Επιλογές αναζήτησης
Η ΕΚΤ Ενημέρωση Επεξηγήσεις Έρευνα & Εκδόσεις Στατιστικές Νομισματική πολιτική Το ευρώ Πληρωμές & Αγορές Θέσεις εργασίας
Προτάσεις
Εμφάνιση κατά

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Οι τραπεζικές δραστηριότητες ενέχουν πάντοτε πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί να μην αποπληρωθούν. Για αυτόν τον λόγο, το εποπτικό έργο της ΕΚΤ επικεντρώνεται στον πιστωτικό κίνδυνο και η ΕΚΤ δίδει ιδιαίτερη προσοχή στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ).

Εποπτεία: Ο λόγος στους ειδικούς. Τι είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια;

Το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δάνειων (ΜΕΔ) είναι σημαντικό για την οικονομία, καθώς αυτά τα δάνεια επηρεάζουν αρνητικά την κερδοφορία των τραπεζών και απορροφούν πολύτιμους πόρους, περιορίζοντας την ικανότητα των τραπεζών να χορηγούν νέα δάνεια. Προβλήματα στον τραπεζικό τομέα μπορούν επίσης να μεταδοθούν εύκολα σε άλλους τομείς της οικονομίας, επηρεάζοντας αρνητικά τις προοπτικές για την απασχόληση και την ανάπτυξη. Γι' αυτό η ΕΚΤ στηρίζει τις τράπεζες για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος, συμβάλλοντας έτσι στην κατοχύρωση της ασφάλειας και της ευρωστίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι πιθανόν να αυξηθούν

Στα μέσα του 2020 οι τράπεζες υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ διακρατούσαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια αξίας άνω των 550 δισεκ. ευρώ, τα οποία αντιπροσώπευαν σχεδόν το 3% των συνολικών δανείων τους. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώνονται σταθερά από το ανώτατο επίπεδο του 2016 (1 τρισεκ. ευρώ περίπου). Ωστόσο, η οικονομική κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία του κορωνοϊού είναι πιθανόν να οδηγήσει σε απότομη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων: σύμφωνα με ένα δυσμενές αλλά ευλογοφανές σενάριο θα μπορούσαν να διαμορφωθούν σε επίπεδο που θα ανέρχεται σε 1,4 τρισεκ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2022.

Τα τριμηνιαία στατιστικά στοιχεία της ΕΚΤ για τους σκοπούς της τραπεζικής εποπτείας παρέχουν περαιτέρω πληροφορίες για το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Στατιστικά στοιχεία της ΕΚΤ για τους σκοπούς της τραπεζικής εποπτείας

Έμφαση από την πλευρά της εποπτείας

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ευρωστία μας τράπεζας. Οι επόπτες της ΕΚΤ παρακολουθούν επομένως προσεκτικά το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε όλες τις τράπεζες. Ελέγχουν επίσης κατά πόσο οι τράπεζες διαχειρίζονται επαρκώς τον βαθμό κινδύνου των δανείων τους και αν διαθέτουν κατάλληλες στρατηγικές, δομές διαχείρισης και διαδικασίες. Αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process - SREP), η οποία διενεργείται ετησίως για κάθε τράπεζα.

Τα άρτια πιστοδοτικά κριτήρια και η ορθή διαχείριση πιστωτικού κινδύνου αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που περιορίζουν τον κίνδυνο τα δάνεια να καταστούν μη εξυπηρετούμενα και οι τράπεζες να συσσωρεύσουν επισφαλή δάνεια. Για την ελαχιστοποίηση αυτού του κινδύνου, οι τράπεζες θα πρέπει:

  • να χορηγούν δάνεια μόνο σε πελάτες ικανούς να τα αποπληρώσουν
  • να παρακολουθούν τα στοιχεία των δανείων προκειμένου να εντοπίζουν εγκαίρως τους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και να διορθώνουν την κατάσταση
  • να συνεργάζονται με βιώσιμους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες με σκοπό την αναδιάρθρωση των δανείων τους
  • να σχηματίζουν επαρκείς προβλέψεις εγκαίρως για να διασφαλίζουν την κατάλληλη κάλυψη των ζημιών
  • να εργάζονται για τη μείωση των αποθεμάτων τους σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Τα άρτια πιστοδοτικά κριτήρια, η ορθή διαχείριση κινδύνου και η προνοητική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατέχουν σημαντική θέση στο πλαίσιο της κρίσης του κορωνοϊού, επειδή οι καθυστερήσεις πληρωμών είναι πιθανόν να αυξηθούν απότομα όταν αποσυρθούν τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπισή της.

Για να βοηθήσει τις τράπεζες να αντιμετωπίσουν την κρίση και να συνεχίσουν να χορηγούν δάνεια, η ΕΚΤ τους εξασφάλισε κάποια ευελιξία, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά την ταξινόμηση δανείων που έχουν χορηγηθεί σε βιώσιμους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν προβλήματα μόνο πρόσκαιρα. Απαιτείται όμως επαγρύπνηση για να διασφαλιστεί ότι αυτή η ευελιξία δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη στήριξη μη βιώσιμων δανειοληπτών και την καθυστερημένη ταξινόμηση των δανείων τους ως μη εξυπηρετούμενα.

Η ΕΚΤ παρείχε στις τράπεζες σχετικές κατευθύνσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης των επισφαλών δανείων καθώς και για τον σχηματισμό επαρκών προβλέψεων.

Μια κοινή προσπάθεια

Πέραν των εποπτικών μέτρων, απαιτούνται δράσεις σε δύο άλλους τομείς για την αντιμετώπιση του υψηλού αποθέματος των ΜΕΔ. Η πρώτη αφορά τη λήψη νομικών μέτρων: σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες τα διαθέσιμα νομικά εργαλεία μπορεί να μην επαρκούν ή μπορεί να μην επιτρέπουν την έγκαιρη επίλυση των κόκκινων δανείων.

Η δεύτερη αφορά την ανάληψη ενεργειών σε δευτερογενείς αγορές: ενώ οι τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτές τις αγορές για τη μεταφορά του κινδύνου διακράτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μη τραπεζικούς επενδυτές, συχνά οι αγορές δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένες. Αυτό καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό στο πλαίσιο της κρίσης του κορωνοϊού και της αναμενόμενης αύξησης του επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Andrea Enria, πρότεινε επίσης ότι μέρος της λύσης αυτού του ζητήματος θα μπορούσε να είναι μια ευρωπαϊκή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή ένα δίκτυο εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων της ΕΕ κατήρτισε το 2017 σχέδιο δράσης, το οποίο περιλαμβάνει δράσεις και στους τρεις τομείς: τραπεζική εποπτεία, μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια αφερεγγυότητας και ανάκτησης χρεών και ανάπτυξη δευτερογενών αγορών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί την πρόοδο ως προς τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τον Δεκέμβριο του 2020, παρουσίασε επίσης στρατηγική για την αποτροπή της συσσώρευσης μη εξυπηρετούμενων δανείων στο μέλλον εξαιτίας της κρίσης του κορωνοϊού.

Όλες οι σελίδες σε αυτήν την ενότητα