Menu

Συνήθεις ερωτήσεις για τη διαδικασία κοινοποίησης όσον αφορά την αναγνώριση συμφωνιών συμψηφισμού

Στόχος και πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης

Στόχος της διαδικασίας κοινοποίησης

Ποιος είναι ο στόχος της διαδικασίας κοινοποίησης;

Στόχος της διαδικασίας κοινοποίησης είναι η παροχή στην ΕΚΤ ενιαίων πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τα άρθρα 295 έως 297 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, διευκολύνοντας έτσι το καθήκον της ΕΚΤ όσον αφορά την αναγνώριση διμερών συμφωνιών συμψηφισμού ως στοιχείου μείωσης του κινδύνου.

Θεσπίζονται από τη διαδικασία κοινοποίησης νέες ουσιαστικές απαιτήσεις πέραν αυτών που ορίζονται στα άρθρα 295 έως 297 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013;

Όχι, δεν αποτελεί πρόθεση της διαδικασίας κοινοποίησης η θέσπιση νέων ουσιαστικών απαιτήσεων πέραν αυτών που ορίζονται στα άρθρα 295 έως 297 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Απαιτείται να προβαίνουν σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ πιστωτικά ιδρύματα που δεν επιθυμούν πλέον να αντιμετωπίζουν ένα συγκεκριμένο είδος συμφωνίας συμψηφισμού ή αντισυμβαλλομένου ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου;

Όχι, δεν απαιτείται να προβαίνουν σε κοινοποίηση σε τέτοιες περιπτώσεις.

Ποια είναι η αλληλεπίδραση της διαδικασίας κοινοποίησης με τις εθνικές διαδικασίες κοινοποίησης που εφαρμόζονται επί του παρόντος σε σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα;

Η διαδικασία κοινοποίησης αντικαθιστά τις εθνικές πρακτικές κοινοποίησης όσον αφορά την αναγνώριση συμφωνιών συμψηφισμού που εφαρμόζονται σε σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα αλλά δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις κοινοποίησης που απορρέουν από το εθνικό δίκαιο.

Νέα είδη συμφωνιών που υπόκεινται σε κοινοποίηση

Πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα πιστωτικά ιδρύματα τα υφιστάμενα είδη συμφωνιών συμψηφισμού;

Δεν απαιτείται από τα πιστωτικά ιδρύματα να κοινοποιούν στην ΕΚΤ συμφωνίες συμψηφισμού που έχουν ήδη αναγνωριστεί, ως προς το είδος τους, ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου πριν από την ημερομηνία πρώτης εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποίησης.

Απαιτείται να προβεί σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ πιστωτικό ίδρυμα το οποίο συνάπτει με συγκεκριμένο είδος αντισυμβαλλομένου σε ορισμένη χώρα νέα συμφωνία συμψηφισμού την οποία αντιμετωπίζει ήδη, ως προς το είδος της, ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου;

Δεν απαιτείται νέα κοινοποίηση για νέες συμφωνίες συμψηφισμού που συνάπτονται με συγκεκριμένο είδος αντισυμβαλλομένου σε ορισμένη χώρα οι οποίες αντιμετωπίζονται ήδη, ως προς το είδος τους, ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου.

Ενοποίηση

Εφαρμόζεται η διαδικασία κοινοποίησης μόνο σε συμφωνίες που έχουν συναφθεί από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ή επίσης σε συμφωνίες που έχουν συναφθεί από θυγατρικές και συνδεδεμένες εταιρείες;

Η διαδικασία συμψηφισμού εφαρμόζεται σε όλα τα νέα είδη συμφωνιών συμψηφισμού που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου σε όλα τα επίπεδα ενοποίησης που ισχύουν για σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Αρκεί το σημαντικό πιστωτικό ίδρυμα στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης επί της οποίας ασκεί εποπτεία η ΕΚΤ να προβεί σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ για όλα τα ισχύοντα επίπεδα ενοποίησης. Προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, δεν απαιτείται η κοινοποίηση συμφωνιών συμψηφισμού τις οποίες συνάπτουν οντότητες που δεν εποπτεύονται από την ΕΚΤ, εφόσον δεν καλύπτονται από το ρυθμιστικό πεδίο της ενοποίησης επί της οποίας ασκεί εποπτεία η ΕΚΤ.

Παράγοντες που συνεπάγονται υποχρέωση κοινοποίησης

Ποιοι παράγοντες συνεπάγονται την υποχρέωση πιστωτικού ιδρύματος να προβεί σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ;

Ένα πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να προβεί σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ εφόσον προτίθεται να αντιμετωπίσει ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 295 έως 298 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, νέα είδη συμβατικών συμφωνιών συμψηφισμού ή/και ήδη αναγνωρισμένα είδη συμφωνιών συμψηφισμού με νέα είδη αντισυμβαλλομένων στην ίδια χώρα ή σε νέες χώρες (μετά την ημερομηνία εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποίησης). Το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό το είδος συμφωνίας συμψηφισμού ή αντισυμβαλλομένου ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 296 και 297 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και γίνει η κοινοποίηση.

Μέσα κοινοποίησης

Ποιος είναι ο σκοπός της επιστολής κοινοποίησης;

Το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να αποστείλει στην ΕΚΤ την επιστολή κοινοποίησης με την οποίο επιβεβαιώνει τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 296 και 297 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Αυτή η επιστολή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως γνωμοδότηση του πιστωτικού ιδρύματος με την οποία επιβεβαιώνεται η εκτελεστότητα των κοινοποιούμενων ειδών συμφωνιών συμψηφισμού.

Ποιος απαιτείται να υπογράφει τη συνοδευτική επιστολή;

Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να ακολουθούν την εσωτερική τους πολιτική όσον αφορά την αρμοδιότητα υπογραφής. Στη διαδικασία κοινοποίησης δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένος υπογράφοντας για τη συνοδευτική επιστολή.

Προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος παράδοσης της κοινοποίησης;

Δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος παράδοσης. Η επιστολή κοινοποίησης μπορεί, για παράδειγμα, να αποσταλεί στη μεικτή εποπτική ομάδα μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Επεξήγηση ορισμένων όρων

Ποια είναι η έννοια του όρου «είδος» αντισυμβαλλομένου

Γιατί απαιτείται να προβούν σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ πιστωτικά ιδρύματα που προτίθενται να αντιμετωπίσουν ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου ένα ήδη αναγνωρισμένο είδος συμφωνίας συμψηφισμού με ένα νέο είδος αντισυμβαλλομένου;

Οι πληροφορίες για το είδος του αντισυμβαλλομένου είναι απαραίτητες προκειμένου να διασφαλίζεται η επιβεβαίωση, εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος, ότι η νομική γνωμοδότηση αναφορικά με το οικείο εφαρμοστέο δίκαιο καλύπτει το είδος αντισυμβαλλομένου με τον οποίο συνάπτεται η συμφωνία συμψηφισμού που πρόκειται να αναγνωριστεί για πρώτη φορά ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου

Εφαρμόζεται από πιστωτικά ιδρύματα συγκεκριμένο σύστημα ταξινόμησης για τα «είδη» των αντισυμβαλλομένων που θα πρέπει να κοινοποιούνται στην ΕΚΤ;

Δεν προβλέπεται συγκεκριμένο σύστημα ταξινόμησης για την αναγνώριση των «ειδών» αντισυμβαλλομένων για τους σκοπούς της κοινοποίησης. Στην υποσημείωση 7 του υποδείγματος επιστολής αναφέρονται παραδείγματα μόνο για γενικά είδη αντισυμβαλλομένων προς κοινοποίηση. Αν το πιστωτικό ίδρυμα διαθέτει δικό του σύστημα ταξινόμησης, μπορεί να το χρησιμοποιήσει στην κοινοποίησή του. Το σύστημα ταξινόμησης θα πρέπει να είναι επαρκές προς εκπλήρωση του σκοπού που αναφέρεται στην απάντηση της προηγούμενης ερώτησης.

Ποια είναι η έννοια του όρου «είδος» συμφωνίας

Τι σημαίνει «είδος» συμφωνίας συμψηφισμού;

Ως «είδος» συμφωνίας συμψηφισμού θεωρείται ένα υπόδειγμα συμφωνίας συμψηφισμού που χρησιμοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα με έναν ή περισσότερους αντισυμβαλλομένους. Τραπεζικές ενώσεις ή ενώσεις του κλάδου (όπως η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τραπεζών, η Διεθνής Ένωση Συμφωνιών Ανταλλαγής και Παραγώγων - ISDA, η Διεθνής Ένωση Κεφαλαιαγορών, η Κλαδική Ένωση Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης, κ.λπ.) ή το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να αναπτύξουν ένα τέτοιο υπόδειγμα.

Προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, ο όρος «είδος» δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζει κατά πόσο η συμφωνία εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 295 στοιχείο α) ή β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ωστόσο, τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να αναφέρουν κατά πόσο πρόκειται για συμφωνία μεταξύ προϊόντων (cross-product) κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 295 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Απαιτείται από το πιστωτικό ίδρυμα να κοινοποιεί κάθε υπογεγραμμένη συμφωνία συμψηφισμού;

Όχι. Οι συμφωνίες συμψηφισμού που αντιμετωπίζονται ήδη, ως προς το είδος τους, από το πιστωτικό ίδρυμα ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου (είτε πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας κοινοποίησης είτε σε περίπτωση που έχει προηγηθεί κοινοποίησή τους σύμφωνα με τη νέα διαδικασία κοινοποίησης) για συγκεκριμένο είδος αντισυμβαλλομένου στη συγκεκριμένη χώρα μπορούν να συνάπτονται με νέους αντισυμβαλλομένους του ίδιου είδους και στην ίδια χώρα χωρίς κοινοποίηση.

Θα μπορούσε ένα ήδη αναγνωρισμένο είδος συμφωνίας συμψηφισμού να θεωρηθεί νέο είδος συμφωνίας συμψηφισμού λόγω μεταβολής στο οικείο εφαρμοστέο δίκαιο;

Τυχόν μεταβολή στο εφαρμοστέο δίκαιο ενός ήδη αναγνωρισμένου είδους συμφωνίας συμψηφισμού θα είχε ως αποτέλεσμα αυτό το είδος συμφωνίας συμψηφισμού να αντιμετωπιστεί ως νέο είδος συμφωνίας συμψηφισμού, υποχρεώνοντας σε κοινοποίηση.

Αποτελούν οι κανόνες και οι κανονισμοί που διέπουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP Rules and Regulations) είδος συμφωνίας συμψηφισμού και, αν ναι, πώς μπορεί να γίνει η σχετική κοινοποίηση;

Η συμφωνία εκκαθαριστικού μέλους μαζί με τις σχετικές διατάξεις περί συμψηφισμού που περιλαμβάνονται στους κανόνες και κανονισμούς που διέπουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP Rules and Regulations) αποτελούν είδος συμφωνίας συμψηφισμού που θα πρέπει να κοινοποιείται εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να την αντιμετωπίσει ως στοιχείο μείωσης του κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 298 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Ποια είναι η έννοια των όρων «βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού» και «ουσιώδεις μεταβολές ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού της συμφωνίας»

Γιατί απαιτείται από τα πιστωτικά ιδρύματα να προβούν σε κοινοποίηση προς την ΕΚΤ σε περίπτωση ουσιωδών μεταβολών ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού ενός ήδη αναγνωρισμένου είδους συμφωνίας συμψηφισμού (υποσημείωση 3 του υποδείγματος επιστολής);

Οι πληροφορίες σχετικά με ουσιώδεις μεταβολές ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού (οι συμβατικές ρήτρες που έχουν αναγνωριστεί ως ο πυρήνας των συμβατικών διατάξεων περί συμψηφισμού - βλέπε παραδείγματα στην υποσημείωση 3 του υποδείγματος επιστολής) ήδη αναγνωρισμένων ειδών συμφωνιών συμψηφισμού είναι απαραίτητες προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι νομικές γνωμοδοτήσεις καλύπτουν επαρκώς τις ουσιώδεις μεταβολές σε ήδη αναγνωρισμένα είδη συμφωνιών συμψηφισμού, όπως απαιτείται κατά τα οριζόμενα του άρθρου 296 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013.

Τι θα πρέπει να θεωρείται ουσιώδης μεταβολή ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού ενός ήδη αναγνωρισμένου είδους συμφωνίας συμψηφισμού; Ποιος μπορεί να προσδιορίσει κατά πόσο μια τέτοια μεταβολή είναι ουσιώδης;

Τυχόν μεταβολές στις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού ενός ήδη αναγνωρισμένου είδους συμφωνίας συμψηφισμού θεωρούνται ουσιώδεις εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα (χωρίς να πρέπει οπωσδήποτε να βασιστεί σε νομικές γνωμοδοτήσεις τρίτων) θεωρεί ότι αυτές πρόκειται να επηρεάσουν τα συμπεράσματα των γνωμοδοτήσεων περί συμψηφισμού, απαιτώντας την ανάθεση της εκπόνησης νέας νομικής γνωμοδότησης ή την επικαιροποίηση της υπάρχουσας. Το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να προσδιορίσει μέσω των εσωτερικών λειτουργιών του (π.χ. λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, νομική λειτουργία ή λειτουργία συμμόρφωσης, κατά περίπτωση) κατά πόσον οι μεταβολές είναι ουσιώδεις σύμφωνα με τις διαδικασίες τους.

Προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, δεν απαιτείται από το πιστωτικό ίδρυμα να κοινοποιήσει στην ΕΚΤ τυχόν μεταβολές ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού τις οποίες θεωρεί ότι είναι μη ουσιώδεις ή τις οποίες προτείνει ή καλύπτει η γνωμοδότηση και συνεπώς δεν απαιτούν την ανάθεση της εκπόνησης νέας γνωμοδότησης ή την επικαιροποίηση της υπάρχουσας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 296 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013.

Πώς πρέπει να κοινοποιούνται τυχόν ουσιώδεις μεταβολές ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού;

Τυχόν ουσιώδεις μεταβολές ως προς τις βασικές διατάξεις περί συμψηφισμού θα πρέπει να κοινοποιούνται έως αν η συμφωνία συμψηφισμού με τέτοιες ουσιώδεις μεταβολές να αποτελούσε νέο είδος συμφωνίας συμψηφισμού. Επομένως, η κοινοποίηση θα πρέπει να αναφέρει όλες τις σχετικές γνωμοδοτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της γνωμοδότησης που εκπονείται για τυχόν τέτοιες ουσιώδεις μεταβολές σε ορισμένο είδος συμφωνίας-πλαισίου.