Συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους

Οι συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους είναι στοιχεία που αφορούν μια εποπτευόμενη τράπεζα ή έναν τραπεζικό όμιλο και χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ετήσιου εποπτικού τέλους.

Το ετήσιο εποπτικό τέλος που είναι πληρωτέο από κάθε εποπτευόμενη τράπεζα ή τραπεζικό όμιλο καθορίζεται μέσω της κατανομής του συνολικού ετήσιου κόστους για κάθε κατηγορία – σημαντική ή λιγότερο σημαντική οντότητα – στις επιμέρους τράπεζες και τραπεζικούς ομίλους με βάση τους δικούς τους «συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους».

Οι συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους αφορούν το μέγεθος και το προφίλ κινδύνου μιας τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, οι οποίοι υπολογίζονται με βάση τη συνολική αξία του ενεργητικού και τη συνολική έκθεση σε κίνδυνο αντίστοιχα. Σε ό,τι αφορά τους τραπεζικούς ομίλους, υπολογίζονται στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης και σταθμίζονται ισομερώς.

Για τον υπολογισμό του ετήσιου εποπτικού τέλους των τραπεζών ή των τραπεζικών ομίλων που ταξινομούνται ως λιγότερο σημαντικά ιδρύματα λόγω «ιδιαίτερων συνθηκών», το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού δεν υπερβαίνει τα 30 δισεκ. ευρώ, δηλ. το όριο που προβλέπεται για το κριτήριο του μεγέθους βάσει του οποίου αξιολογείται η σημασία των ιδρυμάτων.

Το άθροισμα των συνολικών στοιχείων ενεργητικού και το άθροισμα της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο ανά κατηγορία δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.

Υπολογισμός εποπτικού τέλους

Η πλειονότητα των οφειλετών εποπτικού τέλους δεν χρειάζεται να υποβάλλουν ξεχωριστά υποδείγματα για τη συλλογή των συντελεστών υπολογισμού εποπτικού τέλους, επειδή η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει εκ νέου τα εποπτικά στοιχεία για την χρηματοοικονομική πληροφόρηση (financial reporting – FINREP) και την κοινή πληροφόρηση (common reporting – COREP) που υποβλήθηκαν μέσω των εθνικών αρμόδιων αρχών (ΕΑΑ).

Δύο κατηγορίες τραπεζών πρέπει να συνεχίσουν να υποβάλλουν τους συντελεστές τους μέσω ξεχωριστής διαδικασίας: (i) όμιλοι που εξαιρούν στοιχεία ενεργητικού ή/και τα ποσά της έκθεσης σε κίνδυνο θυγατρικών τους εγκατεστημένων σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη και (ii) υποκαταστήματα εγκατεστημένα σε συμμετέχοντα κράτη μέλη από πιστωτικά ιδρύματα σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη τα οποία δεν υπόκεινται στον κανονισμό FINREP της ΕΚΤ.

Γνωστοποίηση της πρόθεσης να εξαιρεθούν στοιχεία ενεργητικού ή/και το ποσό της έκθεσης σε κίνδυνο θυγατρικών εκτός ΕΕΜ για εποπτευόμενους ομίλους

Για μια ομαλή διαδικασία συλλογής, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ποιοι όμιλοι με θυγατρικές εγκατεστημένες σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες προτίθενται να εξαιρέσουν τα σχετικά στοιχεία ενεργητικού ή/και τα ποσά της έκθεσης σε κίνδυνο από τους συντελεστές τους.

Προκειμένου να γνωστοποιείται στην ΕΚΤ η πρόθεση εξαίρεσης στοιχείων ενεργητικού ή/και των ποσών της έκθεσης σε κίνδυνο, θεσπίζεται ηλεκτρονική διαδικασία που θα κοινοποιηθεί στους οφειλέτες εποπτικού τέλους μόλις καταστεί διαθέσιμη. Αν επιθυμείτε να γνωστοποιήσετε την πρόθεσή σας να εξαιρέσετε στοιχεία ενεργητικού ή/και τα ποσά της έκθεσης σε κίνδυνο, παρακαλείσθε να συμπληρώσετε το έντυπο γνωστοποίησης και να το αποστείλετε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση SSM-fee-enquiries@ecb.europa.eu.

Η ΕΚΤ θα πρέπει να λάβει τη γνωστοποίηση μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του συγκεκριμένου έτους, ούτως ώστε η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ να γνωρίζουν αν ο όμιλος θα αποστείλει ή όχι στοιχεία για τους συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους μέσω της ξεχωριστής διαδικασίας συλλογής που περιγράφεται παρακάτω.

Αν δεν ληφθεί τέτοια γνωστοποίηση, θα θεωρηθεί ότι ο όμιλος δεν επιθυμεί να αφαιρέσει τη συνεισφορά των θυγατρικών εκτός ΕΕΜ και η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει εκ νέου τα δεδομένα FINREP/COREP που έχει στη διάθεσή της.

Γνωστοποίηση της πρόθεσης να εξαιρεθούν συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους

Υποβολή των συντελεστών υπολογισμού εποπτικού τέλους για τις δύο κατηγορίες που είναι υποχρεωμένες να τους υποβάλουν

Οι οφειλέτες εποπτικού τέλους πρέπει να υποβάλλουν τους ετήσιους συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους στις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές μέχρι τις 11 Νοεμβρίου ή μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα αν η 11η Νοεμβρίου δεν είναι εργάσιμη ημέρα.

Ως ημερομηνία αναφοράς λογίζεται η 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου έτους, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Αν μια εποπτευόμενη οντότητα ή ένας εποπτευόμενος όμιλος καταρτίζει ετήσιους λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένων των ενοποιημένων ετήσιων λογαριασμών, με βάση λογιστικό έτος που αποκλίνει από το ημερολογιακό, ως ημερομηνία αναφοράς για τους συντελεστές λογίζεται το τέλος του λογιστικού έτους που αντιστοιχεί στην αμέσως προηγούμενη περίοδο επιβολής τέλους, ή
  • Αν μια εποπτευόμενη οντότητα ή ένας εποπτευόμενος όμιλος ιδρύεται μετά τη σχετική ημερομηνία αναφοράς που ορίζεται στις παραπάνω δύο περιπτώσεις αλλά πριν από την 1η Οκτωβρίου της περιόδου επιβολής τέλους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν συντελεστές με τη συγκεκριμένη ημερομηνία αναφοράς, ως ημερομηνία αναφοράς για τους συντελεστές λογίζεται το τέλος του τριμήνου που είναι χρονικά εγγύτερο στην οικεία ημερομηνία αναφοράς που προσδιορίζεται στις παραπάνω δύο περιπτώσεις.

Περίοδος υποβολής παρατηρήσεων για τους συντελεστές υπολογισμού εποπτικού τέλους για όλες τις οντότητες

Η ΕΚΤ θα δημοσιεύει τα στοιχεία για τους συντελεστές για όλες τις οντότητες μέχρι τις 15 Ιανουαρίου του επόμενου έτους της περιόδου επιβολής τέλους. Οι οφειλέτες εποπτικού τέλους θα έχουν στη διάθεσή τους 15 εργάσιμες ημέρες για να υποβάλουν τυχόν σχόλια ή/και τροποποιημένα στοιχεία. Στη συνέχεια, οι συντελεστές θα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των επιμέρους εποπτικών τελών. Οι οφειλέτες εποπτικού τέλους θα λάβουν ειδοποίηση μόλις τα στοιχεία για τους συντελεστές καταστούν διαθέσιμα για την υποβολή παρατηρήσεων. Η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει προς τον σκοπό αυτό τα στοιχεία επικοινωνίας που έχει στη διάθεσή της

Αν ένας οφειλέτης εποπτικού τέλους δεν έχει δώσει στοιχεία για τους συντελεστές ή αν ένας συντελεστής δεν είναι διαθέσιμος στην ΕΚΤ ή ο οφειλέτης εποπτικού τέλους δεν έχει υποβάλει αναθεωρημένα στοιχεία ή δεν έχει τροποποιήσει ή διορθώσει τα στοιχεία εντός της προθεσμίας, η ΕΚΤ χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που διαθέτει για να προσδιορίσει τους συντελεστές που λείπουν. Η παράλειψη υποβολής συντελεστών συνιστά παράβαση του κανονισμού της ΕΚΤ σχετικά με τα εποπτικά τέλη και μπορεί να επιφέρει την επιβολή κυρώσεων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία FINREP και COREP, τα οποία αποτελούν τη βάση για τον προσδιορισμό των συντελεστών, μπορεί να μεταβληθούν αναδρομικά. Ωστόσο, για τους σκοπούς επιβολής τελών, όταν τα στοιχεία έχουν χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό του εποπτικού τέλους μιας περιόδου επιβολής τέλους, δεν θα λαμβάνονται υπόψη μελλοντικές τροποποιήσεις και δεν θα διενεργούνται επανυπολογισμοί των εποπτικών τελών.

Απαντήσεις σε συνήθεις ερωτήσεις