Πώς υπολογίζεται το ετήσιο εποπτικό τέλος;

Η ΕΚΤ υπολογίζει το ετήσιο κόστος που συνδέεται με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της προκειμένου να προσδιορίσει το συνολικό ποσό των ετήσιων εποπτικών τελών. Στη συνέχεια, το συνολικό κόστος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες:

  • Άμεση εποπτεία - κόστος που ανακτάται από τις σημαντικές τράπεζες, οι οποίες υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ
  • Έμμεση εποπτεία - κόστος που ανακτάται από τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες, οι οποίες υπόκεινται στην άμεση εποπτεία των αντίστοιχων εθνικών εποπτικών αρχών

Η απόφαση για το συνολικό ποσό των ετήσιων εποπτικών τελών δημοσιεύεται το αργότερο έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους.

Συνολικά ετήσια τέλη

Τι πληρώνει κάθε τράπεζα;

Το ετήσιο εποπτικό τέλος για κάθε τράπεζα περιλαμβάνει:

  • Μια ελάχιστη συνιστώσα εποπτικού τέλους
  • Μια μεταβλητή συνιστώσα εποπτικού τέλους

Ελάχιστη συνιστώσα εποπτικού τέλους

Η ελάχιστη συνιστώσα εποπτικού τέλους βασίζεται σε ένα σταθερό ποσοστό επί του συνολικού ποσού των ετήσιων εποπτικών τελών για τις σημαντικές και τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες.

Ελάχιστη συνιστώσα εποπτικού τέλους
Σημαντικές τράπεζες

Το σταθερό ποσοστό είναι 10% του συνολικού ποσού των ετήσιων τελών για τις σημαντικές τράπεζες και επιμερίζεται εξίσου μεταξύ των οφειλετών εποπτικού τέλους αυτής της κατηγορίας.

Για μικρότερα σημαντικά ιδρύματα με συνολικό ενεργητικό έως και 10 δισεκ. ευρώ η ελάχιστη συνιστώσα του τέλους διαιρείται διά του δύο.

Λιγότερο σημαντικές τράπεζες

Το σταθερό ποσοστό είναι 10% του συνολικού ποσού των ετήσιων τελών για τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες και επιμερίζεται εξίσου μεταξύ των οφειλετών εποπτικού τέλους αυτής της κατηγορίας.

Προσδιορισμός μεταβλητής συνιστώσας εποπτικού τέλους

Μεταβλητή συνιστώσα εποπτικού τέλους

Η μεταβλητή συνιστώσα εποπτικού τέλους αντιστοιχεί στο υπολειπόμενο ποσό του εποπτικού τέλους μετά την αφαίρεση της ελάχιστης συνιστώσας.

Κάθε τράπεζα καταβάλλει μέρος αυτού του ποσού ανάλογα με τη σημασία και το προφίλ κινδύνου της. Αυτό σημαίνει ότι στις μεγαλύτερες τράπεζες οι οποίες έχουν υψηλότερο βαθμό έκθεσης σε κίνδυνο αναλογεί υψηλότερη μεταβλητή συνιστώσα εποπτικού τέλους.

Υπολογισμός εποπτικού τέλους

Οι εποπτευόμενες τράπεζες μπορούν να υπολογίζουν κατ’ εκτίμηση το ετήσιο εποπτικό τέλος που οφείλουν να καταβάλλουν χρησιμοποιώντας τις παρακάτω δημοσιευμένες πληροφορίες σε συνδυασμό με τους δικούς τους συντελεστές υπολογισμού τέλους (σύνολο στοιχείων ενεργητικού και συνολική έκθεση σε κίνδυνο), όπως παρέχονται από τις ενδιαφερόμενες εποπτευόμενες τράπεζες. Η ΕΚΤ εξειδικεύει τον τρόπο καθορισμού των συντελεστών υπολογισμού τέλους για κάθε εποπτευόμενη τράπεζα ή όμιλο τραπεζών στην εκάστοτε ειδοποίηση καταβολής τέλους.

Για τον υπολογισμό του ετήσιου εποπτικού τέλους είναι απαραίτητες οι εξής πληροφορίες:

Για τους σκοπούς του υπολογισμού των εν λόγω συντελεστών, οι εποπτευόμενες οντότητες θα πρέπει κατά κανόνα να εξαιρούν τα στοιχεία ενεργητικού των θυγατρικών που είναι εγκατεστημένες σε μη συμμετέχουσες χώρες και τρίτες χώρες. Οι εποπτευόμενοι όμιλοι μπορούν να αποφασίσουν να μην εξαιρούν τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, εάν θεωρούν ότι το κόστος διενέργειας υπολογισμού των προς εξαίρεση ποσών θα υπερβαίνει την προσδοκώμενη μείωση του εποπτικού τέλους. Τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού έχουν εξαιρεθεί από τις συνολικές μέσες τιμές που παρουσιάζονται παρακάτω.

Τιμές συντελεστών υπολογισμού εποπτικού τέλους (σε δισεκ. ευρώ)
Ημερομηνία αναφοράς: 31 Δεκεμβρίου 2015
Σημαντικές τράπεζες
Λιγότερο σημαντικές τράπεζες
Εφαρμοσθέν σύνολο στοιχείων ενεργητικού 20.233 4.469
Εφαρμοσθείσα συνολική έκθεση σε κίνδυνο 6.773 2.137
Τιμές συντελεστών υπολογισμού εποπτικού τέλους προηγούμενων ετών
Τιμές συντελεστών υπολογισμού εποπτικού τέλους (σε δισεκ. ευρώ)
Ημερομηνία αναφοράς: 31 Δεκεμβρίου 2014
Σημαντικές τράπεζες
Λιγότερο σημαντικές τράπεζες
Εφαρμοσθέν σύνολο στοιχείων ενεργητικού 20.527 4.669
Εφαρμοσθείσα συνολική έκθεση σε κίνδυνο 6.811 2.219

Επισημαίνεται ότι, λόγω της εφαρμογής του άρθρου 7 και του άρθρου 10 παράγραφος 6 του κανονισμού της ΕΚΤ σχετικά με τα εποπτικά τέλη, τα οποία αφορούν αντίστοιχα μεταβολές στην κατάσταση (άδεια λειτουργίας και ιδιότητα) και στον υπολογισμό του ετήσιου εποπτικού τέλους που είναι πληρωτέο από τον εκάστοτε οφειλέτη, με τις ως άνω πληροφορίες μπορεί να γίνει μόνο κατ' εκτίμηση υπολογισμός, ο οποίος δεν μπορεί να συμφωνεί επακριβώς με το ποσό του τέλους που επιβάλλει η ΕΚΤ και το οποίο προσδιορίζεται στην ειδοποίηση καταβολής τέλους.