Σε αυτήν τη σελίδα οι όροι «τράπεζα» και «πιστωτικό ίδρυμα» χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι.
Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, η ΕΚΤ είναι η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση εποπτικών εγκρίσεων σε τράπεζες, οι οποίες περιλαμβάνουν τα ακόλουθα.
Όταν λαμβάνει αποφάσεις για αδειοδοτήσεις, η ΕΚΤ εφαρμόζει το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων της ΕΑΤ και, όπου κρίνεται αναγκαίο, την εθνική νομοθεσία.
Ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων της ΕΑΤ
Οι εθνικές εποπτικές αρχές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτές τις διαδικασίες εποπτικών εγκρίσεων: αποτελούν το σημείο εισόδου για σχετικές αιτήσεις και συνεργάζονται στενά με την ΕΚΤ για την αξιολόγησή τους. Η ΕΚΤ συνεργάζεται επίσης με τις εθνικές εποπτικές αρχές για να διασφαλίσει μια συνεπή προσέγγιση και υψηλά πρότυπα σε όλες τις χώρες. Οι εποπτικές προσδοκίες καθορίζονται σε δημόσιους οδηγούς.
Η διαδικασία αδειοδότησης δημιουργεί εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα επειδή διασφαλίζει ότι οι τράπεζες που εισέρχονται στην αγορά είναι κατάλληλες να ασκούν δραστηριότητες: μόνο οι εύρωστες τράπεζες που συμμορφώνονται με όλες τις νομικές απαιτήσεις μπορούν να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας. Η ίδια διαδικασία και τα ίδια κριτήρια ισχύουν για όλες τις τράπεζες – για αυτές που έχουν πιο παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα και για αυτές των οποίων τα επιχειρηματικά μοντέλα βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία. Οι αδειοδοτήσεις δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό ή την καινοτομία.
Έπειτα από τη θέση σε ισχύ του νομικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων (κανονισμός και οδηγία για τις επιχειρήσεις επενδύσεων), ο ορισμός «πιστωτικό ίδρυμα» στον κανονισμό σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (capital requirements regulation – CRR) τροποποιήθηκε για να συμπεριλάβει τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ταξινομούνται ως συστημικές. Αυτό αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων:
Αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων που χαρακτηρίζονται συστημικές πρέπει να υποβάλουν αίτηση για τραπεζική άδεια λειτουργίας το αργότερο την ημέρα που πληρούν τα κριτήρια. Η καταληκτική ημερομηνία για την εφαρμογή του κανονισμού για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τη μεταφορά της οδηγίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων στο εθνικό δίκαιο είναι η 26 Ιουνίου 2021. Από την ημερομηνία αυτή και μετά, οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα και να υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Τα ιδρύματα που χαρακτηρίζονται ως σημαντικά θα εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ, ενώ αυτά που χαρακτηρίζονται ως λιγότερο σημαντικά θα εποπτεύονται από τις εθνικές εποπτικές αρχές υπό την επίβλεψη της ΕΚΤ. Στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας επίβλεψης, η ΕΚΤ επιδιώκει να διασφαλίσει ότι τα κοινά εποπτικά πρότυπα εφαρμόζονται με συνέπεια σε ολόκληρο το σύστημα και συνεργάζεται στενά με τις εθνικές εποπτικές αρχές για την περαιτέρω εναρμόνιση της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν την τραπεζική εποπτεία.
Η ΕΚΤ εξετάζει τέσσερις βασικούς τομείς όταν αξιολογεί την αίτηση μιας τράπεζας για να λάβει άδεια λειτουργίας.
Η ΕΚΤ αξιολογεί τις αιτήσεις σε συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές.
Συνήθως απαιτούνται έξι έως δώδεκα μήνες για τη λήψη της απόφασης. Η νομοθεσία της ΕΕ ορίζει ότι η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται εντός έξι μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, αλλά όχι πάνω από 12 μήνες μετά την παραλαβή της αίτησης. Στη νομοθεσία ορισμένων χωρών οι σχετικές προθεσμίες είναι συντομότερες.
* κατά περίπτωση
** ή απόρριψη από την εθνική εποπτική αρχή
Για απόκτηση ή αύξηση «ειδικής συμμετοχής» σε υφιστάμενη τράπεζα απαιτείται έγκριση από την ΕΚΤ. Μια συμμετοχή θεωρείται «ειδική» εάν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου στην τράπεζα ή καθιστά δυνατή την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος. Το εφαρμοστέο δίκαιο προβλέπει πρόσθετα κατώτατα όρια (π.χ. 20, 30 ή 50% των μετοχών ή/και των δικαιωμάτων ψήφου ή η τράπεζα καθίσταται θυγατρική). Η διαδικασία έγκρισης επιδιώκει να διασφαλίσει ότι σημαντικές συμμετοχές σε τράπεζες μπορούν να αποκτηθούν μόνο από κατάλληλους μετόχους. Αυτό συμβάλλει στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.
Εποπτεία: Ο λόγος στους ειδικούς. Τι σημαίνει «ειδική συμμετοχή»;
Τα κριτήρια που αξιολογούνται από την ΕΚΤ είναι τα εξής:
Η ΕΚΤ αξιολογεί τις αιτήσεις σε συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές.
Η ειδική συμμετοχή πρέπει να εγκριθεί ή να απορριφθεί εντός 60 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί το πολύ κατά 30 εργάσιμες ημέρες, σε 90 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο. Όταν μια αίτηση ειδικής συμμετοχής συμπίπτει με έγκριση (μικτής) χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, μπορεί να υπάρξει πρόσθετη αναστολή της περιόδου αξιολόγησης για την ειδική συμμετοχή μέχρις ότου εγκριθεί η (μικτή) χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
* κατά περίπτωση
** ή ανώτερα διοικητικά στελέχη, αν έχουν εξουσιοδότηση
Τόσο η ΕΚΤ όσο και η αντίστοιχη εθνική εποπτική αρχή έχουν το δικαίωμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να κινήσουν διαδικασία για την ανάκληση άδειας λειτουργίας μιας τράπεζας. Η άδεια μπορεί να ανακληθεί όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα παύει τις δραστηριότητές του ή όταν δεν πληροί πλέον τις καθορισμένες απαιτήσεις.
Το δίκαιο της ΕΕ δεν προβλέπει προθεσμία για τη λήψη απόφασης. Το χρονοδιάγραμμα για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και από τυχόν νομικές ή διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του εφαρμοστέου δικαίου.
Διαδικασία ανάκλησης κινούμενη από την ΕΚΤ
* κατά περίπτωση
Διαδικασία ανάκλησης κινούμενη από την εθνική εποπτική αρχή
* συχνά κατόπιν αιτήματος της τράπεζας
** κατά περίπτωση
*** ή ανώτερα διοικητικά στελέχη, αν έχουν εξουσιοδότηση
Το διοικητικό όργανο ενός πιστωτικού ιδρύματος πρέπει να είναι κατάλληλο για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων του. Η σύνθεσή του πρέπει να είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζεται αποτελεσματική διαχείριση και ισόρροπη λήψη αποφάσεων. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ αξιολογεί την ατομική και συλλογική καταλληλότητα των μελών των διοικητικών οργάνων των τραπεζών.
Η διασφάλιση ότι τα διοικητικά όργανα των τραπεζών είναι «κατάλληλα» ενισχύει την ασφάλεια και την ευρωστία των επιμέρους τραπεζών και ενισχύει τον τραπεζικό τομέα στο σύνολό του. Συνδράμει επίσης στην αύξηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τους ανθρώπους που διαχειρίζονται τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ζώνης του ευρώ.
Η ΕΚΤ εξετάζει πέντε κριτήρια στο πλαίσιο της αξιολόγησης της καταλληλότητας:
Όταν οι διορισμοί αποτελούν μέρος διαδικασίας αδειοδότησης ή απόκτησης ειδικής συμμετοχής, η αξιολόγηση της καταλληλότητας αποτελεί μέρος της συνολικής αξιολόγησης των εν λόγω διαδικασιών.
Εφαρμόζονται οι προθεσμίες που προβλέπονται στην αντίστοιχη εθνική νομοθεσία.
* ή ανώτερα διοικητικά στελέχη, εφόσον έχουν εξουσιοδότηση
Πολλές εποπτευόμενες τράπεζες ελέγχονται από μια μητρική εταιρεία. Είναι σημαντικό οι εποπτικές αρχές να παρακολουθούν επίσης αυτήν τη μητρική εταιρεία, ιδίως αν χαρακτηρίζεται ως χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία χρηματοοικονομικών συμμετοχών αυτοτελώς. Μια μητρική εταιρεία χαρακτηρίζεται ως χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εάν πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού, των εσόδων, του προσωπικού ή άλλου δείκτη που θεωρείται συναφής από την τραπεζική εποπτική αρχή συνδέεται με θυγατρικές που είναι τράπεζες ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η αποτελεσματική εποπτεία των τραπεζών που ελέγχονται από άλλη εταιρεία καθώς και η συντονισμένη επισκόπηση ολόκληρου του ομίλου (του εποπτευόμενου ομίλου).
Ως εκ τούτου, μετά την εισαγωγή της οδηγίας σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (capital requirements directive – CRD V), οι μητρικές (μικτές) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπόκεινται επίσης σε διαδικασία έγκρισης. Μόλις λάβει την έγκριση, η μητρική εταιρεία αναλαμβάνει την ευθύνη να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις ενοποιημένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε ολόκληρο τον εποπτευόμενο όμιλο. Στο παρελθόν, η θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος ήταν υπεύθυνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Η μητρική (μικτή) χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών μπορεί επίσης να εξαιρεθεί από την έγκριση αν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο και μια άλλη εταιρεία αναλαμβάνει την ευθύνη αυτή εντός του ομίλου.
Όταν η ΕΚΤ είναι η εποπτική αρχή σημαντικού τραπεζικού ομίλου, είναι αρμόδια για την έγκριση ή την εξαίρεση των εν λόγω μητρικών (μικτών) χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ΕΚΤ λαμβάνει κοινή απόφαση με άλλη αρμόδια αρχή εκτός του ΕΕΜ. Η έγκριση ή η εξαίρεση των μητρικών εταιρειών λιγότερο σημαντικών τραπεζικών ομίλων αποτελεί ευθύνη των εθνικών εποπτικών αρχών που εποπτεύουν τους ομίλους αυτούς.
Πληροφορίες σχετικά με τον ρόλο της ΕΚΤ στην έγκριση (μικτών) χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών) (μόνο στα αγγλικά)
Τα κριτήρια που πρέπει να πληροί η μητρική (μικτή) χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών για να λάβει έγκριση είναι τα ακόλουθα.
Αν πληρούνται αυτά τα κριτήρια, η ΕΚΤ χορηγεί την έγκρισή της και παρακολουθεί την τήρηση των κριτηρίων σε συνεχή βάση. Αν διαπιστώσει ότι τα κριτήρια δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον, μπορεί να επιβάλει εποπτικά μέτρα στη μητρική εταιρεία για να διασφαλίσει ή να αποκαταστήσει την αποτελεσματική εποπτεία και τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις.
Η μητρική (μικτή) χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών πρέπει να πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια για να λάβει εξαίρεση:
Αξιολογούμε προσεκτικά κατά πόσον πληρούνται τα εν λόγω κριτήρια και χορηγούμε εξαιρέσεις μόνον όταν πληρούνται όλα τα ανωτέρω κριτήρια.
Αν η ΕΚΤ προτίθεται να αρνηθεί την έγκριση ή την εξαίρεση, ενημερώνει τον αιτούντα εντός τεσσάρων μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ θα λάβει απόφαση εντός έξι μηνών από την παραλαβή της αίτησης.