Τι είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ);

12 Σεπτεμβρίου 2016 (Ενημέρωση: 15 Μαρτίου 2018)

Non-performing loans

Ένα από τα βασικά καθήκοντα των τραπεζών είναι η χορήγηση δανείων τα οποία επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να πραγματοποιούν επενδύσεις και να δημιουργούν θέσεις απασχόλησης. Τα δάνεια επιτρέπουν επίσης στους ιδιώτες να αγοράσουν, για παράδειγμα, ένα αυτοκίνητο, ένα σπίτι ή μια καινούργια τηλεόραση. Η τράπεζα αποκομίζει κατ' αυτόν τον τρόπο κέρδος από τους τόκους που λαμβάνει επί των δανείων αυτών.

Η χορήγηση δανείων ενέχει ωστόσο κινδύνους, καθώς η τράπεζα δεν μπορεί ποτέ να είναι σίγουρη ότι η επιχείρηση ή ο ιδιώτης θα αποπληρώσει το δάνειο εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας. Εάν ο δανειολήπτης σταματήσει να αποπληρώνει το δάνειο ή τον τόκο, έπειτα από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να κατατάξει το δάνειο ως «επισφαλές χρέος» ή ως «μη εξυπηρετούμενο» («κόκκινο δάνειο»).

Τα εξυπηρετούμενα δάνεια, σε αντίθεση γενικά με τα μη εξυπηρετούμενα, εξασφαλίζουν στην τράπεζα έσοδα από τόκους τα οποία της επιτρέπουν να αποκομίζει κέρδος και να χορηγεί νέα δάνεια.

Πότε ένα δάνειο γίνεται μη εξυπηρετούμενο;

Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές θεωρούν συνήθως ένα δάνειο μη εξυπηρετούμενο όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο δανειολήπτης είναι απίθανο να αποπληρώσει το δάνειο λόγω οικονομικών δυσκολιών ή όταν έχει καθυστερήσει να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις του πάνω από 90 ημέρες. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν κάποιος μείνει άνεργος και δεν μπορεί πλέον να αποπληρώσει το στεγαστικό του δάνειο κατά τα συμφωνηθέντα ή όταν μια επιχείρηση αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

Στη χειρότερη περίπτωση, ο δανειολήπτης βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αποπληρώσει το δάνειο και η τράπεζα πρέπει να διορθώσει την αξία του δανείου που έχει εγγράψει στον ισολογισμό της, μερικές φορές ακόμη και μηδενίζοντάς την. Αυτό αναφέρεται συχνά ως «διαγραφή» δανείου.

Γιατί τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δημιουργούν πρόβλημα στις τράπεζες; Πώς αυτό επηρεάζει την κοινωνία;

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι συνηθισμένο φαινόμενο για τις τράπεζες, επειδή συχνά οι άνθρωποι μένουν άνεργοι και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Για να εξασφαλίσει την επιτυχημένη λειτουργία της σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μια τράπεζα πρέπει να διατηρεί το επίπεδο των επισφαλών δανείων στο ελάχιστο ούτως ώστε η χορήγηση δανείων να εξακολουθεί να της αποφέρει κέρδος.

Μόλις η αξία των μη εξυπηρετούμενων δάνειων υπερβεί ένα ορισμένο επίπεδο, η κερδοφορία της τράπεζας επηρεάζεται αρνητικά γιατί οι πιστοδοτικές της δραστηριότητες τής αποφέρουν λιγότερα έσοδα. Οι τράπεζες πρέπει να τοποθετούν κεφάλαια στην άκρη, δηλαδή να σχηματίζουν πρόβλεψη, ως δίχτυ ασφαλείας σε περίπτωση που κάποια στιγμή χρειαστεί να απομειώσουν ή να διαγράψουν ένα δάνειο.

Τόσο η μείωση των εσόδων όσο και τα κεφάλαια που πρέπει να τοποθετήσει στην άκρη για την αντιμετώπιση αυτής της χειρότερης περίπτωσης έχουν ως αποτέλεσμα η τράπεζα να διαθέτει λιγότερα κεφάλαια για τη χορήγηση νέων δανείων, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τα κέρδη της.

Μια τράπεζα με υπερβολικά υψηλό επισφαλές χρέος δεν μπορεί να χορηγεί δεόντως στις επιχειρήσεις τις πιστώσεις που χρειάζονται για να πραγματοποιούν επενδύσεις και να δημιουργούν θέσεις απασχόλησης. Εάν αυτό συμβεί σε πολλές τράπεζες σε ευρεία κλίμακα, επηρεάζεται η οικονομία ως σύνολο και επομένως τα επιμέρους μέλη της κοινωνίας. Οι μειωμένες επενδύσεις των επιχειρήσεων και η δημιουργία λιγότερων νέων θέσεων απασχόλησης οδηγούν σε χαμηλότερη ανάπτυξη.

Πώς μπορεί μια τράπεζα να αποφύγει τη συσσώρευση υπερβολικά πολλών επισφαλών δανείων;

Οι τράπεζες θα πρέπει εξ αρχής να αποφεύγουν να χορηγούν δάνεια που ενέχουν υπερβολικό κίνδυνο αξιολογώντας δεόντως τη φερεγγυότητα των δανειοληπτών. Είναι επίσης σημαντικό η τράπεζα να διαθέτει κατάλληλο σύστημα παρακολούθησης ώστε να εντοπίζει σε πρώιμο στάδιο τις περιπτώσεις δανειοληπτών με οικονομικές δυσκολίες και να μπορεί να τις αντιμετωπίζει.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, απλά και μόνο η παροχή συμβουλών στον πελάτη για την οικονομική του κατάσταση αρκεί ώστε να αποτραπεί η μετατροπή ενός δανείου σε μη εξυπηρετούμενο.

Τι μπορεί να κάνει μια τράπεζα;

Μια τράπεζα διαθέτει διαφορές επιλογές για τη μείωση του επιπέδου των επισφαλών δανείων στα βιβλία της. Μια από αυτές είναι η επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης με τους δανειολήπτες. Αυτό μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, ότι εξασφαλίζεται στους δανειολήπτες μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αποπληρωμής.

Έτσι, κάποιος που έμεινε άνεργος ή μια επιχείρηση που αντιμετωπίζει πρόσκαιρες οικονομικές δυσκολίες θα μπορέσει να επιβιώσει οικονομικά και, εν τέλει, να αποπληρώσει το δάνειο.

Μια τράπεζα μπορεί επίσης να αποφασίσει την πώληση των επισφαλών δανείων της σε επενδυτές, οι οποίοι συνήθως ζητούν προεξόφληση επί της αξίας. Η τράπεζα ενδέχεται να καταγράψει ζημία από μια τέτοια συναλλαγή, αλλά η πλήρης διαγραφή ενός δανείου προκαλεί συνήθως πολύ μεγαλύτερη ζημία.

Εάν αποτύχουν όλες οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης, π.χ. λόγω αφερεγγυότητας του δανειολήπτη, οι τράπεζες μπορούν να καταφύγουν σε ένδικα μέσα, προσπαθώντας να ανακτήσουν τουλάχιστον μέρος των χρημάτων τους.

Τι μπορεί να κάνει η εποπτική αρχή;

Η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εντός του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες του εποπτικού έργου της ΕΚΤ. Περισσότερες πληροφορίες για τις ενέργειες της ΕΚΤ ως προς αυτό το ζήτημα μπορεί να βρείτε εδώ.