Μεταβολή κατάστασης

Νέες τράπεζες που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας

Μια νέα τράπεζα που λαμβάνει άδεια λειτουργίας πρέπει να καταβάλλει ετήσιο εποπτικό τέλος, εφόσον είναι εγκατεστημένη σε συμμετέχουσα χώρα και δεν ανήκει σε υφιστάμενο εποπτευόμενο όμιλο.

Το τέλος υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των μηνών της περιόδου επιβολής τέλους καθ' όλη τη διάρκεια των οποίων εποπτεύεται η τράπεζα. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να καταβάλει το εποπτικό τέλος που καλύπτει την περίοδο από τον πρώτο πλήρη μήνα μετά την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε άδεια λειτουργίας έως την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Ανάκληση άδειας λειτουργίας

Κάθε όμιλος τραπεζών, ή μεμονωμένη τράπεζα που δεν ανήκει σε υφιστάμενο εποπτευόμενο όμιλο, του οποίου ανακαλείται η άδεια λειτουργίας οφείλει να καταβάλει το εποπτικό τέλος που καλύπτει όλους τους πλήρεις μήνες της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου του συγκεκριμένου έτους έως την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας. Εάν έχει ήδη καταβληθεί το εποπτικό τέλος για τη σχετική περίοδο, η ΕΚΤ θα επιστρέφει τη διαφορά.

Άδειες λειτουργίας

Μεταβολή της ιδιότητας μιας εποπτευόμενης οντότητας

Οι εποπτευόμενες τράπεζες ταξινομούνται είτε ως σημαντικές είτε ως λιγότερο σημαντικές βάσει ορισμένων κριτηρίων.

Κριτήρια προσδιορισμού της σημασίας

Η μεταβολή της ιδιότητας μιας εποπτευόμενης οντότητας μπορεί να επιφέρει μεταβολή του ποσού του ετήσιου εποπτικού τέλους. Σε περίπτωση μεταβολής της ιδιότητας, η ΕΚΤ ενημερώνει την εποπτευόμενη τράπεζα απευθείας με την έκδοση σχετικής απόφασης στην οποία εξηγούνται οι λόγοι της εν λόγω μεταβολής και ορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία η μεταβολή τίθεται σε ισχύ. Το ετήσιο εποπτικό τέλος προσαρμόζεται ανάλογα.

Εάν η μεταβολή της ιδιότητας πραγματοποιηθεί αφού έχει ήδη καταβληθεί το εποπτικό τέλος, η ΕΚΤ επιστρέφει τη διαφορά ή εκδίδει συμπληρωματική ειδοποίηση καταβολής τέλους.