42] η ετήσια αξιολόγηση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια τράπεζα ή ένας τραπεζικός όμιλος πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια χαρακτηρισμού του ως σημαντικού,[43] ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2025. Συμπληρώθηκε από έκτακτες αξιολογήσεις σημαντικότητας οι οποίες διενεργήθηκαν κατόπιν μεταβολών στη διάρθρωση ομίλων και οδήγησαν σε 51 αποφάσεις σημαντικότητας.

Ως εκ τούτου, 112 ιδρύματα[44] ταξινομήθηκαν ως σημαντικά την 1η Ιανουαρίου 2026.

Από την ετήσια αξιολόγηση του 2025 προέκυψαν οι ακόλουθες μεταβολές.

Πίνακας 3

Μεταβολές που προέκυψαν από την ετήσια αξιολόγηση του 2025

Επιπλέον, σημειώθηκαν οι ακόλουθες μεταβολές στη διάρθρωση ομίλων, οι οποίες επηρέασαν τον αριθμό των σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων.

Πίνακας 4

Μεταβολές στη διάρθρωση ομίλων που επηρεάζουν τον αριθμό των σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων

Τέλος, σημειώθηκαν οι ακόλουθες μεταβολές στη διάρθρωση ομίλων, οι οποίες ωστόσο δεν επηρέασαν τον αριθμό των σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων.

Πίνακας 5

Μεταβολές στη διάρθρωση ομίλων που δεν επηρεάζουν τον αριθμό των σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων

Ίδρυμα

Αιτιολόγηση

ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.

Η ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε. συγχωνεύθηκε με την ALPHA BANK S.A., με ισχύ από τις 27 Ιουνίου 2025.

Morgan Stanley Europe SE

Η Morgan Stanley Europe Holding SE συγχωνεύθηκε με την Morgan Stanley Europe SE, με ισχύ από τις 23 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο κατάλογος των εποπτευόμενων οντοτήτων επικαιροποιείται σε τακτική βάση και διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία.

Πίνακας 6

Σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες σε ενοποιημένο και ατομικό επίπεδο που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία: ετήσιες αξιολογήσεις σημαντικότητας από το 2015 έως το 2025

Σύνολο ενεργητικού
(δισεκ. ευρώ)

Αριθμός οντοτήτων σε ενοποιημένη βάση

Αριθμός οντοτήτων σε ατομική βάση

Μέσο μέγεθος σε ενοποιημένη βάση
(δισεκ. ευρώ)

2015

21.818,10

129

1.117

169,13

2016

21.114,75

127

951

166,25

2017

21.171,80

119

869

177,91

2018

21.399,70

119

822

179,82

2019

21.377,50

117

1.004

182,71

2020

21.981,10

115

974

191,14

2021

23.784,40

115

935

206,82

2022

24.249,60

113

900

214,59

2023

25.134,76

113

879

222,43

2024

25.188,87

114

872

220,95

2025

26.111,72

112

820

233,14

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Η ημερομηνία αναφοράς για το σύνολο ενεργητικού είναι σχεδόν ένα έτος νωρίτερα από ό,τι για τον αριθμό οντοτήτων, δηλαδή 31 Δεκεμβρίου του έτους πριν από την αξιολόγηση. Αντίθετα, ο αριθμός οντοτήτων αντανακλά πληροφόρηση που ήταν διαθέσιμη την τελευταία ημέρα του έτους αξιολόγησης. Συγκεκριμένα για το 2025, το “σύνολο ενεργητικού” αφορά τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού των οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εποπτευόμενων οντοτήτων, όπως δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 (με ημερομηνία αναφοράς 30.11.2025 για τις αποφάσεις σημαντικότητας που κοινοποιήθηκαν στα εποπτευόμενα ιδρύματα μετά την ετήσια αξιολόγηση σημαντικότητας και 1.11.2025 για λοιπές μεταβολές και εξελίξεις στη διάρθρωση των σημαντικών ομίλων). Η ημερομηνία αναφοράς για το σύνολο ενεργητικού είναι 31.12.2024 (ή η πιο πρόσφατη διαθέσιμη ημερομηνία, όπως εφαρμόστηκε στην τελευταία αξιολόγηση σημαντικότητας). Ο αριθμός οντοτήτων αντανακλά όλες τις εξελίξεις στη διάρθρωση των σημαντικών ομίλων έως και την 1.11.2025 και όλες τις εξελίξεις στις αποφάσεις σημαντικότητας έως και τις 30.11.2025.

2.1.2 Έλεγχος ποιότητας στοιχείων ενεργητικού

Σκοπός του ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού είναι να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες που υπόκεινται ή θα υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ διαθέτουν ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια. Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται στους ελέγχους της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού παρουσιάζεται σε ειδικό εγχειρίδιο[45].

Το 2025 η ΕΚΤ ολοκλήρωσε τον έλεγχο της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού της Raiffeisen-Holding Niederösterreich-Wien reg.Gen.m.b.H. στην Αυστρία. Οι έλεγχοι της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού δύο γερμανικών τραπεζών – της LBS Landesbausparkasse Süd και της Wüstenrot Bausparkasse Aktiengesellschaft – αναμένεται να ολοκληρωθούν στις αρχές του 2026. Τον Ιούνιο του 2025 η ΕΚΤ ξεκίνησε τον έλεγχο της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού δύο τραπεζών, της KfW Beteiligungsholding GmbH στη Γερμανία και της Promontoria 19 Coöperatie U.A. στην Ολλανδία. Καθεμία από τις πέντε τράπεζες που αξιολογήθηκαν πληρούσε το κριτήριο του μεγέθους για να υπαχθεί στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ.

2.1.3 Λιγότερο σημαντικά ιδρύματα υψηλής επίδρασης

Λόγω του μεγάλου αριθμού των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ), καθώς και των διαφορών τους ως προς το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και το προφίλ κινδύνου, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία ταξινομεί τα ιδρύματα αυτά με βάση την επίδρασή τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και το προφίλ κινδύνου τους. Τα ΛΣΙ υψηλής επίδρασης προσδιορίζονται μία φορά τον χρόνο για καθεμία από τις χώρες που υπάγονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ΛΣΙ υψηλής επίδρασης περιλαμβάνουν το μέγεθος του ιδρύματος, τη σημασία του για την οικονομία, τις διασυνοριακές του δραστηριότητες, το επιχειρηματικό του μοντέλο και τον κανόνα ελάχιστης κάλυψης ανά χώρα.[46] Την 1η Ιανουαρίου 2026 105 ΛΣΙ ταξινομήθηκαν ως υψηλής επίδρασης. Ο αριθμός αυτός έχει παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερός τα τελευταία χρόνια.[47]

2.1.4 Διαδικασίες αδειοδότησης

Το 2025 κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ 676 διαδικασίες αδειοδότησης.

Το 2025 κοινοποιήθηκαν στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνολικά 676 διαδικασίες αδειοδότησης (Πίνακας 7). Οι εν λόγω κοινοποιήσεις περιλάμβαναν 14 αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, 11 ανακλήσεις άδειας λειτουργίας, 42 λήξεις άδειας λειτουργίας, 110 περιπτώσεις απόκτησης ή αύξησης ειδικών συμμετοχών, 496 διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου και 3 αδειοδοτήσεις χρηματοδοτικών εταιριών συμμετοχών.

Πίνακας 7

Διαδικασίες αδειοδότησης που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ για σημαντικά και λιγότερο σημαντικά ιδρύματα

Χορήγηση άδειας λειτουργίας

Ανάκληση άδειας λειτουργίας

Λήξη άδειας λειτουργίας

Ειδικές συμμετοχές

Διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου

Χρηματοδοτικές εταιρίες συμμετοχών

2021

29

24

52

111

404

31

2022

30

22

64

87

549

7

2023

25

10

61

112

558

11

2024

15

9

29

91

596

2

2025

14

11

42

110

496

3

Πηγή: ΕΚΤ.

Το 2025 εκδόθηκαν 194 αποφάσεις σχετικά με τις διαδικασίες αδειοδότησης.[48] Αυτές αντιστοιχούσαν στο 7,7% του συνόλου των επιμέρους εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ το 2025.

Μία αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας και τρεις κοινοποιήσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών αποσύρθηκαν πριν από την οριστικοποίηση της απόφασης λόγω αρνητικής αξιολόγησης.

2.1.4.1 Εξελίξεις στις κοινές διαδικασίες

Το 2025 ο αριθμός των κοινών διαδικασιών που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ αυξήθηκε σε σύγκριση με το 2024.

Συνολικά, το 2025 ο αριθμός των κοινών διαδικασιών χορήγησης άδειας λειτουργίας, ειδικών συμμετοχών και ανάκλησης αδειών που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ αυξήθηκε σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Η ΕΚΤ αξιολόγησε μεγάλο αριθμό ειδικών συμμετοχών. Αρκετές διαδικασίες ειδικών συμμετοχών προέκυψαν από περιπτώσεις εσωτερικής αναδιοργάνωσης μέσα σε εποπτευόμενους ομίλους, στις οποίες εφαρμόστηκε η απλοποιημένη προσέγγιση για την αξιολόγηση των ειδικών συμμετοχών. Οι διαδικασίες ειδικών συμμετοχών το 2025 αφορούσαν κυρίως συναλλαγές που στόχευαν στην ενοποίηση, κυρίως σε εθνικό επίπεδο, αν και ορισμένες είχαν ως στόχο τη διασυνοριακή ενοποίηση. Αξιολογήθηκαν επίσης αρκετές επιθετικές εξαγορές, συμπεριλαμβανομένων αποκτήσεων ιδρυμάτων, που περιλάμβαναν δημόσιες προσφορές.

Οι περισσότερες διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας το 2025 αφορούσαν την ίδρυση νέων ΛΣΙ. Οι λιγοστές διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας που αφορούσαν σημαντικά ιδρύματα απέρρεαν πρωτίστως από αιτήσεις επέκτασης των αδειών λειτουργίας ώστε να συμπεριλάβουν πρόσθετες ρυθμιζόμενες δραστηριότητες που σχεδιάζουν οι εν λόγω τράπεζες, όπως απαιτείται σε ορισμένα κράτη-μέλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας αφορούσαν τη μετεγκατάσταση σημαντικού ιδρύματος σε άλλο κράτος-μέλος ή την ίδρυση θυγατρικής ενός σημαντικού ιδρύματος σε άλλο κράτος-μέλος.

Το 2025 ορισμένες αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας υποβλήθηκαν στην ΕΚΤ από οντότητες τρίτων χωρών που σκοπεύουν να επεκτείνουν τις εργασίες τους στην ΕΕ. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αξιολογήσεις επικεντρώθηκαν στην καλή φήμη των οντοτήτων και στη συμμόρφωσή τους με τα πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Οι εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) ξεκίνησαν διαδικασίες για την ανάκληση των αδειών δύο ΛΣΙ (στη Γερμανία και την Αυστρία). Η μία οφειλόταν στην πτώχευση του πιστωτικού ιδρύματος και η άλλη οφειλόταν σε σοβαρές παραβάσεις των απαιτήσεων σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σε παραβιάσεις των ρυθμίσεων διακυβέρνησης και στην κίνηση πτωχευτικής διαδικασίας κατά του ΛΣΙ.

Το 2025 η ΕΚΤ εφάρμοσε στρατηγική βάσει κινδύνου για κοινές διαδικασίες, η οποία αναμένεται να ωφελήσει τόσο τις εποπτευόμενες οντότητες όσο και τους υποψήφιους αγοραστές, χάρη στη μείωση των αλληλεπιδράσεων και στην επιτάχυνση του χρόνου διεκπεραίωσης για λιγότερο πολύπλοκες περιπτώσεις (βλ. Ενότητα 1.3.2).

2.1.4.2 Εξελίξεις στις διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου, τις (μεικτές) χρηματοδοτικές εταιρίες συμμετοχών, καθώς και στις συγχωνεύσεις και διασπάσεις

Η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ επεξεργάστηκαν 496 διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου το 2025.

Μετά την έντονη αύξηση που παρατηρήθηκε το 2021 και το 2022 λόγω της μεταφοράς της Οδηγίας CRD V στις εθνικές νομοθεσίες,[49] ο αριθμός των διαδικασιών που αφορούσαν χρηματοδοτικές συμμετοχές σταθεροποιήθηκε το 2023, 2024 και το 2025. Το 2025 η ΕΚΤ έλαβε τρία αιτήματα για έγκριση (μεικτών) χρηματοδοτικών εταιριών συμμετοχών οι οποίες ανήκαν σε σημαντικούς ομίλους.

Το 2025 η ΕΚΤ εκτέλεσε επίσης προπαρασκευαστικές εργασίες για την εφαρμογή της αναθεωρημένης Οδηγίας για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRD VI)[50] από τον Ιανουάριο του 2026. Η CRD VI εισάγει ορισμένες αλλαγές στην εποπτική μεταχείριση των (μεικτών) χρηματοδοτικών εταιριών συμμετοχών μέσω αναθεωρήσεων του άρθρου 21α της Οδηγίας. Αυτές οι αλλαγές περιλαμβάνουν τη νέα υποχρέωση των εποπτικών αρχών να δημοσιεύουν ετήσιο κατάλογο των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών που έχουν λάβει έγκριση ή έχουν εξαιρεθεί από την υποχρέωση έγκρισης, και την εποπτευόμενη οντότητα που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 4 στοιχείο γ) της CRD VI.

Η CRD VI προσθέτει επίσης νέα κεφάλαια που αφορούν την απόκτηση ή τη μεταβίβαση σημαντικής συμμετοχής, σημαντικές μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, καθώς και συγχωνεύσεις και διασπάσεις, εναρμονίζοντας τα προϊσχύοντα καθεστώτα "εθνικών εξουσιών".[51] Σύμφωνα με την CRD VI, η ΕΚΤ είναι η αποκλειστικά αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση αυτών των πράξεων όταν αφορούν σημαντικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα, για τις συγχωνεύσεις, η ΕΚΤ είναι αρμόδια για την αντίστοιχη προληπτική αξιολόγηση εάν η προκύπτουσα οντότητα χαρακτηρίζεται ως σημαντικό ίδρυμα. Όσον αφορά τις διασπάσεις, η ΕΚΤ είναι αρμόδια αν η διασπώμενη οντότητα είναι σημαντικό ίδρυμα.

2.2 Διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας

Το 2025 κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ 1.672 διαδικασίες ατομικής αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας[52] που αφορούσαν σημαντικά ιδρύματα (Πίνακας 8).

Πίνακας 8

Διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ

Έτος

Διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας που κοινοποιήθηκαν από σημαντικά ιδρύματα

2017

2.301

2018

2.026

2019

2.967

2020

2.828

2021

2.627

2022

2.445

2023

2.573

2024

1.557

2025

1.672

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Το δείγμα περιλαμβάνει όλα τα σημαντικά ιδρύματα που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία και τα οποία υπέβαλαν αιτήσεις αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας. Η μείωση των αξιολογήσεων καταλληλότητας και επάρκειας μεταξύ 2023 και 2024 μπορεί να αποδοθεί κυρίως στην τροποποίηση του ιταλικού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο πλέον εξαιρεί τις ανανεώσεις θητείας και τους επαναδιορισμούς από τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας εκτός εάν ανακύψουν ουσιώδη νέα γεγονότα.

Το 2025, από το σύνολο των διαδικασιών ατομικής αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας, το 67,2% αφορούσε μη εκτελεστικά μέλη του οργάνου διοίκησης και το 24,9% εκτελεστικά μέλη. Οι υπόλοιπες διαδικασίες αφορούσαν επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών (6,2%), πρόσθετα μη εκτελεστικά μέλη του οργάνου διοίκησης (1%) και διευθυντές υποκαταστημάτων τρίτων χωρών (0,7%).

Ο μέσος χρόνος για τη διενέργεια των αξιολογήσεων καταλληλότητας και επάρκειας και την έκδοση απόφασης από την ΕΚΤ ανήλθε σε 113 ημέρες, έναντι 109 ημερών το 2023, δηλ. εντός του τετραμήνου που ορίζεται κατ’ ανώτατο όριο στην παράγραφο 179 των κοινών κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA) για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του οργάνου διοίκησης και των επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών.

2.2.1 Εξελίξεις στις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας

Η ΕΚΤ διερευνά τρόπους για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και την εισαγωγή διαδικασιών που βασίζονται στον κίνδυνο. Αυτό αναμένεται να μειώσει τον χρόνο διεκπεραίωσης, διατηρώντας παράλληλα την υψηλή ποιότητα και συνέπεια των εποπτικών αποφάσεών της (βλ. Ενότητα 1.3).

Στις 27.10.2025 η ΕΚΤ συνδιοργάνωσε με το European University Institute στη Φλωρεντία σεμινάριο με σκοπό την ευαισθητοποίηση του τραπεζικού κλάδου σχετικά με τις ορθές πρακτικές διακυβέρνησης.

Η αξιολόγηση καταλληλότητας είναι δυνατόν να καταλήξει στην επιβολή παρεπόμενων διατάξεων όταν, με βάση τα πέντε κριτήρια καταλληλότητας και επάρκειας, υπάρχουν ενδοιασμοί σχετικά με ένα διοριζόμενο πρόσωπο. Στο 40,85% των αξιολογήσεων, η ΕΚΤ διαπίστωσε ζητήματα σχετικά με ένα ή περισσότερα κριτήρια καταλληλότητας και επάρκειας. Το ποσοστό των αποφάσεων που περιέχουν παρεπόμενες διατάξεις μειώθηκε από 14,5% το 2024 σε 9,15% το 2025. Οι συνηθέστεροι προβληματισμοί που προέκυψαν το 2025 αφορούσαν την αφιέρωση επαρκούς χρόνου, την επαγγελματική εμπειρία και τις συγκρούσεις συμφερόντων. Ως εκ τούτου, επιβλήθηκαν 27 προϋποθέσεις, 122 υποχρεώσεις και 4 συστάσεις, έναντι 55, 151 και 20 αντίστοιχα το 2024.

Αν υπάρχουν ουσιώδεις ενδοιασμοί για την καταλληλότητα ενός διοριζόμενου προσώπου, η ΕΚΤ δύναται να κρίνει αναγκαία τη διεξοδικότερη αξιολόγηση, με πιθανό αποτέλεσμα να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να εκδώσει αρνητική απόφαση. Τότε οι τράπεζες συνήθως αποσύρουν την αίτηση στη διάρκεια του εποπτικού διαλόγου. Αυτό συνέβη σε 30 περιπτώσεις το 2025.

2.3 Μέτρα επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων και καταγγελία παραβάσεων

2.3.1 Μέτρα επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων

Η ΕΚΤ ασχολήθηκε με 16 διαδικασίες το 2025, 10 εκ των οποίων είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ και τον Κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ, ο καταμερισμός των εξουσιών επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων μεταξύ της ΕΚΤ και των ΕΑΑ εξαρτάται από τη φύση της πιθανολογούμενης παράβασης, τα πρόσωπα που ευθύνονται και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Τα πρόστιμα που επιβάλλει η ΕΚΤ εντός του πεδίου των εποπτικών καθηκόντων της, καθώς και αυτά που επιβάλλουν οι ΕΑΑ κατόπιν αιτήματος της ΕΚΤ, δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ΕΚΤ για τις εποπτικές κυρώσεις.

Σκοπός των κυρώσεων είναι ο κολασμός παραβάσεων από εποπτευόμενη οντότητα, είτε συντελεσμένων είτε συνεχιζόμενων, ενώ παράλληλα λειτουργούν αποτρεπτικά για ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα. Από την άλλη πλευρά, τα μέτρα επιβολής συμμόρφωσης, όπως οι περιοδικές χρηματικές ποινές, έχουν στόχο να εξαναγκάσουν τις εποπτευόμενες οντότητες να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στην περίπτωση συνεχιζόμενων παραβάσεων.

Το 2025 η ΕΚΤ διαχειρίστηκε 16 διαδικασίες επιβολής συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων. Από αυτές, 14 υποθέσεις αφορούσαν την επιβολή κυρώσεων και οδήγησαν στην έκδοση 9 αποφάσεων της ΕΚΤ, ενώ 2 αφορούσαν την επιβολή συμμόρφωσης και οδήγησαν σε μία απόφαση της ΕΚΤ (Πίνακας 9).

Πίνακας 9

Δραστηριότητα επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων της ΕΚΤ το 2025

Αριθμός υποθέσεων

Υποθέσεις που εκκρεμούσαν στο τέλος του 2024, εκ των οποίων

4

για επιβολή κυρώσεων/συμμόρφωσης

3/1

Υποθέσεις που ξεκίνησαν το 2025, εκ των οποίων

12

για επιβολή κυρώσεων/συμμόρφωσης

11/1

Σύνολο υποθέσεων που χειρίστηκε η ΕΚΤ το 2025, εκ των οποίων

16

ολοκληρώθηκαν με αποφάσεις της ΕΚΤ για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων

5

ολοκληρώθηκαν με αποφάσεις της ΕΚΤ για τη λήψη μέτρων επιβολής (περιοδικές χρηματικές ποινές)

1

ολοκληρώθηκαν με αίτημα της ΕΚΤ προς τις ΕΑΑ προκειμένου να εκκινήσουν διαδικασίες επιβολής κυρώσεων

4

τέθηκαν στο αρχείο

0

εκκρεμούσαν στο τέλος του 2025, εκ των οποίων

6

για επιβολή κυρώσεων/συμμόρφωσης

5/1

Πηγή: ΕΚΤ.

Το 2025 η ΕΚΤ επέβαλε πρόστιμα ύψους 8.772.650 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων κυρώσεων και μέτρων επιβολής συμμόρφωσης).

Από τις 14 υποθέσεις επιβολής κυρώσεων που χειρίστηκε η ΕΚΤ το 2025, οι 10 σχετίζονταν με παραβάσεις διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που έχουν ευθεία εφαρμογή (συμπεριλαμβανομένων κανονισμών και αποφάσεων της ΕΚΤ) οι οποίες διαπράχθηκαν από 9 σημαντικά ιδρύματα. Πέντε από αυτές τις υποθέσεις εκκρεμούσαν στο τέλος του έτους και πέντε ολοκληρώθηκαν το 2025 με την έκδοση πέντε αποφάσεων της ΕΚΤ που επέβαλαν πρόστιμα ύψους 8.585.000 ευρώ. Οι κυρώσεις αυτές επιβλήθηκαν σε πέντε εποπτευόμενες οντότητες. Τέσσερις από αυτές τις αποφάσεις αφορούσαν παραβάσεις αποφάσεων της ΕΚΤ σχετικά με εσωτερικά υποδείγματα για τον πιστωτικό κίνδυνο και μία απόφαση αφορούσε την υποβολή ανακριβών στοιχείων σχετικά με το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο αγοράς ενεργητικό.

Από τις τέσσερις εκκρεμείς υποθέσεις επιβολής κυρώσεων του 2024 που εξέτασε η ΕΚΤ το 2025, οι τρεις αφορούσαν παραβάσεις απαιτήσεων σχετικά με τη διακυβέρνηση και τις ειδικές συμμετοχές, όπως προβλέπονται στην οικεία εθνική νομοθεσία που ενσωματώνει την Οδηγία για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις, και μία αφορούσε παραβάσεις διατάξεων σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας που έχουν άμεση εφαρμογή και αφορούν τα ίδια κεφάλαια και τις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων. Οι εν λόγω υποθέσεις ολοκληρώθηκαν με τέσσερα αιτήματα της ΕΚΤ προς τις οικείες ΕΑΑ προκειμένου να κινήσουν διαδικασίες ώστε να διασφαλιστεί η επιβολή κατάλληλων κυρώσεων στους υπευθύνους. Μεταξύ αυτών είναι ένα σημαντικό ίδρυμα, άτομα που απασχολούνται από σημαντικά ιδρύματα και διέπραξαν τις παραβάσεις, καθώς και μη εποπτευόμενες οντότητες και φυσικά πρόσωπα υπεύθυνα για την απόκτηση ειδικών συμμετοχών σε σημαντικό ίδρυμα.

Η ΕΚΤ χειρίστηκε δύο υποθέσεις επιβολής συμμόρφωσης και εξέδωσε μία συνδυαστική απόφαση στον τομέα των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων.

Οι δύο υποθέσεις επιβολής συμμόρφωσης που χειρίστηκε η ΕΚΤ το 2025 σχετίζονταν με τη μη συμμόρφωση δύο σημαντικών ιδρυμάτων με αποφάσεις της ΕΚΤ οι οποίες απαιτούσαν την ενίσχυση των διαδικασιών εντοπισμού κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων εντός τακτής προθεσμίας το 2024. Η μία από αυτές τις υποθέσεις εκκρεμούσε στο τέλος του 2025 και η άλλη ολοκληρώθηκε με απόφαση της ΕΚΤ που επέβαλε περιοδικές χρηματικές ποινές συνολικού ύψους 187.650 ευρώ, οι οποίες συσσωρεύονται ανά ημέρα παράβασης.

Το Διάγραμμα 5 αναλύει ανά θέμα παράβασης τις υποθέσεις επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων που χειρίστηκε η ΕΚΤ το 2025, καθώς και τις υποθέσεις που ολοκληρώθηκαν μεταξύ 2020 και 2024.

Διάγραμμα 5

Δραστηριότητα επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων ανά θέμα παράβασης μεταξύ 2020 και 2025

(αριθμός υποθέσεων)

Πηγή: ΕΚΤ.

Το 2025 μία ΕΑΑ επέβαλε δύο πρόστιμα συνολικού ύψους 30.000.000 ευρώ.

Μετά από προηγούμενα αιτήματα της ΕΚΤ για την έναρξη διαδικασιών και αφού αξιολόγησε τις περιπτώσεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο της χώρας, μία ΕΑΑ επέβαλε δύο πρόστιμα συνολικού ύψους 30.000.000 ευρώ το 2025. Περισσότερες πληροφορίες για τα πρόστιμα που επιβάλλουν οι ΕΑΑ κατόπιν αιτήματος της ΕΚΤ διατίθενται στην ιστοσελίδα της ΕΚΤ για τις εποπτικές κυρώσεις.

Αναλυτικές πληροφορίες, καθώς και συνολικά στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την ΕΚΤ και τις ΕΑΑ το 2025 για παραβάσεις απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, θα παρουσιαστούν στην έκθεση “Annual Report on Sanctioning Activities in the SSM in 2025”. Η έκθεση θα δημοσιευθεί στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία το δεύτερο τρίμηνο του 2026.

Το 2025 η ΕΚΤ εξέδωσε μία συνδυαστική απόφαση που επιβάλλει εποπτικές απαιτήσεις και προβλέπει περιοδικές χρηματικές ποινές, οι οποίες συσσωρεύονται ημερησίως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Επιπλέον, το 2025 η ΕΚΤ εξέδωσε μία δεσμευτική εποπτική απόφαση, η οποία προβλέπει περιοδικές χρηματικές ποινές που συσσωρεύονται ανά ημέρα παράβασης, επί όσο διάστημα η τράπεζα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στην εν λόγω απόφαση της ΕΚΤ. Η απόφαση περιλάμβανε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σχετικά με την ενίσχυση της διαδικασίας εντοπισμού κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων.

Σε περίπτωση που η ΕΚΤ έχει εύλογες υπόνοιες ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα, ζητά από την οικεία ΕΑΑ να παραπέμψει το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές για διερεύνηση και ενδεχόμενη ποινική δίωξη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Δύο τέτοια αιτήματα υποβλήθηκαν στην οικεία ΕΑΑ το 2025.

2.3.2 Καταγγελία παραβάσεων (whistleblowing)

Το 2025 η ΕΚΤ έλαβε 416 καταγγελίες παραβάσεων, όσες περίπου και το 2024, ενώ το ποσοστό των καταγγελιών που αφορούσαν πιθανολογούμενες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ αυξήθηκε από 30% σε 40%.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Κανονισμού ΕΕΜ, η ΕΚΤ έχει καθήκον να διασφαλίζει ότι υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο να καταγγείλει παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ (πρόκειται για τις λεγόμενες "διαδικασίες καταγγελίας παραβάσεων – whistleblowing"). Για τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ παρέχει μια διαδικτυακή πλατφόρμα καταγγελίας παραβάσεων.

Η ΕΚΤ εγγυάται την πλήρη εμπιστευτικότητα των καταγγελιών που υποβάλλονται μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας ή με άλλους τρόπους (π.χ. ηλεκτρονικό μήνυμα ή ταχυδρομικώς) και λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.

Η ΕΚΤ έλαβε 416 καταγγελίες παραβάσεων το 2025, όσες περίπου και το 2024 (421), αλλά περισσότερες σε σχέση με το 2023 (355). Εξ αυτών, οι 165 αφορούσαν πιθανολογούμενες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ, 155 από τις οποίες κρίθηκε ότι εμπίπτουν στις εποπτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ και 10 στην αρμοδιότητα των ΕΑΑ. Οι υπόλοιπες αφορούσαν κυρίως πιθανολογούμενες παραβάσεις εκτός του πεδίου της προληπτικής εποπτείας (π.χ. προστασία καταναλωτών), άρα και εκτός του πεδίου εφαρμογής του μηχανισμού καταγγελίας παραβάσεων.

Στο πλαίσιο των εποπτικών αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ, οι καταγγελίες πιθανολογούμενων παραβάσεων αφορούσαν ως επί το πλείστον ζητήματα διακυβέρνησης (80%) και, δευτερευόντως, δημοσιοποίηση και υποβολή δεδομένων (6%) και υπολογισμό ιδίων κεφαλαίων και κεφαλαιακών απαιτήσεων (6%). Τα ζητήματα διακυβέρνησης αφορούσαν κυρίως τη διαχείριση κινδύνων και τους εσωτερικούς ελέγχους, τις λειτουργίες του οργάνου διοίκησης και τις απαιτήσεις καταλληλότητας και επάρκειας. Πλήρης ανάλυση παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 6.

Διάγραμμα 6

Πιθανολογούμενες παραβάσεις που αναφέρθηκαν μέσω του μηχανισμού καταγγελίας παραβάσεων

(ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Οι αρμόδιες Μεικτές Εποπτικές Ομάδες έλαβαν γνώση των πληροφοριών που αναφέρθηκαν μέσω του μηχανισμού καταγγελίας παραβάσεων και αποφάσισαν για τις ενδεδειγμένες επακόλουθες ενέργειες.

Οι κύριες διερευνητικές ενέργειες κατά το 2025 σε σχέση με καταγγελίες παραβάσεων της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ που υποβλήθηκαν στη διάρκεια του έτους ή παλαιότερα ήταν οι εξής:

  • εσωτερική αξιολόγηση με βάση τα υπάρχοντα έγγραφα (38%),
  • αίτημα προς την εποπτευόμενη οντότητα για προσκόμιση εγγράφων ή παροχή εξηγήσεων (35%),
  • αίτημα για εσωτερική επιθεώρηση ή επιτόπιο έλεγχο (24%),
  • συνέντευξη με τα κατηγορούμενα πρόσωπα (3%).

3 Συμβολή στη διαχείριση κρίσεων

3.1 Περιπτώσεις κρίσης το 2025

Δεν υπήρξαν περιπτώσεις κρίσης σε σημαντικά ιδρύματα το 2025.

Το 2025 κανένα σημαντικό ίδρυμα δεν αξιολογήθηκε ως ίδρυμα σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με τα άρθρα 18(1)(α) και 18(4) του Κανονισμού για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης.[53] Το μακροοικονομικό περιβάλλον το 2025 παρέμεινε γενικά ευνοϊκό για τις τράπεζες, ιδίως σε σχέση με την κερδοφορία. Ωστόσο, όσον αφορά το μέλλον, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν αντίξοους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τα μελλοντικά κέρδη. Αυτοί αφορούν μεταξύ άλλων τη δυνητική επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού, τη συνεχιζόμενη συμπίεση των περιθωρίων και τον υποτονικό όγκο των χορηγήσεων.

3.2 Συνεργασία με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης

Η στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΣΕ συνεχίστηκε το 2025.

Η ΕΚΤ και το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) διατήρησαν τη στενή τους συνεργασία και το 2025. Η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και ο Πρόεδρος του ΕΣΕ είχαν τακτικές επαφές και πραγματοποίησαν κοινές επισκέψεις σε διάφορες εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) και εθνικές αρχές εξυγίανσης. Πραγματοποιήθηκαν συχνές ανταλλαγές στελεχών της ΕΚΤ και του ΕΣΕ, τα οποία συνεργάστηκαν για διάφορα θέματα κοινού ενδιαφέροντος και για περιπτώσεις κρίσεων που αφορούσαν λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ).

Οι τακτικές επαφές μεταξύ των Μεικτών Εποπτικών Ομάδων της ΕΚΤ και των Εσωτερικών Ομάδων Εξυγίανσης του ΕΣΕ συνέχισαν να αποτελούν σημαντικό μέρος αυτής της συνεργασίας. Η συνεργασία ήταν ιδιαίτερα στενή όσον αφορά τις τράπεζες που υπάγονται στο πλαίσιο της ΕΚΤ για τη διαχείριση κρίσεων. Υποστηρίχθηκε από το διμερές Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΣΕ για συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και από το ειδικό Μνημόνιο Συνεννόησης για την ανταλλαγή εμπιστευτικών στατιστικών δεδομένων, που υπογράφηκε το 2023.

Η ΕΚΤ και το ΕΣΕ εξακολούθησαν να συνεργάζονται σε θέματα πολιτικής κοινού ενδιαφέροντος. Οι οργανισμοί διασφάλισαν ότι ευθυγραμμίζονται στενά μεταξύ τους όσον αφορά το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων με σκοπό την απλούστευση από τη σκοπιά της εποπτείας και της εξυγίανσης. Επίσης, η ΕΚΤ και το ΕΣΕ συνέχισαν τις κοινές τους προσπάθειες σε θέματα μέτρησης και αναφοράς της ρευστότητας. Το 2025 ολοκλήρωσαν την τρίτη ετήσια κοινή άσκηση ρευστότητας, η οποία ελέγχει την ετοιμότητα των τραπεζών απέναντι σε κρίσεις με βάση το υπόδειγμα παρακολούθησης της ρευστότητας που έχουν αναπτύξει από κοινού οι δύο οργανισμοί. Τέλος, η ΕΚΤ και το ΕΣΕ συνεργάστηκαν για την ανάπτυξη των οικείων στρατηγικών ψηφιακού μετασχηματισμού και ψηφιακής κουλτούρας, αξιοποιώντας κοινές εμπειρίες και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες και ανταλλάσσοντας ειδικά εργαλεία εποπτικής τεχνολογίας της ΕΚΤ.

Το 2025 η ΕΚΤ και το ΕΣΕ συμμετείχαν σε ασκήσεις ετοιμότητας (dry runs) στο πλαίσιο του κοινού τους στόχου για αξιολόγηση των υφιστάμενων ικανοτήτων και αύξηση της ετοιμότητας απέναντι σε κρίσεις. Συμμετείχαν επίσης στην τριμερή άσκηση ανώτατου επιπέδου στα γραφεία του ΕΣΕ στις Βρυξέλλες. Στην άσκηση αυτή έλαβαν μέρος αρχές εξυγίανσης, εποπτικές αρχές, κεντρικές τράπεζες και υπουργεία οικονομικών από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την τραπεζική ένωση. Επιπρόσθετα, η ΕΚΤ και το ΕΣΕ συνεργάστηκαν σε διάφορες ασκήσεις προσομοίωσης κρίσης σε μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να δοκιμάσουν την ετοιμότητά τους απέναντι σε δυνητική κατάσταση κρίσης.

Σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο, ζητήθηκε η γνώμη του ΕΣΕ για τα σχέδια ανάκαμψης που υπέβαλαν στην ΕΚΤ τα σημαντικά ιδρύματα. Με τη σειρά του, το ΕΣΕ ζήτησε τη γνώμη της ΕΚΤ για τα προτεινόμενα σχέδια εξυγίανσης και τον υπολογισμό των αναπροσαρμοζόμενων εισφορών που προτείνεται να καταβάλουν στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης τα σημαντικά ιδρύματα, σύμφωνα με τον Κανονισμό για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης.

3.3 Διαχείριση κρίσεων για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα

Η διαχείριση κρίσεων που αφορά λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ) απαιτεί τη στενή συνεργασία της οικείας ΕΑΑ και της ΕΚΤ. Παρότι η διαχείριση κρίσεων που αφορούν ΛΣΙ εμπίπτει στην εποπτική αρμοδιότητα των ΕΑΑ, ανακύπτει η ανάγκη για εντατικότερη συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών όταν ένα ΛΣΙ προσεγγίζει το σημείο της μη βιωσιμότητας, καθώς η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Οι διαδικαστικές πτυχές αυτής της συνεργασίας καθορίζονται σε αναθεωρημένο πλαίσιο για τη διαχείριση κρίσεων σε ΛΣΙ, το οποίο θεσπίστηκε την 1η Ιανουαρίου 2024.

Κατά τα πρώτα στάδια μιας κρίσης που πυροδοτείται από την επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ενός ΛΣΙ, η οικεία ΕΑΑ ενημερώνει την ΕΚΤ μέσω επίσημης κοινοποίησης. Η ΕΚΤ έλαβε 11 σχετικές κοινοποιήσεις από τις ΕΑΑ το 2025.

Μετά την υποβολή της κοινοποίησης για επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης, συγκροτούνται συνήθως ειδικές ομάδες επαφής για τη διαχείριση κρίσεων, εκτός εάν η οικεία ΕΑΑ ή η ΕΚΤ προβάλει βάσιμους λόγους εξαίρεσής της. Η συγκρότηση των ομάδων αυτών – που περιλαμβάνουν εκπροσώπους από την ΕΚΤ, την ΕΑΑ και, ανάλογα με την κατάσταση, τις οικείες εθνικές αρχές εξυγίανσης – μπορεί να αποφασιστεί έπειτα από παραβάσεις κεφαλαιακών απαιτήσεων, επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού ή της ρευστότητας και σοβαρές ανεπάρκειες στα συστήματα εσωτερικής διακυβέρνησης ή εσωτερικού ελέγχου.

Στη διάρκεια του έτους ήταν ενεργές 14 ειδικές ομάδες επαφής για τη διαχείριση κρίσεων, έναντι 12 το 2024. Οι ομάδες αυτές εξακολούθησαν να διαδραματίζουν καίριο ρόλο ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εντάσεις σε επιμέρους ΛΣΙ αντιμετωπίζονται με αποτελεσματικότητα και συνέπεια και ότι τα εποπτικά μέτρα λαμβάνονται εγκαίρως και συντονισμένα. Αυτό βοήθησε ώστε οι δευτερογενείς επιδράσεις σε άλλα τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος να παραμείνουν όσο το δυνατόν πιο περιορισμένες.

4 Συνεργασία με άλλους οργανισμούς

4.1 Ευρωπαϊκή και διεθνής συνεργασία

4.1.1 Συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές της ΕΕ και με αρχές τρίτων χωρών

Το 2025 η ΕΚΤ ισχυροποίησε περαιτέρω τη συνεργασία της με άλλες εποπτικές αρχές σε διασυνοριακό και διατομεακό επίπεδο, μεταξύ άλλων μέσω της διαπραγμάτευσης πρόσθετων μνημονίων συνεννόησης.

4.1.1.1 Συνεργασία με αρχές της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου εκτός ΕΕΜ

Η συνεργασία στα σώματα εποπτών έχει καθοριστική σημασία για την αποτελεσματική εποπτεία των σημαντικών τραπεζικών ομίλων με διασυνοριακή δραστηριότητα.

Τα σώματα εποπτών επιτρέπουν στην ΕΚΤ να διαμορφώνει συντονισμένες εποπτικές προσεγγίσεις και αποφάσεις και να καταρτίζει κοινά προγράμματα εργασίας με άλλες εποπτικές αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία του ίδιου διασυνοριακού τραπεζικού ομίλου. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, η ΕΚΤ οργανώνει σώματα εποπτών σε περιπτώσεις όπου, ως εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής, είναι και αρμόδια για την εποπτεία ενός τραπεζικού ομίλου σε ενοποιημένη βάση. Εναλλακτικά, όταν η αρχή της ΕΕ που ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας δεν συμμετέχει στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, η ΕΚΤ συμμετέχει στο σχετικό σώμα ως εποπτική αρχή της χώρας υποδοχής για συγκεκριμένες οντότητες υπό την άμεση εποπτεία της.

Το 2025 η ΕΚΤ και οι αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών της ΕΕ που δεν συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία και η Νορβηγία επιβεβαίωσαν εκ νέου τη δέσμευσή τους να προωθήσουν την εποπτική συνεργασία και σύγκλιση σε δύο ειδικά εργαστήρια που διοργάνωσε η ΕΚΤ τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο. Τα εργαστήρια ήταν μια ευκαιρία για ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και για προώθηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP) της ΕΚΤ. Παράλληλα, η έναρξη ισχύος δύο ευρωπαϊκών κανονισμών σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών[54] έδωσε στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να προωθήσει περαιτέρω την ανταλλαγή πληροφοριών για υποκαταστήματα τραπεζών που εδρεύουν σε τρίτες χώρες και να εξορθολογίσει τη συνεργασία μεταξύ των αρχών προληπτικής εποπτείας και άλλων αρχών, όπως οι εποπτικές αρχές καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

4.1.1.2 Συνεργασία με αρχές τραπεζικής εποπτείας εκτός της ΕΕ

Η ΕΚΤ συνεργάζεται επίσης με διεθνείς εποπτικές αρχές μέσω άλλων οργανισμών όπως οι ομάδες διαχείρισης κρίσεων για τις παγκοσμίως συστημικά σημαντικές τράπεζες (global systemically important banks – G-SIB).

Σε περίπτωση που η ΕΚΤ είναι η αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ενός τραπεζικού ομίλου που δραστηριοποιείται και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών καλούνται να συμμετάσχουν στα σχετικά σώματα εποπτών, υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΒΑ έχει αξιολογήσει ότι τα καθεστώτα εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που εφαρμόζουν είναι ισοδύναμα με εκείνα της ΕΕ.

Η ΕΚΤ υπέγραψε νέο εποπτικό μνημόνιο συνεννόησης με την Banco Central de la República Argentina. Εκτός από τον τακτικό και δομημένο διάλογο με αρχές όπως η Prudential Regulation Authority του Ηνωμένου Βασιλείου και το Ομοσπονδιακό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών των ΗΠΑ, η ΕΚΤ φιλοξένησε επίσης πλήθος θεματικών και διμερών συναντήσεων και διοργάνωσε πρωτοβουλίες ανάπτυξης ικανοτήτων με τις αρχές τραπεζικής εποπτείας άλλων τρίτων χωρών, όπου συζητήθηκαν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, οι κλιματικοί χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η επιχειρησιακή ανθεκτικότητα.

Το 2025 η ΕΚΤ προώθησε περαιτέρω τη συνεργασία της με τις αρχές προληπτικής εποπτείας τρίτων χωρών στον τομέα της εποπτικής τεχνολογίας. Μεταξύ άλλων συμπροήδρευσε με την Τράπεζα της Αγγλίας στην ομάδα εργασίας του Δικτύου Καινοτομίας της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS Innovation Network) για θέματα εποπτικής τεχνολογίας (SupTech), κανονιστικής τεχνολογίας (RegTech) και τεχνολογίας νομισματικής πολιτικής (Monetary Policy Tech), η οποία διερευνά τη χρήση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων και προωθεί ένα παγκόσμιο οικοσύστημα καινοτομίας. Η ΕΚΤ ενίσχυσε επίσης τη μακροχρόνια συνεργασία της με τη Νομισματική Αρχή της Σιγκαπούρης (Monetary Authority of Singapore) μέσω ουσιαστικών ανταλλαγών γνώσης.

4.1.1.3 Συνεργασία με εθνικές αρχές εποπτείας των αγορών και άλλες τομεακές αρχές εποπτείας

Η ΕΚΤ παραμένει προσηλωμένη στη δέσμευσή της για συνεργασία με τις αρχές εποπτείας των αγορών και με άλλες τομεακές αρχές εποπτείας.

Η ΕΚΤ συνεργάζεται με τις εθνικές αρχές εποπτείας των αγορών σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ και ανταλλάσσει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες σημαντικών τραπεζικών ομίλων στις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Ειδικότερα, η ΕΚΤ έχει συνάψει διμερή μνημόνια συνεννόησης με τις εθνικές αρχές εποπτείας των αγορών έξι χωρών που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Η ανταλλαγή πληροφοριών με τις εν λόγω αρχές το 2025 ήταν μεγαλύτερη λόγω του αυξημένου αριθμού συγχωνεύσεων, εξαγορών και άλλων συναλλαγών ενοποίησης που αφορούσαν σημαντικά ιδρύματα, καθώς και λόγω των εξελίξεων στις αγορές, οι οποίες απαιτούσαν τη λήψη συντονισμένων εποπτικών μέτρων.

Ως ο εντεταλμένος συντονιστής για τους σημαντικούς τραπεζικούς ομίλους που χαρακτηρίζονται ως χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων, η ΕΚΤ ενίσχυσε τη συνεργασία της με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και τις σχετικές αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εποπτευόμενων οντοτήτων – κυρίως εκτός του τραπεζικού τομέα – εντός αυτών των ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων. Η υιοθέτηση ρυθμίσεων συντονισμού με τις σχετικές αρμόδιες αρχές συνέβαλε στη βελτίωση και επέκταση των σωμάτων εποπτείας χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, ενώ οι ετήσιες συνεδριάσεις των σωμάτων χρησιμεύουν ως σημαντική πλατφόρμα για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εν λόγω αρχών.

4.1.1.4 Συμμετοχή της ΕΚΤ στην καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος

Η εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε θέματα ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΞΧ/ΧΤ) εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εποπτικών αρχών καταπολέμησης ΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένης της νεοσυσταθείσας αρχής της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AMLA). Οι αρχές προληπτικής εποπτείας και οι αρχές καταπολέμησης ΞΧ/ΧΤ συνεργάζονται στενά για την εκπλήρωση της αντίστοιχης αποστολής τους.

Ως αρχή προληπτικής εποπτείας, η ΕΚΤ έχει μοιραστεί τα διδάγματα από τη δημιουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) με την AMLA, μεταξύ άλλων μέσω της συμμετοχής της στην ομάδα δράσης της AMLA. Η σύναψη μνημονίου συνεννόησης μεταξύ της ΕΚΤ και της AMLA στις 27 Ιουνίου 2025, όπως προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού της AMLA, αποτέλεσε ορόσημο για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι δύο οργανισμοί θα πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες.

Όπως και τα προηγούμενα έτη, η ΕΚΤ ενσωμάτωσε στην εποπτεία της τις επιπτώσεις των ΞΧ/ΧΤ για την προληπτική εποπτεία[55] και στήριξε τις προετοιμασίες πολιτικής για την AMLA. Η ΕΚΤ συνέβαλε στις εξελίξεις του κανονιστικού πλαισίου για την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ και υποστήριξε τη θέσπιση νομοθετικού πλαισίου που διευκολύνει την αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορέων εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα που είναι αρμόδιοι για την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ και των συναφών αρχών που δεν είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ.

Το 2025 η ΕΚΤ συνέχισε επίσης την ανταλλαγή εποπτικών πληροφοριών με τις αρχές καταπολέμησης ΞΧ/ΧΤ. Στο πλαίσιο αυτό, συμμετείχε ως παρατηρητής σε 66 σώματα εποπτών για την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ, τα οποία συγκροτήθηκαν για σημαντικά ιδρύματα,[56] ανταλλάσσοντας πληροφορίες μέσω αυτών των σωμάτων, καθώς και μέσω άλλων διαύλων, και αναφέροντας ουσιώδεις αδυναμίες που σχετίζονται με την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ στη EuReCa, την κεντρική βάση δεδομένων της ΕΒΑ.

Επιπλέον, η ΕΚΤ συμμετείχε ως παρατηρητής στη Μόνιμη Επιτροπή της ΕΒΑ για την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ και στο υπό εποπτική σύνθεση Γενικό Συμβούλιο της AMLA. Παράλληλα, η ΕΚΤ συνέβαλε στις προπαρασκευαστικές εργασίες της EBA και της AMLA για την κατάρτιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών σύμφωνα με το νέο πλαίσιο καταπολέμησης ΞΧ/ΧΤ.

4.1.1.5 Ο ρόλος της ΕΚΤ στην επίβλεψη κρίσιμων τρίτων παρόχων μετά τη θέσπιση της Πράξης για την Ψηφιακή Επιχειρησιακή Ανθεκτικότητα

Η Πράξη για την Ψηφιακή Επιχειρησιακή Ανθεκτικότητα (DORA) θέσπισε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο επίβλεψης[57] για κρίσιμους τρίτους παρόχους υπηρεσιών (CTPP) τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ). Το πλαίσιο επίβλεψης καλύπτει τους 19 CTPP[58] που έχουν οριστεί από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Ο επικεφαλής επιβλέπων φορέας — μία από τις τρεις εποπτικές αρχές — διενεργεί όλες τις δραστηριότητες μη επιτόπιας και επιτόπιας επίβλεψης, επικουρούμενος από μικτά εξεταστικά κλιμάκια. Ο επικεφαλής επιβλέπων φορέας μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς τους CTPP με βάση τις εν λόγω δραστηριότητες.

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρείχε υποστήριξη για τη διαμόρφωση του πλαισίου επίβλεψης. Από την έναρξη των εργασιών τον Ιανουάριο του 2026, έχει συνεισφέρει 21 εμπειρογνώμονες στα μικτά εξεταστικά κλιμάκια. Επιπλέον, η ΕΚΤ θα διασφαλίσει ότι τα εποπτευόμενα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των CTPP θα αντιμετωπίζουν δεόντως τους συγκεκριμένους κινδύνους που προσδιορίζονται στις συστάσεις.

Η επίβλεψη των CTPP ενισχύει την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα σε ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ΕΕ. Συμπληρώνει μάλλον, παρά υποκαθιστά την ορθή διαχείριση του κινδύνου τρίτων από τα ιδρύματα και τις συναφείς εποπτικές δραστηριότητες της ΕΚΤ. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι άλλες χρηματοπιστωτικές οντότητες διατηρούν την πλήρη ευθύνη για τη διαχείριση όλων των πτυχών του κινδύνου ΤΠΕ.

4.1.1.6 Προγράμματα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα του ΔΝΤ

Τα Προγράμματα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) αποτελούν ολοκληρωμένες, εις βάθος αξιολογήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα μιας χώρας.

Το δεύτερο FSAP του ΔΝΤ για τη ζώνη του ευρώ ολοκληρώθηκε το 2025.

Το 2025 το ΔΝΤ ολοκλήρωσε το δεύτερο FSAP για τη ζώνη του ευρώ (βλ. Πλαίσιο 3). Το FSAP περιλάμβανε διεξοδική αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι εποπτικές πρακτικές του ΕΕΜ ευθυγραμμίζονται με τις Βασικές Αρχές της Επιτροπής της Βασιλείας (BCP). Αυτή ήταν η πρώτη αξιολόγηση που βασίστηκε στην αναθεωρημένη μεθοδολογία BCP (βλ. Πλαίσιο 3). Τα προσεχή έτη θα γίνουν περαιτέρω ενέργειες για την εφαρμογή των συστάσεων του FSAP.

Τα εθνικά FSAP δεν αξιολογούν την εποπτεία των σημαντικών ιδρυμάτων.

Το 2025 το ΔΝΤ ολοκλήρωσε τα εθνικά FSAP για τη Γαλλία και τη Σλοβακία και ξεκίνησε FSAP για την Αυστρία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Τα εθνικά FSAP αξιολογούν θέματα εκτός του τραπεζικού τομέα (όπως είναι τα εθνικά πλαίσια ασφάλισης και μακροπροληπτικής πολιτικής) και περιλαμβάνουν ολιστική αξιολόγηση των τραπεζικών θεμάτων, ιδίως όσων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών που εποπτεύουν λιγότερο σημαντικά ιδρύματα ή ζητημάτων που αφορούν την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ, λαμβάνοντας υπόψη ότι χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης.

Η ΕΚΤ συμμετέχει στις εθνικές διαβουλεύσεις βάσει του άρθρου IV του ΔΝΤ.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετέχει επίσης στις εθνικές διαβουλεύσεις βάσει του άρθρου IV του ΔΝΤ, οι οποίες καλύπτουν χώρες που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Συνεισφέρει στις ομάδες του ΔΝΤ για μικροπροληπτικά και μακροπροληπτικά θέματα, σύμφωνα με τα καθήκοντα της ΕΚΤ σε αυτούς τους τομείς.

Πλαίσιο 3
Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της ζώνης του ευρώ για το 2025

Το 2024-2025 το ΔΝΤ διεξήγαγε το δεύτερο Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP) για τη ζώνη του ευρώ, το οποίο περιλάμβανε μια άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων με προσέγγιση “από επάνω προς τα κάτω” (top-down) εξέτασε δύο σοβαρά μακροχρηματοπιστωτικά σενάρια: το ένα αφορούσε την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και το άλλο προσομοίωνε μια βαθιά και εκτεταμένη ύφεση.

Το FSAP είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσίευση Αξιολόγησης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, λεπτομερούς αξιολόγησης της τήρησης των βασικών αρχών αποτελεσματικής τραπεζικής εποπτείας της Επιτροπής της Βασιλείας και ορισμένων τεχνικών σημειωμάτων. Αυτές οι εκθέσεις αναδεικνύουν την ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ σε μείζονες δυσμενείς διαταραχές, συμπεριλαμβανομένου του σοβαρού γεωπολιτικού κινδύνου, και επισημαίνουν ότι η τραπεζική εποπτεία έχει γίνει σημαντικά ισχυρότερη σε σχέση με το προηγούμενο FSAP το 2018. Ωστόσο, σημειώνουν επίσης ότι ο κατακερματισμός εξακολουθεί να περιορίζει την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού της τραπεζικής ένωσης και να εμποδίζει τη δημιουργία ενός πιο διαφοροποιημένου και ενοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος που θα προωθεί την οικονομική ανάπτυξη και τις επενδύσεις.

Το τεχνικό σημείωμα για τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας τονίζει την αυξανόμενη εξάρτηση από συστήματα ΤΠΕ και τη διασύνδεση αυτών, κατάσταση που καθιστά τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας βασικό λειτουργικό και συστημικό λόγο ανησυχίας. Το ΔΝΤ εξήρε την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο, την αναλογικότητα, τους λεπτομερείς οριζόντιους ελέγχους και τις διεισδυτικές επιτόπιες επιθεωρήσεις του ΕΕΜ για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων.

Το τεχνικό σημείωμα για τα χρηματοοικονομικά πλέγματα ασφαλείας αναγνωρίζει ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στη διαχείριση των αδύναμων τραπεζών και ότι υπάρχει καλύτερη συνεργασία μεταξύ του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού και του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης. Ωστόσο, καταδεικνύει επίσης κενά στο θεσμικό πλαίσιο της ζώνης του ευρώ και κάνει έκκληση για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης.

Η ΕΚΤ χαιρέτισε τα συνολικά θετικά συμπεράσματα της άσκησης σχετικά με την τραπεζική εποπτεία, καθώς και το εποικοδομητικό πνεύμα συνεργασίας στο οποίο διεξήχθη. Στο πλαίσιο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ συνεχίζονται οι εργασίες για την αντιμετώπιση των ευρημάτων που σχετίζονται με την εντολή της.

4.2 Συμβολή στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού και διεθνούς κανονιστικού πλαισίου

4.2.1 Συμβολή στις εργασίες του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Ως μέλος της Ολομέλειας του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Μόνιμης Επιτροπής για την Εποπτική και Κανονιστική Συνεργασία, της Μόνιμης Επιτροπής για την Εφαρμογή Προτύπων, της Συντονιστικής Ομάδας Εξυγίανσης και της Περιφερειακής Συμβουλευτικής Ομάδας για την Ευρώπη, καθώς και σε διάφορες άλλες επιμέρους δομές τους. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην προώθηση διαφόρων πρωτοβουλιών στρατηγικής σημασίας του ΣΧΣ, ιδίως του οδικού χάρτη του ΣΧΣ για την αντιμετώπιση των χρηματοοικονομικών κινδύνων από την κλιματική αλλαγή, των εργασιών για την τυποποίηση της υποβολής αναφορών σχετικά με κυβερνοσυμβάντα και λειτουργικά συμβάντα (δηλ. του υποδείγματος αναφοράς συμβάντων – FIRE) και της θεματικής αξιολόγησης από ομότιμους (peer review) για τα κρυπτοστοιχεία. Επιπλέον, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να στηρίζει το έργο του ΣΧΣ σχετικά με τον καθορισμό της κανονιστικής περιμέτρου και την αξιολόγηση των δυνητικών ευκαιριών και κινδύνων που προκύπτουν από τη χρηματοοικονομική καινοτομία.

4.2.2 Συμβολή στη διαδικασία της Βασιλείας

Ως μέλος της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρείχε μια ευρωπαϊκή προοπτική για το έργο της Επιτροπής και διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στις συζητήσεις για την περαιτέρω ενίσχυση της κανονιστικής ρύθμισης και της εποπτείας των τραπεζών.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε στο έργο των επιμέρους δομών της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας, συμπροεδρεύοντας τόσο στην Ομάδα Δράσης για τους Κλιματικούς Χρηματοοικονομικούς Κινδύνους όσο και στην Ομάδα Πολιτικής και Προτύπων. Στα βασικά επιτεύγματα αυτών των επιμέρους δομών περιλαμβάνεται η δημοσίευση του πλαισίου για την οικειοθελή δημοσιοποίηση των κλιματικών χρηματοοικονομικών κινδύνων και των αρχών ορθής διαχείρισης του κινδύνου τρίτων, καθώς και η έναρξη διαβούλευσης σχετικά με έναν νέο τυποποιημένο μορφότυπο για μηχανικώς αναγνώσιμες δημοσιοποιήσεις του Πυλώνα 3.

Επιπλέον, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ηγήθηκε της σύνταξης μιας επισκόπησης της βιβλιογραφίας σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εποπτείας στο πλαίσιο των ενεργειών της Επιτροπής της Βασιλείας σε συνέχεια της τραπεζικής αναταραχής το 2023.

Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 2025 η ΕΚΤ φιλοξένησε συνέδριο που διεξήγαγε από κοινού με την Ερευνητική Ομάδα της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία και το Κέντρο Ερευνών Οικονομικής Πολιτικής (Centre for Economic Policy Research) με αντικείμενο τις τεχνολογικές καινοτομίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και τους κινδύνους και τις ευκαιρίες για τον τραπεζικό τομέα και την κανονιστική ρύθμιση.

Τέλος, η ΕΚΤ υποστηρίζει σθεναρά την εφαρμογή της συμφωνίας της Βασιλείας (Βασιλεία ΙΙΙ) σε διεθνές επίπεδο, η οποία παρέχει ισχυρά μέτρα προστασίας για έναν ανθεκτικό παγκόσμιο τραπεζικό τομέα. Αυτά τα κοινά πρότυπα αποτελούν τη βάση για ίσους όρους ανταγωνισμού και διασφαλίζουν ότι οι τράπεζες είναι σε θέση να παρέχουν πιστώσεις και ρευστότητα ακόμη και σε περιόδους εντάσεων.

4.2.3 Συμβολή στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και στη χάραξη ευρωπαϊκής πολιτικής

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολούθησε να συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) για να τη βοηθήσει στη σύνταξη του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων, για την προώθηση ομοιόμορφης εποπτείας σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα της ΕΕ και για την προαγωγή της ασφάλειας και της ευρωστίας των πιστωτικών ιδρυμάτων και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Η ΕΚΤ και η EBA συνεργάστηκαν για την ανάπτυξη της μεθοδολογίας, των υποδειγμάτων και των σεναρίων για την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ το 2025, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν την 1η Αυγούστου 2025. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ συνέβαλε επίσης σε συζητήσεις σχετικά με μακροπρόθεσμες στρατηγικές και την ανάπτυξη υποδειγμάτων πιστωτικού κινδύνου σε κεντρικό επίπεδο για μελλοντικές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ.

Στο πλαίσιο των προσπαθειών απλούστευσης σε επίπεδο ΕΕ, η ΕΚΤ συμμετείχε στην ομάδα δράσης της EBA για την αποτελεσματικότητα του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου. Στην αξιολόγησή της, η ομάδα δράσης προσδιόρισε τέσσερις βασικούς τομείς που χρήζουν βελτίωσης: (α) την ανάπτυξη κανονιστικών προϊόντων επιπέδου 2 και επιπέδου 3, (β) τον φόρτο αναγγελίας για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, (γ) τον ρόλο της EBA στη διαμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας της ΕΕ και (δ) εσωτερικές εργασιακές ρυθμίσεις. Πρότεινε επίσης μέτρα για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες: έως το τέλος του 2025 (άμεσα), έως το τέλος του 2026 (βραχυπρόθεσμα) και μετά το 2026 (μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα). Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της ομάδας δράσης και οι συστάσεις της παρουσιάστηκαν στην Έκθεση σχετικά με την αποτελεσματικότητα του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου και στο Πρόγραμμα εργασιών της EBA για το 2026.

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ, η ΕΚΤ συνέβαλε στην κατάρτιση τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή απαιτήσεων δημοσιοποίησης όσον αφορά τα κατώτατα όρια κεφαλαιακών απαιτήσεων (output floors), τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο και τη μεταβατική δημοσιοποίηση σχετικά με την έκθεση σε κρυπτοστοιχεία.

Η ΕΚΤ συμμετείχε στη δημόσια διαβούλευση σχετικά με τις τροποποιημένες απαιτήσεις δημοσιοποίησης όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση (ESG) κινδύνους, τα ανοίγματα σε μετοχές και τα συνολικά ανοίγματα έναντι οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τη δημοσιοποίηση στοιχείων βάσει του Πυλώνα 3 σύμφωνα με τον CRR III, και στη δημόσια διαβούλευση σχετικά με το σχέδιο κατευθυντήριων γραμμών για την ορθή διαχείριση του κινδύνου τρίτων.

Επιπλέον, η ΕΚΤ συνεισέφερε στη σύνταξη της Έκθεσης της EBA για τη λευκή ετικέτα, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΕΚΤ συμμετείχε επίσης ως παρατηρητής στην υποομάδα του Συμβουλίου Τεχνητής Νοημοσύνης για την τεχνητή νοημοσύνη στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η οποία θα της δώσει τη δυνατότητα να συμβάλει στη διαμόρφωση του μελλοντικού έργου για τη συνεργασία μεταξύ εποπτικών και αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο του Kανονισμού για την Tεχνητή Nοημοσύνη (AI Act).

Πλαίσιο 4
Επικαιροποίηση των πολιτικών της ΕΚΤ για τις επιλογές και τις διακριτικές ευχέρειες

Στις 25.7.2025 η ΕΚΤ ενημέρωσε τις πολιτικές της για τις επιλογές και τις διακριτικές ευχέρειες[59] που παρέχει το δίκαιο της ΕΕ.[60] Στόχος του σχετικού πλαισίου της ΕΚΤ είναι να διασφαλίσει ότι η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν ομοιόμορφα τις επιλογές και τις διακριτικές ευχέρειες, στηρίζοντας έτσι τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα και προάγοντας ίσους όρους μεταχείρισης για τις τράπεζες που υπάγονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία.

Η ΕΚΤ πραγματοποίησε αλλαγές και στα τέσσερα κείμενα πολιτικής της για τις επιλογές και τις διακριτικές ευχέρειες: (α) τον οδηγό της ΕΚΤ σχετικά με τις επιλογές και τις διακριτικές ευχέρειες που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο, (β) τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/445 της ΕΚΤ, (γ) τη σύσταση ΕΚΤ/2017/10 και (δ) την κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2017/697. Οι τροποποιήσεις εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο η ΕΚΤ χορηγεί άδειες στις τράπεζες σχετικά με τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον λειτουργικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς, καθώς και κατά πόσον τα δικαιώματα μειοψηφίας σε θυγατρικές μπορούν να συμπεριληφθούν στο κεφάλαιο ενός τραπεζικού ομίλου. Διευκρινίζουν επίσης τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται ο “Συμβιβασμός της Δανίας”[61] στην τραπεζική ένωση.

5 Οργανωτική δομή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

5.1 Στελέχωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

5.1.1 Προσλήψεις

Γενικά, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανακοινώνει τις κενές θέσεις εργασίας πρώτα εσωτερικά, εκτός από τις θέσεις νεοπροσλαμβανομένων (entry-level), οι οποίες προκηρύσσονται στην εξωτερική αγορά. Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία προσέλαβε 22 στελέχη μέσω εξωτερικής προκήρυξης σε θέσεις πιο μακροχρόνιας απασχόλησης.

Διάγραμμα 7

Αριθμός διορισμών ανά κατηγορία το 2025

Πηγή: ΕΚΤ.

5.1.2 Προγράμματα ανταλλαγής

Η ΕΚΤ ενθαρρύνει την ανταλλαγή προσωπικού με οργανισμούς-εταίρους της ΕΕ. Οι διοργανικές ανταλλαγές με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχουν προσφέρει στους υπαλλήλους την ευκαιρία να εργαστούν σε διάφορα οργανωτικά περιβάλλοντα, να διευρύνουν τις δεξιότητές τους και να εμβαθύνουν τη συνεργασία στο σύνολο του ευρωπαϊκού συστήματος χρηματοπιστωτικής εποπτείας.

5.1.3 Ανάπτυξη δυναμικού

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αξιολογεί περιοδικά την ετοιμότητά της για την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων και επικαιροποιεί το σχέδιο ανάπτυξης δυναμικού της προκειμένου να δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη ταλαντούχων στελεχών σε τομείς με χαμηλότερη ετοιμότητα. Το 2025 επικεντρώθηκε σε εποπτικά καθήκοντα που σχετίζονται με την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών πληροφορικής, την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων, τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και την αρμοδιότητα της ΕΚΤ βάσει του Κανονισμού DORA (Πράξη για την Ψηφιακή Επιχειρησιακή Ανθεκτικότητα).

Η ΕΚΤ ανέπτυξε περαιτέρω την παρεχόμενη εκπαίδευση σε όλους τους τομείς της τραπεζικής εποπτείας. Ενίσχυσε το Εισαγωγικό Πρόγραμμα του ΕΕΜ καθιερώνοντας μια ειδική ενότητα στο SSMnet για τους νεοπροσληφθέντες. Η δεύτερη έκδοση του Προγράμματος Βασικής Κατάρτισης σε θέματα ΕΕΜ (SSM Foundation Programme) ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2025 και εφοδίασε τους επόπτες με ένα ομοιόμορφο επίπεδο τεχνικών γνώσεων. Εισήχθησαν επίσης νέοι κύκλοι μαθημάτων για τα εικονικά περιουσιακά στοιχεία (κρυπτοστοιχεία) και τους γεωπολιτικούς κινδύνους, ώστε να αποτυπωθεί στο πρόγραμμα εκπαίδευσης η σημασία αυτών των εποπτικών θεμάτων. Τέλος, το ψηφιακό πρόγραμμα κατάρτισης του ΕΕΜ βελτιώθηκε με σκοπό την εκπαίδευση εποπτών, προγραμματιστών και ηγετικών στελεχών στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, της εποπτείας του κινδύνου πληροφοριακών συστημάτων και του ψηφιακού μετασχηματισμού (βλ. Ενότητα 5.2.1).

Το 2026 η εκπαίδευση σε τομείς κινδύνου που αποτελούν προτεραιότητα, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος, ο κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων/λειτουργικός κίνδυνος και ο γεωπολιτικός κίνδυνος, θα ενσωματώνει τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα της τραπεζικής εποπτείας, ώστε να αντικατοπτρίζονται οι βασικές και αναδυόμενες τάσεις και προκλήσεις.

5.1.4 Πολυμορφία και συμπερίληψη

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προσπαθεί να δημιουργήσει μια εργασιακή κουλτούρα που αξιοποιεί τη δύναμη της πολυμορφίας και της συμπερίληψης και δίνει τη δυνατότητα σε κάθε συνάδελφο να συνεισφέρει με τις δικές του μοναδικές απόψεις και να συμβάλει ουσιαστικά στον οργανισμό. Για την εκπλήρωση αυτού του οράματος, η ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων παραμένει βασική στρατηγική προτεραιότητα. Στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, το 43% των υπαλλήλων και των ασκουμένων είναι γυναίκες. Το ποσοστό των γυναικών διαφέρει μεταξύ των επιπέδων ιεραρχίας. Οι γυναίκες αποτελούν το 47% του προσωπικού σε επίπεδο αναλυτών και το 44% σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Το ποσοστό είναι 33% τόσο σε επίπεδο επικεφαλής ομάδων όσο και σε θέσεις ευθύνης, ενώ για τα στελέχη ανώτερης διοίκησης το ποσοστό των γυναικών ανέρχεται σε 37%. Η ΕΚΤ θα συνεχίσει να εντείνει τις προσπάθειές της για την επίτευξη ίσης αναλογίας ανδρών-γυναικών.

Σχήμα 1

Το ανθρώπινο δυναμικό της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ σε αριθμούς

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις:
1) Ως είχε στις 31.12.2025.
2) Η ανάλυση κατά μισθολογικό κλιμάκιο αφορά μόνο μόνιμους υπαλλήλους και υπαλλήλους με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Το συνολικό ποσοστό κατά φύλο αναφέρεται σε όλους τους υπαλλήλους και τους ασκούμενους.
3) Εργαζόμενοι αποσπασμένοι από εθνική κεντρική τράπεζα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ευρωπαϊκούς δημόσιους οργανισμούς/φορείς ή διεθνείς οργανισμούς.
4) Περιλαμβάνονται 14 συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα Πτυχιούχων της ΕΚΤ.

5.2 Πλαίσιο τεχνολογίας, καινοτομίας και υποβολής δεδομένων

5.2.1 Εξελίξεις στην εποπτική τεχνολογία

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προώθησε περαιτέρω τη χρησιμοποίηση της τεχνολογίας σύμφωνα με την τεχνολογική στρατηγική του ΕΕΜ για την περίοδο 2024-2028, η οποία επιδιώκει να στηρίξει την εποπτεία με βάση τους κινδύνους, να ενισχύσει τις ικανότητες συλλογής δεδομένων και να καλλιεργήσει μια ψηφιακή κουλτούρα. Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε σε τρεις τομείς: αναβαθμίστηκαν τα κύρια εποπτικά συστήματα, εισήχθησαν νέες καινοτομίες βασισμένες στην τεχνητή νοημοσύνη και απλοποιήθηκαν οι διαδικασίες προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα για τις εποπτικές αρχές και τις τράπεζες.

Έγιναν σημαντικές αναβαθμίσεις στο IMAS, το βασικό σύστημα πληροφορικής που χρησιμοποιούν όλες οι εποπτικές αρχές σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Οι βελτιώσεις αυτές ενίσχυσαν την ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιβλέπουν τους κινδύνους ΤΠΕ και κυβερνοασφάλειας σύμφωνα με τον Κανονισμό DORA και βελτίωσαν τη διαδικασία αναφοράς συμβάντων ΤΠΕ. Στο IMAS, μια νέα κλιμακωτή προσέγγιση για τα εποπτικά μέτρα επιτρέπει στις εποπτικές αρχές να δίνουν προτεραιότητα στα πολύ σοβαρά ευρήματα, απλουστεύοντας ταυτόχρονα τη διαχείριση των λιγότερο κρίσιμων ευρημάτων. Επίσης, οι τράπεζες μπορούν πλέον να διαχειρίζονται ψηφιακά, μέσω της πύλης του ΕΕΜ, τις διορθωτικές ενέργειες στις οποίες υποχρεούνται και να επιβεβαιώνουν διαδικτυακά ότι τις έχουν ολοκληρώσει. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται η διοικητική επιβάρυνση για τις τράπεζες και τις εποπτικές αρχές, καθώς τα ευρήματα ήσσονος σημασίας μπορούν να κλείνουν ταχύτερα, ενώ διασφαλίζεται ότι η παρακολούθηση της συμμόρφωσης βασίζεται περισσότερο στον κίνδυνο και είναι πιο αναλογική.

Επίσης, εισήχθησαν νέα εργαλεία ανάλυσης και εργαλεία που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη. Η πλατφόρμα ανάλυσης κειμένου Athena αναβαθμίστηκε με μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, γεγονός που σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη για να αναλύουν και να συνοψίζουν κείμενα, καθώς και να ανακτούν πληροφορίες. Επίσης, αναπτύσσεται ένα ευρύ φάσμα βοηθών τεχνητής νοημοσύνης, με βοηθούς για αναζητήσεις δεδομένων και αναθεωρήσεις εγγράφων να είναι ήδη διαθέσιμοι. Επιπλέον, η πλατφόρμα αναλύσεων δικτύου Navi χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κινδύνων και των διαύλων μετάδοσης δυσμενών επιδράσεων εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Αυτές οι καινοτομίες διευρύνουν τη δέσμη εργαλείων ανάλυσης, παρέχοντας ταχύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες, βελτιώνοντας τη συνέπεια της εποπτικής ανάλυσης και δίνοντας στις εποπτικές αρχές τη δυνατότητα να επικεντρώνονται σε αποφάσεις βάσει άσκησης της κριτικής ικανότητας.

Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών της ΕΚΤ για απλούστευση και εναρμόνιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ τραπεζών και εποπτικών αρχών, το έργο για τη διαδικτυακή πύλη του ΕΕΜ ξεκίνησε την ενοποίηση των υφιστάμενων διαύλων υποβολής δεδομένων και επικοινωνίας. Η διαδικτυακή πύλη του ΕΕΜ θα συγχωνεύσει την τρέχουσα πύλη IMAS και την εξωτερική πλατφόρμα αναφοράς αποτελεσμάτων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (STAR) σε έναν ενιαίο δίαυλο και στη συνέχεια θα τον ενσωματώσει στην κεντρική πλατφόρμα υποβολής δεδομένων (Centralised Submission Platform – CASPER). Η διαδικτυακή πύλη του ΕΕΜ θα παρέχει μια ενοποιημένη πλατφόρμα για την ανταλλαγή δεδομένων, την παρακολούθηση της κατάστασης και τον εποπτικό διάλογο. Αυτό θα απλοποιήσει τις ροές εργασίας τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις εποπτικές αρχές και θα ανοίξει τον δρόμο για πιο απρόσκοπτες, ασφαλείς και διαφανείς αλληλεπιδράσεις με τον τραπεζικό κλάδο.

Πέραν της τεχνολογίας, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να επενδύει σε μια ψηφιακή κουλτούρα και σε δεξιότητες μέσω της κατάρτισης και των κοινοτήτων πρακτικής, με σκοπό να υποστηρίξει τη χρήση των νέων τεχνολογιών. Συνεργάστηκε επίσης με τον τραπεζικό κλάδο μέσω του συνεδρίου Supervision Innovators Conference. Το ετήσιο συνέδριο συγκέντρωσε περίπου 1.200 συμμετέχοντες από τον τραπεζικό κλάδο, τον τομέα της εποπτείας και τον τομέα της τεχνολογίας, προκειμένου να συζητήσουν την υπεύθυνη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης στην εποπτεία, στο πλαίσιο της θεματικής “Η τεχνητή νοημοσύνη σε δράση”.

Το 2025 η ΕΚΤ άρχισε επίσης το έργο “Επόμενα επίπεδα εποπτείας” (βλ. Ενότητα 1.3.2), το οποίο περιλαμβάνει πρωτοβουλίες για τον περαιτέρω ψηφιακό μετασχηματισμό ολοκληρωμένων εποπτικών διαδικασιών και την προώθηση μιας πιο αποδοτικής και αποτελεσματικής εποπτείας με βάση τους κινδύνους.

5.2.2 Εξελίξεις στο πλαίσιο υποβολής δεδομένων

Το 2025 η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ ολοκλήρωσαν την εφαρμογή του επικαιροποιημένου πλαισίου υποβολής δεδομένων της EBA, το οποίο αντανακλά τις νέες απαιτήσεις που απορρέουν από τον Κανονισμό ΙΙΙ και την Οδηγία VΙ για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οι συναφείς μεθοδολογικές αλλαγές αποτυπώνονται στις τριμηνιαίες τραπεζικές στατιστικές της ΕΚΤ για την εποπτεία, με αφετηρία την περίοδο αναφοράς που καλύπτει το α΄ τρίμηνο του 2025. Αυτές οι μεθοδολογικές αλλαγές επηρεάζουν πρωτίστως τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο και των συνιστωσών του, με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και τον λειτουργικό κίνδυνο. Επιπλέον, στο πλαίσιο της δέσμευσής της για βελτίωση της επικοινωνίας και της καινοτομίας, η ΕΚΤ ενίσχυσε τα τριμηνιαία εποπτικά στατιστικά στοιχεία, παρουσιάζοντάς τα για πρώτη φορά με τη μορφή διαδραστικών εκθέσεων και παρέχοντας έτσι στους χρήστες μεγαλύτερη ευελιξία και περισσότερες επιλογές για την προσαρμογή στις ανάγκες τους.

Πέραν της υποβολής εποπτικών δεδομένων στην EBA, οι εποπτικές αρχές ζητούν ad hoc πληροφορίες από τις τράπεζες για την παρακολούθηση των αναδυόμενων κινδύνων. Η ΕΚΤ διατηρεί βάση δεδομένων με αυτά τα αιτήματα υποβολής στοιχείων προκειμένου να διαχειρίζεται τον φόρτο εργασίας που συνδέεται με την παροχή δεδομένων και να διευκολύνει τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων υποβολής δεδομένων στο πλαίσιο του έργου “Επόμενα επίπεδα εποπτείας” (βλ. Ενότητα 1.3.2). Η βάση δεδομένων θα καλύπτει σύντομα συλλογές δεδομένων που απευθύνονται στα ΛΣΙ και, σε συνεργασία με την EBA, συλλογές από χώρες της ΕΕ που δεν συμμετέχουν στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό. Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών της για μείωση του κόστους υποβολής δεδομένων, η ΕΚΤ ολοκλήρωσε τη θεματική αξιολόγηση της συλλογής δεδομένων για τα επιχειρηματικά μοντέλα και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των αναθεωρημένων μεμονωμένων δεδομένων, τη μεγαλύτερη τυποποίηση και την καθιέρωση αυστηρότερων αρχών πειθαρχίας και λογοδοσίας για τους αιτούντες κατά την υποβολή νέων αιτημάτων για δεδομένα.

Τον Ιούνιο του 2025 η ΕΚΤ άρχισε να συγκεντρώνει εξηγήσεις από τις εποπτευόμενες οντότητες σχετικά με τη φύση και τις αιτίες τυχόν σημαντικών περιπτώσεων επανυποβολής εποπτικών αναφορών τους που εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων (ITS) της EBA. Η μεθοδολογία για τον προσδιορισμό αυτών των περιπτώσεων επανυποβολής βασίζεται σε συμπεράσματα τα οποία προέκυψαν από μια πιλοτική άσκηση που διενήργησε η ΕΚΤ το 2023. Η μεθοδολογία αναπτύχθηκε το 2024 και κοινοποιήθηκε στα σημαντικά ιδρύματα, τα οποία καλούνται να την εφαρμόσουν εσωτερικά.

Το 2025 η ΕΚΤ κοινοποίησε στις τράπεζες την ετήσια Έκθεση της Διοίκησης για τη διακυβέρνηση και την ποιότητα των δεδομένων (βλ. Ενότητα 1.2.3.2). Η έκθεση, η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο ποσοτικών δεικτών και ένα ερωτηματολόγιο για τις τράπεζες, στοχεύει στην ενίσχυση της λογοδοσίας των οργάνων διοίκησης. Βοηθά επίσης τους επόπτες και τις τράπεζες να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν τυχόν αδυναμίες στη συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων για τους κινδύνους. Η έκθεση επισημαίνει ότι οι ελλείψεις που είχαν εντοπιστεί στο παρελθόν όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων εξακολουθούν να υφίστανται. Αυτές οφείλονται κυρίως σε παρερμηνεία των απαιτήσεων υποβολής δεδομένων, σε προβλήματα με τα εσωτερικά πληροφοριακά συστήματα ή τους εξωτερικούς παρόχους λογισμικού, καθώς και σε λειτουργικά ή ανθρώπινα λάθη.

Τον Φεβρουάριο του 2025 η ΕΚΤ δημιούργησε έναν νέο δίαυλο επικοινωνίας που της επιτρέπει να παρακολουθεί και να συνεργάζεται απευθείας με τα σημαντικά ιδρύματα για την επίλυση ζητημάτων ποιότητας στα δεδομένα ITS. Η επικοινωνία γίνεται πλέον μέσω της ASTRA, της πλατφόρμας της ΕΚΤ για την ανταλλαγή πληροφοριών και την επικοινωνία με εξωτερικούς ομολόγους της βάσει εγγράφων. Οι ΕΑΑ διατηρούν πλήρη πρόσβαση, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και την κοινή συμμετοχή καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Τέλος, το 2025 η ΕΚΤ διεξήγαγε την ετήσια άσκηση συμφωνίας μεταξύ επιλεγμένων στοιχείων που δημοσιοποιούνται βάσει του Πυλώνα 3 και εποπτικών δεδομένων. Η άσκηση αυτή οδήγησε σε σημαντική βελτίωση της συνέπειας και της ποιότητας των δεδομένων. Τα δεδομένα που αντλήθηκαν δημοσιεύθηκαν στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για εποπτικά στατιστικά στοιχεία, μαζί με ένα συνοδευτικό σημείωμα όπου παρουσιάζονται τα κυριότερα αποτελέσματα. Η άσκηση του 2025 επικεντρώθηκε στις διαδικασίες αυτοματοποίησης, γεγονός που θα επιτρέψει τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της άσκησης συμφωνίας μόλις τεθεί σε λειτουργία ο κόμβος δεδομένων του Πυλώνα 3 της EBA.

6 Διακυβέρνηση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

6.1 Υποχρεώσεις λογοδοσίας

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ το 2025.

Η παρούσα Ετήσια Έκθεση είναι ένας από τους κύριους διαύλους λογοδοσίας της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όπως ορίζεται από τον Κανονισμό ΕΕΜ. Ο Κανονισμός ορίζει ότι τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ υπόκεινται στις δέουσες υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας. Η ΕΚΤ αποδίδει μεγάλη σημασία στη διατήρηση και πλήρη εφαρμογή του πλαισίου λογοδοσίας, το οποίο προσδιορίζεται λεπτομερέστερα στη Διοργανική Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ και στο Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ του Συμβουλίου της ΕΕ και της ΕΚΤ. Με την πάροδο των ετών, η ΕΚΤ διεύρυνε το πεδίο της συνεργασίας της με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πέραν όσων αναφέρονται στη Διοργανική Συμφωνία, γεγονός που υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τη σημασία που αποδίδει η ΕΚΤ στη λογοδοσία.

Το 2025 η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου παρουσιάστηκε ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε τρεις τακτικές δημόσιες ακροάσεις. Κατά τη δημόσια ακρόασή της στις 27 Μαρτίου, η Πρόεδρος παρουσίασε την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2024. Οι άλλες δύο τακτικές δημόσιες ακροάσεις πραγματοποιήθηκαν στις 15 Ιουλίου και στις 13 Οκτωβρίου. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στις προκλήσεις για τις τράπεζες, τη μακροοικονομική αβεβαιότητα, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τον γεωπολιτικό κίνδυνο και τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025. Η Πρόεδρος περιέγραψε επίσης τις πρόσφατες προσπάθειες ενίσχυσης και απλοποίησης της εποπτείας. Άλλα θέματα αφορούσαν το κανονιστικό πλαίσιο και τις νομοθετικές προτάσεις για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, και συγκεκριμένα την επανεξέταση του πλαισίου διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων και ασφάλισης των καταθέσεων (CMDI) και το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης των καταθέσεων (EDIS).

Το 2025 η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου απάντησε σε έξι γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το 2025 η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου απάντησε σε έξι γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί θεμάτων τραπεζικής εποπτείας. Όλες οι απαντητικές επιστολές δημοσιεύθηκαν στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία. Οι επιστολές κάλυπταν ζητήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας κατά την αξιολόγηση τραπεζικών εξαγορών, την προστασία των καταναλωτών, τα θεσμικά συστήματα προστασίας και τις επιπτώσεις ενός ψηφιακού ευρώ στον τραπεζικό τομέα.[62]

Επίσης, όπως προβλέπει η Διοργανική Συμφωνία, η ΕΚΤ διαβίβασε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου της και τις περιλήψεις των σεμιναρίων του Εποπτικού Συμβουλίου.

Επιπλέον, για την περαιτέρω προώθηση του διαλόγου με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αποκρίθηκε στα σχόλια και τις προτάσεις που διατύπωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Ψήφισμά του σχετικά με την Τραπεζική Ένωση – Ετήσια Έκθεση για το 2024. Στην απάντησή της, η ΕΚΤ σχολίασε τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα και τις νομοθετικές προτάσεις που αφορούσαν την τραπεζική εποπτεία. Μεταξύ των θεμάτων ήταν η ανθεκτικότητα των τραπεζών, το κανονιστικό πλαίσιο και η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης.

Όσον αφορά τις επαφές με το Συμβούλιο της ΕΕ το 2025, η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου συμμετείχε σε δύο ανταλλαγές απόψεων με το Eurogroup, στις 12 Μαΐου και στις 12 Νοεμβρίου. Μεταξύ άλλων κανονιστικών θεμάτων, η πρόεδρος αναφέρθηκε στον ρόλο της άρτιας εποπτείας και ρύθμισης στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ εν μέσω αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων, στα εργαλεία για τη δοκιμή της ανθεκτικότητας, όπως οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, και στους τρόπους ενίσχυσης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας.

6.2 Διαφάνεια και επικοινωνία

Το 2025 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ακολούθησε υψηλά πρότυπα διαφάνειας και επικοινωνίας προκειμένου να εξηγήσει και να ενημερώσει τους ενδιαφερόμενους σχετικά με τις εποπτικές της δραστηριότητες μέσω διαφόρων διαύλων και προϊόντων. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ χρησιμοποίησε διαφανή και σαφή επικοινωνία για να βοηθήσει το κοινό να κατανοήσει την προσπάθειά της να καταστήσει την εποπτεία της πιο αποτελεσματική, αποδοτική και βασισμένη στους κινδύνους.

Το 2025 η Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου εκφώνησαν 23 ομιλίες, ενώ οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ στο Εποπτικό Συμβούλιο 18 ομιλίες. Συνολικά έδωσαν 14 συνεντεύξεις και δημοσίευσαν 14 δημοσιεύσεις ιστολογίου. Η Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος παραχώρησαν επίσης συνέντευξη τύπου σχετικά με τα αποτελέσματα της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP) για το 2025. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ κυκλοφόρησε 2 επεισόδια podcast και δημοσίευσε 23 δελτία τύπου, καθώς και άλλα κείμενα, μεταξύ άλλων επιστολές προς ευρωβουλευτές, κατευθύνσεις προς τις τράπεζες και εποπτικά στατιστικά στοιχεία. Το τριμηνιαίο ενημερωτικό δελτίο Supervision Newsletter, που δημοσιεύεται σε ηλεκτρονική μορφή στα αγγλικά και έχει πάνω από 11.000 συνδρομητές, παρείχε πληροφόρηση και πρόσφατες ενημερώσεις σχετικά με εν εξελίξει εποπτικά έργα και ευρήματα. Επίσης, η ΕΚΤ προβάλλει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σημαντικά θέματα της τραπεζικής εποπτείας και με τη χρήση κουίζ και επεξηγήσεων περιγράφει βασικές έννοιες στο νεανικό κοινό.

Στις ανακοινώσεις της ΕΚΤ το 2025 μεγάλη έμφαση δόθηκε στην παροχή λεπτομερειών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ΕΚΤ ενσωμάτωνε τον γεωπολιτικό κίνδυνο στο έργο της και τις προσδοκίες της από τις τράπεζες όσον αφορά τον εντοπισμό και τη διαχείριση αυτού του κινδύνου (βλ. ενότητα 1.2.2). Οι ανακοινώσεις της ΕΚΤ εξηγούσαν το πρόγραμμα εποπτικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο παρουσιάστηκε συνοπτικά σε συνολική έκθεση η οποία συμπλήρωνε τις συστάσεις της Ομάδας Δράσης Υψηλού Επιπέδου της ΕΚΤ για την απλούστευση (βλ. Ενότητα 1.3).

Για την προώθηση του διαλόγου με αναλυτές της αγοράς και επαγγελματίες του κλάδου, η ΕΚΤ διοργάνωσε δύο συναντήσεις της Ομάδας Επαφών της Τραπεζικής Εποπτείας με την Αγορά (Banking Supervision Market Contact Group) και φιλοξένησε το έκτο Φόρουμ Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Οι συζητήσεις σε αυτές τις εκδηλώσεις επικεντρώθηκαν στους μελλοντικούς κινδύνους για τον τραπεζικό τομέα της ζώνης του ευρώ, στις διασυνδέσεις μεταξύ των τραπεζών και του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και στους γεωοικονομικούς κινδύνους και στον αντίκτυπό τους στο κανονιστικό πλαίσιο και στις στρατηγικές των τραπεζών. Επιπλέον, κατά τις επισκέψεις της στις εθνικές αρμόδιες αρχές, η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου συναντήθηκε επίσης με στελέχη εγχώριων τραπεζών και εκπροσώπους οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε 12 χώρες.

Το 2025 η ΕΚΤ απάντησε σε 915 ερωτήσεις του κοινού για θέματα τραπεζικής εποπτείας, πέραν των καθημερινών ερωτήσεων των μέσων ενημέρωσης. Οι ερωτήσεις αυτές κάλυπταν διάφορες πτυχές της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ, όπως οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, η ανθεκτικότητα έναντι κυβερνοαπειλών, οι λειτουργικοί κίνδυνοι, οι άδειες λειτουργίας και λοιπές αδειοδοτήσεις τραπεζών, οι εποπτικές πολιτικές και πλαίσια, καθώς και η εξυγίανση τραπεζών. Στο Κέντρο Επισκεπτών, η ΕΚΤ πραγματοποίησε διαλέξεις με θέμα την τραπεζική εποπτεία, τις οποίες παρακολούθησαν 688 συμμετέχοντες, και δέχθηκε 14.860 επισκέπτες, οι οποίοι ενημερώθηκαν για τα βασικά καθήκοντα της ΕΚΤ.

6.3 Λήψη αποφάσεων

6.3.1 Συνεδριάσεις και αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου και της Διευθύνουσας Επιτροπής

Το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδρίασε 16 φορές το 2025.

Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ συνεδρίασε 16 φορές το 2025. Τέσσερις συνεδριάσεις έλαβαν χώρα στη Φραγκφούρτη και μία στη Μάλτα. Όλες οι υπόλοιπες έγιναν μέσω τηλεδιάσκεψης.

Ακόμη, κατόπιν πρόσκλησης της Finantsinspektsioon, το Εποπτικό Συμβούλιο πραγματοποίησε ανεπίσημη διάσκεψη στρατηγικής (strategic retreat) στο Ταλίν τον Οκτώβριο του 2025.

Η Διευθύνουσα Επιτροπή[63] του Εποπτικού Συμβουλίου πραγματοποίησε έξι συνεδριάσεις το 2025, όλες μέσω τηλεδιάσκεψης.

Εποπτικό Συμβούλιο

Πρόεδρος

Claudia Buch

Αντιπρόεδρος

Frank Elderson

Εκπρόσωποι της ΕΚΤ

Anneli Tuominen
Patrick Montagner
Sharon Donnery (από 1.1.2025)
Pedro Machado (από 1.3.2025)

Βέλγιο

Tom Dechaene (Nationale Bank van België/Banque Nationale de Belgique)

Βουλγαρία

Radoslav Milenkov (Българска народна банка (Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας))

Γερμανία

Mark Branson (Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht)
Michael Theurer (Deutsche Bundesbank)

Εσθονία

Kilvar Kessler (Finantsinspektsioon)
Veiko Tali (Eesti Pank)

Ιρλανδία

Mary-Elizabeth McMunn (Central Bank of Ireland) (από 1.1.2025)

Ελλάδα

Χριστίνα Παπακωνσταντίνου (Τράπεζα της Ελλάδος)

Ισπανία

Mercedes Olano (Banco de España)

Γαλλία

Denis Beau (Banque de France)

Κροατία

Tomislav Ćorić (Hrvatska narodna banka)

Ιταλία

Alessandra Perrazzelli (Banca d’Italia) (έως 9.5.2025)

Paolo Angelini (Banca d’Italia) (από 26.5.2025)

Κύπρος

Γιώργος Ιωάννου (Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου)

Λεττονία

Santa Purgaile (Latvijas Banka)

Λιθουανία

Simonas Krėpšta (Lietuvos bankas) (έως 31.5.2025)

Julita Varanauskienė (Lietuvos bankas) (από 4.6.2025)

Λουξεμβούργο

Claude Wampach (Commission de Surveillance du Secteur Financier)
Eric Cadilhac (Banque centrale du Luxembourg)

Μάλτα

Michelle Mizzi Buontempo (Malta Financial Services Authority)
Oliver Bonello (Central Bank of Malta)

Ολλανδία

Steven Maijoor (De Nederlandsche Bank)

Αυστρία

Helmut Ettl (Finanzmarktaufsicht)
Thomas Steiner (Oesterreichische Nationalbank)

Πορτογαλία

Rui Pinto (Banco de Portugal)

Σλοβενία

Primož Dolenc (Banka Slovenije) (έως 31.8.2025)

Marko Pahor (Banka Slovenije) (από 1.9.2025)

Σλοβακία

Vladimír Dvořáček (Národná banka Slovenska)

Φινλανδία

Tero Kurenmaa (Finanssivalvonta)
Päivi Tissari (Suomen Pankki – Finlands Bank)

Το 2025 η ΕΚΤ εξέδωσε 2.549 εποπτικές αποφάσεις[64] που αφορούσαν συγκεκριμένες εποπτευόμενες οντότητες (Σχήμα 2). Εξ αυτών, οι 1.395 αποφάσεις εκδόθηκαν από προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ, σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο εκχώρησης εξουσιών λήψης αποφάσεων όσον αφορά εποπτικές νομικές πράξεις. Οι 1.154 αποφάσεις εκδόθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντίρρησης βάσει σχεδίου απόφασης που προτείνει το Εποπτικό Συμβούλιο. Στις αποφάσεις αυτές περιλαμβάνονται και 128 πράξεις (όπως ίδρυση υποκαταστημάτων) οι οποίες εγκρίθηκαν σιωπηρά από την ΕΚΤ εφόσον δεν διατύπωσε αντίρρηση εντός των νόμιμων προθεσμιών.

Στην πλειονότητά τους, οι εποπτικές αποφάσεις αφορούσαν αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας (48,8%), ίδια κεφάλαια (11,2%), εσωτερικά υποδείγματα (8,1%), κοινές διαδικασίες (7,7%), υποβολή αναφορών για εποπτικούς σκοπούς (7,5%), εθνικές εξουσίες (6,8%) και τη SREP (4,0%).

Το Εποπτικό Συμβούλιο έλαβε αποφάσεις για διάφορα οριζόντια ζητήματα, όπως η αποδοτική, αποτελεσματική και εστιασμένη στους κινδύνους εποπτεία.

Πέραν των τελικών σχεδίων αποφάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένες τράπεζες και υποβλήθηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο προς έγκριση, το Εποπτικό Συμβούλιο έλαβε αποφάσεις για διάφορα οριζόντια ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, αυτές οι αποφάσεις αφορούσαν την αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία, την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των γεωπολιτικών κινδύνων στις τράπεζες, την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της ΕΚΤ για το 2025, την εφαρμογή του Κανονισμού DORA στο εποπτικό πλαίσιο, την ενίσχυση της εποπτικής αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου, κλιματικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, τη μεταρρύθμιση της SREP, την εξελισσόμενη εποπτεία των εσωτερικών υποδειγμάτων μετά τις νέες κανονιστικές εξελίξεις, και την προκαταρκτική πρόταση για τις εποπτικές προτεραιότητες για την περίοδο 2026-2028. Ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις καταρτίστηκαν από προσωρινές δομές κατ’ εντολή του Εποπτικού Συμβουλίου. Αυτές οι δομές απαρτίζονταν από εκπροσώπους της ΕΚΤ και των εθνικών αρμόδιων αρχών, οι οποίοι πραγματοποίησαν προπαρασκευαστικές εργασίες για τα σχετικά θέματα.

Επίσης, ορισμένες αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου οδήγησαν στη σύνταξη δημόσια διαθέσιμων οδηγών, εκθέσεων και επισκοπήσεων, όπως ο Οδηγός της ΕΚΤ σχετικά με την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους σε παρόχους υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, ο επικαιροποιημένος Οδηγός της ΕΚΤ σχετικά με την άσκηση δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο και ο αναθεωρημένος Οδηγός της ΕΚΤ για τα εσωτερικά υποδείγματα.

Οι περισσότερες αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου ελήφθησαν με γραπτή διαδικασία.[65]

Από τους 113 τραπεζικούς ομίλους που υπάγονταν στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ τον Ιανουάριο του 2025, οι 32 ζήτησαν να λάβουν τις επίσημες αποφάσεις της ΕΚΤ μεταφρασμένες σε επίσημη γλώσσα της ΕΕ εκτός των αγγλικών.

Σχήμα 2

Αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου το 2025

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις:
1) Εκτός από τις συνεδριάσεις του, το Εποπτικό Συμβούλιο πραγματοποίησε δύο σεμινάρια το 2025.
2) Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τις γραπτές διαδικασίες τόσο επί εποπτικών αποφάσεων για επιμέρους ιδρύματα όσο και επί άλλων θεμάτων, όπως οι κοινές μεθοδολογίες και οι διαβουλεύσεις του Εποπτικού Συμβουλίου. Μία γραπτή διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες της μίας εποπτικές αποφάσεις.
3) Ο αριθμός αφορά τις εποπτικές αποφάσεις που απευθύνονται σε επιμέρους εποπτευόμενες οντότητες ή στους δυνητικούς αγοραστές τους, καθώς και οδηγίες προς τις εθνικές αρμόδιες αρχές για τα σημαντικά ιδρύματα ή τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Μια απόφαση μπορεί να περιέχει περισσότερες της μιας εποπτικές εγκρίσεις.

6.3.2 Δραστηριότητες του Διοικητικού Συμβουλίου Επανεξέτασης

Το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης (ABoR) είναι όργανο της ΕΚΤ, του οποίου τα μέλη είναι ατομικώς και συλλογικώς ανεξάρτητα από την ΕΚΤ και έχουν αναλάβει το καθήκον να επανεξετάζουν τις αποφάσεις της ΕΚΤ επί θεμάτων εποπτείας, κατόπιν παραδεκτού αιτήματος επανεξέτασης.

Το ABoR πραγματοποίησε 35 συνεδριάσεις το 2025, εκ των οποίων οι 31 εξ αποστάσεως και οι 4 διά ζώσης, συμπεριλαμβανομένης μίας συνεδρίασης εκτός έδρας στο Ελσίνκι της Φινλανδίας.

Το 2025 το ABoR εξέδωσε γνωμοδοτήσεις επί πέντε αιτημάτων διοικητικής επανεξέτασης εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ (Πίνακας 10). Ένα αίτημα αφορούσε τον χαρακτηρισμό των αιτουσών οντοτήτων ως σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων. Το δεύτερο αίτημα αφορούσε ζητήματα σχετικά με την εξουσία της ΕΚΤ να λαμβάνει εποπτικά μέτρα βάσει του εθνικού δικαίου. Στα άλλα τρία αιτήματα, οι αιτούντες προσέβαλαν αποφάσεις της ΕΚΤ στον τομέα των κυρώσεων και της επιβολής συμμόρφωσης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αφού άκουσε τους αιτούντες, το ABoR πρότεινε στο Εποπτικό Συμβούλιο την αντικατάσταση της απόφασης της ΕΚΤ με απόφαση πανομοιότυπου περιεχομένου.

Ο Πρόεδρος του ABoR παρουσίασε τις δραστηριότητες του συμβουλίου σε δύο νομικά συνέδρια το 2025. Στο SSM Senior Forum που διοργάνωσε η A&O Shearman τον Ιούνιο και στο 11ο Συνέδριο Τραπεζικής Ένωσης που διοργάνωσε η Freshfields σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Δικαίου και Χρηματοοικονομικών και το Κέντρο Χρηματοοικονομικών Μελετών του Πανεπιστημίου Goethe της Φραγκφούρτης τον Σεπτέμβριο, ο Πρόεδρος σε ομιλία του ανέφερε ότι το ABoR παρέχει μια ρεαλιστική και διακριτή οδό προσφυγής κατά αποφάσεων της ΕΚΤ επί θεμάτων εποπτείας.

Το 2025 Πρόεδρος του ABoR ήταν ο Pentti Hakkarainen. Άλλα μέλη του ήταν οι Ηλίας Πλασκοβίτης (Αντιπρόεδρος), Edouard Fernandez-Bollo, Christiane Campill και Verica Trstenjak. Αναπληρωματικό μέλος ήταν ο Damir Odak. Η τρέχουσα σύνθεση του ABoR και τα βιογραφικά σημειώματα των μελών του διατίθενται στην ιστοσελίδα του Διοικητικού Συμβουλίου Επανεξέτασης της ΕΚΤ.

Πίνακας 10

Αριθμός υποθέσεων που επανεξετάστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης (ABoR)

2025

2024

2023

2022

2021

2020

2019

2018

2017

2016

2015

2014

Γνωμοδοτήσεις του ABoR που οριστικοποιήθηκαν

5

3

3

2

1

2

5*

4

4

6

6

3

Γνωμοδοτήσεις του ABoR που πρότειναν αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης με απόφαση πανομοιότυπου περιεχομένου

5

2

3**

-

-

1

1

3

4

1

2

2

Γνωμοδοτήσεις του ABoR που πρότειναν αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης με τροποποιημένη απόφαση ή με βελτίωση του σκεπτικού

-

-

-

1

-

-

1

1

-

2

4

1

Γνωμοδοτήσεις του ABoR που πρότειναν ανάκληση της προσβαλλόμενης απόφασης και αντικατάστασή της με νέα

-

-

-

-

-

-

1

-

-

-

-

-

Γνωμοδοτήσεις του ABoR που πρότειναν ανάκληση της προσβαλλόμενης απόφασης

-

-

-

-

1

-

-

-

-

-

-

-

Γνωμοδοτήσεις του ABoR που απέρριψαν το αίτημα ως απαράδεκτο

-

1

-

1

-

1

2

-

-

3

-

-

Το αίτημα αποσύρθηκε

-

1

1

1

-

-

-

1

-

1

2

1

Πρόταση του ABoR για αναστολή

-

-

-

-

-

1

-

-

-

-

-

-

Πηγή: ΕΚΤ.
* Μία γνωμοδότηση αφορούσε δύο αποφάσεις της ΕΚΤ.
** Σε μία από τις τρεις γνωμοδοτήσεις, το ABoR πρότεινε το Εποπτικό Συμβούλιο να αντικαταστήσει την προσβαλλόμενη απόφαση με απόφαση που ορίζει τα ίδια εποπτικά μέτρα.

6.4 Εφαρμογή του Κώδικα Συμπεριφοράς

Σύμφωνα με το άρθρο 19(3) του Κανονισμού ΕΕΜ, η ΕΚΤ έχει θεσπίσει πλαίσιο δεοντολογίας για τους ανώτατους λειτουργούς, τη διοίκηση και το προσωπικό της. Αυτό αποτελείται από τον Κώδικα συμπεριφοράς ανώτατων λειτουργών της ΕΚΤ, ένα ειδικό κεφάλαιο στους Κανόνες της ΕΚΤ για Θέματα Προσωπικού και την Κατευθυντήρια γραμμή για τον καθορισμό των αρχών του πλαισίου δεοντολογίας του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Η εφαρμογή και περαιτέρω ανάπτυξη του πλαισίου υποστηρίζεται από την Επιτροπή Δεοντολογίας της ΕΚΤ, το Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης (CGO) και την Επιτροπή Δεοντολογίας και Συμμόρφωσης.

Σύμφωνα με την εντολή που της έχει ανατεθεί, η Επιτροπή Δεοντολογίας πραγματοποιεί την ετήσια αξιολόγηση των Δηλώσεων Συμφερόντων των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου. Οι δηλώσεις αυτές δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ΕΚΤ για τη λογοδοσία στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία. Επίσης, ανταποκρίθηκε σε αιτήματα παροχής συμβουλών που υπέβαλαν ανώτατοι λειτουργοί της ΕΚΤ οι οποίοι εμπλέκονται στην τραπεζική εποπτεία και εξέδωσε 18 συναφείς γνωμοδοτήσεις, η πλειονότητα των οποίων αφορούσε κοινοποιήσεις για δραστηριότητες μετά τη λήξη της απασχόλησης. Οι γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Δεοντολογίας δημοσιεύονται συνήθως στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ έξι μήνες μετά την ημερομηνία έκδοσής τους. Το 2025 η διαδικασία υποβολής των δηλώσεων συμφερόντων των ανώτατων λειτουργών ψηφιοποιήθηκε, καθιστώντας την επεξεργασία πιο αποδοτική και αποτελεσματική.

Ο αριθμός των αιτημάτων συνδρομής των στελεχών του CGO αυξήθηκε ελαφρώς το 2025. Το 41% αυτών των αιτημάτων προερχόταν από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

Το CGO συνέχισε τις προσπάθειες ψηφιακού μετασχηματισμού το 2025 και αναβάθμισε τα εσωτερικά εργαλεία του με σκοπό την ταχύτερη και φιλικότερη προς τους χρήστες παροχή συμβουλών για θέματα δεοντολογίας στο προσωπικό. Το 2025 καταγράφηκαν 3.532 αιτήματα που ζητούσαν τη συνδρομή των στελεχών του CGO, έναντι 3.070 το 2024. Περίπου 41% των αιτημάτων για παροχή συμβουλών υποβλήθηκε από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

Διάγραμμα 8

Κατηγορίες αιτημάτων που υποβλήθηκαν το 2025 από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

(αριθμός αιτημάτων)

Πηγή: ΕΚΤ.

Πέραν των συναντήσεων υποδοχής για τους νεοπροσληφθέντες, των επιμορφωτικών σεμιναρίων και των υποχρεωτικών προγραμμάτων εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, το CGO διοργάνωσε εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με το πλαίσιο δεοντολογίας. Η Ethics Awareness Season για το 2025 για όλο το προσωπικό, η οποία πραγματοποιήθηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Δεοντολογίας (Global Ethics Day), περιλάμβανε περίπτερα ευαισθητοποίησης σε θέματα δεοντολογίας και παρείχε επαναληπτικά σεμινάρια αναφορικά με τους κανόνες που ισχύουν για τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Το 2025 το CGO διοργάνωσε επίσης εξειδικευμένη εκπαίδευση σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων για τα στελέχη των επιτόπιων επιθεωρήσεων από την ΕΚΤ και τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Οι συνεδρίες αυτές επικεντρώθηκαν στην ενίσχυση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τους κανόνες δεοντολογίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας.

Για την αποφυγή περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων λόγω μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα (“revolving door”), το CGO συνέχισε να ενισχύει την επικοινωνία και την εκπαίδευση σχετικά με τις άδειες άνευ αποδοχών και τους κανόνες που ισχύουν μετά τη λήξη της απασχόλησης στην ΕΚΤ.

Για την αποφυγή περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων λόγω μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα (“revolving door”), το CGO διερεύνησε δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων σε περιπτώσεις που μέλη του προσωπικού εξέταζαν το ενδεχόμενο να αναλάβουν θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, παρείχε συμβουλές σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες και επέβαλε μέτρα αντιμετώπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Όσον αφορά τους εργαζομένους που παραιτήθηκαν το 2025, σε μία περίπτωση αποφασίστηκε προσωρινή απαγόρευση ανάληψης άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας σύμφωνα με το πλαίσιο δεοντολογίας. Σε 6 περιπτώσεις, για την αποφυγή φαινομένων “revolving door” επιβλήθηκαν πρόσθετα μέτρα διασφάλισης, όπως ανακατανομή καθηκόντων, μετακίνηση στελεχών σε άλλες θέσεις ή/και διακοπή των δικαιωμάτων πρόσβασης, ώστε η μεταβατική περίοδος να λάβει χώρα στην ουσία εντός του οργανισμού.

Το CGO διοργάνωσε την ετήσια άσκηση παρακολούθησης της συμμόρφωσης σχετικά με τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές του προσωπικού και των ανώτατων λειτουργών της ΕΚΤ. Όπως και τα προηγούμενα έτη, η άσκηση εντόπισε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, εκ των οποίων το 55% περίπου αφορούσε στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν αφορούσε δόλο ή άλλη σοβαρή μη συμμόρφωση.

Η Επιτροπή Δεοντολογίας και Συμμόρφωσης (Ethics and Compliance Committee) κατάρτισε κατευθυντήριες αρχές για τη δεοντολογική και υπεύθυνη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Η Επιτροπή Δεοντολογίας και Συμμόρφωσης, το Ευρωσύστημα και το φόρουμ συνεργασίας σε θέματα δεοντολογίας και ακεραιότητας σε ολόκληρο τον ΕΕΜ συγκρότησαν ειδική ομάδα δράσης για τη δεοντολογία και την τεχνητή νοημοσύνη. Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η Επιτροπή ανέπτυξε μη δεσμευτικές κατευθυντήριες αρχές με στόχο την προώθηση του δεοντολογικού και υπεύθυνου σχεδιασμού και χρήσης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και την παροχή πρακτικών κατευθύνσεων για τα ιδρύματα σε όλη την έκταση του Ευρωσυστήματος και της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Σύμφωνα με τη δέσμευσή της για την προώθηση της ευαισθητοποίησης σε θέματα δεοντολογίας και ακεραιότητας, και με βάση τις εισηγήσεις μιας ομάδας εργασίας, η Επιτροπή διοργάνωσε ένα κουίζ γνώσεων σε θέματα δεοντολογίας στο Ευρωσύστημα/ΕΕΜ, καθώς και μια ομιλία με θέμα τη δεοντολογία, την εμπιστοσύνη του κοινού και την ανθρώπινη συμπεριφορά από τη σκοπιά των επιστημών της συμπεριφοράς. Η συμμετοχή και στις δύο πρωτοβουλίες ήταν υψηλή και ιδρύματα από όλο το φάσμα του Ευρωσυστήματος και της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας συμμετείχαν ενεργά.

6.5 Αρχή του διαχωρισμού μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων

Το 2025 η αρχή του διαχωρισμού μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων εφαρμόστηκε κυρίως σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών τομέων πολιτικής.

Σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39 σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της ΕΚΤ,[66] η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιήθηκε με βάση την “αρχή του αναγκαίου”: και οι δύο λειτουργίες πολιτικής κλήθηκαν να αποδείξουν ότι οι πληροφορίες που ζητούσαν η μία από την άλλη ήταν αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων πολιτικής τους.

Σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39, απαιτείται έγκριση της Εκτελεστικής Επιτροπής για την ανταλλαγή μη ανωνυμοποιημένων στοιχείων κοινής πληροφόρησης (COREP) και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (FINREP), άλλων πρωτογενών δεδομένων και πληροφοριών που περιέχουν αξιολογήσεις ή συστάσεις πολιτικής. Οι υπηρεσιακές μονάδες των δύο λειτουργιών πολιτικής της ΕΚΤ αντάλλαξαν τέτοιου είδους δεδομένα βάσει του πλαισίου που εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά η Εκτελεστική Επιτροπή.

Στις περιπτώσεις όπου οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούσαν ανωνυμοποιημένα δεδομένα ή δεν αφορούσαν ευαίσθητες πληροφορίες από άποψη χάραξης πολιτικής, η πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες δόθηκε απευθείας από τη λειτουργία πολιτικής της ΕΚΤ που κατείχε τις πληροφορίες, σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39.

Εν όψει των αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, το 2025 ενεργοποιήθηκε η ρήτρα έκτακτης ανάγκης του άρθρου 8 της Απόφασης ΕΚΤ/2014/39 προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας για περιορισμένο μόνο χρονικό διάστημα.

Ο διαχωρισμός σε επίπεδο λήψης αποφάσεων δεν δημιούργησε προβληματισμούς και δεν απαιτήθηκε η παρέμβαση της Επιτροπής Μεσολάβησης.

Πλαίσιο 5
Μετάβαση της Българска народна банка (Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας) από τη στενή συνεργασία στην τακτική συμμετοχή στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό

Στις 8 Ιουλίου 2025 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε επισήμως την ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ, με αποτέλεσμα η Βουλγαρία να γίνει η 21η χώρα-μέλος από την 1η Ιανουαρίου 2026.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και η Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας συνεργάστηκαν για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη μετάβαση από τη στενή συνεργασία στην πλήρη συμμετοχή στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό. Σύμφωνα με το πλαίσιο στενής συνεργασίας, το οποίο θεσπίστηκε την 1η Οκτωβρίου 2020, η ΕΚΤ ήταν αρμόδια για την άμεση εποπτεία των σημαντικών ιδρυμάτων της Βουλγαρίας, τις κοινές διαδικασίες για όλες τις εποπτευόμενες οντότητες και την επίβλεψη των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων. Η ΕΚΤ εξέδιδε οδηγίες προς την Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας, η οποία στη συνέχεια υιοθετούσε και κοινοποιούσε τις εθνικές εποπτικές αποφάσεις στις αντίστοιχες βουλγαρικές τράπεζες. Για τρία ΣΙ της Βουλγαρίας – θυγατρικές τραπεζικών ομίλων του Βελγίου, της Ελλάδας και της Ιταλίας που εποπτεύονταν ήδη από την ΕΚΤ – εποπτικά στελέχη της Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας εντάχθηκαν σε υφιστάμενες Μεικτές Εποπτικές Ομάδες, συμβάλλοντας αποτελεσματικά στην άμεση εποπτεία αυτών των ΣΙ. Για την DSK Bank AD, βουλγαρικό ΣΙ και θυγατρική ουγγρικού τραπεζικού ομίλου, δημιουργήθηκε νέα Μεικτή Εποπτική Ομάδα.

Από την 1η Ιανουαρίου 2026 η ΕΚΤ δεν εκδίδει πλέον οδηγίες προς την Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας, καθώς η ΕΚΤ μπορεί να ασκεί απευθείας τις εποπτικές της εξουσίες και να ηγείται επιτόπιων επιθεωρήσεων στις εποπτευόμενες οντότητες στη Βουλγαρία. Η ΕΚΤ πλέον υιοθετεί και κοινοποιεί απευθείας τις εποπτικές αποφάσεις στις βουλγαρικές οντότητες. Επιπλέον, η Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας έχει ενσωματωθεί πλήρως στη διαδικασία σχεδιασμού των επιτόπιων επιθεωρήσεων της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας το 2026. Έτσι εξορθολογίζονται περαιτέρω οι εποπτικές αποστολές, ενισχύεται η διασυνοριακή συνεργασία και απλουστεύονται οι διοικητικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματικότερη διεξαγωγή αποστολών της ΕΚΤ στη Βουλγαρία.

7 Αναφορά για την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ, η ΕΚΤ πρέπει να αφιερώνει επαρκείς πόρους προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τα εποπτικά της καθήκοντα. Αυτοί οι πόροι χρηματοδοτούνται μέσω της επιβολής εποπτικών τελών στις οντότητες που υπόκεινται στην άμεση και έμμεση εποπτεία της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ καταβάλλει κάθε προσπάθεια να επαναπροσδιορίζει και να βελτιστοποιεί τους πόρους της, ώστε να διασφαλίζει ότι η εποπτική λειτουργία είναι σε θέση να εκπληρώνει τα καθήκοντά της σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, βελτιώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητά της και συγκρατώντας το προβλεπόμενο κόστος της σε συμφωνία με τη δέσμευση όλου του οργανισμού για σταθεροποίηση του κόστους.

Οι δαπάνες για την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων προσδιορίζονται χωριστά εντός του προϋπολογισμού της ΕΚΤ. Οι δαπάνες αυτές αφορούν τα έξοδα που βαρύνουν άμεσα την εποπτική λειτουργία της ΕΚΤ. Η εποπτική λειτουργία βασίζεται επίσης σε κοινές υπηρεσίες που παρέχονται από τις υποστηρικτικές υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ.[67] Καθώς η ΕΚΤ έχει δεσμευθεί να επιδιώκει με κάθε τρόπο την ενίσχυση της αποδοτικότητας, βελτιώνει τακτικά τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για τον επιμερισμό του κόστους προκειμένου να διασφαλίζει τον ακριβή επιμερισμό του κόστους που αντανακλά τη βελτίωση της αποδοτικότητας και την εξέλιξη των καθηκόντων σε όλο το ίδρυμα.

Η αρμοδιότητα για θέματα προϋπολογισμού έχει ανατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Αυτό εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΚΤ, κατόπιν πρότασης της Εκτελεστικής Επιτροπής σε διαβούλευση με τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου για θέματα που συνδέονται με την τραπεζική εποπτεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο επικουρείται από την Επιτροπή Προϋπολογισμού, τα μέλη της οποίας προέρχονται από όλες τις εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος και την ΕΚΤ. Η Επιτροπή Προϋπολογισμού συνεπικουρεί το Διοικητικό Συμβούλιο παρέχοντάς του αξιολογήσεις των αναφορών της ΕΚΤ για την κατάρτιση και την παρακολούθηση του προϋπολογισμού.

7.1 Δαπάνες για το 2025

Οι δαπάνες της ΕΚΤ για το 2025 συνέχισαν να είναι σύμφωνες με τον προγραμματισμένο προϋπολογισμό.

Το 2025 οι πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες που συνδέονται με τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ ανήλθαν σε 689,8 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 14,0 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το εκτιμώμενο ποσό ύψους 703,8 εκατ. ευρώ που είχε γνωστοποιηθεί τον Μάρτιο του 2025, αντανακλώντας ποσοστό χρήσης 98,0% των προγραμματισμένων δαπανών για εποπτικά καθήκοντα.

Οι κατηγορίες του Πίνακα 11 χρησιμοποιούνται για τον επιμερισμό του ετήσιου κόστους που θα ανακτηθεί από τα ετήσια εποπτικά τέλη, τα οποία θα καταβάλουν οι εποπτευόμενες οντότητες με βάση το αν χαρακτηρίζονται σημαντικές ή λιγότερο σημαντικές για εποπτικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού για τα Εποπτικά Τέλη[68].[69]

Πίνακας 11

Κόστος των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ανά λειτουργία (2024-2025)

(εκατ. ευρώ)

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες

2024

2025

Άμεση εποπτεία σημαντικών ιδρυμάτων

340,8

346,3

Επίβλεψη λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων

15,3

16,2

Οριζόντια καθήκοντα και εξειδικευμένες υπηρεσίες

324,6

327,3

Συνολικές δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ

680,6

689,8

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην συμφωνούν με το άθροισμα των επιμέρους ποσών λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Ο Πίνακας 12 παρέχει πιο αναλυτικά στοιχεία για τις δαπάνες με βάση τις πραγματοποιηθείσες δραστηριότητες.

Πίνακας 12

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ

(εκατ. ευρώ)

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες

2024

2025

Προληπτική εποπτεία, εκ των οποίων:

541,9

555,7

μη επιτόπια εποπτεία και επίβλεψη

272,0

258,0

επιτόπιες επιθεωρήσεις

84,1

104,5

λειτουργίες πολιτικής, συμβουλευτικές και κανονιστικές

185,0

191,7

διαχείριση κρίσεων

0,8

1,5

Μακροπροληπτικά καθήκοντα

19,6

17,2

Εποπτική στατιστική

57,5

54,2

Εποπτικό Συμβούλιο, γραμματεία, εποπτικό δίκαιο

61,6

62,8

Συνολικές δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ

680,6

689,8

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην συμφωνούν με το άθροισμα των επιμέρους ποσών λόγω στρογγυλοποιήσεων. Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης βελτίωσης των δεικτών μέτρησης που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επιμερισμού του κόστους, το 2025 ποσό 16,7 εκατ. ευρώ από το κόστος που συνδέεται με τις εποπτικές δραστηριότητες αναταξινομήθηκε από τη μη επιτόπια εποπτεία και επίβλεψη στις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Το 2025 οι δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα αυξήθηκαν κατά 1,3%, σε σύγκριση με το 2024. Αυτή η ετήσια αύξηση των συνολικών δαπανών κατά 9,1 εκατ. ευρώ μπορεί να αποδοθεί στις διετείς ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ που πραγματοποιήθηκαν το 2025 (βλ. Ενότητα 1.1.1), στο πρόσθετο κόστος που σχετίζεται με τη νέα εντολή βάσει του Κανονισμού για την Ψηφιακή Επιχειρησιακή Ανθεκτικότητα (DORA) (βλ. ενότητες 1.2.2.3 και 4.1.1.5), καθώς και στις συνεχιζόμενες επενδύσεις στην εποπτική τεχνολογία (βλ. Ενότητα 5.2).

Οι αυξήσεις του κόστους αντισταθμίστηκαν από τη μείωση της απόσβεσης των αρχικών δαπανών για το Σύστημα Διαχείρισης Πληροφοριών (IMAS) και την πλατφόρμα αναφοράς αποτελεσμάτων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (STAR) που πραγματοποιήθηκαν κατά την έναρξη της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Το ποσό της απόσβεσης, η οποία εφαρμόστηκε για τελευταία φορά το 2025, μειώθηκε από 19,0 εκατ. ευρώ το 2024 σε 3,8 εκατ. ευρώ το 2025. Επιπλέον, η μείωση του κόστους που σχετίζεται με τις εποπτικές πρωτοβουλίες και τις κοινές υπηρεσίες αντιστάθμισε περαιτέρω τη συνολική αύξηση (Διάγραμμα 9).

Εκτός από τους εσωτερικούς της πόρους, η ΕΚΤ χρησιμοποιεί εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες για εξειδικευμένη τεχνογνωσία ή ολοκληρωμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες υπό εξειδικευμένη καθοδήγηση, ιδίως σε περιόδους αυξημένου φόρτου εργασίας. Το 2025 η ΕΚΤ δαπάνησε 37,1 εκατ. ευρώ σε συμβουλευτικές υπηρεσίες για τα κύρια εποπτικά της καθήκοντα, ποσό μειωμένο κατά 5,0 εκατ. ευρώ έναντι του 2024, κυρίως λόγω των χαμηλότερων αναγκών λήψης εξωτερικών συμβουλευτικών υπηρεσιών για εποπτικές πρωτοβουλίες και επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Ο επιμερισμός των δαπανών μεταξύ αυτών που αποδίδονται άμεσα στα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ και των δαπανών για τις κοινές υπηρεσίες ήταν γενικά παρόμοιος με του προηγούμενου έτους (Διάγραμμα 9).

Διάγραμμα 9

Κόστος εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ανά κατηγορία

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης βελτίωσης των δεικτών μέτρησης που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επιμερισμού του κόστους, το 2025 5,1 εκατ. ευρώ αναταξινομήθηκαν από δαπάνες που σχετίζονται με το προσωπικό σε λοιπές λειτουργικές δαπάνες. Αυτό αντανακλά τις δαπάνες για υπηρεσιακά ταξίδια που είχαν προηγουμένως ταξινομηθεί στις δαπάνες που σχετίζονται με το προσωπικό.

Οι άμεσα καταλογιστέες δαπάνες περιλαμβάνουν δαπάνες προσωπικού άμεσα συνδεδεμένου με την εποπτεία, εποπτικές πρωτοβουλίες (συμπεριλαμβανομένων δαπανών που περιλαμβάνουν ελέγχους ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού), δαπάνες για ειδικές τεχνολογίες πληροφορικής και λοιπές λειτουργικές δαπάνες, όπως υπηρεσιακά ταξίδια και επιμόρφωση.

Οι συνολικές άμεσα καταλογιστέες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 14,7 εκατ. ευρώ το 2025 σε σύγκριση με το 2024, αντανακλώντας αύξηση των δαπανών που σχετίζονται με το προσωπικό κατά 30,4 εκατ. ευρώ, η οποία αντισταθμίστηκε από μειώσεις σε άλλες κατηγορίες δαπανών. Το αυξημένο κόστος αντανακλά κυρίως τα πρόσθετα ισοδύναμα θέσεων πλήρους απασχόλησης που ενέκρινε το Διοικητικό Συμβούλιο για (α) τις διετείς ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, (β) την ολοκλήρωση της αντικατάστασης των εξωτερικών συμβούλων με την πρόσληψη προσωπικού για συμβουλευτικές υπηρεσίες που σχετίζονται με τις επιτόπιες επιθεωρήσεις και τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων και (γ) τη νέα εντολή που απορρέει από τον Κανονισμό DORA, καθώς και προσλήψεις προσωπικού για έργα που αφορούν την τραπεζική εποπτεία, των οποίων το κόστος κατανέμεται απευθείας σε αυτή την κατηγορία.

Συγκεκριμένα, οι αυξήσεις των δαπανών για την ειδική εποπτική τεχνολογία και τη νέα εντολή που απορρέει από τον DORA υπεραντισταθμίστηκαν από τη μείωση κατά 15,2 εκατ. ευρώ της απόσβεσης για το IMAS και τη STAR. Το 2025 σημειώθηκε αύξηση των έργων ανάπτυξης πληροφοριακών συστημάτων ειδικά για την τραπεζική εποπτεία (συμπεριλαμβανομένων του Project Olympus και της ενοποιημένης πλατφόρμας εποπτείας – single supervisory cockpit), ενώ οι δαπάνες για τη συντήρηση ειδικών συστημάτων πληροφορικής μειώθηκαν σε σύγκριση με το 2024. Οι δαπάνες για δραστηριότητες που σχετίζονται με εποπτικές πρωτοβουλίες επίσης υποχώρησαν σε σύγκριση με το 2024, καθώς διενεργήθηκαν μόνο τακτικοί έλεγχοι ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού.

Οι δαπάνες στην κατηγορία των κοινών υπηρεσιών ανήλθαν σε 264,6 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται τόσο από τη λειτουργία κεντρικής τράπεζας όσο και από τη λειτουργία τραπεζικής εποπτείας.[70] Για τον επιμερισμό τους μεταξύ των δύο λειτουργιών χρησιμοποιείται ένας μηχανισμός επιμερισμού του κόστους που εφαρμόζει καθιερωμένους δείκτες μέτρησης, όπως τα ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, οι χώροι γραφείων και ο αριθμός των αιτημάτων μετάφρασης.

Το κόστος των κοινών υπηρεσιών μειώθηκε το 2025: ο περιορισμός των δαπανών που συνδέονται με τις επενδύσεις σε εξοπλισμό και υπηρεσίες πληροφορικής και η συμβολή της ΕΚΤ στο Ευρωπαϊκό Σχολείο της Φραγκφούρτης μείωσε τις δαπάνες εντός των κατηγοριών των υπηρεσιών πληροφορικής και ανθρώπινου δυναμικού.

Οι μειώσεις αυτές αντισταθμίστηκαν από αυξήσεις του κόστους κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών λόγω της συντήρησης δύο κτιρίων το 2025,[71] καθώς και από την εφαρμογή μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής για τα στοιχεία ενεργητικού που σχετίζεται με την αντικατάσταση των στοιχείων ενεργητικού στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Η στρατηγική αυτή αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2029. Επιπλέον, σημειώθηκε αύξηση στις νομικές, ελεγκτικές και διοικητικές υπηρεσίες. Αυτό συνέβη λόγω κυρίως της εσωτερικής αναδιοργάνωσης της λειτουργίας Εσωτερικής επιθεώρησης της ΕΚΤ, σκοπός της οποίας ήταν να ενισχυθεί περαιτέρω ο διαχωρισμός μεταξύ εποπτικών και λοιπών καθηκόντων της ΕΚΤ στο πλαίσιο των κοινών υπηρεσιών.

7.2 Εκτιμώμενες δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ το 2026

Η ΕΚΤ αναμένει να συνεχιστεί η σχεδόν πλήρης χρήση του προγραμματισμένου προϋπολογισμού του 2026.

Το προϋπολογισθέν ανώτερο όριο δαπανών για τα εποπτικά καθήκοντα για το 2026 ανέρχεται σε 706,7 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,9 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον προγραμματισμένο προϋπολογισμό του 2025 (703,8 εκατ. ευρώ). Ο προϋπολογισμός της ΕΚΤ καταρτίζεται λαμβάνοντας υπόψη τα αναμενόμενα καθήκοντα και με γνώμονα την επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στις αρχές του επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων και της βελτιστοποίησης των πόρων, προκειμένου να διατηρηθεί η δέσμευση της ΕΚΤ για σταθεροποίηση του κόστους. Σύμφωνα με την τάση που παρατηρήθηκε το 2024 και το 2025, η ΕΚΤ αναμένει σχεδόν πλήρη χρήση του προγραμματισμένου προϋπολογισμού το 2026. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μικρότερη χρηματοοικονομική ευελιξία για την αντιμετώπιση εξωγενών παραγόντων που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά τη διάρκεια της περιόδου δημοσιονομικού προγραμματισμού.

Πίνακας 13

Εκτιμώμενο κόστος των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ το 2026 ανά λειτουργία

(εκατ. ευρώ)

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες 2024

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες 2025

Εκτιμώμενες δαπάνες 2026

Άμεση εποπτεία σημαντικών ιδρυμάτων

340,8

346,3

351,6

Επίβλεψη λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων

15,3

16,2

15,4

Οριζόντια καθήκοντα και εξειδικευμένες υπηρεσίες

324,6

327,3

339,7

Συνολικές δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ

680,6

689,8

706,7

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην συμφωνούν με το άθροισμα των επιμέρους ποσών λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Η εκτίμηση για το 2026 αντανακλά τις συνεχιζόμενες επενδύσεις στην εποπτική τεχνολογία και τις πρόσθετες ανάγκες του προϋπολογισμού που απορρέουν από τον Κανονισμό DORA. Από τον Ιανουάριο του 2026 η αποζημίωση για δαπάνες που συνδέονται με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ σε μεικτά εξεταστικά κλιμάκια που συμμετέχουν στην επίβλεψη κρίσιμων τρίτων παρόχων υπηρεσιών ΤΠΕ (βλ. Ενότητα 4.1.1.5) θα γίνεται από τον επικεφαλής επιβλέποντα φορέα, επομένως δεν περιλαμβάνονται στα εποπτικά τέλη της ΕΚΤ.

Επιπλέον, αναπροσαρμόστηκαν τα πρότυπα πρόσληψης προσωπικού που σχετίζονται με τις διετείς ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ, με τους πόρους που απαιτούνται για τις προπαρασκευαστικές εργασίες να προϋπολογίζονται πλέον στα έτη κατά τα οποία δεν διεξάγεται άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Η αλλαγή αυτή αναμένεται να συμβάλει στην άμβλυνση των επιπτώσεων από τις διετείς διακυμάνσεις του αριθμού των εργαζομένων. Το προγραμματισμένο κόστος για το 2026 δεν περιλαμβάνει δαπάνες απόσβεσης για το IMAS ή την STAR. Επιπλέον, η αύξηση του κόστους αντισταθμίζεται από τη μείωση των δαπανών που προκύπτει από τη συγχώνευση των τριών κτιρίων της ΕΚΤ σε δύο.

Τα ετήσια εποπτικά τέλη για το 2026, που θα χρεωθούν το 2027, θα υπολογιστούν μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών του 2026 και θα περιλαμβάνουν τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες για το σύνολο του έτους 2026, κατόπιν προσαρμογής ως προς τα ποσά που επιστράφηκαν σε μεμονωμένες τράπεζες ή εισπράχθηκαν από μεμονωμένες τράπεζες για προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών, τόκους υπερημερίας και τέλη ανεπίδεκτα εισπράξεως.

Η ποσοστιαία κατανομή του συνολικού ποσού τελών που θα επιβληθούν ανά κατηγορία ιδρυμάτων το 2026 εκτιμάται στο 95,8% για τα σημαντικά ιδρύματα και στο 4,2% για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα.

Πίνακας 14

Εκτιμώμενο κόστος των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ το 2026 ανά εποπτικό χαρακτηρισμό

(εκατ. ευρώ)

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες 2024

Πραγματοποιηθείσες δαπάνες 2025

Εκτιμώμενες δαπάνες 2026

Σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες ή σημαντικοί όμιλοι

651,4

659,0

677,0

Λιγότερο σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες ή λιγότερο σημαντικοί όμιλοι

29,2

30,8

29,7

Συνολικές δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ

680,6

689,8

706,7

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην συμφωνούν με το άθροισμα των επιμέρους ποσών λόγω στρογγυλοποιήσεων.

7.3 Πλαίσιο εποπτικών τελών για το 2025

7.3.1 Συνολικό ποσό που θα χρεωθεί για την περίοδο επιβολής τελών 2025

Τα ετήσια εποπτικά τέλη που θα χρεωθούν για την περίοδο επιβολής τελών 2025 είναι 690 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά σχεδόν αποκλειστικά τις πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες για το 2025, ύψους 689,8 εκατ. ευρώ, ύστερα από προσαρμογή ύψους 275.638 ευρώ για (καθαρές) επιστροφές σε μεμονωμένες τράπεζες για προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών και 30.444 ευρώ για εισπραχθέντες τόκους υπερημερίας, δηλ. συνολική προσαρμογή ίση με 245.194 ευρώ.

Πίνακας 15

Συνολικό ποσό επιβαλλόμενων εποπτικών τελών

(εκατ. ευρώ)

Επιβαλλόμενο ποσό

2024

2025

Τέλη για σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες ή σημαντικούς ομίλους

651,4

659,1

Τέλη για λιγότερο σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες ή λιγότερο σημαντικούς ομίλους

29,2

30,9

Συνολικό ποσό τελών που θα χρεωθεί

680,6

690,0

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην συμφωνούν με το άθροισμα των επιμέρους ποσών λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Το ποσό που θα ανακτηθεί μέσω των ετήσιων εποπτικών τελών διαχωρίζεται σε δύο μέρη με βάση την ιδιότητα της εποπτευόμενης οντότητας ως σημαντικής ή λιγότερο σημαντικής και, ως εκ τούτου, την έκταση των εποπτικών δραστηριοτήτων της ΕΚΤ. Οι δαπάνες κατανέμονται είτε στο σημαντικό είτε στο λιγότερο σημαντικό ίδρυμα σύμφωνα με μεθοδολογία που επαναξιολογείται συνεχώς με βάση τα πραγματικά εποπτικά καθήκοντα που εκτελούνται. Για το 2025, τα ποσά που χρεώθηκαν τα σημαντικά και τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα αντιπροσωπεύουν το 95,5% και 4,5% αντίστοιχα των συνολικών ετήσιων εποπτικών τελών.

Προκειμένου τα εποπτικά τέλη της ΕΚΤ να τεθούν στη σωστή τους διάσταση, αυτά αντιπροσωπεύουν το 0,16% των συνολικών διοικητικών δαπανών και αποσβέσεων των οντοτήτων που εποπτεύονται, άμεσα ή έμμεσα, από την ΕΚΤ[72] (0,19% για τις σημαντικές οντότητες και 0,04% για τις λιγότερο σημαντικές οντότητες).

7.3.2 Εποπτικά τέλη ανά τράπεζα

Σε επίπεδο επιμέρους τραπεζών ή ομίλων, τα τέλη υπολογίζονται ανάλογα με τη σπουδαιότητα και το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας, με βάση ετήσιους συντελεστές για τις εποπτευόμενες οντότητες.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εποπτικά τέλη δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία.

7.4 Άλλα έσοδα που συνδέονται με καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας

Η ΕΚΤ έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στις εποπτευόμενες οντότητες που δεν συμμορφώνονται προς το ισχύον τραπεζικό δίκαιο της ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας (συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ). Τα σχετικά έσοδα δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ετήσιων εποπτικών τελών, ούτε οι τυχόν επιστροφές των προστίμων αυτών σε περίπτωση τροποποίησης ή ακύρωσης προηγούμενων αποφάσεων επιβολής κυρώσεων. Τα σχετικά ποσά καταγράφονται στα αποτελέσματα χρήσης της ΕΚΤ. Το 2025 τα έσοδα από κυρώσεις σε εποπτευόμενες οντότητες ανήλθαν σε 28,5 εκατ. ευρώ.

8 Νομικές πράξεις που υιοθετήθηκαν από την ΕΚΤ

Οι νομικές πράξεις που υιοθετήθηκαν από την ΕΚΤ περιλαμβάνουν κανονισμούς, αποφάσεις, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και οδηγίες προς τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Στην παρούσα ενότητα παρατίθενται οι νομικές πράξεις σχετικά με την τραπεζική εποπτεία που υιοθετήθηκαν το 2025 από την ΕΚΤ και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη βάση δεδομένων EURLex. Περιλαμβάνονται οι νομικές πράξεις που υιοθετήθηκαν βάσει του άρθρου 4(3) του Κανονισμού EEM και άλλες συναφείς νομικές πράξεις.

8.1 Κανονισμοί της ΕΚΤ

ΕΚΤ/2025/24
Κανονισμός (ΕΕ) 2025/1520 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 15ης Ιουλίου 2025, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/445 σχετικά με την άσκηση δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο (ΕΚΤ/2016/4) (EKT/2025/24) (ΕΕ L, 2025/1520, 28.7.2025)

ΕΚΤ/2025/31
Κανονισμός (ΕΕ) 2025/1958 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 9ης Σεπτεμβρίου 2025, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/534 για την υποβολή εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση (EKT/2015/13) (EKT/2025/31) (ΕΕ L, 2025/1958, 17.10.2025)

8.2 Άλλες νομικές πράξεις της ΕΚΤ εκτός των κανονισμών

ΕΚΤ/2025/1
Απόφαση (ΕΕ) 2025/94 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 10ης Ιανουαρίου 2025, που θεσπίζει τα κριτήρια κοινοποίησης εποπτικών αποφάσεων για τους σκοπούς των εποπτικών ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (EKT/2025/1) (ΕΕ L, 2025/94, 16.1.2025)

ΕΚΤ/2025/7
Απόφαση (ΕΕ) 2025/451 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 21ης Φεβρουαρίου 2025, που τροποποιεί την απόφαση (ΕΕ) 2024/461 σχετικά με την παροχή πληροφοριών από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με τις αποδοχές, τη διαφορά αποδοχών μεταξύ των φύλων, τις εγκεκριμένες υψηλότερες αναλογίες και τα υψηλά αμειβόμενα πρόσωπα για σκοπούς συγκριτικής αξιολόγησης (ΕΚΤ/2024/2) (ΕΚΤ/2025/7) (ΕΕ L, 2025/451, 6.3.2025)

ΕΚΤ/2025/8
Απόφαση (ΕΕ) 2025/507 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 7ης Μαρτίου 2025, σχετικά με το συνολικό ποσό των ετήσιων εποπτικών τελών για το 2024 (ΕΚΤ/2025/8) (ΕΕ L, 2025/507, 27.3.2025)

ΕΚΤ/2025/10
Απόφαση (ΕΕ) 2025/673 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 24ης Μαρτίου 2025, που τροποποιεί την απόφαση (ΕΕ) 2023/1681 σχετικά με την υποβολή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εποπτικών δεδομένων τα οποία παρέχουν οι εποπτευόμενες οντότητες στις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΚΤ/2023/18) (ΕΚΤ/2025/10) (ΕΕ L, 2025/673, 4.4.2025)

ΕΚΤ/2025/13
Απόφαση (ΕΕ) 2025/873 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 24ης Απριλίου 2025, για την τροποποίηση της απόφασης (ΕΕ) 2022/1981 σχετικά με τη χρήση υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών από τις αρμόδιες αρχές (ΕΚΤ/2022/33) (ΕΚΤ/2025/13) (ΕΕ L, 2025/873, 12.5.2025)

ΕΚΤ/2025/14
Απόφαση (ΕΕ) 2025/874 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 24ης Απριλίου 2025, για την τροποποίηση της απόφασης (ΕΕ) 2022/1982 σχετικά με τη χρήση υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών από τις αρμόδιες αρχές και από τις συνεργαζόμενες αρχές (ΕΚΤ/2022/34) (ΕΚΤ/2025/14) (ΕΕ L, 2025/874, 12.5.2025)

ΕΚΤ/2025/25
Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2025/1521 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 15ης Ιουλίου 2025, που τροποποιεί την κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2017/697 σχετικά με την άσκηση από τις εθνικές αρμόδιες αρχές δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο όσον αφορά τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΕΚΤ/2017/9) (EKT/2025/25) (ΕΕ L, 2025/1521, 28.7.2025)

ΕΚΤ/2025/26
Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 15ης Ιουλίου 2025, που τροποποιεί τη σύσταση ΕΚΤ/2017/10 σχετικά με την εφαρμογή κοινών προδιαγραφών κατά την άσκηση από τις εθνικές αρμόδιες αρχές ορισμένων δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο όσον αφορά τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα, (EKT/2025/26) (ΕΕ C, C/2025/4190, 28.7.2025)

ΕΚΤ/2025/40
Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2025/2595 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 10ης Δεκεμβρίου 2025, σχετικά με την εποπτική προσέγγιση την οποία εφαρμόζουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές όσον αφορά την κάλυψη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που διακρατούνται από λιγότερο σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες (EKT/2025/40) (ΕΕ L, 2025/2595, 19.12.2025)

© Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2026

Διεύθυνση 60640 Frankfurt am Main, Γερμανία
Τηλέφωνο +49 69 1344 0
Δικτυακός τόπος www.bankingsupervision.europa.eu

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Η αναπαραγωγή για εκπαιδευτικούς και μη εμπορικούς σκοπούς επιτρέπεται εφόσον αναφέρεται η πηγή.

Για ειδική ορολογία μπορείτε να συμβουλευθείτε το Γλωσσάριο για τον ΕΕΜ (διαθέσιμο μόνο στα αγγλικά).

HTML ISBN 978-92-899-7578-0, ISSN 2443-583X, doi:10.2866/6482896, QB-01-25-292-EL-Q


  1. Προτού γίνει το 21ο μέλος της ζώνης του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2026, η Βουλγαρία συμμετείχε στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό στο πλαίσιο στενής συνεργασίας. Για τους σκοπούς της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα το 2025, ο όρος “τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ” περιλαμβάνει και τη Βουλγαρία.

  2. Όλα τα μεγέθη της Ενότητας 1.1 αφορούν το γ΄ τρίμηνο του 2025.

  3. 2,2% χωρίς τα ταμειακά διαθέσιμα.

  4. Βλ. “Quarterly registrations of new businesses and declarations of bankruptcies - statistics”, Statistics Explained, Eurostat, 14 November 2025.

  5. Ως αρμόδια αρχή, η ΕΚΤ υποχρεούται να διενεργεί ετήσιες ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στις εποπτευόμενες οντότητες στο πλαίσιο της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP), όπως προβλέπει το άρθρο 100 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176, 27.6.2013, σ. 338) (Οδηγία για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις).

  6. Τα δημοσιευμένα αποτελέσματα συνεκτιμούν την εφαρμογή των κανόνων της Βασιλείας III σύμφωνα με τον αναθεωρημένο Κανονισμό για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRR III), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2025.

  7. Buch, C., “Global rifts and financial shifts: supervising banks in an era of geopolitical instability”, keynote speech at the eighth European Systemic Risk Board (ESRB) annual conference on “New Frontiers in Macroprudential Policy”, Frankfurt am Main, 26 September 2024.

  8. Επί του παρόντος η ΕΚΤ επεξεργάζεται και μια αντίστροφη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για το 2026, ώστε να διερευνήσει τις ευπάθειες σε γεωπολιτικές διαταραχές σε επίπεδο επιχείρησης.

  9. Η ΕΚΤ ολοκληρώνει την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σχετικά με την ανθεκτικότητα έναντι κυβερνοαπειλών”, δελτίο τύπου, ΕΚΤ, 26.7.2024.

  10. Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σ. 1).

  11. Βλ. “Complex exposures to private equity and credit funds require sophisticated risk managementSupervision Newsletter, ECB, November 2024.

  12. Βλ. “Extinguishing sparks before the fire: credit crisis managed well”, Supervision Newsletter, ECB, August 2025.

  13. ECB industry workshop on collateral insurance data and related practices (September 2025) και ECB conference on real estate climate data industry good practices (23 September 2024).

  14. Σε παλαιότερες δημοσιεύσεις, η ΕΚΤ αναφερόταν σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους ή κινδύνους Κ&Π. Στο εξής, η ΕΚΤ θα αναφέρεται γενικά σε κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση ή κινδύνους Κ&Φ. Οι όροι “περιβαλλοντικοί κίνδυνοι” και “κίνδυνοι που συνδέονται με τη φύση” χρησιμοποιούνται εναλλάξ για τους σκοπούς της παρούσας έκθεσης.

  15. Το 2023 και το 2024 η ΕΚΤ εξέδωσε συνολικά 37 δεσμευτικές εποπτικές αποφάσεις σε σχέση με τους κινδύνους Κ&Φ, 31 από τις οποίες ήταν συνδυαστικές αποφάσεις. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι τράπεζες είχαν συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις νωρίτερα από την προθεσμία.

  16. Στοιχεία τέλους 2024. Βλ. επίσης Elderson, F., “Banks have made good progress in managing climate and nature risks – and must continue”, The Supervision Blog, ECB, 11 July 2025.

  17. Βλ. “Sound risk data reporting: key to better decision-making and resilience”, Supervision Newsletter, ECB, February 2025.

  18. Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287, 29.10.2013, σελ. 63).

  19. Βλ. Απόφαση (ΕΕ) 2025/94 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 10ης Ιανουαρίου 2025, που θεσπίζει τα κριτήρια κοινοποίησης εποπτικών αποφάσεων για τους σκοπούς των εποπτικών ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (EKT/2025/1) (ΕΕ L, 2025/94, 16.2.2025).

  20. Στο πλαίσιο της εν λόγω έκθεσης, το διοικητικό όργανο του κάθε σημαντικού ιδρύματος καλείται να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση ότι αναγνωρίζει την ευθύνη του για τη διασφάλιση της ποιότητας των υποβαλλόμενων δεδομένων, συνοδευόμενη από προσυμπληρωμένο κατάλογο μεγεθών και δεικτών ποιότητας δεδομένων και από ερωτηματολόγιο με στόχο τη συλλογή ποιοτικών πληροφοριών για τη διακυβέρνηση δεδομένων.

  21. Βλ. “AI’s impact on banking: use cases for credit scoring and fraud detection”, Supervision Newsletter, ECB, November 2025.

  22. Βλ. Buch, C., “Reforming the SREP: an important milestone towards more efficient and effective supervision in a new risk environment”, The Supervision Blog, ECB, 28 May 2024.

  23. Βλ. “Assessment of the European Central Bank’s Supervisory Review and Evaluation Process – Report by the Expert Group to the Chair of the Supervisory Board of the ECB”, ECB, 2023.

  24. Για λεπτομερή ανασκόπηση της προόδου που καταγράφεται σε καθέναν από τους έξι στόχους βλ. Ενότητα 2 της έκθεσης Streamlining supervision, safeguarding resilience.

  25. Βλ. Ενότητες 2.5 και 2.6 στο “Supervisory methodology 2025”, ECB, November 2025.

  26. Βλ. “Εποπτικά μέτρα – Πλαίσιο κλιμάκωσης της ΕΚΤ”, ΕΚΤ, 2025.

  27. Βλ. “SREP reform: towards more efficient and effective supervision”, Supervision Newsletter, ECB, May 2025.

  28. ό.π.

  29. Βλ. “Πώς καθορίζεται η απαίτηση του Πυλώνα 2”, ΕΚΤ, 2025.

  30. Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 11ης Νοεμβρίου 2025 αναφορικά με: α) πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση, β) πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά τις απαιτήσεις των ανοιγμάτων τιτλοποιήσεων και γ) σχέδιο πρότασης κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού για την τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 όσον αφορά τους όρους επιλεξιμότητας σε τιτλοποιήσεις με αντικείμενο το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων (CON/2025/35) (ΕΕ C, C/2026/503, 23.1.2026).

  31. Το SSM Supervisory Culture Conference, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 17.11.2024, είχε προηγηθεί της εν λόγω πρωτοβουλίας.

  32. Για τους σκοπούς της παρούσας ενότητας, ως “εποπτικά μέτρα” νοούνται οι μη δεσμευτικές συστάσεις και οι απαιτήσεις ποιοτικού χαρακτήρα, οι οποίες εκδίδονται από την εποπτική αρχή μετά τον εντοπισμό αδυναμιών στη διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων της εποπτευόμενης οντότητας που απαιτούν διόρθωση, δηλ. δεν περιλαμβάνουν τον τακτικό προσδιορισμό ποσοτικών απαιτήσεων (π.χ. βάσει του Πυλώνα 2) στο πλαίσιο της ετήσιας SREP.

  33. Βλ. “Sound risk data reporting: key to better decision-making and resilience”, Supervision Newsletter, ECB, February 2025, “Supervision of internal models evolves with regulatory developments”, Supervision Newsletter, ECB, August 2025 και “On-site insights: good practices for CRE bullet loan lenders”, Supervision Newsletter, ECB, November 2025.

  34. Βλ. Donnery, S., “Resilience, risk and regulation: anchoring stability in a rules-based international order”, κεντρική ομιλία στο Delphi Economic Forum X, Δελφοί, 10.4.2025.

  35. Βλ. Montagner, P., “Information and Communications Technology resilience and reliability”, ομιλία στο Frankfurt Banking Summit, Φραγκφούρτη, 2.7.2025.

  36. Ανεξάρτητα από το είδος του διερευνώμενου κινδύνου, οι κατηγορίες “περιγραφή υποδείγματος”, “διαδικασίες” και “επικύρωση υποδείγματος” κατέγραψαν τον μεγαλύτερο αριθμό ευρημάτων.

  37. Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2025/1201 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2025, για την τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2025/530 όσον αφορά την ημερομηνία εφαρμογής του (EE L, 2025/1201, 11.7.2025).

  38. Targeted consultation on the application of the market risk prudential framework”, European Commission, 2025.

  39. Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2025/2595 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 10ης Δεκεμβρίου 2025, σχετικά με την εποπτική προσέγγιση την οποία εφαρμόζουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές όσον αφορά την κάλυψη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που διακρατούνται από λιγότερο σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες (EKT/2025/40) (ΕΕ L, 2025/2595, 19.12.2025).

  40. Τα μακροπροληπτικά μέτρα απόδοσης συντελεστή στάθμισης λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 458 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176, 27.6.2013, σ. 1).

  41. Governing Council statement on macroprudential policies – the ECB’s framework for assessing capital buffers of other systemically important institutions”, ECB, 20 December 2024.

  42. Κανονισμός (EΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (Κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141, 14.5.2014, σ. 1).

  43. Τα εν λόγω κριτήρια καθορίζονται στο άρθρο 6(4) του Κανονισμού ΕΕΜ.

  44. Ο κατάλογος των σημαντικών και λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων που δημοσιεύθηκε στις 19.12.2025 αντικατοπτρίζει (α) τις αποφάσεις σημαντικότητας που κοινοποιήθηκαν στα εποπτευόμενα ιδρύματα πριν από την 30.11.2025 και (β) άλλες μεταβολές και εξελίξεις στη διάρθρωση των σημαντικών ομίλων που τέθηκαν σε ισχύ πριν από την 1.11.2025.

  45. Asset Quality Review – Phase 2 Manual”, ECB, Frankfurt, May 2023.

  46. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Box 1 στην έκθεση “LSI Supervision Report 2022”, ECB, December 2022.

  47. Βλ. "LSI Supervision Report 2024", ECB, December 2024.

  48. Ορισμένες αποφάσεις καλύπτουν περισσότερες από μία αξιολογήσεις αδειοδότησης (π.χ. απόκτηση ειδικών συμμετοχών σε διαφορετικές θυγατρικές που περιλαμβάνονται σε μία συναλλαγή). Για ορισμένες διαδικασίες αδειοδότησης, όπως ενιαίου διαβατηρίου ή λήξης άδειας λειτουργίας, δεν απαιτείται επίσημη απόφαση της ΕΚΤ.

  49. Οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εξαιρούμενες οντότητες, τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις μεικτές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις αποδοχές, τα μέτρα και τις εξουσίες εποπτείας και τα μέτρα διατήρησης κεφαλαίου (ΕΕ L 150, 7.6.2019, σ. 253).

  50. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1619 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εποπτικές εξουσίες, τις κυρώσεις, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους (ΕΕ L, 2024/1619, 19.6.2024).

  51. Το 2025 η ΕΚΤ συνέβαλε στην κατάρτιση σχεδίων τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για τις σημαντικές, για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας, συναλλαγές βάσει της Οδηγίας για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αφορούν αποκτήσεις σημαντικών συμμετοχών, σημαντικές μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού και συγχωνεύσεις και διασπάσεις στις οποίες εμπλέκονται πιστωτικά ιδρύματα ή (μεικτές) χρηματοδοτικές εταιρίες συμμετοχών.

  52. Δεν περιλαμβάνονται οι αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αποφάσεων για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την απόκτηση ειδικών συμμετοχών.

  53. Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225, 30.7.2014, σ. 1).

  54. Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2025/791 της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 2025 για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό των γενικών όρων λειτουργίας των εποπτικών σωμάτων (ΕΕ L 2025/791, 8.8.2025) και Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2025/790 της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 2025 για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών (ΕΕ L, 2025/790, 8.8.2025).

  55. Οι επιπτώσεις που έχουν οι κίνδυνοι ΞΧ/ΧΤ για την προληπτική εποπτεία λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία SREP (οδηγώντας π.χ. στη χρήση ποιοτικών μέτρων για τη βελτίωση των πλαισίων ελέγχου των τραπεζών), καθώς και στις (επαν)αξιολογήσεις καταλληλότητας, τις αδειοδοτήσεις και τις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

  56. Συγκροτείται σώμα εποπτών για την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ όταν ένα ίδρυμα δραστηριοποιείται σε τουλάχιστον τρία κράτη-μέλη της ΕΕ.

  57. Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές δημοσίευσαν λεπτομερή οδηγό για τις δραστηριότητες επίβλεψης των CTPP τον Ιούλιο του 2025.

  58. Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές δημοσίευσαν για πρώτη φορά τον κατάλογο των ορισθέντων CTPP στις 18 Νοεμβρίου 2025.

  59. ECB clarifies harmonised approach to policy choices offered by EU law”, press release, ECB, 25.7.2025.

  60. Η ΕΚΤ επικαιροποιεί κατά περιόδους αυτές τις πολιτικές ώστε να αντανακλούν τις κανονιστικές αλλαγές και άλλες εξελίξεις.

  61. Ο “Συμβιβασμός της Δανίας” αποτελεί ειδικό κανόνα στο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ ο οποίος επιτρέπει στις τράπεζες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να σταθμίζουν ως προς τον κίνδυνο τις επενδύσεις τους σε θυγατρικές ασφαλιστικές εταιρείες αντί να τις αφαιρούν από το κεφάλαιό τους.

  62. Βλ. απαντήσεις στον ευρωβουλευτή κ. de Masi της 4ης Μαρτίου 2025, την ευρωβουλευτή Ζαχαρία της 18ης Μαρτίου 2025, τον ευρωβουλευτή Ferber της 28ης Μαρτίου 2025, τον ευρωβουλευτή Zijlstra της 19ης Μαΐου 2025, τον ευρωβουλευτή Flanagan της 15ης Ιουλίου 2025 και τον ευρωβουλευτή Ferber της 2ας Σεπτεμβρίου 2025.

  63. Η Διευθύνουσα Επιτροπή υποστηρίζει τις δραστηριότητες του Εποπτικού Συμβουλίου και προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του. Αποτελείται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου, έναν εκπρόσωπο της ΕΚΤ και πέντε εκπροσώπους εθνικών εποπτικών αρχών. Οι πέντε εκπρόσωποι των εθνικών εποπτικών αρχών διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο για ένα έτος βάσει συστήματος εκ περιτροπής που διασφαλίζει τη δίκαιη εκπροσώπηση των χωρών.

  64. Αφορούν αποφάσεις που οριστικοποιήθηκαν ή εκδόθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς (δηλ. εξερχόμενες αποφάσεις). Στον συνολικό αριθμό συμπεριλαμβάνονται 42 διαδικασίες τις οποίες ενέκρινε το Εποπτικό Συμβούλιο αφού έλαβε γνώση, χωρίς να εκδώσει εποπτική απόφαση (taking note procedure). Ο αριθμός των εποπτικών αποφάσεων δεν αντιστοιχεί στον αριθμό των διαδικασιών αδειοδότησης που κοινοποιήθηκαν επίσημα στην ΕΚΤ κατά την περίοδο αναφοράς (δηλ. εισερχόμενες διαδικασίες κοινοποίησης). Μία απόφαση μπορεί να περιέχει περισσότερες της μίας εποπτικές εγκρίσεις.

  65. Σύμφωνα με το άρθρο 6.7 του Εσωτερικού Κανονισμού του Εποπτικού Συμβουλίου, οι αποφάσεις είναι δυνατόν να ληφθούν και μέσω γραπτής διαδικασίας, εκτός αν φέρουν αντίρρηση τρία τουλάχιστον μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου που έχουν δικαίωμα ψήφου. Σε αυτή την περίπτωση, το θέμα εντάσσεται στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης του Εποπτικού Συμβουλίου. Για τη γραπτή διαδικασία κανονικά απαιτούνται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες ημέρες εξέτασης από το Εποπτικό Συμβούλιο.

  66. Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/39) (2014/723/EΕ) (ΕΕ L 300, 18.10.2014, σ. 57).

  67. Αυτές ομαδοποιούνται ως εξής: υπηρεσίες κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών, υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού, κοινές υπηρεσίες πληροφορικής, κοινές νομικές, ελεγκτικές και διοικητικές υπηρεσίες, επικοινωνιακές και μεταφραστικές υπηρεσίες, και άλλες υπηρεσίες.

  68. Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1163/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 22ας Οκτωβρίου 2014, σχετικά με τα εποπτικά τέλη (ΕΚΤ/2014/41) (ΕΕ L 311, 31.10.2014, σ. 23).

  69. Το κόστος που συνδέεται με οριζόντια καθήκοντα και εξειδικευμένες υπηρεσίες επιμερίζεται αναλογικά, με βάση το πλήρες κόστος της άμεσης εποπτείας των σημαντικών ιδρυμάτων και το κόστος επίβλεψης της εποπτείας των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων αντίστοιχα. Για κάθε κατηγορία, τα μεγέθη κόστους που αναφέρονται περιλαμβάνουν το αναλογούν τμήμα των κοινών υπηρεσιών που παρέχουν οι υποστηρικτικές υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ.

  70. Αυτές οι υπηρεσίες ομαδοποιούνται ως εξής: υπηρεσίες κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών, υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού, κοινές υπηρεσίες πληροφορικής, κοινές νομικές, ελεγκτικές και διοικητικές υπηρεσίες, επικοινωνιακές και μεταφραστικές υπηρεσίες, και άλλες υπηρεσίες.

  71. Όπως είχε προαναγγείλει η ΕΚΤ στις 12 Μαρτίου 2024, το 2025 πραγματοποιήθηκε η μεταστέγαση προσωπικού εποπτείας από το Eurotower και το Japan Centre στο κτίριο Gallileo στη Φραγκφούρτη. Η κίνηση αυτή θα επιτρέψει τελικά στην ΕΚΤ να μειώσει το φυσικό και περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, ωστόσο συνεπάγεται κάποιο πρόσθετο κόστος κατά τη μετάβαση.

  72. Ο υπολογισμός βασίζεται στις γραμμικά ανηγμένες σε ετήσια βάση ροές διοικητικών δαπανών και αποσβέσεων για το γ΄ τρίμηνο του 2025 που δημοσιεύονται στο πλαίσιο των εποπτικών τραπεζικών στατιστικών στοιχείων της ΕΚΤ.

Μηχανισμός καταγγελίας παραβάσεων