ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ

«Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών σταθεροποιούνται»

Συνέντευξη του Andrea Enria, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Ενημερωτικό Δελτίο Εποπτείας

13 Νοεμβρίου 2019

Ο Andrea Enria, Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, λέει ότι οι τράπεζες έχουν γίνει πιο ανθεκτικές και ότι οι εποπτικές προσδοκίες σταθεροποιούνται, αλλά η επόμενη καταιγίδα ενδεχομένως να διαγράφεται ήδη στον ορίζοντα. Επίσης περιγράφει τι καθιστά επιτυχημένη μια συγχώνευση και γιατί χρειαζόμαστε μεγαλύτερη διαφάνεια στην εποπτεία.

Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία κλείνει τα πέντε χρόνια της αυτόν τον μήνα. Η ΕΚΤ και όλο το σύστημα εποπτικών αρχών εν γένει έχουν δείξει μεγάλη αυστηρότητα στις τράπεζες όσον αφορά τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας και τα επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Είναι οι τράπεζες αρκετά ανθεκτικές;

Όταν ξεκίνησε η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία πριν από πέντε χρόνια, οι τράπεζες πάλευαν ακόμη να διαχειριστούν τις επιπτώσεις της κρίσης και να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους. Έπρεπε να ενισχύσουν τις κεφαλαιακές θέσεις τους. Βαρύνονταν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Βρίσκονταν αντιμέτωπες με σκεπτικισμό όσον αφορά την αξιοπιστία των εσωτερικών υποδειγμάτων τους και επομένως τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού τους. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ευπάθειες όσον αφορά τη διακυβέρνηση και τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου τους. Έκτοτε έχουμε διανύσει μεγάλη απόσταση – η διαδικασία εξυγίανσης μετά την κρίση φθάνει πλέον στο τέρμα της και το επίπεδο των εποπτικών απαιτήσεων για τις τράπεζες έχει σταθεροποιηθεί αναλόγως.

Οι μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης διακρατούν τώρα περισσότερο και ποιοτικότερο κεφάλαιο και ο μέσος δείκτης κεφαλαίου CET1 διαμορφώνεται σε 14,4%. Οπότε, συνολικά, διαπιστώνουμε ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας σταθεροποιούνται, ενώ οι εποπτικές αρχές δίνουν ολοένα μεγαλύτερη έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς κινδύνου σε μεμονωμένες τράπεζες. Ταυτόχρονα, το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνεται με ταχύ ρυθμό. Από περίπου 1 τρισεκ. ευρώ το 2014 έχει μειωθεί σε λιγότερο από 600 δισεκ. ευρώ σήμερα. Ωστόσο, οι δείκτες ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού δεν έχουν επανέλθει ακόμη στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την κρίση και εξακολουθούμε να υπολειπόμαστε στο πλαίσιο διεθνών συγκρίσεων. Όμως προχωρούμε προς τη σωστή κατεύθυνση και οι τράπεζες επιτυγχάνουν, συχνά μάλιστα υπερβαίνουν, τους στόχους που έχουν συμφωνήσει με τις εποπτικές αρχές.

Έτσι, για να απαντήσω στο αρχικό ερώτημά σας, θα έλεγα ότι, ναι, οι τράπεζες έχουν γίνει πιο ανθεκτικές. Όμως ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ εξακολουθεί να πλήττεται από χαμηλή κερδοφορία, γεγονός που κατευθύνει τις χαμηλές αγοραίες αποτιμήσεις των μετοχών των τραπεζών. Αυτό αντανακλά επίσης το πλεονάζον δυναμικό εντός του συστήματος και τις ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων. Εντός της ζώνης του ευρώ, οι τραπεζικές δραστηριότητες είναι σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένες μεταξύ χωρών, γεγονός που επηρεάζει επιπλέον αρνητικά την αποδοτικότητα των τραπεζών. Τέλος, εξακολουθούν να χρειάζονται βελτιώσεις ως προς την εσωτερική διακυβέρνηση και τη νοοτροπία αντιμετώπισης κινδύνων.

Τι μπορεί να γίνει για να βελτιωθεί η κερδοφορία των τραπεζών;

Κατ’ αρχάς, οι τράπεζες πρέπει να επικεντρωθούν στις πτυχές στις οποίες μπορούν να βελτιωθούν, δηλαδή στην αύξηση της αποδοτικότητας ως προς το κόστος, στην επένδυση σε τεχνολογίες και στον σχεδιασμό και την υλοποίηση καλύτερων στρατηγικών. Αυτό θα συμβάλει στην αύξηση της κερδοφορίας τους. Σε ό,τι μας αφορά, πρέπει να συνεχίσουμε να ασκούμε πίεση μέσω της διενέργειας ανάλυσης των επιχειρηματικών μοντέλων, για παράδειγμα. Όμως, οφείλουμε επίσης να αναγνωρίσουμε ότι στις αγορές υπάρχουν διαρθρωτικά εμπόδια στην αντιμετώπιση των οποίων θα πρέπει να προσπαθήσουμε να συμβάλουμε. Οι υγιείς και κερδοφόρες τράπεζες θα είναι σε καλύτερη θέση να αντέξουν την επόμενη καταιγίδα, η οποία είναι ήδη ορατή στον ορίζοντα.

Πού θα επικεντρώσουν περισσότερο την προσοχή τους οι εποπτικές αρχές κατά τον έλεγχο των τραπεζών τα επόμενα χρόνια;

Σίγουρα θα συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας για εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών. Θα παρακολουθήσουμε την υλοποίηση των κατευθύνσεων που έχουμε δώσει για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ώστε να βοηθήσουμε τις τράπεζες να μειώσουν περαιτέρω το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και να σχηματίσουν ορθότερες προβλέψεις έναντι μελλοντικών τέτοιων δανείων. Θα συνεχίσουμε επίσης τις εργασίες μας για να διασφαλίσουμε την επάρκεια των εσωτερικών υποδειγμάτων, που χρησιμοποιούνται ευρέως από τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Δεδομένου ότι τα υποδείγματα αυτά παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι τράπεζες θα πρέπει να καλύψουν όλες τις ελλείψεις που εντοπίσαμε στη στοχευμένη αξιολόγησή μας. Τέλος, θα εξετάσουμε πιο προσεκτικά τον κίνδυνο διαπραγμάτευσης και την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού, με ιδιαίτερη έμφαση σε σύνθετα χρηματοδοτικά μέσα που αποτιμώνται στην εύλογη αξία.

Στη συνέχεια θα ασχοληθούμε με τον περιορισμό της ροής κινδύνων απευθείας στην πηγή. Τους τελευταίους μήνες συλλέξαμε στοιχεία σχετικά με τα πρότυπα έγκρισης πιστώσεων των τραπεζών. Θα χρησιμοποιήσουμε αυτά τα στοιχεία για να κατανοήσουμε καλύτερα το πώς οι τράπεζες χορηγούν δάνεια και να εντοπίσουμε κινδύνους σε διάφορα επιχειρηματικά τμήματα των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών, ώστε να μπορέσουμε να αναλάβουμε δράση όπου χρειάζεται. Άλλα ζητήματα προτεραιότητας είναι οι κίνδυνοι που αφορούν τα πληροφοριακά συστήματα και τον κυβερνοχώρο, θέματα διακυβέρνησης και εσωτερικού ελέγχου και η γενική βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών.

Καθώς η ανάμνηση της κρίσης εξασθενεί, θα αντιμετωπίσουμε αυξανόμενες πιέσεις να μειώσουμε τις κανονιστικές απαιτήσεις και να χαλαρώσουμε τις εποπτικές πιέσεις στις τράπεζες. Θα πρέπει να πολεμήσουμε με νύχια και με δόντια να διατηρήσουμε το εποπτικό μοντέλο μας, το οποίο έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να θέσουμε επί τάπητος και το θέμα της απλούστευσης. Επόπτες και τράπεζες διαμαρτύρονται εξίσου ότι το μοντέλο μας μάλλον δημιουργεί επιβάρυνση και ότι δεν είναι πάντα ικανό να κατανέμει τους πόρους με βάση τον κίνδυνο. Θα πρέπει να καταβάλουμε ουσιαστική προσπάθεια να μειώσουμε την επιβάρυνση που συνδέεται με τη διοικητική συμμόρφωση και να υιοθετήσουμε έναν πιο ευέλικτο τρόπο λειτουργίας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να θίγονται οι στόχοι μας.

Η ύπαρξη περισσότερων τραπεζών από ό,τι χρειάζεται σε κάποια μέρη της Ευρώπης και η ανάγκη για συγχωνεύσεις αποτελούν σύνηθες θέμα συζήτησης. Θα απαιτήσετε αυτομάτως από τις συγχωνευθείσες οντότητες να αυξήσουν το κεφάλαιό τους, όπως κάποιοι πιστεύουν; Ποιοι είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για επιτυχείς συγχωνεύσεις από εποπτική άποψη;

Είναι αλήθεια ότι υπάρχει πλεονάζον δυναμικό στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα και αυτό συμβαίνει εδώ και αρκετό καιρό. Αντί να αποχωρήσουν από την αγορά, πολλές αδύναμες τράπεζες παρατείνουν την παρουσία τους ασκώντας πίεση στα περιθώρια για όλες τις άλλες τράπεζες. Κατά συνέπεια, οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι λιγότερο κερδοφόρες από ό,τι θα μπορούσαν να είναι.

Ο τομέας έχει ανάγκη από ενοποίηση. Θα βοηθούσε να αποκατασταθεί η αποδοτικότητα και να απορροφηθεί το πλεονάζον δυναμικό. Τόσο οι εθνικές όσο και οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμες. Είναι μάταιο να συζητάμε σε αφηρημένη βάση τι είναι περισσότερο επιθυμητό. Οι εθνικές συγχωνεύσεις είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αύξηση της αποδοτικότητας, χάρη στην ύπαρξη επικαλυπτόμενων δικτύων διανομής. Οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας περισσότερο ενοποιημένης ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς εντός της οποίας οι κίνδυνοι θα διαφοροποιούνται καλύτερα και οι διαταραχές θα απορροφώνται καλύτερα. Το σημαντικότερο είναι ότι οι κανόνες και οι πολιτικές δεν παρεμποδίζουν τις επιλογές των τραπεζών.

Ενώ είμαι ένθερμος υποστηρικτής της ενοποίησης, ως επόπτης δεν είναι δουλειά μου να προωθώ ενεργά –ή να αποθαρρύνω– οποιαδήποτε μορφή τραπεζικής ενοποίησης. Αντιθέτως, εμείς οι επόπτες αξιολογούμε τη βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα της συγχώνευσης από προληπτική άποψη. Μια επιτυχημένη συγχώνευση καταλήγει σε μια τράπεζα με επιχειρηματικό μοντέλο που παρέχει ισχυρή διακυβέρνηση, επαρκές κεφάλαιο και ρευστότητα, καθώς και τα απαραίτητα μέσα για ενίσχυση της κερδοφορίας. Θα ήθελα να ξορκίσω την αντίληψη ότι η ΕΚΤ απαιτεί υψηλότερα επίπεδα κεφαλαίου από συγχωνευθείσες οντότητες. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας αντανακλούν την εποπτική αξιολόγηση του επιχειρηματικού σχεδίου σε κάθε προτεινόμενη συμφωνία και έχουν μεσοπρόθεσμη προοπτική. Σκοπός μας είναι να στηρίξουμε, και όχι να αποθαρρύνουμε, την αποτελεσματική αναδιάρθρωση των συγχωνευθεισών οντοτήτων και να διασφαλίσουμε ότι το νέο επιχειρηματικό μοντέλο είναι βιώσιμο.

Μετά τη δημιουργία της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ οι τράπεζες εξέφρασαν την ανησυχία τους για την υπερβολική ποσότητα στοιχείων που ζητούν οι εποπτικές αρχές. Σε τι ωφελούν αυτές οι διαδικασίες συλλογής δεδομένων και πώς μπορείτε να ανακουφίσετε τις τράπεζες από την επιβάρυνση που ενέχει η υποχρέωση υποβολής στοιχείων;

Γνωρίζουμε ότι οι υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων δημιουργούν επιβάρυνση στις τράπεζες. Οι τράπεζες μιλούν συχνά για αυτό το ζήτημα. Εμείς τις ακούμε. Αυτό είναι κάτι που το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη.

Πιστεύω ότι η ΕΚΤ έχει καταβάλει σοβαρές προσπάθειες για την εφαρμογή μιας προσέγγισης που βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας. Τα στοιχεία που ζητούμε από τις τράπεζες ποικίλλουν ως προς την έκταση και τη συχνότητα υποβολής ανάλογα με το μέγεθος και τον βαθμό επικινδυνότητας της κάθε τράπεζας, όπως αποτυπώνεται στην κρίση μας ως εποπτική αρχή. Κατά γενικό κανόνα, οι μικρότερες τράπεζες υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές πολύ λιγότερα σημεία δεδομένων από ό,τι οι μεγαλύτερες τράπεζες – 600 σημεία δεδομένων κατά μέσο όρο σε σύγκριση με τα σχεδόν 40.000 που υποβάλλουν οι μεγαλύτερες τράπεζες. Εμείς έχουμε ταχθεί υπέρ μιας μεγαλύτερης απλοποίησης των υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων για τις μικρότερες τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών καταβάλλει περαιτέρω προσπάθειες ώστε να μειωθεί το σχετικό κόστος για τα μικρότερα, λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα, σύμφωνα με την πρόσφατη αναθεώρηση του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (Capital Requirements Regulation - CRR).

Ωστόσο, υπάρχουν δύο σημαντικά ζητήματα με τα οποία πρέπει ακόμη να ασχοληθούμε. Πρώτον, ανεξάρτητα από τον βαθμό αναλογικότητάς της, η προσέγγισή μας μπορεί και πάλι να προκαλέσει υπερβολικά μεγάλη επιβάρυνση όταν συνδυάζεται με αιτήματα υποβολής στοιχείων από άλλες αρχές, μεταξύ άλλων τις εθνικές αρμόδιες αρχές, τις αρχές μακροπροληπτικής εποπτείας και τις κεντρικές τράπεζες. Χρειάζεται μεγαλύτερος συντονισμός. Δεύτερον, στην τακτική υποβολή στοιχείων έρχονται να προστεθούν οι ειδικές διαδικασίες συλλογής δεδομένων. Αυτές οι διαδικασίες είναι απαραίτητες για την αποτύπωση νέων κινδύνων ή για μια βαθύτερη αξιολόγηση των υφιστάμενων κινδύνων. Θα μπορούσαν επίσης να ωφελήσουν τις τράπεζες ως προς τη διαχείριση των κινδύνων, καθώς επιτρέπουν τη συγκριτική αξιολόγηση με ομοειδή ιδρύματα. Εντούτοις, πρέπει να βελτιώσουμε τον σχεδιασμό μας και τον τρόπο με τον οποίο κοινοποιούμε αυτές τις πρωτοβουλίες και να επιβάλλουμε κάποια πειθαρχία. Αυτό ακριβώς κάνουμε σήμερα.

Έχετε μιλήσει για την επίτευξη μεγαλύτερης διαφάνειας σε ό,τι αφορά τις εποπτικές αξιολογήσεις. Γιατί αυτό είναι σημαντικό και σε τι βαθμό μπορείτε να προχωρήσετε χωρίς να παραβείτε την αρχή της εμπιστευτικότητας από την σκοπιά της εποπτείας;

Θα πρέπει να ενεργούμε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια τουλάχιστον για δύο λόγους. Πρώτον, οι ενέργειές μας θα μπορούσαν να επηρεάσουν οικονομικά ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών. Αυτό είναι ένα ζήτημα που μας απασχολεί πολύ περισσότερο από τότε που περάσαμε από τη διαδικασία διάσωσης με δημόσιους πόρους (bail-out) στη διαδικασία διάσωσης με ίδια μέσα (bail-in). Αν μια τράπεζα χρεοκοπήσει, αυτοί που θα χάσουν χρήματα είναι οι επενδυτές και οι πιστωτές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατανοούν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν και να διαθέτουν επαρκείς και κατάλληλες πληροφορίες για την αξιολόγηση αυτών των κινδύνων.

Δεύτερον, ο στόχος που επιδιώκουμε –ένας ασφαλής και εύρωστος τραπεζικός τομέας– αφορά το δημόσιο καλό και ενεργούμε προς αυτόν τον σκοπό ως ανεξάρτητο όργανο. Αυτό σημαίνει ότι αποδίδουμε πολύ μεγάλη σημασία στην υποχρέωσή μας να λογοδοτούμε στους πολίτες. Αυτό προϋποθέτει επίσης ότι ενεργούμε με διαφάνεια: πρέπει να εξηγούμε προσεκτικά τι κάνουμε, γιατί το κάνουμε και πώς το κάνουμε. Οι τράπεζες, οι επενδυτές, οι πιστωτές και οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να κατανοούν τις αρχές, τις πολιτικές και τις πράξεις μας.

Σε ό,τι αφορά τις επιμέρους τράπεζες, περιοριζόμαστε από την ανάγκη να τηρούμε την αρχή της εμπιστευτικότητας. Ωστόσο, πιστεύω ότι το σύστημα ως σύνολο μπορεί να γίνει πιο διαφανές. Από το 2021, οι τράπεζες θα είναι υποχρεωμένες από τον νόμο να δημοσιοποιούν τις απαιτήσεις τους σε ίδια κεφάλαια βάσει του Πυλώνα 2 (εν συντομία, απαιτήσεις P2R). Σήμερα, περίπου το 70% των τραπεζών που υπόκεινται στην εποπτεία μας δημοσιοποιεί ήδη αυτές τις πληροφορίες. Παρ’ όλο που δεν απέχουμε τόσο πολύ από τον στόχο μας, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές που δεν μπορούν να αιτιολογηθούν εντός μιας ενιαίας επικράτειας. Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να πείσουμε περισσότερες τράπεζες να δημοσιοποιήσουν τις απαιτήσεις τους σε ίδια κεφαλαία βάσει του Πυλώνα 2 στο τέλος του τρέχοντος εποπτικού κύκλου στις αρχές του 2020. Για να διευκολύνουμε την προσπάθειά μας, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να παρουσιάσουμε τις αξιολογήσεις κινδύνου που διαμόρφωσαν αυτές τις απαιτήσεις.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να παρέχουμε μεγαλύτερη διαφάνεια σε ό,τι αφορά τις κατευθύνσεις που απευθύνουμε στις τράπεζες για τον Πυλώνα 2. Αυτό θα πρέπει να το εξετάσουμε σοβαρά.

Ζητήσατε τον επανασχεδιασμό των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Τι θα πρέπει να αλλάξει και γιατί;

Από την κρίση και μετά οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων υπήρξαν ένα σημαντικό εργαλείο τόσο για τις εποπτικές αρχές όσο και για τις τράπεζες. Πρέπει όμως να προσαρμοστούν στον κόσμο μετά την κρίση. Στη διάρκεια της κρίσης ο στόχος των ασκήσεων ήταν να μετρούν το μέγεθος της υστέρησης κεφαλαίου στους ισολογισμούς των τραπεζών. Σήμερα, ως εποπτική αρχή, χρησιμοποιούμε κατά κύριο λόγο τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για να εντοπίζουμε ευπάθειες που μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα στο μέλλον. Οι ασκήσεις μπορούν επίσης να παρέχουν χρήσιμα στοιχεία για τις δραστηριότητες των τραπεζών που αφορούν την εσωτερική διαχείριση κινδύνων και να αποκαλύπτουν πιο αναλυτικές πληροφορίες στους συμμετέχοντες στην αγορά. Λόγω αυτών των διακριτών και ενδεχομένως αντικρουόμενων στόχων οι ασκήσεις έχουν πλέον εξελιχθεί σε μια σχετικά πολύπλοκη διαδικασία η οποία απαιτεί εντατική χρήση των πόρων. Οι ασκήσεις εμπεριέχουν επίσης μια αγωνιστική διάσταση για την επίτευξη καλύτερων επιδόσεων καθώς οι τράπεζες προσπαθούν να φαίνονται όσο το δυνατόν πιο ελκυστικές στις αγορές – συχνά σε βάρος της πραγματικότητας. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στη φάση του σχεδιασμού και να δούμε πώς μπορούμε να βελτιωθούμε.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας επανασχεδιασμού, πρέπει να επιδιώξουμε να κάνουμε τις ασκήσεις όσο το δυνατόν πιο συναφείς και πιο ρεαλιστικές. Ταυτόχρονα, θα πρέπει ιδανικά να μειώσουμε την επιβάρυνση σε επίπεδο πόρων τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις εποπτικές αρχές. Αυτές θα πρέπει να είναι οι βασικές αρχές στις οποίες θα στηριχθούμε για να επανασχεδιάσουμε τις ευρωπαϊκές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ασκήσεις θα μπορούσαν να αποτελούνται από δύο συνιστώσες: την τραπεζική προσέγγιση και την εποπτική προσέγγιση. Η τραπεζική προσέγγιση θα είναι μια προσέγγιση «από κάτω προς τα επάνω», κατά κύριο λόγο χωρίς περιορισμούς, στο πλαίσιο της οποίας κάθε τράπεζα θα εξηγεί την κατάστασή της. Αν αυτό γίνει σωστά, τα αποτελέσματα που θα προκύπτουν θα είναι πιο ρεαλιστικά και πιο συναφή για τις τράπεζες σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των κινδύνων τους. Η εποπτική προσέγγιση θα είναι μια προσέγγιση «από κάτω προς τα επάνω» με περιορισμούς, η οποία θα επαληθεύεται με υποδείγματα «από επάνω προς τα κάτω». Αυτό θα πρέπει να οδηγήσει σε μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ των τραπεζών, κάτι το οποίο είναι σημαντικό καθώς τα αποτελέσματα αποτελούν τη βάση για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας – τις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις θα μπορούσαν να δημοσιεύονται μαζί, ούτως ώστε οι αγορές να μπορούν να σχηματίζουν τη δική τους γνώμη.

Αυτή είναι απλώς μια ιδέα για τα επόμενα βήματά μας. Ίσως υπάρχουν και άλλες ιδέες. Ένα πράγμα όμως είναι σίγουρο: η συζήτηση για αυτές τις ιδέες θα πρέπει να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατόν.

Το Brexit έχει πλέον παραταθεί έως τις 31 Ιανουαρίου 2020. Θα δώσετε κι εσείς περισσότερο χρόνο στις τράπεζες για την ικανοποίηση των εποπτικών προσδοκιών ενόψει του Brexit;

Από τη στιγμή που το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πιέζουμε τις τράπεζες να κάνουν όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες: πρέπει να έχουν όλες τις απαραίτητες άδειες για να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες στους πελάτες τους στην ΕΕ και πρέπει να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα στην κατάσταση μετά το Brexit. Συνολικά, διαπιστώσαμε ότι οι τράπεζες, τόσο αυτές που μετεγκαθίστανται στη ζώνη του ευρώ όσο και αυτές που εδρεύουν εδώ και λειτουργούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχαν σημειώσει εύλογη πρόοδο στις προετοιμασίες τους ενόψει της 31ης Οκτωβρίου που ήταν η ημερομηνία για το Brexit.

Παρότι δόθηκε παράταση έως το τέλος Ιανουαρίου, δεν υπάρχει μεταβολή σε ό,τι αφορά τις εποπτικές προσδοκίες και τα ήδη συμφωνηθέντα χρονοδιαγράμματα για την υλοποίηση των σχεδίων των τραπεζών για το Brexit. Συνεχίζουμε να προτρέπουμε τις τράπεζες να υλοποιήσουν τα λειτουργικά μοντέλα που έχουν θέσει ως στόχο, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και της μεταφοράς προσωπικού, καθώς και της ενίσχυσης της ικανότητας διαχείρισης κινδύνων στην ΕΕ. Το μήνυμά μας παραμένει το ίδιο: τα συνολικά χρονοδιαγράμματα δεν έχουν αλλάξει.

Schedule of events

Εκπρόσωποι Τύπου