Menu

Ο ετήσιος καθορισμός εποπτικών προτεραιοτήτων αποτελεί έναν σημαντικό μηχανισμό για τον συντονισμό των εποπτικών ενεργειών στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) με έναν εναρμονισμένο, αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο. Μια σαφής δέσμη εποπτικών προτεραιοτήτων που ανακοινώνεται με διαφάνεια στο κοινό συμβάλλει στην ενίσχυση της επίδρασης του εποπτικού έργου στις τράπεζες και σε ισότιμους όρους ανταγωνισμού συνολικά.

Οι εποπτικές προτεραιότητες για το 2021 βασίζονται στην αξιολόγηση των βασικών κινδύνων και ευπαθειών στον τραπεζικό τομέα. Η πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) είναι μέχρι στιγμής ένα πρωτοφανές γεγονός που επηρεάζει την πραγματική οικονομία και δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών. Ο βαθμός αβεβαιότητας σχετικά με το τελικό βάθος και εύρος της συνολικής επίδρασης της πανδημίας παραμένει υψηλός σε βραχυμεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αξιολογεί τους κινδύνους σε συνεχή βάση και μπορεί να προσαρμόζει τις εποπτικές προτεραιότητες και ενέργειές της σύμφωνα με τις εξελίξεις στο οικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου λειτουργούν τα εποπτευόμενα ιδρύματα. Εντός αυτού του πλαισίου, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα επικεντρώσει τις προσεχείς εποπτικές προσπάθειές της σε τέσσερις τομείς προτεραιότητας που έχουν επηρεαστεί σημαντικά από την τρέχουσα κρίση. Οι τέσσερις τομείς προτεραιότητας για το 2021 είναι οι ακόλουθοι:

  • διαχείριση πιστωτικού κινδύνου,
  • κεφαλαιακή ευρωστία,
  • βιωσιμότητα επιχειρηματικών μοντέλων,
  • διακυβέρνηση.

Επιπλέον, το 2021 θα διενεργηθούν περαιτέρω εποπτικές δραστηριότητες που σχετίζονται με άλλους μεσομακροπρόθεσμους διαρθρωτικούς κινδύνους για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, πέραν της επίδρασης της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19). Οι εποπτικές αρχές θα επικεντρωθούν επίσης στην ευθυγράμμιση των τραπεζών με τις προσδοκίες που καθορίζονται στον Οδηγό της ΕΚΤ όσον αφορά τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους, στους κινδύνους εποπτικής φύσης που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το κυβερνοέγκλημα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό και στον βαθμό ετοιμότητας των τραπεζών για τα τελευταία στάδια της εφαρμογής του πλαισίου Βασιλεία ΙΙΙ. Ανάλογα με το πώς θα εξελιχθεί η κρίση, μπορεί να υπάρξει προσαρμογή συγκεκριμένων εποπτικών δραστηριοτήτων για συγκεκριμένα προφίλ κινδύνου τραπεζών.

1 Πιστωτικός κίνδυνος

Η πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) και η επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος θα έχουν άμεση επίπτωση στην ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, καθώς είναι πιθανόν να σημειωθεί περαιτέρω υποβάθμιση της πιστωτικής ποιότητας, αύξηση των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες και απομείωση της αξίας των εξασφαλίσεων. Τα μέτρα κρατικής στήριξης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών, κανονιστικών και εποπτικών μέτρων, είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποτροπής της χρηματοπιστωτικής κρίσης: οι πιέσεις που ασκήθηκαν στη ρευστότητα των τραπεζών και των δανειοληπτών μετριάστηκαν, εξασφαλίζοντας ότι τα ζητήματα ρευστότητας δεν μετατράπηκαν σε ζητήματα φερεγγυότητας. Ένα από τα διδάγματα της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης, στη διάρκεια της οποίας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συσσωρεύθηκαν με την πάροδο του χρόνου φορτώνοντας τους ισολογισμούς των τραπεζών, ήταν το πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και να διαφοροποιούνται οι καθαρά πρόσκαιρες οικονομικές δυσχέρειες που οφείλονται στην πανδημία από μια επιδείνωση της πίστωσης διαρκέστερου οικονομικού χαρακτήρα. Ο σχηματισμός επαρκών προβλέψεων και η αναγνώριση ζημιών πριν από τη λήξη των μέτρων στάσης πληρωμών και των δημοσιονομικών μέτρων θα συμβάλλουν στην αποφυγή ακραίων επιδράσεων (cliff effects) και προκυκλικών επιδράσεων που θα μπορούσαν να επιτείνουν το οικονομικό κόστος της πανδημίας.

Από αυτήν την άποψη, είναι σημαντικό να ενισχυθούν περαιτέρω οι πρωτοβουλίες που ξεκίνησαν ήδη το 2020 προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες διαθέτουν κατάλληλες πρακτικές διαχείρισης κινδύνου για τον εντοπισμό, την επιμέτρηση και τον περιορισμό της επίδρασης του πιστωτικού κινδύνου, καθώς και την επιχειρησιακή ικανότητα για να διαχειριστούν την αναμενόμενη αύξηση των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες.

Επιπλέον, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην επάρκεια της διαχείρισης, των δραστηριοτήτων, της παρακολούθησης και της υποβολής στοιχείων από μέρους των τραπεζών σε ό,τι αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην ικανότητα των τραπεζών να αναγνωρίζουν σε πρώιμο στάδιο τυχόν επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και αντίστοιχα να σχηματίζουν επαρκείς προβλέψεις εγκαίρως, αλλά και στην ικανότητά τους να εξακολουθούν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διαχειρίζονται καταλλήλως τις καθυστερήσεις στις πληρωμές των δανείων και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οι μεικτές εποπτικές ομάδες (ΜΕΟ) θα εξετάζουν ενδελεχώς τις πρακτικές των τραπεζών σε αυτούς τους τομείς και, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, θα διενεργούνται επίσης στοχευμένοι ενδελεχείς έλεγχοι (deep dives) και μη επιτόπιες επιθεωρήσεις.


2 Κεφαλαιακή ευρωστία

Το ενισχυμένο επίπεδο πιστωτικού κινδύνου, σε συνδυασμό με ενδεχόμενες διορθώσεις στην αγορά, μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τους κεφαλαιακούς δείκτες των τραπεζών. Θα είναι σημαντικό να διασφαλίζεται η επάρκεια των κεφαλαιακών θέσεων των τραπεζών και να εντοπίζονται οι ευπάθειες της κάθε τράπεζας σε πρώιμο στάδιο με σκοπό τη λήψη διορθωτικών ενεργειών, κατά περίπτωση.

Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό οι τράπεζες να διαθέτουν άρτιες πρακτικές κεφαλαιακού προγραμματισμού που βασίζονται σε προβλέψεις για το κεφάλαιο που μπορούν να προσαρμοστούν σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ιδίως σε περίοδο κρίσης. Οι ΜΕΟ θα ελέγχουν εξονυχιστικά την καταλληλότητα του κεφαλαιακού προγραμματισμού των τραπεζών και θα επαληθεύουν την καταλληλότητα των πολιτικών τους για τα μερίσματα και την επαναγορά μετοχών. Επιπλέον, η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ που συντονίζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα διενεργηθεί στη διάρκεια του 2021 και θα αποτελέσει μια σημαντική συνιστώσα για την αξιολόγηση της κεφαλαιακής ανθεκτικότητας των τραπεζών στο πλαίσιο του εποπτικού διαλόγου για τον κεφαλαιακό προγραμματισμό.


3 Βιωσιμότητα επιχειρηματικών μοντέλων

Η κερδοφορία και η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών εξακολουθούν να δέχονται πίεση από το τρέχον οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από χαμηλά επιτόκια, πλεονάζον δυναμικό, χαμηλή αποδοτικότητα κόστους και ανταγωνισμό από τραπεζικά και μη τραπεζικά ιδρύματα. Η πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) επιτείνει αυτές τις πιέσεις.

Στη διάρκεια του 2021, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει τις προσπάθειές της να επαληθεύει τα στρατηγικά σχέδια των τραπεζών και τα υποκείμενα μέτρα που λαμβάνουν τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων ελλείψεων. Επιπλέον, καθώς η πανδημία επιτάχυνε τη διαδικασία ψηφιακού μετασχηματισμού, οι εποπτικές αρχές θα αξιολογούν την πρόοδο που έχουν σημειώσει οι τράπεζες ως προς αυτές τις εξελίξεις. Κατά περίπτωση, οι ΜΕΟ θα συμμετέχουν σε διαρθρωτικό εποπτικό διάλογο με τη διοίκηση των τραπεζών σχετικά με την επίβλεψη των επιχειρηματικών στρατηγικών τους.[1]


4 Διακυβέρνηση

Οι άρτιες πρακτικές διακυβέρνησης και οι εύρωστοι εσωτερικοί έλεγχοι έχουν σημαντική σημασία για τον περιορισμό των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες υπό κανονικές συνθήκες, και ακόμη περισσότερο σε περιόδους κρίσης. Δεδομένου ότι μια εύρωστη διακυβέρνηση από τη διοίκηση αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αντιμετώπιση κρίσεων, η αξιολόγηση της διακυβέρνησης θα αποτελέσει τομέα ενδιαφέροντος για την εποπτεία. Επιπροσθέτως, οι εποπτικές αρχές θα συνεχίσουν να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην καταλληλότητα των πλαισίων διαχείρισης κινδύνου των τραπεζών στο πλαίσιο κρίσεων και στην ικανότητά τους να τα προσαρμόζουν και να τα εφαρμόζουν αποτελεσματικά στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης. Τα διοικητικά όργανα θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα στοιχεία για τους κινδύνους, να τα αξιολογούν και να επαληθεύουν την ακρίβειά τους, ιδίως σε ό,τι αφορά τα στοιχεία για τις πρακτικές διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν την επιχειρησιακή ικανότητα και την επάρκεια των μηχανισμών σχηματισμού προβλέψεων στο τρέχον περιβάλλον. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα επαληθεύει αφενός τις ικανότητες των τραπεζών να συγκεντρώνουν στοιχεία για τους κινδύνους και αφετέρου τα στοιχεία για τους κινδύνους που υποβάλλονται στη διοίκηση. Επιπλέον, οι εποπτικές αρχές θα παρακολουθούν τις ενέργειες των τραπεζών σχετικά με τις πρακτικές διαχείρισης και τη διακυβέρνηση των κινδύνων που σχετίζονται με το κυβερνοέγκλημα και τα πληροφοριακά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που προκύπτουν από την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους παρόχους. Τέλος, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να αξιολογεί την επίδραση εποπτικής φύσης των κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τα πλαίσια εσωτερικού ελέγχου των τραπεζών.

© Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2021

Ταχυδρομική διεύθυνση 60640 Frankfurt am Main, Germany
Τηλ.: +49 69 1344 0
Δικτυακός τόπος: www.bankingsupervision.europa.eu

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή για εκπαιδευτικούς και μη εμπορικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή.

Για την εξειδικευμένη ορολογία, μπορείτε να συμβουλευθείτε το γλωσσάριο του ΕΕΜ (διαθέσιμο μόνο στα αγγλικά).

HTML ISBN 978-92-899-4596-7, ISSN 2599-8463, doi:10.2866/573262 QB-BZ-21-001-EL-Q


[1]Σύμφωνα με την εποπτική προσέγγιση σχετικά με την ενοποίηση, η κερδοφορία και η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών θα αξιολογείται προσεκτικά όταν οι τράπεζες υποβάλουν σχέδιο ενοποίησης στην ΕΚΤ.