Ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ στις συγχωνεύσεις και εξαγορές τραπεζών;

5 Απριλίου 2019

Ο ρόλος της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ στην ενοποίηση τραπεζών εξαρτάται από το είδος της πράξης που επιλέγει η τράπεζα. Η ΕΚΤ έχει επίσημο ρόλο αν η πράξη αφορά την απόκτηση ειδικής συμμετοχής ή τη δημιουργία νέας τράπεζας, ή αν η συγχώνευση αφορά σημαντικές τράπεζες και η νομοθεσία της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένες αναθέτει στην εποπτική αρχή την εξουσία έγκρισης συγχωνεύσεων.

Σε κάθε περίπτωση, οι πράξεις αυτές εξετάζονται στο πλαίσιο της διαρκούς εποπτείας που ασκείται στα ενδιαφερόμενα ιδρύματα. Αυτό σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές αξιολογούν τη βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα της συγχώνευσης ή της εξαγοράς προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο τραπεζικός όμιλος που θα προκύψει θα μπορεί να συμμορφώνεται διαρκώς με όλες τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στο προσεχές μέλλον. Προς τον σκοπό αυτόν, οι εποπτικές αρχές εξετάζουν το επιχειρηματικό μοντέλο της τράπεζας που θα προκύψει. Πιο συγκεκριμένα, ελέγχουν αν η τράπεζα διαθέτει επαρκή επίπεδα κεφαλαίου και ρευστότητας και αν θα μπορεί να τα διατηρήσει με την πάροδο του χρόνου. Αξιολογούν επίσης αν η τράπεζα διαθέτει ισχυρή διακυβέρνηση με ορθή καθοδήγηση και αν είναι σε θέση να παράγει κέρδη. Συνοπτικά, η ΕΚΤ εξετάζει το επιχειρηματικό σχέδιο, τις προβολές του εν λόγω σχεδίου και την αξιοπιστία τους (συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου εκτέλεσης και της σύγκρισης με ομοειδή ιδρύματα) και αξιολογεί κατά πόσο η οντότητα που θα προκύψει μπορεί να διασφαλίζει τη διαρκή συμμόρφωση με το σύνολο των απαιτήσεων και των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας.

Η τραπεζική ενοποίηση μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξάλειψη πλεονάζοντος δυναμικού, στη βελτίωση της αποδοτικότητας ως προς το κόστος και στην προώθηση πιο επικεντρωμένων και αξιόπιστων επιχειρηματικών μοντέλων. Η διασυνοριακή ενοποίηση θα μπορεί επίσης να συμβάλει σε μια μεγαλύτερη διαφοροποίηση των κινδύνων και στην ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, έναν στόχο που θεωρείται σημαντικός εντός της τραπεζικής ένωσης. Ωστόσο, ο ρόλος της ΕΚΤ δεν είναι να προωθεί (ή να αποτρέπει) ενεργά οποιαδήποτε μορφή τραπεζικής ενοποίησης. Ως εποπτική αρχή, η ΕΚΤ πρέπει να τηρεί ουδέτερη στάση και να αξιολογεί από καθαρά τεχνική σκοπιά κάθε σχέδιο που υποβάλλουν οι τράπεζες.

Τι σημαίνει τραπεζική συγχώνευση και ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ;

Ως συγχώνευση (π.χ. συγχώνευση με απορρόφηση) νοείται συνήθως η ένωση δύο μητρικών τραπεζών με σκοπό τη δημιουργία κοινής μητρικής τράπεζας που θα διοικεί έναν μεγαλύτερο τραπεζικό όμιλο. Ο ισολογισμός του νέου τραπεζικού ομίλου περιέχει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των τραπεζών που συγχωνεύονται.

Ο ρόλος της ΕΚΤ όσον αφορά τη συγχώνευση εξαρτάται από τη νομοθεσία της χώρας ή των χωρών στις οποίες βρίσκεται η έδρα των τραπεζών που συγχωνεύονται. Αυτό συμβαίνει γιατί οι συγχωνεύσεις δεν διέπονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία αλλά από την εθνική νομοθεσία. Εάν η νομοθεσία της χώρας εκχωρεί εξουσίες στην εθνική εποπτική αρχή για αυτό το ζήτημα, η ΕΚΤ ασκεί αυτές τις εξουσίες όταν πρόκειται για συγχωνεύσεις σημαντικών τραπεζών που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και σε ορισμένες άλλες χώρες η εθνική εποπτική αρχή δεν έχει εξουσία έγκρισης συγχωνεύσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ρόλος της ΕΚΤ είναι να εξετάζει τη συγχώνευση στο πλαίσιο της διαρκούς εποπτείας στην οποία υπόκεινται τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα. Ωστόσο, η συγχώνευση μπορεί να ενεργοποιήσει τη διαδικασία απόκτησης ειδικών συμμετοχών, για την οποία απαιτείται η έγκριση της ΕΚΤ (για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό, βλ. παρακάτω). Επίσης, αν δύο ή περισσότερες τράπεζες συγχωνευθούν σε μία νεοσυσταθείσα οντότητα, μπορεί να χρειαστεί νέα τραπεζική άδεια λειτουργίας· θα ζητηθεί λοιπόν η συνδρομή της ΕΚΤ καθώς όλες οι άδειες λειτουργίας στη ζώνη του ευρώ χορηγούνται από αυτήν.

Αντιθέτως, στην Ιταλία, την Ελλάδα, τη Σλοβενία και το Βέλγιο για παράδειγμα, η εθνική εποπτική αρχή διαθέτει εξουσία έγκρισης συγχωνεύσεων ή συμμετέχει στη διαδικασία έγκρισης. Κατά συνέπεια, εάν δύο ή περισσότερες σημαντικές τράπεζες από αυτές τις χώρες αποφασίσουν να συγχωνευθούν, το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα αξιολογήσει αφενός τον αντίκτυπο της συγχώνευσης στην κερδοφορία, τη φερεγγυότητα, τη ρευστότητα και την οργανωτική δομή της τράπεζας που θα προκύψει και αφετέρου την τεχνική ικανότητά της να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης (όπως ορίζονται στον κανονισμό και στην οδηγία σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις).

Ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ στις εξαγορές τραπεζών;

Η ΕΚΤ πρέπει να εγκρίνει κάθε απόκτηση ειδικής συμμετοχής, δηλαδή κάθε απόκτηση συμμετοχής σε μια τράπεζα που αντιπροσωπεύει το 10% ή περισσότερο των μετοχών ή/και των δικαιωμάτων ψήφου σε αυτήν την τράπεζα ή υπερβαίνει άλλα σχετικά όρια.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, η τράπεζα που σχεδιάζει να αποκτήσει ειδική συμμετοχή πρέπει να ενημερώσει την εθνική εποπτική αρχή. Η εθνική εποπτική αρχή και η ΕΚΤ αξιολογούν τη σχετική πρόταση σύμφωνα με πέντε κριτήρια τα οποία ορίζονται στην οδηγία σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις:

Φήμη του υποψήφιου αγοραστή Έχει ο υποψήφιος αγοραστής την απαραίτητη ακεραιότητα και αξιοπιστία, π.χ. λευκό ποινικό μητρώο ή καμία εμπλοκή σε δικαστική διαδικασία; Μια άλλη πτυχή είναι η επαγγελματική επάρκεια του αγοραστή, δηλ. η διαχειριστική ή/και επενδυτική εμπειρία του στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Φήμη και εμπειρία των υποψήφιων νέων διοικητικών στελεχών Σκοπεύει ο αγοραστής να υλοποιήσει αλλαγές στα διοικητικά όργανα της τράπεζας; Εάν ναι, πρέπει να διενεργηθεί αξιολόγηση της καταλληλότητας των νέων μελών των διοικητικών οργάνων.
Οικονομική ευρωστία του αγοραστή Μπορεί ο υποψήφιος αγοραστής να χρηματοδοτήσει την προτεινόμενη εξαγορά και να διατηρήσει μια υγιή χρηματοπιστωτική δομή στο προσεχές μέλλον; Αυτό αξιολογείται εξετάζοντας την αξιοπιστία του επιχειρηματικού σχεδίου και την ικανότητα της τράπεζας στόχου να διασφαλίζει διαρκή συμμόρφωση με τις εποπτικές απαιτήσεις.
Επίδραση στην τράπεζα Θα εξακολουθεί η τράπεζα να είναι σε θέση να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας; Για παράδειγμα, μια τράπεζα δεν θα πρέπει να δέχεται πίεση επειδή μέρος της απόκτησης χρηματοδοτείται από χρέος. Επιπλέον, η δομή του αγοραστή δεν θα πρέπει να είναι τόσο σύνθετη ώστε να αποτρέπει την αποτελεσματική εποπτεία της τράπεζας από τις αρμόδιες αρχές.
Κίνδυνος συσχέτισης με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας Μπορεί να επαληθευτεί ότι οι εμπλεκόμενοι πόροι δεν προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες ή ότι δεν συνδέονται με την τρομοκρατία; Η αξιολόγηση εξετάζει επίσης κατά πόσον η απόκτηση θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις ειδικές συμμετοχές, μπορείτε να διαβάσετε την επεξήγησή μας.

Τι θα συμβεί αν η νεοσυσταθείσα τράπεζα είναι ένας τραπεζικός γίγαντας που θεωρείται πολύ μεγάλος για να αποτύχει (too big too fail);

Η ΕΚΤ δεν λαμβάνει θέση σχετικά με το μέγεθος και, ως θέμα αρχής, δεν αποθαρρύνει τις τράπεζες να γίνουν μεγαλύτερες. Σε ό,τι αφορά τον χαρακτηρισμό ότι μια τράπεζα είναι πολύ μεγάλη για να αποτύχει, σύμφωνα με διεθνώς συμφωνηθέντα πρότυπα οι μεγάλες τράπεζες συστημικής σημασίας πρέπει να διατηρούν πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας ή/και να έχουν ικανότητες απορρόφησης ζημιών. Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ταξινομεί τις τράπεζες βάσει συγκεκριμένου δείκτη και, ως αποτέλεσμα, οι εποπτικές αρχές μπορεί να ζητούν πρόσθετες απαιτήσεις κεφαλαίου καθώς και κεφάλαιο απορρόφησης ζημιών. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για όλες τις τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Επιπλέον, όλες οι τράπεζες, ανεξαρτήτως μεγέθους, πρέπει να είναι δυνατόν να εξυγιανθούν ανά πάσα στιγμή. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα εξυγίανσής τους, πρέπει να διαθέτουν απλές νομικές δομές και άρτια σχέδια εξυγίανσης.

Το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης είναι αρμόδιο για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης και για τον προσδιορισμό της ελάχιστης απαίτησης για τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις (minimum requirement for own funds and eligible liabilities - MREL) που πρέπει να διακρατούν οι τράπεζες.