Menu

Γιατί οι τράπεζες πρέπει να διακρατούν κεφάλαιο;

23 Μαΐου 2019

Γιατί οι τράπεζες πρέπει να διακρατούν κεφάλαιο;

Το κεφάλαιο αποτελεί βασικό συστατικό για την ασφάλεια και την ευρωστία των τραπεζών. Αυτό συμβαίνει επειδή οι τράπεζες αναλαμβάνουν κινδύνους και μπορεί να υποστούν ζημίες σε περίπτωση υλοποίησης αυτών των κινδύνων. Προκειμένου να παραμένουν ασφαλείς και να προστατεύουν τις καταθέσεις των πελατών τους, οι τράπεζες πρέπει να είναι σε θέση να απορροφούν τις εν λόγω ζημίες και να συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους υπό ευνοϊκές και μη συνθήκες. Αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί το κεφάλαιο των τραπεζών.

Τι ποσότητα κεφαλαίου πρέπει όμως να διακρατεί μια τράπεζα; Η απάντηση έχει να κάνει με τους κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνει. Όσο μεγαλύτεροι είναι οι κίνδυνοι, τόσο περισσότερο κεφάλαιο χρειάζεται. Γι’ αυτό είναι σημαντικό οι τράπεζες να αξιολογούν συνεχώς τους κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνουν και τις ζημίες που μπορεί να υποστούν. Οι αξιολογήσεις τους υποβάλλονται σε έλεγχο και επαληθεύονται από τις αρχές τραπεζικής εποπτείας. Οι εν λόγω αρχές έχουν αναλάβει το καθήκον να παρακολουθούν τη χρηματοοικονομική ευρωστία των τραπεζών και σημαντικό μέρος αυτού του καθήκοντος είναι να ελέγχουν το επίπεδο κεφαλαίου αυτών των τραπεζών.

Τι ακριβώς είναι το τραπεζικό κεφάλαιο; Πώς συντελεί στην ασφάλεια των τραπεζών; Ποια είναι τα επίπεδα κεφαλαίου που πρέπει να διακρατούν οι τράπεζες;

Τι είναι κεφάλαιο;

Με απλά λόγια, κεφάλαιο είναι τα χρήματα που έχει λάβει η τράπεζα από τους μετόχους της και άλλους επενδυτές και τα κέρδη που έχει πραγματοποιήσει αλλά δεν έχει διανείμει. Επομένως, προκειμένου μια τράπεζα να ενισχύσει την κεφαλαιακή της βάση, θα πρέπει, για παράδειγμα, να εκδώσει περισσότερες μετοχές ή να παρακρατήσει κέρδη, αντί να τα διανείμει στους μετόχους με τη μορφή μερισμάτων.

Συνολικά, κάθε τράπεζα διαθέτει δύο πηγές χρηματοδότησης: το κεφάλαιο και το χρέος. Χρέος είναι τα χρήματα που έχει λάβει από τους δανειστές της, τα οποία θα πρέπει να αποπληρώσει. Στο χρέος συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι καταθέσεις πελατών, τα χρεόγραφα που έχουν εκδοθεί και τα δάνεια που έχει συνάψει η τράπεζα.

Η χρηματοδότηση από αυτές τις δύο πηγές χρησιμοποιείται από την τράπεζα με διάφορους τρόπους, για παράδειγμα για να χορηγεί δάνεια στους πελάτες της ή να κάνει άλλες επενδύσεις. Αυτά τα δάνεια και επενδύσεις, καθώς και τα κεφάλαια που τηρούνται με τη μορφή μετρητών, αποτελούν τα στοιχεία ενεργητικού της τράπεζας.

Ο ισολογισμός μιας τράπεζας Ο ισολογισμός μιας τράπεζας

Πώς το κεφάλαιο συντελεί στην ασφάλεια των τραπεζών;

Το κεφάλαιο λειτουργεί ως χρηματοοικονομικό περιθώριο ασφαλείας έναντι ζημιών. Για παράδειγμα, αν πολλοί δανειολήπτες ξαφνικά δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους ή αν μειωθεί η αξία ορισμένων επενδύσεων, η τράπεζα θα καταγράψει ζημία και χωρίς κάποιο κεφαλαιακό περιθώριο ασφαλείας μπορεί ακόμη και να πτωχεύσει. Ωστόσο, αν η κεφαλαιακή της βάση είναι ισχυρή, θα μπορέσει να τη χρησιμοποιήσει για να απορροφήσει τη ζημία και να συνεχίσει να λειτουργεί, εξυπηρετώντας τους πελάτες της.

Ο ισολογισμός μιας τράπεζας Ο ισολογισμός μιας τράπεζας

Τι ποσότητα κεφαλαίου πρέπει να διακρατούν οι τράπεζες;

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για μια τράπεζα αποτελούνται από τρία βασικά στοιχεία:

  • ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, γνωστές ως απαιτήσεις του Πυλώνα 1
  • πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, γνωστή ως απαίτηση του Πυλώνα 2
  • απαιτήσεις κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας

Πρώτον, όλες οι τράπεζες στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας πρέπει να συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της ΕΕ στην οποία η ελάχιστη συνολική κεφαλαιακή απαίτηση (η οποία ονομάζεται απαίτηση του Πυλώνα 1) ορίζεται στο 8% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών. Τι είναι όμως τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού; Πρόκειται για το γινόμενο των συνολικών στοιχείων ενεργητικού μιας τράπεζας και των αντίστοιχων συντελεστών κινδύνου τους (συντελεστές στάθμισης κινδύνου). Οι συντελεστές κινδύνου αντανακλούν τον εκτιμώμενο βαθμό κινδύνου συγκεκριμένου τύπου στοιχείων ενεργητικού. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός κινδύνου ενός στοιχείου ενεργητικού, τόσο μικρότερη είναι η σταθμισμένη ως προς τον κίνδυνο αξία του και επομένως τόσο χαμηλότερο το ύψος κεφαλαίου που πρέπει να διακρατεί μια τράπεζα για να το καλύψει. Για παράδειγμα, ένα στεγαστικό δάνειο που καλύπτεται από εξασφαλίσεις (διαμέρισμα ή σπίτι) έχει μικρότερο βαθμό κινδύνου – έχει δηλαδή χαμηλότερο συντελεστή κινδύνου – από ό,τι ένα δάνειο χωρίς εξασφάλιση. Επομένως, το κεφάλαιο που πρέπει να διακρατεί η τράπεζα για να καλύψει το εν λόγω δάνειο είναι μικρότερο από ό,τι θα χρειαζόταν για ένα μη εξασφαλισμένο δάνειο.

Δεύτερον, οι εποπτικές αρχές έχουν ορίσει μια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση (που ονομάζεται απαίτηση του Πυλώνα 2). Εδώ εμπλέκεται η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Επόπτες από την ΕΚΤ και τις εποπτικές αρχές των συμμετεχουσών χωρών εξετάζουν λεπτομερώς κάθε τράπεζα και αξιολογούν τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, διενεργώντας ετησίως διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process - SREP). Αν οι εποπτικές αρχές καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται η τράπεζα δεν καλύπτονται επαρκώς από τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, μπορούν να της ζητήσουν να διακρατήσει πρόσθετο κεφάλαιο.

Τόσο οι ελάχιστες όσο και οι πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι δεσμευτικές και η παράβασή τους μπορεί να επιφέρει νομικές συνέπειες. Οι εν λόγω συνέπειες εξαρτώνται από τη σοβαρότητα της παράβασης. Η εποπτική αρχή μπορεί, για παράδειγμα, να ζητήσει από την τράπεζα να εκπονήσει σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσής της με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Ή ακόμη, στην περίπτωση πολύ σοβαρής παράβασης, μπορεί να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της τράπεζας.

Η τρίτη κεφαλαιακή απαίτηση για τις τράπεζες αφορά την υποχρέωσή τους να τηρούν πρόσθετα αποθέματα ασφαλείας για διαφορετικούς σκοπούς (π.χ. για τη γενική διατήρηση κεφαλαίου και για την προστασία από κυκλικούς και μη κυκλικούς συστημικούς κινδύνους).

Πλέον των παραπάνω τριών ειδών κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι εποπτικές αρχές καλούν τις τράπεζες να διακρατούν συγκεκριμένα επίπεδα κεφαλαίου για περιόδους ακραίων συνθηκών (πρόκειται για τις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2).

Πέραν των ποσών που απαιτούν οι ρυθμιστικές και οι εποπτικές αρχές, οι τράπεζες καλούνται να καθορίσουν οι ίδιες το ύψος του κεφαλαίου που χρειάζονται προκειμένου να μπορούν να εφαρμόσουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο κατά τρόπο βιώσιμο.