Δήλωση σχετικά με τη διάθεση ανάληψης κινδύνου στον ΕΕΜ

Απώτερος σκοπός του ΕΕΜ είναι ένας ανθεκτικός και εύρυθμος τραπεζικός τομέας

Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (ΕΕΜ) συμβάλλει στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος προάγοντας έναν ανθεκτικό και εύρυθμο τραπεζικό τομέα που μπορεί να εκπληρώσει τη λειτουργία παροχής υπηρεσιών του προς την οικονομία.

Ο ΕΕΜ ακολουθεί εποπτική προσέγγιση η οποία στηρίζεται στις καλύτερες πρακτικές για ανεξάρτητη, προσανατολισμένη στο μέλλον, δίκαιη και βασιζόμενη στον κίνδυνο εποπτεία. Ενώ χρησιμοποιεί την ικανότητα να συγκρίνει τις τράπεζες και να αξιολογεί τα προφίλ κινδύνου τους και, τελικά, τη βιωσιμότητά τους, ο ΕΕΜ επικεντρώνει τους πόρους του στους τομείς όπου θεωρεί ότι υπάρχουν οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι, σε επίπεδο μεμονωμένων τραπεζών και για το τραπεζικό σύστημα συνολικά. Όπου ο ΕΕΜ διαπιστώνει σοβαρές αδυναμίες στα επίπεδα κεφαλαίου ή ρευστότητας των τραπεζών ή στη διαχείριση κινδύνων και τους ελέγχους τους, η ένταση της εποπτείας αυξάνεται κατά τρόπο αναλογικό. Ο ΕΕΜ χρησιμοποιεί τις εξουσίες που του έχουν ανατεθεί από τον νομοθέτη, με απώτερο στόχο να επιτυγχάνει το καλύτερο αποτέλεσμα, ελαχιστοποιώντας τους καθοδικούς κινδύνους και τις μη επιδιωκόμενες συνέπειες.

Σκοπός του ΕΕΜ δεν είναι να αποτρέπει τις πτωχεύσεις τραπεζών, αλλά να μειώνει τους κινδύνους που συνεπάγονται και τον αντίκτυπό τους.

Σε έναν υγιή τραπεζικό τομέα, κάποιες τράπεζες ευημερούν και κάποιες αποχωρούν είτε μέσω εξυγίανσης είτε, σε ακραίο σενάριο, μέσω άμεσης πτώχευσης. Πρόκειται για ένα βασικό χαρακτηριστικό μιας εύρωστης αγοράς με υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτήν.

Ο ΕΕΜ προάγει τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών που είναι συμβατά με τη χρηστή διαχείριση κινδύνων και τους ελέγχους, υποστηριζόμενα από επαρκές κεφάλαιο και ρευστότητα ώστε να είναι ανθεκτικά σε αντίξοες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Οι τράπεζες που δεν πληρούν αυτές τις κατώτατες συνθήκες πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους, διαφορετικά ενδέχεται να χρειαστεί να αποχωρήσουν από την αγορά.

Κατά συνέπεια, στόχος του ΕΕΜ δεν είναι να αποτρέψει τις ίδιες τις πτωχεύσεις τραπεζών. Μια πολιτική που αποτρέπει εντελώς την πτώχευση δεν είναι εφικτή ούτε και επιθυμητή. Οι τράπεζες μπορούν και πρέπει να αποχωρούν από την αγορά εάν η διαχείρισή τους είναι ριψοκίνδυνη και όχι χρηστή ή εάν είναι διαρθρωτικά ανίκανες να διατηρούν την ανταγωνιστικότητά τους με βάση εύρωστο επιχειρηματικό μοντέλο. Επιπλέον, μια πολιτική που αποτρέπει εντελώς την πτώχευση θα ήταν ασύμβατη με την αρχή ότι οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές των τραπεζών είναι τελικά υπεύθυνοι για τις συνέπειες των αποφάσεων και των δράσεων τους. Μια τέτοια πολιτική θα ενίσχυε επομένως τον ηθικό κίνδυνο.

Αφού αξιολογήσει τη βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου, το προφίλ κινδύνου και τα εύλογα μέτρα ανάκαμψης της τράπεζας, ο ΕΕΜ μπορεί να αποφανθεί ότι η τράπεζα δεν είναι πλέον βιώσιμη από την άποψη του κεφαλαίου ή της ρευστότητας και να τη χαρακτηρίσει ως τράπεζα υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσει. Το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) αναλαμβάνει στη συνέχεια τη λήψη της απόφασης για εξυγίανση ή μη της εν λόγω τράπεζας.

Δεδομένου ότι η πτώχευση μιας τράπεζας μπορεί να αποσταθεροποιήσει το τραπεζικό σύστημα συνολικά, αν δεν τύχει αποτελεσματικής διαχείρισης, ο ρόλος μας συνίσταται επίσης στο να προετοιμάζουμε τη συντεταγμένη αποχώρηση της τράπεζας από την αγορά, εφόσον είναι αναγκαίο. Συνεπώς, προάγουμε επίσης τον σχεδιασμό συντεταγμένης ανάκαμψης και εξυγίανσης στις τράπεζες, συνεργαζόμενοι στενά με το ΕΣΕ, που είναι κατά πρώτο λόγο αρμόδιο για τις στρατηγικές εξυγίανσης.