Εισαγωγική δήλωση στο πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου σχετικά με την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα το 2015

Danièle Nouy, Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, και Sabine Lautenschläger, Αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ,
Φρανκφούρτη, 23 Μαρτίου 2016

Danièle Nouy, Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ

Κυρίες και κύριοι,

Καλώς ορίσατε στη συνέντευξη Τύπου σχετικά με την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα το 2015. Εχθές μετέβην στις Βρυξέλλες για να παρουσιάσω την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σήμερα θα ήθελα να προχωρήσουμε πέρα από την Ετήσια Έκθεση και πέρα από το 2015.

Στις αρχές του τρέχοντος έτους, ο τραπεζικός τομέας βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όταν αυξήθηκε η μεταβλητότητα και μειώθηκαν οι τιμές των μετοχών των τραπεζών. Από αυτήν την άποψη, με καθησυχάζει το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε κατά πολύ η ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών διαμέσου της σημαντικής αύξησης των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας. Από το 2012, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1), για παράδειγμα, αυξήθηκε από 9% σε 13%.

Ωστόσο, το πρόσφατο επεισόδιο όσον αφορά τη μεταβλητότητα αποκάλυψε την αβεβαιότητα των επενδυτών – η οποία δεν συνδέεται απαραιτήτως με την ανθεκτικότητα των τραπεζών, αλλά περισσότερο με την κερδοφορία των τραπεζών. Σε ένα περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από συνεχιζόμενη περίοδο χαμηλών επιτοκίων, εξασθένηση της παγκόσμιας οικονομίας, προβληματικές αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς και κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου, πολλοί επενδυτές ανησυχούν για την ικανότητα των τραπεζών να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα και να διατηρήσουν την κερδοφορία τους.

Κι εμείς θεωρούμε ότι η προσαρμογή των επιχειρηματικών μοντέλων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Άλλες προκλήσεις είναι ο πιστωτικός κίνδυνος και τα αυξημένα επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αντιστροφή της αναζήτησης υψηλών αποδόσεων, οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη δεοντολογία και τη διαχείριση, ο κίνδυνος κρατικού χρέους χώρας, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι αυξανόμενες ευπάθειες σε αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς, καθώς και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα συστήματα πληροφορικής και το ηλεκτρονικό έγκλημα.

Με βάση τους παραπάνω κινδύνους, προσδιορίσαμε πέντε προτεραιότητες οι οποίες θα αποτελέσουν τον γνώμονα με τον οποίο θα επιτελέσουμε το εποπτικό μας έργο το 2016:

  • Πρώτον, θα εξετάσουμε τα επιχειρηματικά μοντέλα και την κερδοφορία των τραπεζών.
  • Δεύτερον, θα εξετάσουμε τον πιστωτικό κίνδυνο, ιδίως σε σχέση με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Στο πλαίσιο αυτό, πέρυσι συστήσαμε ομάδα εργασίας στην οποία ανατέθηκε να στηρίξει τη μείωση αυτών των δανείων.
  • Τρίτον, θα εξετάσουμε την κεφαλαιακή επάρκεια – π.χ. σε σχέση με το κεφάλαιο που προσφέρεται για διάσωση με ίδια μέσα.
  • Τέταρτον, θα εξετάσουμε τη διαχείριση κινδύνων. Με δεδομένο το σημερινό περιβάλλον πολύ χαμηλών επιτοκίων και άφθονης ρευστότητας, είναι ολοένα σημαντικότερο οι τράπεζες να διαχειρίζονται με ορθό τρόπο τους κινδύνους τους.
  • Και πέμπτον, θα εξετάσουμε τη ρευστότητα.

Με δεδομένα τα παραπάνω, είμαι σίγουρη ότι οι τράπεζες θα προσέθεταν άλλη μία πρόκληση. Αναφέρομαι στην ανάγκη να αντεπεξέλθουν στις πολυάριθμες αλλαγές του κανονιστικού πλαισίου. Είναι αλήθεια ότι έχουν γίνει πολλές αλλαγές, όπως επίσης είναι αλήθεια ότι απαιτείται προσπάθεια για την προσαρμογή σε αυτές. Ακριβώς επειδή το κατανοούμε αυτό, καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε το κανονιστικό πλαίσιο να χαρακτηρίζεται από ασφάλεια δικαίου προκειμένου οι τράπεζες να είναι σε θέση να σχεδιάζουν ανάλογα τις κινήσεις τους και να αντιμετωπίζουν με ορθό τρόπο τους κινδύνους.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι προερχόμαστε από έναν κατακερματισμένο τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη και μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κανονιστικές μεταρρυθμίσεις ήταν απαραίτητες. Ό,τι έγινε έπρεπε να γίνει.

Οι νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι νέες απαιτήσεις για την κάλυψη του κινδύνου ρευστότητας ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα τόσο των επιμέρους τραπεζών όσο και ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος. Από συστημική άποψη, βρισκόμαστε σε πολύ ισχυρότερη θέση από ό,τι πριν από την τελευταία κρίση. Από όπου και αν προέλθει η επόμενη καταιγίδα, οι τράπεζες θα είναι πιο ανθεκτικές. Και αν μια τράπεζα όντως πτωχεύσει, οι νέοι κανόνες για τη διάσωση με ίδια μέσα θα προστατεύσουν τους φορολογούμενους πολίτες. Αυτό με τη σειρά του επανευθυγραμμίζει τα κίνητρα των επενδυτών. Η αύξηση των διαφορών αποδόσεων ορισμένων κεφαλαιακών μέσων αποτελεί ένδειξη ότι οι αγορές προσαρμόζονται σε αυτούς τους νέους κανόνες.

Επιπλέον, η Βασιλεία ΙΙΙ, ο κεντρικός άξονας της κανονιστικής μεταρρύθμισης, πρόκειται να οριστικοποιηθεί το 2016. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές περαιτέρω αυξήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων και δεν τίθεται θέμα Βασιλείας IV. Η κανονιστική μεταρρύθμιση πλησιάζει στο τέλος της. Άνοιξε τον δρόμο προς ένα πιο σταθερό τραπεζικό σύστημα. Ομολογουμένως, το ταξίδι ήταν μακρύ και δύσκολο. Η κρίση υπονόμευσε την εμπιστοσύνη και θα χρειαστεί χρόνος και προσπάθεια για την πλήρη αποκατάστασή της – η πρόσφατη έξαρση της μεταβλητότητας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Εμείς, ως επόπτες, συμβάλλουμε, σε συνεργασία με τις ρυθμιστικές αρχές, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα. Αλλά οι ίδιες οι τράπεζες πρέπει να εξασφαλίσουν ότι τα επιχειρηματικά τους μοντέλα είναι βιώσιμα. Οι ίδιες οι τράπεζες πρέπει να διαχειριστούν με σύνεση τους κινδύνους τους. Αν αυτό αναγνωριστεί και ληφθούν τα ανάλογα μέτρα, τότε θα έχει γίνει ακόμη ένα απαραίτητο βήμα προς την επίτευξη του στόχου ενός σταθερού τραπεζικού συστήματος που υπηρετεί την πραγματική οικονομία.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Sabine Lautenschläger, Αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ

Κυρίες και κύριοι,

Σας καλωσορίζω και εγώ στη συνέντευξη Τύπου. Η Danièle Nouy αναφέρθηκε πριν από λίγο στις κανονιστικές μεταρρυθμίσεις ως πηγή αλλαγών στο τραπεζικό σύστημα. Υπήρξε όμως και μία άλλη μεταρρύθμιση η οποία επέφερε σημαντικές αλλαγές. Πρόκειται φυσικά για την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία.

Η άσκηση της τραπεζικής εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν εξίσου απαραίτητη με την κανονιστική μεταρρύθμιση. Και όπως η κανονιστική μεταρρύθμιση, θα συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα. Όμως ποια είναι τα πραγματικά οφέλη της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας;

Πρώτον, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία δεν περιορίζεται από τα εθνικά σύνορα, αλλά έχει ευρωπαϊκή προοπτική. Μπορεί λοιπόν να συγκρίνει τις τράπεζες και να τις αξιολογεί βάσει δεικτών αναφοράς πέρα από σύνορα με σκοπό τον εντοπισμό ζητημάτων σε πρώιμο στάδιο.

Δεύτερον, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία συνδυάζει την εμπειρία και την εξειδίκευση 19 εθνικών εποπτικών αρχών και της ΕΚΤ. Μπορεί λοιπόν να αξιοποιεί ένα τεράστιο δυναμικό για τη διενέργεια αναλύσεων.

Τρίτον, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία μπορεί να λαμβάνει μέτρα όταν απαιτείται η λήψη μέτρων. Εν τέλει, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία διασφαλίζει ότι οι τράπεζες σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ εποπτεύονται σύμφωνα με τα ίδια υψηλά πρότυπα – στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας.

Το 2015 κάναμε σημαντικά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, για παράδειγμα όσον αφορά το βασικό εργαλείο τραπεζικής εποπτείας, δηλαδή τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις –οι οποίες στηρίζονται σε μια βασισμένη στον κίνδυνο και προσανατολισμένη προς το μέλλον ανάλυση και ενσωματώνονται στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης– είναι απαραίτητες για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το 2015 η διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης διενεργήθηκε για πρώτη φορά βάσει εναρμονισμένης μεθοδολογίας. Οι τράπεζες στη ζώνη του ευρώ αξιολογήθηκαν με βάση ένα ενιαίο μέτρο σύγκρισης. Υπάρχει λοιπόν σήμερα μεγαλύτερη συσχέτιση μεταξύ του προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων και των σχετικών εποπτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Το 2016 θα βελτιώσουμε ακόμη περισσότερο τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ζητήσαμε διευκρινίσεις σχετικά με τη νομική βάση της εν λόγω διαδικασίας και λάβαμε το εσωτερικό έγγραφο προβληματισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για υποβολή παρατηρήσεων. Εκφράζουμε την ικανοποίησή μας για τον στόχο της Επιτροπής να προσδώσει ασφάλεια δικαίου στο κανονιστικό πλαίσιο, καθώς αυτή είναι ζωτικής σημασίας τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις αγορές.

Το 2016 στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης θα προστεθούν δύο ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων: μια άσκηση σε επίπεδο ΕΕ που θα διενεργηθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την ΕΑΤ, και μια άσκηση σε επίπεδο ζώνης ευρώ που θα διενεργηθεί από την ΕΚΤ. Ο ΕΕΜ θα έχει έτσι τη δυνατότητα να αξιολογήσει όλα τα σημαντικά ιδρύματα στη ζώνη του ευρώ με βάση μια προοπτική προσανατολισμένη προς το μέλλον.

Και στις δύο ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων θα εφαρμοστεί η μεθοδολογία της ΕΑΤ. Τα στοιχεία που θα προκύψουν από τις ασκήσεις της ΕΑΤ και της ΕΚΤ θα ενσωματωθούν στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης του 2016. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αποτυχίας ή επιτυχίας των συμμετεχόντων. Επιπλέον, τυχόν ζητήματα ποιότητας δεδομένων και διασφάλισης ποιότητας που μπορεί να έρθουν στο φως στο πλαίσιο της άσκησης θα περιληφθούν και αυτά στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που θα διενεργηθεί το 2016 για τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα.

Ο ευρωπαϊκός κανονισμός προβλέπει μεγάλο αριθμό διατάξεων που παρέχουν στις εποπτικές αρχές κάποια περιθώρια ελιγμών ως προς την εφαρμογή τους στην πράξη. Όταν συμφωνήσαμε για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών με εναρμονισμένο τρόπο σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ το 2015, κάναμε άλλο ένα βήμα προς την κατεύθυνση της εναρμόνισης της τραπεζικής εποπτείας. Ο σχετικός κανονισμός και ο οδηγός θα τεθούν σε ισχύ τον Οκτώβριο του 2016.

Εν συντομία, στη διάρκεια του πρώτου πλήρους έτους ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας κάναμε πολλά βήματα προς την επίτευξη του στόχου της εναρμόνισης της τραπεζικής εποπτείας σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Όμως έχουμε ακόμη πολλή δουλειά μπροστά μας.

Για παράδειγμα, προετοιμάζουμε μια στοχευμένη εξέταση των εσωτερικών υποδειγμάτων των τραπεζών. Το σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται αυτή η εξέταση είναι ότι πολλά σημαντικά ιδρύματα χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για να προσδιορίσουν τις κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις. Σκοπός μας είναι να μειωθούν οι διακυμάνσεις που δεν συνδέονται με κινδύνους κατά τον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων βάσει υποδειγμάτων.

Κυρίες και κύριοι, στις έως τώρα δηλώσεις μας σήμερα επικεντρωθήκαμε στα σημαντικά ιδρύματα, δηλαδή στις τράπεζες που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε τα περίπου 3.200 λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Σε πολλές χώρες, αυτές οι μικρομεσαίες τράπεζες είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την οικονομία τόσο σε περιφερειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ως σύνολο, μάλιστα, μπορούν να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε εθνικό επίπεδο.

Αυτές οι τράπεζες υπόκεινται στην άμεση εποπτεία των εθνικών αρμόδιων αρχών· δεν φιλοδοξούμε να το αλλάξουμε αυτό και να αναλάβουμε την άμεση εποπτεία τους. Αντ' αυτού, ο ΕΕΜ επιβλέπει τη συνολική λειτουργία του συστήματος. Σε συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές, αναπτύσσουμε κοινά εποπτικά πρότυπα τα οποία λαμβάνουν υπόψη περιφερειακές πτυχές, καθώς και το μέγεθος, τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και το προφίλ κινδύνου επιμέρους ιδρυμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, για παράδειγμα, συμφωνήσαμε με τις εθνικές εποπτικές αρχές επί ενός κοινού προτύπου σχετικά με τον εποπτικό προγραμματισμό για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Το εν λόγω πρότυπο επιτρέπει στις εθνικές εποπτικές αρχές να καθορίζουν τις εποπτικές προτεραιότητες για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα που εμπίπτουν στη δική τους αρμοδιότητα σύμφωνα με μια κοινή μεθοδολογία. Στο ίδιο πνεύμα, συμφωνήσαμε πρόσφατα επί ενός κοινού εποπτικού προτύπου σχετικά με τα σχέδια ανάκαμψης για αυτά τα ιδρύματα.

Φυσικά, εξετάζουμε και τα θεσμικά συστήματα προστασίας, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Το ευρωπαϊκό δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης ορισμένων προνομίων σε τράπεζες που ανήκουν σε σύστημα προστασίας. Με δεδομένο τον στόχο της εναρμόνισης, θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά για τη χορήγηση αυτών των προνομίων βάσει ενιαίων κριτηρίων. Έχουμε ήδη ορίσει τα σχετικά κριτήρια και επί του παρόντος βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική δημόσια διαβούλευση η οποία θα ολοκληρωθεί στα μέσα Απριλίου.

Συνοπτικά, αν και η κανονιστική μεταρρύθμιση πλησιάζει στο τέλος της, εξακολουθούμε να βελτιώνουμε τις εποπτικές μεθόδους και διαδικασίες. Το τελικό αποτέλεσμα των προσπαθειών μας θα είναι ένα ισχυρό εποπτικό πλαίσιο το οποίο θα συμβάλλει στην ασφάλεια και την ευρωστία του τραπεζικού συστήματος, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη και μεριμνώντας για την ενότητα και την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Εκπρόσωποι Τύπου