Τι είναι η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση και πώς λειτουργεί;

27 Δεκεμβρίου 2016 (updated 2 Μαΐου 2018)

Τι είναι η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση;

Η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση είναι η διαδικασία εισφοράς ιδίων κεφαλαίων σε μια φερέγγυα τράπεζα από το κράτος όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την αντιμετώπιση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία ενός κράτους μέλους και τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Πρόκειται για έκτακτο μέτρο η τελική έγκριση του οποίου υπόκειται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις. Δεν οδηγεί σε διαδικασία εξυγίανσης της τράπεζας.

Ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ στην προληπτική ανακεφαλαιοποίηση;

Τα μέτρα προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης διατίθενται μόνο σε φερέγγυες τράπεζες. Στο πλαίσιο της διαδικασίας προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης, η ΕΚΤ, ως η αρμόδια αρχή για τις σημαντικές τράπεζες, καλείται να επιβεβαιώσει τη φερεγγυότητα των τραπεζών τις οποίες εποπτεύει άμεσα.

Επιπλέον, η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση περιορίζεται στις εισφορές κεφαλαίου που είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση υστέρησης κεφαλαίου υπό το δυσμενές σενάριο άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Η ΕΚΤ καλείται να επιβεβαιώσει ότι η τράπεζα παρουσιάζει υστέρηση κεφαλαίου – και να προσδιορίσει το ύψος αυτής – υπό το δυσμενές σενάριο της πιο συναφούς άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών / της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι η τράπεζα δεν παρουσιάζει υστέρηση υπό το βασικό σενάριο στην προκειμένη περίπτωση.

Πώς γίνεται η προληπτική ανακεφαλαιοποίηση;

Η τράπεζα υποβάλλει αίτημα προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης στις κρατικές αρχές.

Η ΕΚΤ, ως η αρμόδια αρχή, ενημερώνεται και καλείται να επιβεβαιώσει ότι η τράπεζα είναι φερέγγυα. Η ΕΚΤ καλείται επίσης να προσδιορίσει το ύψος της υστέρησης κεφαλαίου υπό το δυσμενές σενάριο της σχετικής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.

Μόλις λάβουν αυτήν την επιβεβαίωση, οι αρχές μπορούν να κινήσουν τη διαδικασία προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης. Τα μέτρα προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης υπόκεινται στην τελική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού) στο πλαίσιο των κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.