Απαντήσεις σε συνήθεις ερωτήσεις σχετικά με το συμπλήρωμα του εγγράφου κατευθύνσεων για τα ΜΕΔ

(Αναθεώρηση: 15 Μαρτίου 2018)

Ποιος είναι ο σκοπός του παρόντος συμπληρώματος; Πώς συνδέεται με το έγγραφο κατευθύνσεων προς τις τράπεζες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια;

Σκοπός της ΕΚΤ είναι η αποφυγή της συσσώρευσης νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), προωθώντας πρακτικές έγκαιρου σχηματισμού προβλέψεων για νέα ΜΕΔ στο μέλλον. Το συμπλήρωμα καθορίζει τις εποπτικές προσδοκίες οι οποίες θα αποτελούν σημείο αφετηρίας για τον εποπτικό διάλογο. Αποτελεί προσθήκη του έγγραφου κατευθύνσεων για τα ΜΕΔ, το οποίο δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) τον Μάρτιο του 2017 και αφορούσε κυρίως ποιοτικές πτυχές.

Εμπίπτει η έκδοση του συμπληρώματος στις αρμοδιότητες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ;

Αποτελεί υποχρέωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ να αντιμετωπίζει τις βασικές ευπάθειες των τραπεζών με συνεπή τρόπο με τον οποίο εξασφαλίζεται δίκαιη και ίση μεταχείριση. Μεταξύ άλλων, το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας απαιτεί από τους επόπτες να αξιολογούν και να αποφασίζουν κατά πόσο οι προβλέψεις των τραπεζών είναι επαρκείς και έγκαιρα σχηματισμένες από μια προληπτική σκοπιά. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το συμπλήρωμα καθαυτό δεν αποτελεί μέτρο του Πυλώνα 2 και δεν επιδιώκει να επιβάλει υποχρεώσεις στις τράπεζες. Το συμπλήρωμα, αφενός, παρουσιάζει όσα η ΕΚΤ αναμένει από τις τράπεζες όταν αξιολογούν τα ανοίγματά τους σε κίνδυνο και, αφετέρου, χρησιμεύει ως σημείο αφετηρίας των συζητήσεων με την κάθε τράπεζα σχετικά με το αν διαθέτει επαρκείς και έγκαιρα σχηματισμένες προβλέψεις για τα ΜΕΔ.

Ποιο είναι το πεδίο εφαρμογής του συμπληρώματος; Πότε θα τεθεί σε ισχύ;

Το συμπλήρωμα αφορά τα ΜΕΔ όλων των σημαντικών ιδρυμάτων και δεν είναι δεσμευτικό. Πραγματεύεται τα δάνεια που ταξινομούνται ως ΜΕΔ μετά την 1η Απριλίου 2018. Στην πραγματικότητα, το συμπλήρωμα καθορίζει την προσδοκία σύμφωνα με την οποία, από την 1η Απριλίου 2018, νέα ανεξασφάλιστα ΜΕΔ θα καλύπτονται πλήρως έπειτα από περίοδο δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ταξινομήθηκαν ως ΜΕΔ. Για παράδειγμα, ο επόπτης αναμένει ότι οι προβλέψεις για δάνειο που ταξινομήθηκε ως ανεξασφάλιστο ΜΕΔ την 1η Μαΐου 2018 θα έχουν σχηματιστεί πλήρως μέχρι τον Μάιο του 2020.

Όσον αφορά τα νέα εξασφαλισμένα ΜΕΔ, αναμένεται ένα ορισμένο επίπεδο προβλέψεων έπειτα από τρία έτη ταξινόμησης ως ΜΕΔ ή «παλαιότητας ΜΕΔ», το οποίο θα αυξάνεται στη συνέχεια με την πάροδο του χρόνου έως το έτος 7. Στην περίπτωση αυτή, εάν ένα εξασφαλισμένο δάνειο ταξινομηθεί ως ΜΕΔ την 1η Μαΐου 2018, ο επόπτης αναμένει να έχει σχηματιστεί για αυτό το ΜΕΔ τουλάχιστον το 40% των προβλέψεων μέχρι τον Μάιο του 2021 και το 100% μέχρι τον Μάιο του 2025.

Στη διάρκεια του εποπτικού διαλόγου, η ΕΚΤ θα συζητεί με την κάθε τράπεζα τις αποκλίσεις από τις προσδοκίες σχετικά με τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα που καθορίζονται στο συμπλήρωμα.

Το αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου θα ενσωματωθεί για πρώτη φορά στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process -SREP) του 2021.

Το συμπλήρωμα αφορά τα ΜΕΔ που έχουν ταξινομηθεί ως τέτοια από την 1η Απριλίου 2018, αλλά τα αποτελέσματα του εποπτικού διαλόγου βάσει των προσδοκιών του συμπληρώματος θα ενσωματωθούν για πρώτη φορά στη SREP του 2021. Τι θα συμβεί στο ενδιάμεσο;

Οι τράπεζες θα πρέπει να προετοιμαστούν, χρησιμοποιώντας τα επόμενα δύο έτη για να επανεξετάσουν τις οικείες πολιτικές και κριτήρια έγκρισης πιστώσεων με σκοπό να περιορίσουν την εμφάνιση νέων ΜΕΔ, ιδίως δεδομένου ότι οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες είναι ευνοϊκές. Εξίσου σημαντική είναι και η χάραξη μιας δεόντως σταδιακής πορείας προς τον σχηματισμό προβλέψεων, η οποία θα ξεκινά από τη στιγμή της ταξινόμησης ως ΜΕΔ.

Ποια είναι η σχέση του εγγράφου κατευθύνσεων με τα λογιστικά πρότυπα και, πιο συγκεκριμένα, το πρότυπο ΔΠΧΠ 9;

Οι λογιστικές προβλέψεις μιας τράπεζας χρησιμεύουν ως βάση για τον εποπτικό διάλογο προκειμένου να καθορίζεται αν αυτές οι προβλέψεις είναι επαρκώς συνετές. Επομένως, οι λογιστικές προβλέψεις θα λαμβάνονται καθόλα υπόψη όταν αναλύονται οι συγκεκριμένες περιστάσεις των τραπεζών σε σχέση με τις προσδοκίες για τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης ενδεχόμενης αύξησης των προβλέψεων ως αποτέλεσμα της θέσης σε ισχύ του ΔΠΧΠ 9 το 2018. Σε περίπτωση που οι τράπεζες χρησιμοποιούν τις μεταβατικές ρυθμίσεις του ΔΠΧΠ 9, αυτό θα λαμβάνεται καθόλα υπόψη όταν προσδιορίζεται κατά πόσο οι κίνδυνοι καλύπτονται επαρκώς.

Ποιες είναι οι αναμενόμενες επιδράσεις των προσδοκιών προληπτικού χαρακτήρα; Θα μπορούσε αυτό να έχει ως αποτέλεσμα βεβιασμένες πωλήσεις ΜΕΔ;

Το συμπλήρωμα χρησιμεύει ως σημείο αφετηρίας για τον εποπτικό διάλογο με τις τράπεζες.

Η επίδραση των εποπτικών προσδοκιών θα εξαρτάται από τα αποτελέσματα των εποπτικών διαλόγων με τις επιμέρους τράπεζες. Επιπλέον, εφόσον οι εποπτικές προσδοκίες ισχύουν μόνο για τα νέα ΜΕΔ, οι συνέπειες σε ό,τι αφορά την πρόσθετη κάλυψη κινδύνου εξαρτώνται επίσης από τις μελλοντικές εισροές ΜΕΔ.

Σε ό,τι αφορά τις ενδεχόμενες επιδράσεις του συμπληρώματος στις δραστηριότητες της δευτερογενούς αγοράς για ΜΕΔ, οι προσδοκίες ασχολούνται με το καθαρό άνοιγμα των ΜΕΔ, δηλαδή η εποπτική αρχή δεν ενθαρρύνει τις τράπεζες να πωλούν τα ΜΕΔ τους αλλά αναμένει ότι αυτά θα καλύπτονται επαρκώς. Επιπλέον, το έγγραφο κατευθύνσεων για τα ΜΕΔ που δημοσιεύθηκε στις 20 Μαρτίου 2017 αναφέρεται στις πωλήσεις ΜΕΔ ως ένα μόνο από τα διάφορα πιθανά εργαλεία για την αντιμετώπιση του υψηλού επιπέδου των ΜΕΔ. Στα άλλα εργαλεία συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι διευθετήσεις, οι αναδιαρθρώσεις και οι κατασχέσεις.

Γιατί αυτό το πλαίσιο σχηματισμού προβλέψεων είναι εφαρμοστέο επί του παρόντος μόνο στα νέα ΜΕΔ; Ποια άλλα μέτρα εξετάζονται για τα αποθέματα των ΜΕΔ;

Μέσω των μεικτών εποπτικών ομάδων, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αξιολογεί την αξιοπιστία και τον φιλόδοξο χαρακτήρα των στρατηγικών που καταρτίζουν τα σημαντικά ιδρύματα για τη μείωση του υφιστάμενου αποθέματος των ΜΕΔ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρατηρήθηκε μείωση του αποθέματος των ΜΕΔ των σημαντικών τραπεζών, από 950 δισεκ. ευρώ το α΄ τρίμηνο του 2016 σε 759 δισεκ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο του 2017. Οι επόπτες θα συνεχίσουν να παρακολουθούν την πρόοδο της κάθε τράπεζας ως προς τη μείωση των ΜΕΔ.

Πώς βαθμονομήσατε τις εποπτικές προσδοκίες ποσοτικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στο συμπλήρωμα;

Η τελική βαθμονόμηση του συμπληρώματος στηρίζεται σε μια σειρά παραμέτρων. Αυτές αφορούν μεταξύ άλλων την εποπτική κρίση, τη διεθνή βέλτιστη πρακτική σχετικά με τον σχηματισμό προβλέψεων και την ταχύτητα των διαδικασιών ανάκτησης δανείων στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των βελτιώσεων που σημειώθηκαν πρόσφατα. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θεωρεί ότι το συμπλήρωμα παρέχει μια ισορροπημένη προσέγγιση για να αξιολογείται κατά πόσον οι πρακτικές σχηματισμού προβλέψεων των τραπεζών έχουν έγκαιρο χαρακτήρα και είναι επαρκείς.

Εφαρμόζεται το συμπλήρωμα και στα στοιχεία ενεργητικού υπό κατάσχεση;

Το συμπλήρωμα προσδιορίζει τις εποπτικές προσδοκίες για τα νέα ΜΕΔ και όχι για τα στοιχεία ενεργητικού υπό κατάσχεση. Ωστόσο, η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού. Εάν η μείωση των ΜΕΔ των τραπεζών επιτυγχάνεται μόνο μέσω κατασχέσεων, χωρίς τη δυνατότητα διάθεσης των συναφών στοιχείων ενεργητικού υπό κατάσχεση, με αποτέλεσμα τη μη πλήρη κάλυψη των κινδύνων, μπορεί να ακολουθήσει η λήψη εποπτικών μέτρων. Σε αυτό το πλαίσιο, το έγγραφο κατευθύνσεων της ΕΚΤ για τα ΜΕΔ καλεί επίσης τις τράπεζες να εφαρμόζουν εύλογες περικοπές αποτίμησης (haircuts) στο πλαίσιο της αποτίμησης τέτοιων στοιχείων ενεργητικού.

Τι σχέση έχει η πρωτοβουλία σας με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις όσον αφορά την ελάχιστη κάλυψη ζημίας για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα;

Το συμπλήρωμα θα λειτουργεί ως προσθήκη σε μελλοντική νομοθεσία της ΕΕ βάσει της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση των ΜΕΔ στο πλαίσιο των κανόνων του Πυλώνα 1, δηλαδή των υποχρεωτικών απαιτήσεων προληπτικού χαρακτήρα που προβλέπονται στον κανονισμό σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (Capital Requirements Regulation - CRR).

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την οδηγία σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις IV (Capital Requirements Directive - CRD IV), οι επόπτες πρέπει να αξιολογούν και να αντιμετωπίζουν τους συγκεκριμένους για κάθε ίδρυμα κινδύνους που δεν καλύπτονται ήδη ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τους κανόνες του Πυλώνα 1.

Κατά τη γνώμη της ΕΚΤ, είναι σημαντικό να αξιολογούνται βάσει του συμπληρώματος οι σχετικοί με τα ΜΕΔ κίνδυνοι που δεν καλύπτονται από τον Πυλώνα 1. Εάν οι επόπτες διαπιστώνουν κατά περίπτωση ότι, παρά την εφαρμογή του μηχανισμού ασφαλείας (backstop) του Πυλώνα 1, τα ΜΕΔ συγκεκριμένης τράπεζας δεν καλύπτονται επαρκώς, μπορεί να κάνουν χρήση των εποπτικών τους εξουσιών στο πλαίσιο του Πυλώνα 2.

Γιατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει τα εξασφαλισμένα παλαιά ΜΕΔ να καλύπτονται έπειτα από οκτώ έτη ενώ η ΕΚΤ προτείνει επτά; Γιατί δεν κάνετε διάκριση μεταξύ ΜΕΔ «αβέβαιης είσπραξης» και ΜΕΔ «σε καθυστέρηση» όπως η Επιτροπή;

Τα ελάχιστα επίπεδα κάλυψης που απαιτούνται στο πλαίσιο του μελλοντικού κανόνα του Πυλώνα 1 θα προβλέπουν μηχανισμό ασφαλείας για τον ελλιπή σχηματισμό προβλέψεων σε επίπεδο ΕΕ και θα ισχύουν για όλα τα ιδρύματα.

Αντιθέτως, το συμπλήρωμα καθορίζει εποπτικές προσδοκίες ως σημείο αφετηρίας του εποπτικού διαλόγου με σκοπό την αξιολόγηση όλων των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή μπορεί να εκτεθεί επιμέρους ίδρυμα και οι οποίοι ξεπερνούν τους κινδύνους που καλύπτονται ήδη από τις ελάχιστες απαιτήσεις του πυλώνα 1. Γι' αυτό, εξ ορισμού, οι αυτόματες ελάχιστες απαιτήσεις και οι εποπτικές προσδοκίες θα διαφέρουν ως προς τη βαθμονόμηση.

Οι εποπτικές προσδοκίες που παρουσιάζονται στο συμπλήρωμα είναι γενικής φύσης. Στη διάρκεια του εποπτικού διαλόγου θα λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικά μεγέθη κινδύνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις «αβέβαιης είσπραξης», οι τράπεζες θα είναι σε θέση να παρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τακτικές αποπληρωμές σημαντικού μέρους του ανοίγματος, κάτι που μπορεί να καταστήσει τις προσδοκίες για τον σχηματισμό του 100% των προβλέψεων μη ενδεδειγμένες για συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο/άνοιγμα.