Συνέντευξη στον Πολίτη

Συνέντευξη της Danièle Nouy, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στον Γιάννη Σεϊτανίδη, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2016

1. Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (ΕΕΜ) λειτουργεί εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Ποια ήταν η κυριότερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε και τι επιτύχατε αυτόν τον πρώτο χρόνο;

Είμαστε η μεγαλύτερη εποπτική αρχή στον κόσμο και μας είχε δοθεί η εντολή να καταστούμε λειτουργικοί και να είμαστε έτοιμοι να εκτελέσουμε τα καθήκοντά μας μέσα σε εξαιρετικά στενά χρονικά όρια. Όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου τον Ιανουάριο του 2014, υπήρχαν ελάχιστοι μόνο υπάλληλοι. Σήμερα, πάνω από 1.000 άνθρωποι δουλεύουν για την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ. Επί του παρόντος, εποπτεύουμε άμεσα 129 τραπεζικούς ομίλους (που περιλαμβάνουν 1.200 τράπεζες περίπου) με στοιχεία ενεργητικού που υπερβαίνουν τα 21 τρισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό αποτελεί εξ ορισμού ένα τεράστιο και σύνθετο έργο. Ο κύριος δίαυλος για την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας είναι οι Μεικτές Εποπτικές Ομάδες (ΜΕΟ), στις οποίες συμμετέχει προσωπικό τόσο από την ΕΚΤ όσο και από τις εθνικές εποπτικές αρχές. Οι ΜΕΟ συνδυάζουν τα οφέλη της απόστασης στη λήψη αποφάσεων και της βέλτιστης τεχνογνωσίας σε τοπικό επίπεδο. Στη διάρκεια του πρώτου έτους ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, η κυριότερη πρόκληση που αντιμετωπίσαμε ήταν ο συντονισμός με τις εθνικές εποπτικές αρχές και η ανάπτυξη κοινής μεθοδολογίας, καθώς χρειάστηκε να συγχωνεύσουμε τις πρακτικές 19 διαφορετικών χωρών. Είμαι πολύ ικανοποιημένη με την πρόοδο που έχουμε επιτύχει σε τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα. Κατορθώσαμε να επιλύσουμε τα διάφορα οργανωτικά ζητήματα και να διασφαλίσουμε την αγαστή συνεργασία μεταξύ των μελών των ΜΕΟ που προέρχονται από διαφορετικές χώρες και λειτουργούν με βάση διαφορετικές νοοτροπίες. Μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον και συνεχώς βελτιώνουμε τις πρακτικές μας. Με αυτήν την ευκαιρία θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω το προσωπικό της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη σκληρή δουλειά και τη συνεργασία. Η δουλειά του επόπτη δεν είναι εύκολη, αλλά έχουμε ενώσει όλοι τις δυνάμεις μας για την επίτευξη ενός κοινού στόχου: να ασκούμε την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό συνεπάγεται οπωσδήποτε διαρκή διάλογο και προβληματισμό εντός της εποπτικής οικογένειας – στοιχεία τα οποία είναι σαφώς ευπρόσδεκτα – ώστε να βελτιωνόμαστε στην πορεία.

2. Ο ΕΕΜ είναι ένας μηχανισμός με χαρακτηριστικά ομοσπονδιακής οργάνωσης σε μια ένωση ανεξάρτητων κρατών. Σε αυτό το περιβάλλον, πόσο δύσκολη είναι η εναρμόνιση της ρύθμισης και της εποπτείας; Για παράδειγμα, εφαρμόζονται οι ίδιες εποπτικές πρακτικές σε μια κυπριακή, σε μια γερμανική ή σε μια γαλλική τράπεζα;

Αυτή είναι όντως η κυριότερη πρόκληση. Είναι απαραίτητο να εξασφαλίσουμε μια πλήρως εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των τραπεζών. Το πρώτο βήμα ήταν φυσικά το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων, αλλά όπως γνωρίζετε η μεταφορά της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις στο εθνικό δίκαιο έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες επιμέρους στοιχείων της. Αυτό δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού στις διάφορες χώρες της ζώνης του ευρώ. Επίσης, εντοπίσαμε περίπου 167 δικαιώματα και διακριτικές ευχέρειες (από ενδοομιλικά όρια για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα μέχρι συμμετοχές σε ασφαλιστικές εταιρείες) και διορθώσαμε 122 εξ αυτών. Και δεν πρόκειται να σταματήσουμε εδώ. Σκοπός μας είναι να θεσπίσουμε ένα ενοποιημένο, ολοκληρωμένο και εναρμονισμένο εποπτικό πλαίσιο, για το οποίο απαιτείται η εναρμόνιση των κανονισμών. Αυτό θα συμβάλει στη διεύρυνση της αγοράς. Έτσι, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε ευρύτερο φάσμα ασφαλέστερων χρηματοοικονομικών προϊόντων.

3. Έχω παρατηρήσει ένα παράδοξο, το οποίο δεν ισχύει μόνο για τις κυπριακές τράπεζες αλλά για όλες τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ: η ΕΚΤ εφαρμόζει πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, προκειμένου να στηρίξει την πραγματική οικονομία, αλλά ταυτόχρονα η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ υποχρεώνει τις τράπεζες να διακρατούν περισσότερα κεφάλαια. Συμφωνείτε ότι αυτό είναι παράδοξο;

Δεν μπορώ να σχολιάσω τη νομισματική πολιτική, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι παράδοξο εδώ. Μόνο οι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες τράπεζες είναι σε θέση να χορηγούν δάνεια προς την πραγματική οικονομία σε όλες τις φάσεις του οικονομικού κύκλου. Οι τράπεζες που δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια είναι δραστήριες ενόσω δημιουργούνται «φούσκες», και μάλιστα συμβάλλουν στην ανάπτυξή τους, και σταματούν να δανείζουν όταν οι οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινώνονται. Επιπλέον, οι τράπεζες τις οποίες εποπτεύουμε διαθέτουν κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουμε στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP) δεν επηρεάζουν τη δανειοδοτική τους ικανότητα. Επίσης, ένας ισχυρότερος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας συμβάλλει στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης της τράπεζας, πράγμα που τελικά στηρίζει τη χορήγηση δανείων προς την πραγματική οικονομία.

4. Ο πρώτος γύρος της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης προκάλεσε πολλά παράπονα από τις συστημικά σημαντικές τράπεζες της Κύπρου. Σχολιάζουν, ανεπισήμως, ότι η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ είναι πιο αυστηρή από ό,τι χρειάζεται. Από την άλλη πλευρά υποστηρίζεται ότι το επίπεδο των προβλέψεων ήταν χαμηλότερο από ό,τι απαιτείται. Τελικά τι ισχύει;

Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: αν δεν υπάρχουν παράπονα τότε ο επόπτης πιθανόν να μην κάνει καλά τη δουλειά του. Είμαστε τόσο αυστηροί όσο υπαγορεύεται από την εκάστοτε κατάσταση και τα εκάστοτε δεδομένα. Επίσης, έχουμε αναλάβει την απόλυτη δέσμευση να διασφαλίζουμε συνέπεια και ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών που εποπτεύουμε. Οι επόπτες μπορούν να είναι αυστηροί μόνον εφόσον είναι πάντα δίκαιοι: μεταχειριζόμαστε όλες τις τράπεζες με τον ίδιο τρόπο. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, εκτός από το κεφάλαιο και τη ρευστότητα κάθε τράπεζας, εξετάζουμε και άλλες πτυχές που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση (διαχείριση κινδύνου και διάθεση ανάληψης κινδύνων), το επιχειρηματικό μοντέλο, τη στρατηγική και τις διαδικασίες. Η δουλειά μας είναι να διασφαλίζουμε ότι οι τράπεζες διαθέτουν τα κατάλληλα εφόδια και επαρκή κεφάλαια υψηλής ποιότητας ώστε να είναι σε θέση να αντεπεξέρχονται στους κινδύνους τους οποίους ενδέχεται να αντιμετωπίσουν.

5. Η κύρια πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου είναι η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Εφαρμόζεται νέα νομοθεσία (πλαίσιο για τις εκποιήσεις, πώληση δανείων), αλλά το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει υψηλό. Εξετάζονται πιο επιθετικά σενάρια, όπως είναι η ίδρυση εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων;

Οι αναγνώστες σας γνωρίζουν ότι ένα υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνει τη δυνατότητα των τραπεζών να χορηγούν δάνεια προς την πραγματική οικονομία. Και αυτό γιατί πέρα από την αναζήτηση επικερδών ευκαιριών δανειοδότησης, οι τράπεζες αναγκάζονται να αφιερώνουν σημαντικό χρόνο και πόρους στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Όσον αφορά την ίδρυση νέας εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, είναι μια απόφαση που δεν εναπόκειται στους επόπτες.

6. Τους τελευταίους οκτώ μήνες έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος όσον αφορά το Κυπριακό. Από τη στιγμή που θα επιτευχθεί συμφωνία, ένα ζήτημα θα είναι η υιοθέτηση του ευρώ και η προσαρμογή του τραπεζικού τομέα στα κατεχόμενα. Ο υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης περιέγραψε την κατάσταση λέγοντας χαρακτηριστικά ότι παραπέμπει στην «άγρια Δύση». Ποια είναι η δική σας γνώμη;

Όπως όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες, εκφράζω την ικανοποίησή μου για κάθε βήμα προόδου που μπορεί να επιτευχθεί σε σχέση με αυτό το πολιτικό ζήτημα. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ είναι σαφώς έτοιμη να βοηθήσει, παρέχοντας τεχνογνωσία στον τομέα αρμοδιότητάς της, όταν χρειαστεί, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλότερη δυνατή μετάβαση.

7. Πριν από τρία χρόνια το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου βρέθηκε στα πρόθυρα της καταστροφής. Έκτοτε έχουν αλλάξει πολλά. Πιστεύετε ότι μέσα από όλα αυτά τελικά ενισχύθηκε η ευρωστία του κυπριακού τραπεζικού συστήματος; Οι κυπριακές τράπεζες είναι πιο ανθεκτικές σήμερα;

Ναι, απολύτως. Σήμερα οι κυπριακές τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση και σταδιακά επιλύουν τα προβλήματα του παρελθόντος. Από το 2013 η χρηματοδότησή τους έχει βελτιωθεί και τα σημαντικά ιδρύματα που εποπτεύουμε πρόσφατα επιτάχυναν τη διαδικασία αναδιάρθρωσης των δανείων τους. Εύλογα θα μπορούσε κανείς να αναμένει ότι αυτό τελικά θα οδηγήσει σε μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Εξακολουθεί όμως να απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια. Με λίγα λόγια, έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος και οι προσπάθειες αποφέρουν καρπούς, αλλά πρέπει να γίνουν ακόμη περισσότερα ούτως ώστε οι κυπριακές τράπεζες να διαδραματίσουν πλήρως τον ρόλο τους, στηρίζοντας την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην κυπριακή οικονομία.

Εκπρόσωποι Τύπου