«Είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για την επόμενη καταιγίδα»

Συνέντευξη με την Danièle Nouy, Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Ενημερωτικό Δελτίο Εποπτείας, 14 Νοεμβρίου 2018

Interview with Danièle Nouy

Η Danièle Nouy, η οποία στο τέλος του έτους ολοκληρώνει την πενταετή της θητεία ως Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, δηλώνει ότι η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία είναι καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει την επόμενη κρίση και ότι οι τράπεζες έχουν γίνει περισσότερο ανθεκτικές μετά την κατάρρευση της Lehman. Και πάλι όμως, καλεί την Ευρώπη να κάνει περισσότερα για την τραπεζική ένωση και τον τραπεζικό τομέα όσον αφορά την ενοποίηση και την κερδοφορία.

Δέκα χρόνια μετά τη Lehman, πέντε χρόνια στο τιμόνι της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, τέσσερα χρόνια μετά τη δημιουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ). Πού βρισκόμαστε όσον αφορά τον στόχο για καλύτερες, ασφαλέστερες τράπεζες στην Ευρώπη;

Οι τράπεζες έχουν σίγουρα γίνει ασφαλέστερες και υγιέστερες τα τελευταία δέκα χρόνια. Διακρατούν περισσότερο κεφάλαιο από ό,τι πριν από την κρίση, και το κεφάλαιο που διακρατούν είναι υψηλότερης ποιότητας. Ο δείκτης κεφαλαίου CET1 ενός σταθερού δείγματος σημαντικών ιδρυμάτων έφθασε το 13,8% στο τέλος του β’ τριμήνου του 2018, και μάλιστα αφού οι τράπεζες είχαν «ξοδέψει» μέρος των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας τους για τη διόρθωση των ισολογισμών τους. Επίσης, νέοι κανόνες, όπως ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας και ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, έχουν συμβάλει ώστε να βελτιωθεί η χρηματοδότηση και η ρευστότητα των τραπεζών.

Έτσι, οι τράπεζες είναι καλύτερα εφοδιασμένες προκειμένου να αντιμετωπίσουν διαταραχές που θα μπορούσαν να τις πλήξουν στο μέλλον. Κάποιες πρέπει ακόμη να επιλύσουν ζητήματα που συνδέονται με προβληματικά στοιχεία ενεργητικού από το παρελθόν, σημειώνεται όμως πρόοδος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί κατά 30% περίπου τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από περίπου 1 τρισεκ. ευρώ το 2014 σε 680 δισεκ. ευρώ.

Όλα αυτά έχουν καταστήσει τον τραπεζικό τομέα ανθεκτικότερο. Αλλά πρέπει να συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες δεν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν την επόμενη κρίση κουβαλώντας ακόμη τα απομεινάρια της προηγούμενης. Θα ήταν αφελές να υποθέσουμε ότι δεν θα εκδηλωθεί ποτέ ξανά κρίση, οπότε πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Και είμαστε προετοιμασμένοι. Έχει θεσπιστεί νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη διαχείριση κρίσεων και την αντιμετώπιση τραπεζών υπό πτώχευση. Αυτό μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε πιθανές κρίσεις με τρόπο αποτελεσματικό και συντονισμένο, σε συνεργασία με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής εποπτείας μέχρι στιγμής και σε ποιους τομείς πιστεύετε ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης;

Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι το πόσο γρήγορα αναπτύχθηκε η ευρωπαϊκή εποπτεία. Η απόφαση θέσπισής της ελήφθη τον Ιούνιο του 2012 και μόλις δύο χρόνια αργότερα ήταν πλήρως λειτουργική. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα προσλάβαμε ανθρώπους από όλη την Ευρώπη, καταρτίσαμε τη βασική μεθοδολογία και καθορίσαμε τις απαραίτητες διαδικασίες. Κατά την άποψή μου, αυτό ήταν πράγματι ένα σπουδαίο επίτευγμα.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια καθιερώσαμε δίκαιη και συνεπή εποπτεία σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Έτσι, συνεισφέραμε στη σημαντική μείωση των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα. Έχω ήδη αναφερθεί στο έργο μας στον τομέα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και θα μπορούσα να προσθέσω πολλά περισσότερα: τη στοχευμένη αξιολόγηση των εσωτερικών υποδειγμάτων, τις εργασίες μας σχετικά με τη διακυβέρνηση και τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων μεταξύ άλλων.

Και φυσικά δεν είναι μόνο αυτά. Εξασφαλίσαμε ίσους όρους ανταγωνισμού για τις τράπεζες, και όχι μόνο επειδή εφαρμόζουμε τα ίδια υψηλά πρότυπα εποπτείας σε όλη τη ζώνη του ευρώ. Έχουμε συμβάλει στην εναρμόνιση των σχετικών νομικών πλαισίων. Ωστόσο, ως επόπτες, έχουμε περιορισμένες εξουσίες σε αυτόν τον τομέα. Η αρμοδιότητα περαιτέρω εναρμόνισης των κανόνων ανήκει στους νομοθέτες. Και αυτοί έχουν ακόμα δουλειά: Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία χρειάζεται ευρωπαϊκούς κανόνες.

Κάποιες φορές οι επόπτες φαίνεται να εκφράζουν διττές απόψεις: αφενός καλούν τις τράπεζες να βρουν τρόπους να είναι κερδοφόρες χωρίς όμως να αναλαμβάνουν πολύ μεγάλο βαθμό κινδύνου, αφετέρου τις καλούν να ενοποιηθούν, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να γίνονται πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν (too big to fail). Ποιοι είναι οι βασικοί προβληματισμοί για τους επόπτες όταν αξιολογούν τις τράπεζες;

Γενικά, οι τράπεζες χρειάζονται ασφαλή και υγιή επιχειρηματικά μοντέλα για να παρέχουν υπηρεσίες στις ευρωπαϊκές εταιρείες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Κι αυτό σημαίνει βιώσιμα, άρα κερδοφόρα, επιχειρηματικά μοντέλα. Ορισμένες ευρωπαϊκές τράπεζες δεν βγάζουν το κόστος του κεφαλαίου τους. Αυτό δεν είναι βιώσιμο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αν οι τράπεζες δεν έχουν κέρδος, δεν μπορούν να σχηματίσουν τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας που χρειάζονται. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να τις ωθήσει να αναλάβουν υπερβολικό κίνδυνο.

Έτσι, σε τελική ανάλυση, είναι θέμα ισορροπίας. Οι τράπεζες πρέπει να είναι κερδοφόρες, και οι τράπεζες δεν μπορούν να έχουν κέρδος χωρίς να αναλάβουν κινδύνους. Πράγματι, η ανάληψη κινδύνων είναι στη φύση των τραπεζικών εργασιών. Αυτό που έχει σημασία για τις τράπεζες είναι να μπορούν να εντοπίζουν, να διαχειρίζονται και να περιορίζουν καταλλήλως αυτούς τους κινδύνους. «Υπερβολικός κίνδυνος» είναι ο κίνδυνος που υπερβαίνει την ικανότητα της τράπεζας να τον διαχειριστεί και να τον καλύψει. Σε αυτό το ερώτημα ακριβώς εστιάζουμε την προσοχή μας ως επόπτες: πώς διαχειρίζεται τους κινδύνους η τράπεζα;

Όσον αφορά την ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, μια μεγαλύτερη αγορά εντός της οποίας οι τράπεζες θα μπορούν να ενοποιούνται διασυνοριακά θα μπορούσε να συμβάλει στην εκ νέου τόνωση του τραπεζικού τομέα. Ταυτόχρονα, μια υγιής διασυνοριακή τραπεζική αγορά μπορεί να συμβάλει στην αποκέντρωση των κινδύνων σε όλο το εύρος του τραπεζικού τομέα, μειώνοντας έτσι τις πιθανότητες κατάρρευσης του συστήματος. Από αυτήν την άποψη, φυσικά έχει βελτιωθεί και το κανονιστικό πλαίσιο. Οι νομοθέτες έχουν καθορίσει κανόνες, όπως πρόσθετες απαιτήσεις κεφαλαίου για τις συστημικές τράπεζες που επιτρέπουν την απορρόφηση ζημιών σε περίπτωση αφερεγγυότητας (gone-concern capital), ελάχιστες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (minimum requirements for own funds and eligible liabilities - MREL) και συνολική ικανότητα απορρόφησης ζημιών (total loss-absorbing capacity - TLAC). Πέραν αυτών, διατίθενται πλέον διαδικασίες που επιτρέπουν κανονικά ακόμη και σε μεγάλες τράπεζες να πτωχεύσουν κατά πιο συντεταγμένο τρόπο.

Έχετε τονίσει επανειλημμένως ότι ο στόχος της τραπεζικής εποπτείας δεν είναι να «διασώζει» όλες τις τράπεζες και ότι πάντα θα υπάρχουν τράπεζες που πτωχεύουν. Ποια προσέγγιση ακολουθεί η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνων – μ’ άλλα λόγια, ποια είναι η διάθεσή της ως προς την ανάληψη κινδύνου;

Σκοπός μας είναι μια ανθεκτική και εύρυθμη τραπεζική αγορά. Και για να μπορεί να λειτουργεί καλά μια αγορά, θα πρέπει να είναι εφικτή και η πτώχευση. Αν η πτώχευση δεν συνιστούσε απειλή, δεν θα υπήρχε πλέον ανταγωνισμός, ο δυναμισμός των αγορών θα χανόταν και η πρόοδος θα σταματούσε. Μια πολιτική που αποτρέπει εντελώς την πτώχευση δεν είναι εφικτή ούτε και επιθυμητή. Έτσι, αν η κατάσταση φθάσει στο απροχώρητο, είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε το μοιραίο και να κηρύξουμε μια τράπεζα σε κατάσταση πτώχευσης ή ενδεχόμενης πτώχευσης.

Δεν μπορούμε και δεν πρόκειται να αποτρέψουμε την πτώχευση τραπεζών με κάθε κόστος. Αντιθέτως, επιδίωξή μας είναι να μειώσουμε τον κίνδυνο πτώχευσης και να περιορίσουμε τις επιπτώσεις του. Για τον σκοπό αυτόν, εποπτεύουμε τις τράπεζες κατά τρόπο ανεξάρτητο, προσανατολισμένο προς το μέλλον και βασιζόμενο στον κίνδυνο. Ταυτόχρονα, συνεργαζόμαστε στενά με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης προκειμένου να προετοιμαστούμε για πιθανές πτωχεύσεις τραπεζών. Ζητούμε επίσης από τις τράπεζες να εκπονήσουν ουσιώδη και εύλογα σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης.

Banco Popular, Veneto Banca, Banca Popolare di Vicenza... Θεωρείτε ότι πρόκειται για αποτυχίες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ; Γιατί δεν εντοπίστηκαν τα προβλήματά τους στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του 2014, όταν η επίλυσή τους θα είχε μικρότερο κόστος;

Εξαρχής εντοπίσαμε ότι οι τράπεζες αυτές ήταν πολύ ασθενείς. Όταν αναλάβαμε την εποπτεία, αξιολογήσαμε ενδελεχώς τις αδυναμίες τους και τους ζητήσαμε να λάβουν μέτρα προκειμένου να επιστρέψουν σε βιώσιμη τροχιά. Όμως δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ή προέβησαν σε ανεπαρκείς ενέργειες όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Έτσι η κατάστασή τους επιδεινώθηκε κι άλλο. Επομένως, η επιλογή να κηρυχθούν σε κατάσταση πτώχευσης ή ενδεχόμενης πτώχευσης ήταν τελικά μονόδρομος.

Τα αιτήματα για αληθινά πανευρωπαϊκές τράπεζες ακούγονται ολοένα δυνατότερα, κυρίως για να περιοριστεί η επίδραση των παγκόσμιων επενδυτικών τραπεζών. Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό κατά την άποψή σας;

Όπως είπα, υπάρχουν ακόμη ορισμένες τράπεζες στην Ευρώπη των οποίων τα κέρδη δεν επαρκούν ώστε να καλυφθεί το κόστος του κεφαλαίου τους. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει για κάποιο διάστημα, αλλά όχι για πάντα – δεν είναι βιώσιμο. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτήν την έλλειψη κερδοφορίας. Το πλεονάζον δυναμικό στην Ευρώπη όσον αφορά την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών είναι ένας από αυτούς. Η ενοποίηση έως έναν βαθμό, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι μια επιλογή για τη βελτίωση της κερδοφορίας.

Χάρη στην τραπεζική ένωση, υπάρχουν σήμερα περισσότερες ευκαιρίες για συγχωνεύσεις τραπεζών. Οι ομάδες πιθανών εταίρων έχουν διευρυνθεί. Άρα πιθανώς στο μέλλον θα δούμε περισσότερες διασυνοριακές συγχωνεύσεις. Αυτό θα συμβάλει στην ενίσχυση της αποδοτικότητας του τομέα αλλά και στην εκβάθυνση της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης.

Όμως δεν είναι ευθύνη των εποπτών να αποφασίζουν ποιες συγχωνεύσεις είναι επιθυμητές και ποιες όχι. Αυτός είναι ο ρόλος των τραπεζιτών και των συμμετεχόντων στην αγορά. Αντιθέτως, ο δικός μας ρόλος είναι να διερευνούμε τη βασιμότητα των προσδοκιών των συγχωνευόμενων τραπεζών, να εξασφαλίζουμε ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της νέας οντότητας βασίζεται σε γερά θεμέλια και αξιόπιστο σενάριο. Και, όταν κρίνεται αναγκαίο, να θέτουμε κάποιους όρους κατά την αδειοδότηση. Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι οι τράπεζες εποπτεύονται με τον ίδιο τρόπο σε όλη τη ζώνη του ευρώ είναι πολύ χρήσιμο. Σαφώς, ο μικρότερος κατακερματισμός και ένα περισσότερο εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο θα διευκόλυναν επίσης την ανάπτυξη ευρωπαϊκών διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων.

Έχοντας εργαστεί στο πλαίσιο μιας ένωσης με 19 εθνικές αρχές, καθεμία με τη δική της ιστορία, εμπειρία, γνώση και εμπειρογνωσία, ποια θεωρείτε ότι είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα και ποιες οι μεγαλύτερες προκλήσεις;

Υπάρχουν φυσικά πολλές προκλήσεις: από την έλλειψη εναρμονισμένου νομικού πλαισίου μέχρι τη συνεννόηση σε πολλές γλώσσες και τη συνεργασία μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Απαιτείται υψηλός βαθμός προσήλωσης και προσπάθειας για την επιτυχή συνεργασία εποπτών από 19 χώρες και 26 εθνικές αρχές. Είναι όμως συναρπαστικό να βλέπει κανείς πώς άνθρωποι από όλη την Ευρώπη μπορούν να δουλέψουν μαζί και πώς μπορούν να βελτιώσουν την εποπτεία εντοπίζοντας και χρησιμοποιώντας τις καλύτερες εποπτικές πρακτικές καθώς και μαθαίνοντας ο ένας από τον άλλον και προάγοντας μια κοινή ευρωπαϊκή νοοτροπία.

Η συνεργασία αυτή βέβαια έχει και πολλά πλεονεκτήματα, και αναμφίβολα αξίζει τον κόπο. Μια ευρωπαϊκή ομάδα εποπτών μπορεί να επιτύχει πολλά περισσότερα από ό,τι μια καθαρά εθνική ομάδα. Οι διαφορετικές προοπτικές βοηθούν τους επόπτες να βρίσκουν καλύτερες λύσεις. Και βοηθούν στην αποτροπή της εθνικής μεροληψίας, η οποία συχνά παρεμποδίζει τη σωστή εποπτεία. Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία εξασφαλίζει την ίδια αυστηρή αλλά δίκαιη εποπτεία για όλες τις τράπεζες στο σύνολο της ζώνης του ευρώ. Τελικά, η ισχύς βρίσκεται εν τη ενώσει και τόσο οι τράπεζες όσο και οι εποπτικές αρχές θα είναι καλύτερα προετοιμασμένες για την επόμενη καταιγίδα.

Ποια είναι τα βασικά συστατικά που χρειάζονται ώστε να ολοκληρωθεί τελικά η τραπεζική ένωση; Και, κατά την άποψή σας, τι σημαίνει μια ισχυρή τραπεζική ένωση για την Ευρώπη;

Θα ξεκινήσω από τη δεύτερη ερώτηση. Η λογική είναι μάλλον σαφής. Μια ισχυρή τραπεζική ένωση σημαίνει ασφαλέστερες και υγιέστερες τράπεζες, οι οποίες μπορούν καλύτερα και αξιόπιστα να στηρίζουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στην Ευρώπη. Αυτό συνεισφέρει σημαντικά σε μια υγιή οικονομία.

Αυτή είναι η ανταμοιβή, όμως για να αποκομίσουμε τα οφέλη πρώτα πρέπει να ολοκληρώσουμε την τραπεζική ένωση. Έχω ήδη επισημάνει ότι είναι αναγκαίο το εγχειρίδιο κανόνων για τις τράπεζες να αποκτήσει πραγματικά ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Ένα κατακερματισμένο κανονιστικό πλαίσιο δεν μπορεί να στηρίξει μια αληθινή τραπεζική ένωση. Ομοίως, παρατηρούμε διάφορες ενέργειες περιχαράκωσης που οδηγούν σε κατακερματισμό της αγοράς. Υπάρχουν ακόμη πολλές πρακτικές που πρέπει να ανατραπούν. Έχω στο νου μου, για παράδειγμα, εμπόδια που περιορίζουν τη χρήση διασυνοριακών απαλλαγών όσον αφορά το κεφάλαιο, τη ρευστότητα και τα μεγάλα ανοίγματα.

Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη για αλληλεγγύη, όπως αντιπροσωπεύεται από ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης των καταθέσεων. Ο ΕΕΜ έχει μειώσει σημαντικά τα επίπεδα κινδύνου στις τράπεζες της ζώνης του ευρώ, οπότε έχει έρθει η ώρα να κάνουμε αυτό το βήμα. Ταυτόχρονα, πρέπει να καθορίσουμε έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης.

Ποια είναι η μεγαλύτερή σας ανησυχία όσον αφορά το θεσμικό πλαίσιο της Ευρώπης;

Η φιλοδοξία και η ταχύτητα είναι ουσιώδεις. Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι μήπως η Ευρώπη δεν προβεί στις απαραίτητες ενέργειες εγκαίρως για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Η ανάμνηση της κρίσης σβήνει σιγά-σιγά, τα εθνικά συμφέροντα μπορεί να κυριαρχήσουν και πάλι και η βούληση για ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις ίσως εξασθενεί. Αυτό θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε προβλήματα στο μέλλον. Οι Ευρωπαίοι νομοθέτες επέδειξαν μεγάλο θάρρος και έπραξαν ορθώς όταν αποφάσισαν να διαβούν τον Ρουβίκωνα και να θεσμοθετήσουν τη μετάβαση από την εθνική στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Ωστόσο, τώρα που έχουμε ξεκινήσει την πορεία μας, δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Η επόμενη καταιγίδα δεν πρέπει να μας πετύχει στη μέση του δρόμου. Θα πρέπει να έχουμε καταφέρει να φθάσουμε στον προορισμό μας. Το επόμενο βήμα πιθανόν να έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερο κόστος σε περιόδους κρίσης και μεγαλύτερα οφέλη στις καλές εποχές.

Τέλος, πού βλέπετε την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία σε πέντε χρόνια από τώρα;

Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία έχει σημειώσει τεράστια πρόοδο από τη θέσπισή της το 2014. Δημιουργήσαμε έναν εύρυθμο εποπτικό μηχανισμό από το μηδέν. Μετά από μόλις τέσσερα χρόνια υπάρχουν βέβαια πολλά ακόμη περιθώρια βελτίωσης. Πρέπει να βελτιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουμε αποφάσεις – η πραγματική εκχώρηση εξουσίας, όπως ενσωματώνεται στο πλαίσιο του ΕΕΜ, θα βοηθούσε πολύ. Πρέπει επίσης να απλουστεύσουμε περαιτέρω τις διαδικασίες – κυρίως προκειμένου να αποφεύγεται η διπλή εκτέλεση εργασιών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και της ΕΚΤ. Πρέπει να ενισχύσουμε την ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και της ΕΚΤ. Και γενικότερα πρέπει να αποκτήσουμε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι επόπτες των τραπεζών της ζώνης του ευρώ έχουν πλέον ευρωπαϊκή εντολή, ανεξάρτητα από το αν εργάζονται στο Παρίσι, τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες ή τη Μαδρίτη.

Schedule of events

Εκπρόσωποι Τύπου