Menu

Πρόλογος της Christine Lagarde, Προέδρου της ΕΚΤ

Το έτος 2020 σημαδεύτηκε από την πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) και τη συνακόλουθη απότομη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Η ΕΚΤ, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία και οι εθνικές κυβερνήσεις συνεργάστηκαν για να δώσουν μια συντονισμένη απάντηση στην κρίση, παρέχοντας πρωτοφανούς μεγέθους στήριξη για να βοηθήσουν τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και την οικονομία συνολικά να αντέξουν σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία.

Η τρέχουσα κρίση έδειξε πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει ένα ευρωπαϊκό ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων και ένας ενιαίος φορέας εποπτείας για την τραπεζική ένωση. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, εφαρμόζοντας ενισχυμένα κοινά εποπτικά πρότυπα για ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, έχει διασφαλίσει ότι οι τράπεζες είναι σε καλύτερη θέση ώστε να απορροφούν σοβαρούς κλονισμούς όπως αυτός. Σ’ αυτό το πλαίσιο, χαίρομαι επίσης που το προηγούμενο έτος υποδεχθήκαμε στην τραπεζική ένωση την Κροατία και τη Βουλγαρία. Ευελπιστώ ότι αυτές οι χώρες θα αποκομίσουν τα οφέλη που προσφέρουν στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ανθεκτικότητα και την οικονομική ανάπτυξη οι εναρμονισμένοι κανόνες και, εν τέλει, από το ενιαίο νόμισμα.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες εισήλθαν στην κρίση με εύρωστα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας και αποθέματα ρευστότητας και με ισχυρή λειτουργική ικανότητα. Και μέχρι τώρα έχουν επιδείξει εξαιρετική ανθεκτικότητα. Μπόρεσαν να απορροφήσουν τις ζημίες, να διατηρήσουν την προσφορά πιστώσεων σε γενικές γραμμές σταθερή και, με αυτό τον τρόπο, να αποτρέψουν ένα μεγάλο κύμα πτωχεύσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Όταν όμως θα αρχίσουν να αποσύρονται τα μέτρα στήριξης σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, είναι πιθανόν να εκδηλωθούν νέες ευπάθειες, καθώς τότε θα φανεί η αυξανόμενη δανειακή επιβάρυνση της οικονομίας. Ως εκ τούτου, οι τράπεζες θα είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον πιστωτικό κίνδυνο και αυτό, σε συνδυασμό με δυνητικές προσαρμογές στην αγορά, μπορεί να αποδυναμώσει την κεφαλαιακή τους βάση.

Παράλληλα, η τρέχουσα κρίση θα οξύνει τα διαρθρωτικά προβλήματα που τα τελευταία χρόνια έχουν καθηλώσει την αποδοτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Η κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών είναι εδώ και πολύ καιρό συμπιεσμένη και πιθανώς θα παραμείνει έτσι και το 2021, καθώς αναμένεται να καταγραφούν αυξημένες ζημίες στα δανειακά τους χαρτοφυλάκια. Με δεδομένη και την ύπαρξη πλεονάζοντος δυναμικού στο τραπεζικό σύστημα, οι τράπεζες συνεπώς θα πρέπει να συνεχίσουν να ενισχύουν τη διακυβέρνησή τους, να βελτιώνουν την αποδοτικότητα κόστους και να διαφοροποιούν τις πηγές εσόδων τους, ώστε να στηρίξουν πιο αποτελεσματικά την οικονομική ανάκαμψη.

Τέλος, το βλέμμα μας πρέπει να παραμείνει στραμμένο στο μέλλον. Το 2020 δημοσιεύσαμε τον Οδηγό της ΕΚΤ όσον αφορά τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους, πρωτοστατώντας στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση των κινδύνων που δημιουργούνται λόγω της κλιματικής αλλαγής σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, η πανδημία έδωσε αποφασιστική ώθηση στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η παρακολούθηση των εξελίξεων σε σχέση με τον κυβερνοκίνδυνο και τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα.

Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, πρέπει να ολοκληρώσουμε την τραπεζική ένωση. Η προώθηση κοινών ευρωπαϊκών προσεγγίσεων, όπου ήταν εφικτό, αποδείχθηκε αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των προκλήσεων του 2020 και θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στην επίτευξη διατηρήσιμης ανάκαμψης τα προσεχή έτη.


Εισαγωγική συνέντευξη του Andrea Enria, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου

Το 2020 ήταν ένα έτος χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. Ποια είναι τα βασικά σας συμπεράσματα από αυτό;

Ήταν ένα ασυνήθιστο και εξαιρετικά δύσκολο έτος. Δεν αντιμετωπίσαμε μόνο μια πρωτοφανή οικονομική διαταραχή, η οποία προκλήθηκε από την πανδημία, αλλά –όπως όλοι στην Ευρώπη – βρεθήκαμε ξαφνικά περιορισμένοι στα σπίτια μας και με δυνατότητα μόνο διαδικτυακής επαφής με τους συναδέλφους μας. Πολλοί είχαμε κάποιον συγγενή, φίλο ή συνάδελφο που νόσησε από τον κορωνοϊό. Και δυστυχώς, χάσαμε και συναδέλφους από την πανδημία.

Όμως, παρά τις δυσκολίες, σταθήκαμε όλοι στο ύψος των περιστάσεων. Συνεργαστήκαμε και δώσαμε μια άμεση και συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση στην εν εξελίξει κρίση. Ανακοινώσαμε τις πρώτες αποφάσεις μας στις 12 Μαρτίου 2020, μόλις τρεις ημέρες μετά την πρώτη επιβολή γενικευμένων περιοριστικών μέτρων σε χώρα της Ευρώπης.

Το έργο μας διαπνεόταν από ένα αίσθημα κοινού σκοπού, που ήταν αξιοθαύμαστο. Ήταν εμφανές σε όλα τα επίπεδα: στο Εποπτικό Συμβούλιο, εντός και μεταξύ των επιμέρους τμημάτων, κατά τη συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, εντός των Μικτών Εποπτικών Ομάδων (ΜΕΟ) και γενικότερα. Αυτή η δύσκολη χρονιά μας υπενθύμισε πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος μας και πόση ικανοποίηση εισπράττουμε όταν συνεργαζόμαστε για το κοινό καλό – για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας και σημαντικής ανασφάλειας.

Πώς ακριβώς συνέβαλε η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία στη συλλογική αντιμετώπιση της πανδημίας σε διεθνές επίπεδο;

Ο άμεσος στόχος μας ήταν να εξασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες είναι σε θέση να παρέχουν χρηματοδοτική στήριξη σε βιώσιμους δανειολήπτες, νοικοκυριά, μικρές επιχειρήσεις και μεγάλες εταιρίες, ώστε να αποτραπούν οι καταστροφικές δευτερογενείς επιδράσεις μιας πιστωτικής ασφυξίας. Για να γίνει αυτό, χρειάστηκε να επαναπροσανατολίσουμε αρκετά γρήγορα το εποπτικό έργο: παρείχαμε προσωρινές κεφαλαιακές και λειτουργικές ελαφρύνσεις στις τράπεζες για να τους διευκολύνουμε να συνεχίσουν τη χορήγηση δανείων προς τα νοικοκυριά, τις μικρές επιχειρήσεις και τις μεγάλες εταιρίες και να απορροφήσουν τις ζημίες που προκάλεσε μία από τις χειρότερες υφέσεις στην ιστορία.

Αυτά τα μέτρα ελάφρυνσης ερμηνεύθηκαν ως επιθυμία σας να είστε λιγότερο αυστηροί. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

Σε καμία περίπτωση τα μέτρα ελάφρυνσης δεν έρχονται σε αντίθεση με την αποστολή μας να ασκούμε αυστηρή και υψηλής ποιότητας τραπεζική εποπτεία. Μετά την κρίση του 2008-09 εργαστήκαμε σκληρά για να διασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες θα σχηματίζουν κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας και αντίστοιχα αποθέματα ρευστότητας σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, που μπορούν να χρησιμοποιήσουν σε περιόδους ύφεσης. Με την πανδημική κρίση, αυτή η ώρα έφτασε. Συνεπώς, οι ενέργειές μας είναι σύμφωνες με το γράμμα και το πνεύμα των μεταρρυθμίσεων του χρηματοοικονομικού συστήματος που τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση.

Επιπλέον, ποτέ δεν πάψαμε να ασκούμε εξονυχιστικό εποπτικό έλεγχο, ζητώντας από τις τράπεζες να επιμετρούν και να διαχειρίζονται σωστά τους κινδύνους και ελέγχοντας διαρκώς την ορθότητα των εκτιμήσεών τους για να διασφαλίσουμε ότι είναι αρκούντως συντηρητικές εν όψει της υψηλής αβεβαιότητας που δημιούργησε η πανδημία.

Και πώς συμβάλλει σε αυτό η πραγματιστική προσέγγιση της ΕΔΕΑ;

Ως επόπτες, πρέπει να είμαστε ευέλικτοι. Πρέπει να προσαρμοζόμαστε με τις συνθήκες και να διαμορφώνουμε ανάλογα τις ενέργειές μας ώστε να είναι πιο αποτελεσματικές. Χωρίς να αποκλίνουμε από τις Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, αποφασίσαμε η Εποπτική Διαδικασία Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) του 2020 να δώσει έμφαση στο πώς χειρίζονται οι τράπεζες τις προκλήσεις και τους κινδύνους που δημιούργησε η κρίση για την κεφαλαιακή τους επάρκεια και τη ρευστότητά τους. Παράλληλα, διατηρήσαμε σταθερές τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2 (P2R) και τις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 (P2G) και αποφασίσαμε να μην αλλάξουμε τις βαθμολογίες βάσει της ΕΔΕΑ, εκτός εάν κρινόταν σκόπιμο λόγω έκτακτων περιστάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένες τράπεζες. Κυρίως γνωστοποιούσαμε στις τράπεζες τα ζητήματα που μας απασχολούσαν ως επόπτες, συνοδευόμενα από συστάσεις ποιοτικής φύσεως και υιοθετήσαμε μια στοχευμένη προσέγγιση σε σχέση με τη συλλογή πληροφοριών για τις εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας και της επάρκειας ρευστότητας. Αν διενεργούσαμε την ΕΔΕΑ όπως τα προηγούμενα έτη, χρησιμοποιώντας πληροφορίες που θα αναφέρονταν στο παρελθόν και δεν θα ήταν πλέον επίκαιρες, δεν θα εκπληρώναμε τον σκοπό μας ως επόπτες στο πρωτόγνωρο περιβάλλον που δημιουργήθηκε λόγω της πανδημίας COVID-19.

Πώς επηρέασε η πανδημική κρίση τις ευρωπαϊκές τράπεζες;

Το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης βρήκε τις τράπεζες σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι στην αρχή της προηγούμενης κρίσης. Καθώς επεκτεινόταν η κρίση, ορισμένες τράπεζες κατακλύστηκαν από αθρόες αιτήσεις για δάνεια, ιδίως όταν θεσπίστηκαν προγράμματα κρατικών ενισχύσεων με τη μορφή δανείων υπό την εγγύηση του Δημοσίου και μέτρα αναστολής της πληρωμής δόσεων δανείων. Όμως αυτές οι τράπεζες κατόρθωσαν να προσαρμοστούν γρήγορα και συνέβαλαν στην ομαλή ροή πιστώσεων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Οι χορηγήσεις προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά συνέχισαν να αυξάνονται το 2020, αν και σημειώθηκε κάποια επιβράδυνση το γ΄ τρίμηνο. Και σε σύγκριση με ό,τι είχε συμβεί κατά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, οι τράπεζες ανέφεραν στη σχετική έρευνα πολύ πιο συγκρατημένη αυστηροποίηση των πιστοδοτικών κριτηρίων μετά το πρώτο κύμα της πανδημίας.

Το β΄ τρίμηνο του 2020 αναλύσαμε τις δυνητικές ευπάθειες του τραπεζικού τομέα μας με βάση διάφορα σενάρια. Σύμφωνα με ένα κεντρικό σενάριο, το οποίο υποθέτει μια πολύ μεγάλη ύφεση, με μείωση του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ κατά 8,7% το 2020, και στη συνέχεια μια αρκετά εύρωστη ανάκαμψη την περίοδο 2021-22, εκτιμήθηκε ότι ο τραπεζικός τομέας θα ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στις επιπτώσεις που θα είχε αυτή η διαταραχή στην ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και την κεφαλαιακή επάρκεια.

Ποιος κίνδυνος αναδείχθηκε ως ο σοβαρότερος για τις τράπεζες στη διάρκεια της πανδημίας;

Η πανδημική κρίση όξυνε τον κίνδυνο δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) λόγω της επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού στους ισολογισμούς των τραπεζών. Το υψηλό επίπεδο των ΜΕΔ συνολικά στη ζώνη του ευρώ αποτελούσε πηγή ανησυχίας από πλευράς εποπτείας ήδη από τις αρχές του 2020, δηλαδή προ της πανδημικής κρίσης, και τώρα υπάρχει ο πρόσθετος κίνδυνος απότομης ανόδου του όταν αρχίσει η απόσυρση των μέτρων στήριξης (cliff effects).

Πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει αυτόν τον κίνδυνο η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ;

Στην αρχή της κρίσης ενημερώσαμε τις τράπεζες ότι θα δείξουμε ευελιξία σε πολλές πτυχές της εφαρμογής των Κατευθύνσεων της ΕΚΤ για τα ΜΕΔ, ώστε να βοηθήσουμε τις τράπεζες να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης. Δώσαμε επίσης στις τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ περισσότερο χρόνο, έως τον Μάρτιο του 2021, προκειμένου να υποβάλουν τις στρατηγικές τους για τη μείωση των ΜΕΔ.

Παράλληλα, επιδιώξαμε να σχηματίσουμε σαφή εικόνα της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών και να διασφαλίσουμε ότι θα χειριστούν εγκαίρως τα νέα ΜΕΔ που δημιουργούνται. Οι τράπεζες πρέπει να διαθέτουν αυστηρές στρατηγικές για την παρακολούθηση και διαχείριση περιπτώσεων υποβάθμισης της ποιότητας των δανείων, έτσι ώστε να εντοπίζουν τους κινδύνους σε ένα πρώιμο στάδιο και να προβαίνουν σε ενεργητική διαχείριση των ανοιγμάτων προς πελάτες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά πόσο αποτελεσματικά εφαρμόζουν οι τράπεζες αυτές τις στρατηγικές στη διάρκεια της κρίσης και θα συνεχίσουμε σε συνεργασία με τις τράπεζες να αναζητούμε τρόπους για τη γρήγορη επίλυση του προβλήματος.

Ποιοι άλλοι κίνδυνοι για τον τραπεζικό τομέα αναδείχθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης;

Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας ήδη χαρακτηριζόταν από διαρθρωτική αναποτελεσματικότητα όταν ξεκίνησε η κρίση. Η χαμηλή κερδοφορία, η χαμηλή αποδοτικότητα κόστους και ζητήματα βιωσιμότητας των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών είχαν ήδη αναγνωριστεί από την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία ως κύριες προτεραιότητες. Η κρίση ανέδειξε ακόμη εντονότερα αυτές τις αδυναμίες, καθώς και την επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισής τους.

Πέρυσι είπατε ότι οι εξαγορές και συγχωνεύσεις είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της χαμηλής κερδοφορίας. Υπάρχει πρόοδος σ’ αυτό το θέμα;

Ναι, υπάρχει πρόοδος. Θεωρώ ότι η ΕΚΤ και οι τράπεζες κάνουν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Το 2020 θέσαμε σε δημόσια διαβούλευση τον Οδηγό όσον αφορά την εποπτική αντιμετώπιση των ενοποιήσεων στον τραπεζικό τομέα. Η τελική μορφή του Οδηγού, η οποία δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2021, αποσαφηνίζει την προσέγγισή μας και επιβεβαιώνει ότι ενθαρρύνουμε κινήσεις προς τη συνένωση επιχειρήσεων, εφόσον υπάρχει σωστός σχεδιασμός και σωστή υλοποίηση.

Παρατηρούμε επίσης, και θεωρούμε ενθαρρυντική, μια τάση των τραπεζών να προχωρούν σε ενοποιήσεις. Η Intesa Sanpaolo με τη UBI Banca, η CaixaBank με τη Bankia, καθώς και η Unicaja Banco με τη Liberbank – όλες αυτές οι τράπεζες ήταν από τις πρώτες που κινήθηκαν σ’ αυτή την κατεύθση, δίνοντας αφορμή για ανάλογες συζητήσεις στα όργανα διοίκησης άλλων τραπεζών. Ο συνδυασμός επιχειρηματικών δυνάμεων, εφόσον έχει σχεδιαστεί σωστά, μπορεί όχι μόνο να βοηθήσει τις τράπεζες να επιτύχουν καλύτερη σχέση κόστους-οφέλους, να επενδύσουν περισσότερο στον ψηφιακό μετασχηματισμό και, τελικά, να αυξήσουν την κερδοφορία τους, αλλά και να συμβάλει στην εξάλειψη του πλεονάζοντος δυναμικού στο τραπεζικό σύστημα, το οποίο δημιουργήθηκε την περίοδο πριν από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση.

Πώς αντιμετωπίζει η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ τους κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή;

Η τράπεζες πρέπει να υιοθετήσουν μια στρατηγική και μακρόπνοη προσέγγιση για τη συνεκτίμηση των κλιματικών κινδύνων. Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές θα δώσουν έμφαση στο κατά πόσον οι τράπεζες ευθυγραμμίζονται με τις προσδοκίες που περιγράφει ο Οδηγός της ΕΚΤ όσον αφορά τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους, ο οποίος δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2020 μετά από δημόσια διαβούλευση. Το 2021 θα ζητήσουμε από τις τράπεζες να πραγματοποιήσουν αυτοαξιολόγηση σε σχέση με τις εποπτικές προσδοκίες του Οδηγού και βάσει αυτής να καταρτίσουν σχέδια δράσης. Στη συνέχεια θα συγκρίνουμε τα αποτελέσματα της αυτοαξιολόγησης και τα σχέδια των τραπεζών με τους δείκτες αναφοράς και θα τα επανεξετάσουμε στο πλαίσιο του εποπτικού διαλόγου. Το 2022 θα διενεργήσουμε πλήρη εποπτική αξιολόγηση των πρακτικών που εφαρμόζουν οι τράπεζες και θα λάβουμε συγκεκριμένα μέτρα όπου διαπιστωθούν αδυναμίες.

Ο Frank Elderson, νέος Αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου, είναι Πρόεδρος του Δικτύου για ένα Πράσινο Χρηματοοικονομικό Σύστημα και συμπροεδρεύει στην Ομάδα Δράσης για τους κλιματικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία. Σκοπεύει να αξιοποιήσει τις συνέργειες μεταξύ αυτών των δύο ρόλων του και του έργου της ΕΚΤ.

Τον Ιούλιο του 2020 η ΕΚΤ έλαβε αποφάσεις για την καθιέρωση στενής συνεργασίας με τις κεντρικές τράπεζες της Βουλγαρίας και της Κροατίας. Τι σημαίνει αυτό για την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία;

Για πρώτη φορά, δύο κράτη-μέλη εκτός της ζώνης του ευρώ εντάσσονται στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό. Αυτό αποτελεί σημαντικό ορόσημο για τη Βουλγαρία και την Κροατία, καθώς ανοίγει τον δρόμο για την εισαγωγή του ευρώ στις εν λόγω χώρες.

Για εμάς σημαίνει ότι από τον Οκτώβριο του 2020, αφού ολοκληρώθηκαν οι σχετικές συνολικές αξιολογήσεις, η ΕΚΤ εποπτεύει απευθείας πέντε τράπεζες στη Βουλγαρία και οκτώ στην Κροατία. Οι εποπτικές αρχές της Βουλγαρίας και της Κροατίας έγιναν μέλη των σχετικών ΜΕΟ και εκπρόσωποι των κεντρικών τραπεζών τους έγιναν μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου, έχοντας τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με όλα τα άλλα μέλη, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων ψήφου. Με μεγάλη μας χαρά τους καλωσορίσαμε στην οικογένεια!

Το 2020 η ΕΚΤ συμμετείχε στις συζητήσεις πολιτικής σχετικά με ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων. Ποιες ήταν οι βασικές θέσεις σας;

Επισημάναμε ορισμένα ζητήματα που προέκυψαν από την πρακτική εμπειρία μας. Ένα παράδειγμα είναι η επικάλυψη μεταξύ των εποπτικών μέτρων και των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης. Αυτό το ζήτημα έχει προκαλέσει σύγχυση, με αποτέλεσμα τα μέτρα έκγαιρης παρέμβασης να ενεργοποιούνται σπανίως. Η νομοθεσία πρέπει να διακρίνει σαφώς μεταξύ των δύο κατηγοριών εργαλείων και οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης της ΕΚΤ πρέπει να συμπεριληφθούν σε κανονισμό της ΕΕ, έτσι ώστε να αποτραπούν αδικαιολόγητες αποκλίσεις κατά τη μεταφορά των κανόνων στην εθνική νομοθεσία. Επιστήσαμε επίσης την προσοχή στο ζήτημα των τραπεζών που κηρύσσονται “σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας” αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο για να επακολουθήσει εκκαθάριση και ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους και ως εκ τούτου βρίσκονται σε μετέωρη κατάσταση.

Γενικότερα, υποστηρίξαμε ότι απαιτούνται τολμηρότερα βήματα για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, συγκεκριμένα η ίδρυση ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων (EDIS) και η εκχώρηση διευρυμένων διοικητικών αρμοδιοτήτων στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) σε σχέση με διαδικασίες εκκαθάρισης τραπεζών. Το Federal Deposit Insurance Corporation των ΗΠΑ μπορεί να χρησιμεύσει ως υπόδειγμα, μέχρι τότε όμως, η περαιτέρω εναρμόνιση σε εθνικό επίπεδο και ο πιο συγκεντρωποιημένος συντονισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο (π.χ. μέσω του ΕΣΕ) θα ήταν ήδη ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Τέλος, σε κοινή μας ανάρτηση στο ιστολόγιο, ο Edouard Fernandez-Bollo κι εγώ προτείνουμε μια αποτελεσματικότερη προσέγγιση για τη διαχείριση προβλημάτων σε τράπεζες που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά. Οι θυγατρικές και οι μητρικές εταιρίες τραπεζικών ομίλων θα μπορούσαν να συνάπτουν σύμβαση αμοιβαίας ενίσχυσης σε ρευστότητα, η οποία θα συνδέεται με τα σχέδια ανάκαμψης του αντίστοιχου ομίλου. Αυτό θα μας βοηθούσε να καταγράψουμε με ποιους τρόπους είναι δυνατόν οι οντότητες του ομίλου να στηρίξουν η μία την άλλη όταν ανακύψουν δυσχέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τις κατά τόπους ανάγκες και τους εκάστοτε περιορισμούς. Επίσης, θα επέτρεπε να καθοριστούν τα κατάλληλα σημεία ενεργοποίησης (triggers) για την παροχή της συμβατικώς προβλεπόμενης ενίσχυσης σε ένα πρώιμο στάδιο. Πέραν αυτού, θα προωθούσε την ενιαία διαχείριση ρευστότητας σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας.

Η ενίσχυση της διαφάνειας και της προβλεψιμότητας της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας είναι ένας από τους βασικούς στόχους σας από την έναρξη της θητείας σας. Έχει σημειωθεί πρόοδος ως προς αυτό;

Βεβαίως, πιστεύω ότι έχουμε επιτύχει μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τα εποπτικά αποτελέσματα και τις πολιτικές μας.

Η διαφάνεια ως προς τα εποπτικά αποτελέσματα είναι χρήσιμη για τις αγορές. Λάβαμε θετικά σχόλια όταν δημοσιεύσαμε για πρώτη φορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει P2R ανά τράπεζα τον Ιανουάριο του 2020. Αυτές παρέχουν συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη πληροφόρηση σχετικά με την άποψη των εποπτικών αρχών για τη συνολική επικινδυνότητα μιας τράπεζας, πληροφόρηση που βοηθά τους επενδυτές να λαμβάνουν πιο εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Και βοηθά τις τράπεζες να αξιολογούν καλύτερα τη θέση τους σε σχέση με ομοειδή ιδρύματα. Συνεχίσαμε να εφαρμόζουμε αυτή την πρακτική και τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους.

Η διαφάνεια ως προς τις πολιτικές μας ενισχύει την αποτελεσματικότητά μας και κατ’ επέκταση το κύρος μας. Οι εποπτευόμενες τράπεζες πρέπει να κατανοούν ποιο είναι το σκεπτικό των αποφάσεών μας, οι δε προσεγγίσεις μας πρέπει να χαρακτηρίζονται από συνέπεια έτσι ώστε να δημιουργούν αξιόπιστες προσδοκίες. Πιστεύω ότι επιτύχαμε ικανοποιητικό επίπεδο διαφάνειας όσον αφορά τα μέτρα εποπτικής ελάφρυνσης λόγω πανδημίας, τόσο στη γραπτή και προφορική επικοινωνία μας με τις τράπεζες όσο και στην επικοινωνία μας με το κοινό. Αυτό το επίπεδο διαφάνειας πρέπει να γίνει για εμάς η νέα συνήθης πρακτική μας.

Στα τέλη του 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ πραγματοποίησε αλλαγές στην οργανωτική της δομή. Γιατί έγινε αυτή η αναδιοργάνωση;

Μετά από έξι χρόνια, ήταν καιρός να αλλάξει η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και, από νεοφυής οργανισμός να μετατραπεί σε έναν ωριμότερο θεσμό, με εποπτεία περισσότερο προσανατολισμένη στους κινδύνους και με αυξημένη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ομάδων στελεχών.

Για να το επιτύχουμε, αναδιοργανώσαμε τις γενικές διευθύνσεις που είναι αρμόδιες για την εποπτεία επιμέρους τραπεζών σύμφωνα με τα επιχειρηματικά μοντέλα των εποπτευόμενων τραπεζών. Ιδρύσαμε μια νέα Διεύθυνση Εποπτικών Στρατηγικών και Κινδύνων, αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό, η οποία προτείνει εποπτικές προτεραιότητες και διασφαλίζει την ομοιόμορφη μεταχείριση όλων των τραπεζών. Δημιουργήσαμε μια εξειδικευμένη γενική διεύθυνση για την επιτόπια εποπτεία και αναθέσαμε στη Γενική Διεύθυνση Οριζόντιας Εποπτείας την ενίσχυση της τεχνογνωσίας των ΜΕΟ ως προς τον κίνδυνο, τη διενέργεια συγκριτικών αξιολογήσεων, την ανάπτυξη πολιτικών και την τήρηση μεθοδολογιών. Μια αυτοτελής γενική διεύθυνση, η Γενική Διεύθυνση Διακυβέρνησης και Λειτουργικού Πλαισίου του ΕΕΜ, υποστηρίζει τη διαδικασία λήψης εποπτικών αποφάσεων και την καινοτομία και διευθύνει τις διαδικασίες χορήγησης αδειών. Η αναδιοργάνωση υπαγορεύθηκε από την επιθυμία να απλουστεύσουμε τις διαδικασίες μας και να ενσωματώσουμε τεχνολογικές καινοτομίες σε όλα τα επιμέρους τμήματα της εποπτείας.

Είμαι πολύ υπερήφανος που καταφέραμε να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε αυτές τις αλλαγές μέσα από εσωτερικές συζητήσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις των στελεχών μας. Την αναδιοργάνωση ανέλαβαν να προωθήσουν περίπου 60 στελέχη εποπτείας που, μαζί με τη διοίκηση του ΕΕΜ, βοήθησαν τους συναδέλφους να προσαρμοστούν στις αλλαγές και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του εγχειρήματος.


1 Η τραπεζική εποπτεία το 2020

1.1 Οι εποπτευόμενες τράπεζες το 2020: επιδόσεις και βασικότεροι κίνδυνοι

1.1.1 Ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ

Η πανδημική κρίση βρήκε τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ με ισχυρότερες κεφαλαιακές θέσεις από ό,τι στην πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση

Η κρίση του κορωνοϊού (COVID-19) βρήκε τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ με ισχυρότερες κεφαλαιακές θέσεις από ό,τι στη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση. Σε ενοποιημένη βάση, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) στο τέλος του 2019 ήταν 14,9% (Διάγραμμα 1) και παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερός σε όλη τη διάρκεια του 2020, φθάνοντας το 15,2% το γ΄ τρίμηνο του 2020. Αυτό αποδίδεται εν μέρει στα έκτακτα εποπτικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα ελάφρυνσης που εφαρμόστηκαν προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση. Επίσης, έγινε σύσταση στις τράπεζες να αναστείλουν προσωρινά τη διανομή μερισμάτων ή την επαναγορά μετοχών μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2021 και να επιδείξουν άκρα σύνεση ως προς τη διανομή μερισμάτων, την επαναγορά μετοχών και τη διανομή του μεταβλητού τμήματος των αμοιβών των διευθυντικών στελεχών τους μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2021.[1]

Διάγραμμα 1

Δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των σημαντικών ιδρυμάτων (μεταβατικός ορισμός)

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Ο συνολικός δείκτης μόχλευσης κατέγραψε επίσης ικανοποιητικά επίπεδα στη διάρκεια της πανδημίας και διαμορφώθηκε σε 5,6% το γ΄ τρίμηνο του 2020, έναντι 5,7% στο τέλος του 2019. Εντούτοις, οι κίνδυνοι για την κεφαλαιακή επάρκεια ενδέχεται να εκδηλωθούν σε μετέπειτα στάδιο στους ισολογισμούς των τραπεζών και είναι δυνατόν να ενισχυθούν από την επίδραση της απότομης άρσης (cliff effects) των μέτρων στήριξης που θεσπίστηκαν το 2020 και περιλάμβαναν αναστολή της πληρωμής δόσεων, αναστολή συμβάσεων εργασίας, κρατικές εγγυήσεις και άλλες μεταβατικές κανονιστικές ρυθμίσεις.[2]

Διάγραμμα 2

Δείκτης μόχλευσης σημαντικών ιδρυμάτων

Πηγή: ΕΚΤ.

Οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ στην αρχή του έτους εμφάνιζαν ικανοποιητικά αποθέματα ρευστότητας. Ωστόσο, τον Μάρτιο άρχισαν να εκδηλώνονται σημαντικές πιέσεις λόγω της πανδημικής διαταραχής.

Στην αρχή του έτους οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ διέθεταν υψηλότερα αποθέματα ρευστότητας από ό,τι κατά την έναρξη της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης, λόγω των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ. Εντούτοις, στη διάρκεια του Μαρτίου 2020 άρχισαν να δέχονται σημαντικές πιέσεις λόγω της διαταραχής που προκάλεσε η πανδημία COVID-19. Από την πλευρά της ζήτησης, οι εταιρικοί πελάτες από τομείς που επλήγησαν από την κρίση ζήτησαν σημαντική χρηματοδοτική στήριξη από τον τραπεζικό τομέα προσφεύγοντας σε υφιστάμενες πιστωτικές γραμμές. Επιπλέον, οι εξάρσεις της μεταβλητότητας στις περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές ανάγκασαν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκκαθάρισης να ζητήσουν πρόσθετες καταβολές περιθωρίων (margin calls), ενώ τα αμοιβαία κεφάλαια της αγοράς χρήματος αντιμετώπισαν πρωτοφανούς έκτασης εκροές και ζήτησαν από ορισμένες τράπεζες με διεθνή δραστηριότητα να επαναγοράσουν το υπόλοιπο των εμπορικών χρεογράφων τους.

Από την πλευρά της προσφοράς, η ρευστότητα των τραπεζών επίσης δέχθηκε πιέσεις. Η ρευστότητα στις βασικές αγορές χρηματοδότησης των τραπεζών εξαντλήθηκε τον Μάρτιο, έτσι οι τράπεζες δεν κατάφεραν να εκδώσουν τίτλους στα τμήματα της αγοράς όπου πραγματοποιούνται συναλλαγές χωρίς παροχή ασφάλειας, ανεξαρτήτως διάρκειας, ενώ κατόρθωσαν να αντλήσουν ρευστότητα από το τμήμα της αγοράς για συναλλαγές με παροχή ασφάλειας (repo) και μόνο για πολύ μικρές διάρκειες. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εξωχώριες αγορές χρηματοδότησης σε δολάρια ΗΠΑ έγιναν ιδιαίτερα δαπανηρές, όποτε ήταν διαθέσιμες, γεγονός που επιδείνωσε περαιτέρω την εξάρτηση των τραπεζών από τα εσωτερικά τους αποθέματα ασφαλείας ρευστότητας και από την πρόσθετη χρηματοδότηση της ΕΚΤ.

Στο πλαίσιο της παρέμβασής της προς αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επίσης επέτρεψε στις τράπεζες να κάνουν χρήση του υποχρεωτικού αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να λειτουργούν με επίπεδα ρευστότητας χαμηλότερα του δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR).[3] Παράλληλα, η ιδιαίτερα διευκολυντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση των κανόνων για τις αποδεκτές ασφάλειες, εξασφάλισε εκτεταμένη πρόσβαση στην άντληση χρηματοδότησης από την κεντρική τράπεζα για τις τράπεζες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Το μέσο υπόλοιπο της χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα αυξήθηκε από 659 δισεκ. ευρώ το δ΄ τρίμηνο του 2019 σε 1.605 δισεκ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο του 2020 (Διάγραμμα 3).

Διάγραμμα 3

Εξέλιξη του υπολοίπου της χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα

(δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.

Ως αποτέλεσμα των ισχυρών και συντονισμένων παρεμβάσεων πολιτικής, οι πιέσεις στην αγορά χαλάρωσαν σταδιακά το β΄ τρίμηνο του έτους. Από τον Απρίλιο του 2020 οι συνθήκες άντλησης ρευστότητας εκ μέρους των τραπεζών άρχισαν να βελτιώνονται. Ορισμένες τράπεζες κατόρθωσαν και πάλι να εκδώσουν τίτλους χωρίς παροχή ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος της αγοράς όπου πραγματοποιούνται συναλλαγές μειωμένης εξασφάλισης, ωστόσο με υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα. Ταυτόχρονα, η αύξηση των καταθέσεων των πελατών, που αποδίδεται κυρίως στις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών για λόγους πρόνοιας, οδήγησε σε γενικευμένη περαιτέρω άνοδο των αποθεμάτων ρευστότητας ασφαλείας. Συνολικά, τα σημαντικά ιδρύματα (ΣΙ) αύξησαν τα αποθέματα ρευστότητας ασφαλείας τους, όπως δείχνει και ο μέσος δείκτης κάλυψης ρευστότητας, ο οποίος αυξήθηκε σε 170,94% το γ΄ τρίμηνο του 2020, από 145,91% το δ΄ τρίμηνο του 2019.

Διάγραμμα 4

Εξέλιξη του αποθέματος ρευστότητας ασφαλείας, των καθαρών εκροών ρευστότητας και του δείκτη κάλυψης ρευστότητας

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Η κατάρρευση των τιμών των μετοχών τον Μάρτιο είχε αρνητικές επιπτώσεις στις θέσεις των τραπεζών που ενέχουν κίνδυνο αγοράς

Η εκδήλωση της πανδημίας COVID-19 στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ οδήγησε σε κατάρρευση των τιμών των μετοχών, αύξηση της μεταβλητότητας και γενικευμένη διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων των κρατικών και εταιρικών ομολόγων στη διάρκεια του Μαρτίου. Το γεγονός αυτό επέδρασε αρνητικά όχι μόνο στους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά και στις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους για τον κίνδυνο αγοράς βάσει εσωτερικών υποδειγμάτων, καθώς και στις προσαρμογές συνετής αποτίμησης (ιδίως σε σχέση με την αβεβαιότητα για τις τιμές στην αγορά και τον κίνδυνο του υποδείγματος), οι οποίες συσχετίζονται με την πρόσφατη μεταβλητότητα. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διαταραχή, εφαρμόστηκαν μέτρα εποπτικής ελάφρυνσης ώστε να περιοριστούν οι προκυκλικές επιδράσεις της κρίσης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο αγοράς και στις προσαρμογές αποτίμησης (π.χ. εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων υπέρβασης κατά τους εκ των υστέρων ελέγχους των εσωτερικών υποδειγμάτων, αύξηση του οφέλους διαφοροποίησης για τις προσαρμογές συνετής αποτίμησης). Περαιτέρω ελάφρυνση σημειώθηκε όταν βελτιώθηκαν οι συνθήκες στην αγορά το β΄ και το γ΄ τρίμηνο.

Διάγραμμα 5

Εξέλιξη των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού και προσαρμογές συνετής αποτίμησης για τον κίνδυνο αγοράς

(δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.

Συνολικά, τα μέτρα στήριξης κεφαλαίου και ρευστότητας που θεσπίστηκαν, σε συνδυασμό με τα έκτακτα μέτρα ενίσχυσης με δημόσιους πόρους που υιοθετήθηκαν από τις αρχές κατά τα πρώτα στάδια της πανδημίας COVID-19, επέτρεψαν στις τράπεζες να εξομαλύνουν την εξέλιξη του πιστωτικού κινδύνου και να συνεχίσουν να παρέχουν χρηματοδότηση στην πραγματική οικονομία. Τα δάνεια και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις προς τα νοικοκυριά και τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) παρέμειναν ουσιαστικά σταθερά από την έναρξη της πανδημίας COVID-19 και μετά (-1,3% για τις ΜΧΕ και +0,8% για τα νοικοκυριά από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 2020). Οι δημόσιες εγγυήσεις ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για την παροχή χρηματοδότησης προς τις ΜΧΕ (260 δισεκ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2020).

Τα έκτακτα μέτρα που θεσπίστηκαν με σκοπό τη χαλάρωση των συνθηκών χρηματοδότησης και τη στήριξη των νοικοκυριών, των μικρών επιχειρήσεων και των εταιριών βοήθησαν επίσης να διατηρηθεί ουσιαστικά σταθερό το συνολικό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στους ισολογισμούς των τραπεζών κατά τη διάρκεια του έτους. Εντούτοις, τα ΜΕΔ αναμένεται να αυξηθούν στο μέλλον, καθώς θα αρχίσουν να αποσύρονται τα μέτρα στήριξης. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, σε επιστολές της προς τις τράπεζες τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο[4], υπογράμμισε ότι προέχει οι τράπεζες να παρέχουν εγκαίρως κατάλληλες λύσεις σε βιώσιμους οφειλέτες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, ώστε να συγκρατηθεί η συσσώρευση προβληματικών στοιχείων ενεργητικού στους ισολογισμούς των τραπεζών και να αποφευχθεί κατά το δυνατόν η απότομη άνοδός τους μετά την απόσυρση των μέτρων (cliff effects). Για τον σκοπό αυτό, οι τράπεζες πρέπει να διασφαλίσουν επαρκή αξιολόγηση, ταξινόμηση και επιμέτρηση των κινδύνων στους ισολογισμούς τους. Οφείλουν να διαθέτουν αποτελεσματικές πρακτικές διαχείρισης κινδύνων ώστε να προσδιορίζουν, να αξιολογούν και να εφαρμόζουν λύσεις, οι οποίες στηρίζουν με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο αυτούς τους οφειλέτες, προστατεύοντας παράλληλα τις τράπεζες από τυχόν αρνητικές επιδράσεις λόγω πιστωτικού κινδύνου. Πέραν αυτού, οι τράπεζες πρέπει να συνεχίσουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά το απόθεμα ΜΕΔ που είχε συσσωρευθεί προτού εκδηλωθεί η πανδημία.

Διάγραμμα 6

Εξέλιξη των ΜΕΔ για τα ΣΙ (σύνολο δανείων)

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Διάγραμμα 7

Δάνεια που υπάγονται στα μέτρα στήριξης ως ποσοστό του συνόλου των δανείων

Πηγή: ΕΚΤ.

Οι λειτουργικοί κίνδυνοι έχουν αυξηθεί από την αρχή της πανδημίας. Εντούτοις, οι εποπτευόμενες τράπεζες δεν κατέγραψαν σημαντικά συμβάντα λειτουργικού κινδύνου ή κινδύνου πληροφοριακών συστημάτων το 2020.

Οι λειτουργικοί κίνδυνοι έχουν αυξηθεί από το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19, αντικατοπτρίζοντας τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στα μοντέλα λειτουργίας των τραπεζών και την πρόσθετη πολυπλοκότητα λόγω της εφαρμογής των δημόσιων προγραμμάτων στήριξης. Παρ’ όλα αυτά, οι εποπτευόμενες τράπεζες δεν κατέγραψαν σημαντικά συμβάντα λειτουργικού κινδύνου ή κινδύνου πληροφοριακών συστημάτων το 2020. Παρόλο που οι αυξημένες απόπειρες κυβερνοεπιθέσεων, ιδίως με τη μορφή άρνησης υπηρεσιών (distributed denial of service - DDoS) και μέσω παραπλανητικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (phishing) σε πελάτες τραπεζών, αυξήθηκαν καθώς διευκολύνθηκαν από την πανδημία, είχαν πολύ περιορισμένο αντίκτυπο στη διαθεσιμότητα των συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT) και στην έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν.[5] Κατά τα αρχικά στάδια της πανδημίας, τα ΣΙ ενεργοποίησαν τα σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας, αυξάνοντας σημαντικά το ποσοστό των εργαζομένων σε καθεστώς τηλεργασίας (Διάγραμμα 8). Στη διάρκεια του καλοκαιριού, τα ΣΙ άρχισαν να κινούνται προς μια “νέα κανονικότητα” όσον αφορά τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, μεταξύ άλλων με σταδιακή επιστροφή των εργαζομένων στα γραφεία τους. Ωστόσο, η νέα άνοδος του ποσοστού των κρουσμάτων που ξεκίνησε το φθινόπωρο αντέστρεψε αυτή την τάση και σε πολλές τράπεζες η τηλεργασία έγινε και πάλι η προτιμώμενη ή υποχρεωτική λύση.

Διάγραμμα 8

Εργασία εξ αποστάσεως στα ΣΙ

(ποσοστό εργατικού δυναµικού που εργάζεται εξ αποστάσεως)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Χρησιμοποιήθηκε ομοιογενές δείγμα ΣΙ που υπέβαλαν συνολικά στοιχεία δεδομένων για την εξεταζόμενη περίοδο.

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διενήργησε ανάλυση ευπαθειών (VA) σε 86 ΣΙ, προκειμένου να εκτιμηθούν οι πιθανές επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης στον τραπεζικό τομέα της ζώνης του ευρώ. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στις 28 Ιουλίου 2020.[6] Ομοίως αξιολογήθηκε η ευπάθεια του τομέα των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ) στον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας από τυχόν επιδείνωση της μακροοικονομικής κατάστασης.[7]

Τα αποτελέσματα αυτής της άσκησης έδειξαν ότι ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ είναι σε γενικές γραμμές σε θέση να αντέξει τη διαταραχή που προκάλεσε η πανδημία. Ωστόσο εξακολουθεί να επικρατεί σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσον θα επιδεινωθεί η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού μόλις αρθούν τα μέτρα αναστολής πληρωμών, ιδίως στους τομείς της οικονομίας που πλήττονται περισσότερο. Η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού αντανακλάται στις διαφορετικές πολιτικές σχηματισμού προβλέψεων που υιοθέτησαν οι τράπεζες και εξακολουθεί να εμπνέει ανησυχία από πλευράς εποπτείας.

Η ανάλυση ευπαθειών εξέτασε δύο σενάρια εξέλιξης της πανδημίας και των επιπτώσεών της, τα οποία σε μεγάλο βαθμό περιλάμβαναν τις επιδράσεις των νομισματικών, εποπτικών και δημοσιονομικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης. Με βάση το κεντρικό σενάριο – που είναι και το πιθανότερο να υλοποιηθεί σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του Ευρωσυστήματος – ο μέσος δείκτης CET1 των ΣΙ μειώθηκε από 14,5% σε 12,6%, επιβεβαιώνοντας ότι οι τράπεζες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία είναι σήμερα επαρκώς κεφαλαιοποιημένες ώστε να αντέξουν μια βραχυχρόνια βαθιά ύφεση. Τα υφιστάμενα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας θα επέτρεπαν γενικά στον τραπεζικό τομέα να αντεπεξέλθει και στις επιπτώσεις του δυσμενούς σεναρίου, το οποίο υποθέτει βαθύτερη ύφεση και βραδύτερη οικονομική ανάκαμψη, με αποτέλεσμα ο μέσος δείκτης CET1 των τραπεζών να μειώνεται από 14,5% σε 8,8%. Εντούτοις, σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, ορισμένες τράπεζες θα χρειαζόταν να προβούν σε ενέργειες προκειμένου να εξακολουθήσουν να πληρούν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Τα αποτελέσματα σύμφωνα και με τα δύο σενάρια επιβεβαίωσαν ότι οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ εισήλθαν στην πανδημική κρίση με σημαντικά υψηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και σαφώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε απρόβλεπτες χρηματοοικονομικές πιέσεις από ό,τι στην αρχή της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης ευπαθειών λήφθηκαν υπόψη ως ποιοτικό στοιχείο στην Εποπτική Διαδικασία Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ – SREP), βοηθώντας τις εποπτικές αρχές να ελέγξουν τις προβλέψεις των τραπεζών για την κεφαλαιακή τους επάρκεια, να διασφαλίσουν πιο ομοιόμορφη αξιολόγηση κινδύνων και να προωθήσουν συντηρητικές πολιτικές σχηματισμού προβλέψεων.[8]

Διάγραμμα 9

Εκτιμήσεις του μεταβατικού δείκτη CET1 το 2022 σύμφωνα με τα δύο σενάρια

(ποσοστά)

Πηγή: COVID-19 Vulnerability Analysis Results Overview.

1.1.2 Γενικές επιδόσεις των τραπεζών της ζώνης του ευρώ

Η πανδημία είχε αρνητικές επιπτώσεις στην κερδοφορία των ΣΙ το 2020, κυρίως λόγω της μεγάλης αύξησης των ζημιών απομείωσης και των προβλέψεων

Το 2020 η κερδοφορία των ΣΙ της ζώνης του ευρώ μειώθηκε σημαντικά λόγω της πανδημίας COVID-19, με τη συνολική αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων (ανηγμένη σε ετήσια βάση) να διαμορφώνεται κάτω από το κόστος μετοχικού κεφαλαίου που δηλώνουν οι ίδιες οι τράπεζες και να υποχωρεί σε 2,1% τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2020[9], από 5,2% στο τέλος του 2019 (Διάγραμμα 10). Η μείωση της κερδοφορίας αποτυπώνεται επίσης στην περαιτέρω πτώση του δείκτη τιμής μετοχής προς λογιστική αξία, ο οποίος διαμορφώθηκε σε νέα χαμηλή διάμεση τιμή 0,3 τον Απρίλιο του 2020, καθιστώντας δύσκολη την προσφυγή των ΣΙ στις αγορές μετοχών χωρίς σημαντική απίσχναση (dilution) των υφιστάμενων μετόχων.

Διάγραμμα 10

Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων των ΣΙ ανά πηγή εσόδων/εξόδων

(ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων)

Πηγή: SSM Supervisory Statistics για μη ισορροπημένο δείγμα (unbalanced sample) από το σύνολο των ΣΙ.

Η αύξηση των προβλέψεων έναντι ζημιών απομείωσης προερχόμενων από την επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος ήταν ο κύριος παράγοντας που συνέβαλε στη μείωση της κερδοφορίας. Δεν συνοδεύθηκε ωστόσο από άνοδο των ΜΕΔ, αλλά αποτύπωνε τον αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο που διέπει πολλά ανοίγματα. Οι σημαντικές έκτακτες προβλέψεις για την κάλυψη ζημιών απομείωσης της υπεραξίας και οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις σε ορισμένα ΣΙ επέτειναν τη μείωση της συνολικής κερδοφορίας.

Διάγραμμα 11

Λόγοι εξόδων προς έσοδα των ΣΙ και συνιστώσες υπό μορφή δείκτη

(ποσοστά)

Πηγή: SSM Supervisory Statistics για το μη ισορροπημένο δείγμα (unbalanced sample) από το σύνολο των ΣΙ.

Το 2020 ο λόγος εξόδων προς έσοδα των τραπεζών παρέμεινε αμετάβλητος σε σχέση με το υψηλό επίπεδο των προηγούμενων ετών (Διάγραμμα 11). Οι μειώσεις στην πλευρά των εσόδων αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την υποχώρηση των εξόδων, έτσι τα λειτουργικά έσοδα πριν από απομειώσεις, προβλέψεις και φόρους παρέμειναν μάλλον σταθερά. Θετικό στοιχείο ήταν ότι η κρίση ώθησε τις τράπεζες να επιταχύνουν τις διαδικασίες ψηφιακού μετασχηματισμού, εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη διάρθρωση του κόστους μεσοπρόθεσμα.

Για να διατηρήσουν την επιχειρησιακή συνέχεια και την ανταγωνιστικότητα εν όψει των εξελίξεων λόγω πανδημίας, τα ΣΙ ανέπτυξαν περαιτέρω τους ψηφιακούς διαύλους εξυπηρέτησης των πελατών τους και διεύρυναν το φάσμα των υπηρεσιών που παρέχουν μέσω αυτών, προσφέροντας υπηρεσίες συμβουλευτικής μέσω διαδικτύου και επεκτείνοντας τις ανέπαφες πληρωμές. Αυτή η ισχυρή ώθηση που δέχθηκε ο ψηφιακός μετασχηματισμός, ανταποκρινόμενος στη ζήτηση από πλευράς πελατών, διευκόλυνε τη μείωση του κόστους. Περικοπές κόστους προήλθαν επίσης από το κλείσιμο υποκαταστημάτων, τη μείωση της δαπάνης για υπηρεσιακά ταξίδια και άλλους προσωρινούς παράγοντες. Παρά την αυξημένη πιστοδοτική δραστηριότητα και τα ιστορικώς χαμηλά επιτόκια που προσφέρουν οι πρόσφατες στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO), τα καθαρά έσοδα από τόκους των ΣΙ μειώθηκαν περαιτέρω το 2020. Επίσης μειώθηκαν τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες για τις περισσότερες δραστηριότητες που αποφέρουν έσοδα αυτού του είδους.

Η κερδοφορία των ΛΣΙ το 2020 επίσης επηρεάστηκε αρνητικά από το αυξημένο επίπεδο των απομειώσεων

Όπως και για τα ΣΙ, η κερδοφορία των ΛΣΙ υποχώρησε το 2020, κυρίως λόγω των αυξημένων απομειώσεων και προβλέψεων μετά την επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών. Ο μέσος δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων των ΛΣΙ τον Ιούνιο του 2020 διαμορφώθηκε σε 3,5%, μειωμένος έναντι 5,1% στο τέλος του 2019. Τα έσοδα από τόκους, που αποτελούν τη μεγαλύτερη συνιστώσα των εσόδων για τα ΛΣΙ, παρέμειναν σχετικά σταθερά το πρώτο εξάμηνο του 2020 σε σχέση με το προηγούμενο έτος (Διάγραμμα 12). Εντούτοις, τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν ελαφρά, λόγω της αύξησης των εξόδων για τόκους. Τέλος, το κόστος επισφαλειών για τα ΛΣΙ, μετρούμενο ως ο λόγος των απομειώσεων των χρηματοοικονομικών στοιχείων προς τα κέρδη προ προβλέψεων, αυξήθηκε έντονα από 12,4% στο τέλος του 2019 σε 22,4% τον Ιούνιο του 2020.

Διάγραμμα 12

Εξέλιξη των εσόδων από τόκους, των εξόδων για τόκους και των καθαρών εσόδων από τόκους των ΛΣΙ

(δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ECB supervisory banking statistics.
Σημειώσεις: Το διάγραμμα βασίζεται σε μεταβαλλόμενο δείγμα ΛΣΙ. Τα στοιχεία β΄ τριμήνου του 2020 έχουν αναχθεί σε ετήσια βάση με τη μέθοδο του αθροίσματος των τεσσάρων πιο πρόσφατων τριμήνων (trailing method).

Από την πλευρά των εξόδων, τα ΛΣΙ συνέχισαν τις προσπάθειές τους να περιορίσουν τις συνολικές δαπάνες κυρίως ελαχιστοποιώντας τις διοικητικές δαπάνες (Διάγραμμα 13). Ο λόγος εξόδων προς έσοδα των ΛΣΙ στο τέλος Ιουνίου 2020 ήταν 72%, ελαφρώς υψηλότερος από ό,τι στο τέλος του 2019 (70%). Ο ακαθάριστος δείκτης ΜΕΔ του τομέα των ΛΣΙ αυξήθηκε ελαφρώς σε 2,1% το β΄ τρίμηνο του 2020, καταγράφοντας άνοδο κατά 20 μονάδες βάσης από τον Δεκέμβριο του 2019.

Διάγραμμα 13

Επισκόπηση των εξόδων των ΛΣΙ

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ECB supervisory banking statistics.
Σημειώσεις: Το διάγραμμα βασίζεται σε μεταβαλλόμενο δείγμα ΛΣΙ. Τα στοιχεία β΄ τριμήνου του 2020 έχουν αναχθεί σε ετήσια βάση με τη μέθοδο του αθροίσματος των τεσσάρων πιο πρόσφατων τριμήνων (trailing method).

1.1.3 Κυριότεροι κίνδυνοι για τον τραπεζικό τομέα

Σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ), η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εντοπίζει κάθε χρόνο τους βασικούς κινδύνους για τις τράπεζες σε βραχυμεσοπρόθεσμο ορίζοντα (δύο έως τριών ετών). Η άσκηση που πραγματοποιήθηκε το 2019 εντόπισε αρχικά τους ακόλουθους βασικούς κινδύνους για τα έτη 2020 και εξής: (α) τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών, (β) το κυβερνοέγκλημα και τις αδυναμίες των πληροφοριακών συστημάτων και (γ) την επανεμφάνιση οικονομικών και πολιτικών προκλήσεων, καθώς και προκλήσεων για τη βιωσιμότητα του χρέους στη ζώνη του ευρώ. Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι ο κίνδυνος εκτέλεσης των στρατηγικών για τα ΜΕΔ των τραπεζών, η πλημμελής διαγωγή, το ξέπλυμα χρήματος και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, το Brexit και η κλιματική αλλαγή.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της κερδοφορίας των τραπεζών οξύνθηκαν λόγω της ύφεσης που προκάλεσε η πανδημία το 2020

Η πανδημία COVID-19 υποχρέωσε την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ να εστιάσει σε πιο επιτακτικές ανάγκες που οφείλονται στην κρίση και να λάβει έκτακτα μέτρα για να ενισχύσει την ικανότητα των τραπεζών να λειτουργούν στο νέο περιβάλλον.[10] Ωστόσο, πέραν των άμεσων επιβαρύνσεων που δημιούργησαν οι εξαιρετικά αβέβαιες οικονομικές προοπτικές, η πανδημική κρίση τελικώς επέτεινε τους παράγοντες κινδύνου που είχαν εντοπιστεί, πριν από την πανδημία, ως οι σοβαρότεροι για τον τραπεζικό τομέα της ζώνης του ευρώ.

Η χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών της ζώνης του ευρώ και η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας τους είχαν ήδη αναγνωριστεί ως πηγές ανησυχίας από πλευράς εποπτείας τα προηγούμενα έτη, κυρίως λόγω της δύσκαμπτης διάρθρωσης του κόστους σε πολλά ΣΙ και γενικότερων δυσκολιών για τη δημιουργία επαρκούς περιθωρίου κέρδους, που αποδίδονται στην παρατεταμένη διάρκεια του περιβάλλοντος χαμηλών επιτοκίων και στο πλεονάζον δυναμικό που χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Η οικονομική ύφεση που προκάλεσε η πανδημία COVID-19 άσκησε περαιτέρω πιέσεις στην κερδοφορία των τραπεζών, λόγω της αύξησης των απομειώσεων και των προβλέψεων, καθιστώντας έτσι επιτακτικότερη την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες και να επιταχυνθεί η διαδικασία θωράκισης των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών ώστε να ανταπεξέλθουν στις μελλοντικές προκλήσεις.

Η επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού στους ισολογισμούς των τραπεζών δημιουργεί προβληματισμό στη διάρκεια της πανδημικής κρίσης

Το επίμονα υψηλό επίπεδο των ΜΕΔ συνολικά στη ζώνη του ευρώ στο τέλος του 2019 ήταν επίσης μια πηγή ανησυχίας από πλευράς εποπτείας το 2020. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η πανδημική κρίση αύξησε τον κίνδυνο περαιτέρω συσσώρευσης ΜΕΔ στο μέλλον, αντανακλώντας τον δυσμενή αντίκτυπο της πανδημίας στη φερεγγυότητα των δανειοληπτών.

Στο ξεκίνημα της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας η ΕΚΤ είχε διαπιστώσει την ανάγκη βελτίωσης των πλαισίων διακυβέρνησης των τραπεζών της ζώνης του ευρώ και το ζήτημα παρέμενε επίκαιρο στο τέλος του 2019. Μεταξύ των τομέων όπου εντοπίστηκαν αδυναμίες και συνεπώς επικεντρώθηκε το εποπτικό έργο ήταν η λειτουργία των διοικητικών συμβουλίων των τραπεζών και τα οργανωτικά τους πλαίσια, οι λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου, η ικανότητα κατάρτισης συγκεντρωτικών στοιχείων και η ποιότητα των δεδομένων τους.

Η πανδημική κρίση επέτεινε τις αδυναμίες σε αρκετούς τομείς διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν εντοπιστεί πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας

Η πανδημική κρίση ανέδειξε περαιτέρω αυτές τις αδυναμίες, δηλαδή: (α) αδυναμίες στη συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά δεδομένων, οι οποίες δυνητικά δυσχεραίνουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των τραπεζών, (β) χαμηλός βαθμός συμμετοχής του διοικητικού οργάνου υπό την εποπτική λειτουργία του στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων στους τομείς που έχουν πληγεί σημαντικά από την κρίση, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κεφαλαιακός προγραμματισμός και ανεπαρκής έλεγχος αυτών των αποφάσεων, (γ) ανεπαρκής προνοητικότητα των λειτουργιών εσωτερικού ελέγχου, ιδίως της διαχείρισης κινδύνων και κανονιστικής συμμόρφωσης, κατά την αντιμετώπιση της κρίσης, καθώς ορισμένες τράπεζες παραμένουν υποστελεχωμένες και δεν διαθέτουν επαρκή εργαλεία πληροφορικής και διαδικασίες εντοπισμού, επιμέτρησης και παρακολούθησης των κινδύνων.

Η αναταραχή στην αγορά που καταγράφηκε το α΄ τρίμηνο του έτους ανέδειξε τους κινδύνους αγοράς στους οποίους είναι πιο ευάλωτες οι τράπεζες και των οποίων είναι δύσκολη η ποσοτικοποίηση και διαχείριση, ιδίως σε περιόδους υψηλής μεταβλητότητας. Οι ζημίες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών οφείλονταν σε πολλές περιπτώσεις σε προς τα κάτω αναπροσαρμογή της αξίας θέσεων σε παράγωγα, ιδίως προσαρμογές πιστωτικής αποτίμησης και της αποτίμησης κόστους χρηματοδότησης (funding valuation) και στην αύξηση του κινδύνου βάσης που ενσωματώνουν οι συναλλαγές αρμπιτράζ, π.χ. αρμπιτράζ μετοχών. Επίσης, η πτώση των τιμών των μετοχών και η διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων είχαν ουσιώδη αντίκτυπο στα μέσα που περιλαμβάνονται στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο και αποτιμώνται στην εύλογη αξία, ενώ τα χαμηλά επιτόκια είχαν αρνητική επίδραση όχι μόνο στην κερδοφορία από παραδοσιακές εργασίες, αλλά και στον ποσοτικό προσδιορισμό των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων.

Πλαίσιο 1
Μέτρα που έλαβε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19

Από τις 12 Μαρτίου η ΕΚΤ έχει υιοθετήσει σειρά εποπτικών και λειτουργικών ελαφρύνσεων για να στηρίξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι τράπεζες συνεχίζουν να διαδραματίζουν τον ρόλο τους στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Από την έναρξη της πανδημίας COVID-19 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ υιοθέτησε μια ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων με στόχο την παροχή προσωρινών κεφαλαιακών και λειτουργικών διευκολύνσεων στις τράπεζες των συμμετεχουσών χωρών. Στις 12 Μαρτίου αποφάσισε να επιτρέψει στις τράπεζες να λειτουργούν προσωρινά κάτω από τα όρια της κεφαλαιακής κατεύθυνσης του Πυλώνα 2 (Pillar 2 guidance – P2G) και των συνδυασμένων απαιτήσεων κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας, καθώς και από το επίπεδο ρευστότητας που ορίζει ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR). Αυτά τα προσωρινά μέτρα συμπληρώθηκαν με κατάλληλη χαλάρωση του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB) από τις εθνικές μακροπροληπτικές αρχές. Επίσης, δόθηκε στις τράπεζες η δυνατότητα να χρησιμοποιούν κεφαλαιακά μέσα εκτός των κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1), π.χ. επιπρόσθετα κεφαλαιακά μέσα που υπάγονται στην κατηγορία 1 (Additional Tier 1 – AT1) ή μέσα που υπάγονται στην κατηγορία 2 (T2), προκειμένου να καλύψουν μέρος των απαιτήσεων του Πυλώνα 2 (P2R). Έτσι επισπεύσθηκε η εφαρμογή του μέτρου της αλλαγής στη σύνθεση του κεφαλαίου των τραπεζών βάσει P2R, η οποία είχε αρχικά προγραμματιστεί για τον Ιανουάριο του 2021 στο πλαίσιο της τελευταίας αναθεώρησης της Οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRD V). Επιπλέον, η ΕΚΤ ενημέρωσε τις τράπεζες για τα μέτρα που μπορούν να λάβουν ώστε να αυξήσουν τη λειτουργική ευελιξία τους στην εφαρμογή εποπτικών μέτρων για κάθε επιμέρους τράπεζα. Η ΕΚΤ παρείχε επίσης πλήρη στήριξη στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) να αναβάλει τη διενέργεια της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κατά ένα έτος και επέκτεινε την αναβολή σε όλες τις τράπεζες που θα συμμετείχαν στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2020.

Για να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες στην τραπεζική ένωση εξακολουθούν να διαδραματίζουν τον ρόλο τους στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων εν μέσω της πανδημικής διαταραχής, στις 20 και στις 27 Μαρτίου η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρείχε περαιτέρω λεπτομέρειες για την εφαρμογή των μέτρων που ανακοινώθηκαν στις 12 Μαρτίου και ανακοίνωσε πρόσθετα μέτρα, όπως μεγαλύτερη ευελιξία στην εποπτική μεταχείριση των δανείων που καλύπτονται από κρατικά μέτρα στήριξης και οδηγίες προς τις τράπεζες για το πώς θα αποφύγουν τις υπέρμετρες προκυκλικές επιδράσεις κατά την εφαρμογή των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΠ 9. Με την αυξημένη ευελιξία, η ΕΚΤ επιδίωξε να εξισορροπήσει αφενός την ανάγκη να βοηθηθούν οι τράπεζες ώστε να απορροφήσουν τις επιπτώσεις της τρέχουσας ύφεσης και αφετέρου την ανάγκη διατήρησης ορθών πρακτικών αναγνώρισης των κινδύνων και κινήτρων διαχείρισης αυτών, καθώς και να εξασφαλίσει ότι εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο διατηρήσιμες λύσεις για τους βιώσιμους οφειλέτες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες.

Μετά τα πρωτοφανή επίπεδα μεταβλητότητας που κατέγραψαν οι χρηματοπιστωτικές αγορές, στις 16 Απριλίου η ΕΚΤ παρείχε διευκρινίσεις στις τράπεζες για το πώς μπορούν να αποφύγουν μια ανεπιθύμητη αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αγοράς, προσαρμόζοντας προσωρινά την εποπτική συνιστώσα των εν λόγω απαιτήσεων. Εκτός από την εξομάλυνση της προκυκλικότητας, στόχος αυτού του μέτρου ήταν να παραμείνουν ικανές οι τράπεζες να προσφέρουν ρευστότητα στις αγορές και να συνεχίσουν τις δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης. Η τροποποίηση του Κανονισμού για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις [11] (CRR II “quick fix”) που δημοσιεύθηκε στις 26 Ιουνίου 2020 παρέχει, μεταξύ άλλων, πρόσθετη ευελιξία στις αρμόδιες αρχές ώστε να αντιμετωπίσουν την ακραία μεταβλητότητα της αγοράς στη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, δίνοντας στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να επιτρέψει στις τράπεζες την εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων υπέρβασης των εσωτερικών υποδειγμάτων για τον κίνδυνο αγοράς για την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2020-31 Δεκεμβρίου 2021, εφόσον η υπέρβαση δεν οφείλεται σε αδυναμίες των εσωτερικών υποδειγμάτων.

Για να διευκολύνει την εφαρμογή νομισματικών πολιτικών σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο Κανονισμός CRR II “quick fix” προέβλεψε επίσης ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια να επιτρέπουν προσωρινά την εξαίρεση ορισμένων ανοιγμάτων έναντι της κεντρικής τράπεζας από τον υπολογισμό του δείκτη μόχλευσης για το σύνολο των ανοιγμάτων, ύστερα από διαβούλευση με την αντίστοιχη κεντρική τράπεζα. Στις 17 Σεπτεμβρίου η ΕΚΤ άσκησε αυτή τη διακριτική ευχέρεια και ανακοίνωσε ότι οι τράπεζες υπό την άμεση εποπτεία της δύνανται να εξαιρούν ορισμένα ανοίγματα έναντι της κεντρικής τράπεζας από τον υπολογισμό του δείκτη μόχλευσης για το σύνολο των ανοιγμάτων μέχρι τις 27 Ιουνίου 2021. Η απόφαση αυτή ελήφθη σε συνέχεια της διαπίστωσης του Διοικητικού Συμβουλίου ότι συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις λόγω της πανδημίας COVID-19.

Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 2020 η ΕΚΤ συνέχισε να ενθαρρύνει τις τράπεζες να χρησιμοποιούν τα αποθέματα ασφαλείας κεφαλαίου και ρευστότητας για σκοπούς παροχής δανείων και απορρόφησης ζημιών. Στην ανακοίνωση του Ιουλίου η ΕΚΤ υπογράμμισε ότι δεν θα ζητηθεί από τις τράπεζες να αρχίσουν να αναπληρώνουν τα αποθέματα ασφαλείας κεφαλαίου προτού εκδηλωθεί πλήρως η μείωση κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ δεσμεύθηκε ότι θα επιτρέψει στις τράπεζες να λειτουργούν κάτω από το όριο της κεφαλαιακής κατεύθυνσης του Πυλώνα 2 (P2G) και των συνδυασμένων απαιτήσεων κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας τουλάχιστον έως το τέλος του 2022 και κάτω από το επίπεδο που ορίζει ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2021, χωρίς την αυτόματη ενεργοποίηση εποπτικών ενεργειών. Διευκρίνισε ότι το ακριβές χρονοδιάγραμμα θα αποφασιστεί μετά την πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2021 και, όπως συμβαίνει σε κάθε κύκλο εποπτείας, θα εφαρμοστεί κατά περίπτωση, αναλόγως με την κατάσταση κάθε τράπεζας.

Καθώς ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ είχε επιδείξει ικανοποιητική λειτουργική ανθεκτικότητα την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού 2020, τον Ιούλιο του 2020 η ΕΚΤ αποφάσισε να μην παρατείνει την ισχύ των μέτρων λειτουργικής ελάφρυνσης διάρκειας έξι μηνών που παρείχε στις τράπεζες τον Μάρτιο του 2020, με εξαίρεση την υποβολή των στρατηγικών μείωσης των ΜΕΔ για τις τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ. Ωστόσο, κάλεσε τις εν λόγω τράπεζες να συνεχίσουν την αποτελεσματική διαχείριση των ΜΕΔ τους. Επίσης, η ΕΚΤ άρχισε ξανά να παρακολουθεί τις διαρθρωτικές ενέργειες που αναλαμβάνουν οι τράπεζες κατόπιν παλαιότερων αποφάσεων ΕΔΕΑ, επιτόπιων επιθεωρήσεων και διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων. Επιπλέον, η ΕΚΤ ξεκίνησε εκ νέου την έκδοση αποφάσεων σε συνέχεια της στοχευμένης αξιολόγησης εσωτερικών υποδειγμάτων (TRIM), επιστολών για περαιτέρω ενέργειες μετά από επιτόπιες επιθεωρήσεις και αποφάσεων για εσωτερικά υποδείγματα και έστειλε επιστολές στις τράπεζες, γνωστοποιώντας ότι προσδοκά να διαθέτουν αποτελεσματικές πρακτικές διαχείρισης και επαρκή λειτουργική ικανότητα για να διαχειριστούν την αναμενόμενη άνοδο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων[12].

Στο τέλος του 2020 η ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί προσεκτικά την πανδημική κρίση και τις επιπτώσεις της στον τραπεζικό τομέα, σε στενή επαφή με άλλες αρχές και με τις εποπτευόμενες τράπεζες, και παραμένει σε ετοιμότητα να χρησιμοποιήσει την ευελιξία που παρέχουν τα εποπτικά εργαλεία της ώστε να αναλάβει περαιτέρω δράση όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Συστάσεις για τη διανομή μερισμάτων

Παράλληλα με τα μέτρα κεφαλαιακής ελάφρυνσης του Μαρτίου, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έλαβε μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες διατηρούν επαρκή κεφάλαια εν όψει της μεγάλης αβεβαιότητας που προκάλεσε η πανδημία COVID-19. Στις 27 Μαρτίου η ΕΚΤ εξέδωσε σύσταση προς τις τράπεζες σχετικά με τη διανομή μερισμάτων. Για να ενισχυθεί η ικανότητα των τραπεζών να απορροφούν ζημίες και να στηριχθεί η χορήγηση δανείων προς τα νοικοκυριά και τις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, συστήθηκε στις τράπεζες να μην καταβάλουν μερίσματα για τα οικονομικά έτη 2019 και 2020 τουλάχιστον έως την 1η Οκτωβρίου 2020 και να αποφύγουν την επαναγορά ιδίων μετοχών προς όφελος των μετόχων. Σκοπός ήταν να αυξηθεί η ικανότητα των τραπεζών να χορηγήσουν δάνεια ή να απορροφήσουν ζημίες σε μια συγκυρία κατά την οποία αυτό ήταν απολύτως αναγκαίο.

Στις 28 Ιουλίου η ΕΚΤ παρέτεινε την ισχύ της Σύστασης σχετικά με τη διανομή μερισμάτων έως την 1η Ιανουαρίου 2021, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για προσωρινά και έκτακτα μέτρα με στόχο τη διατήρηση της ικανότητας των τραπεζών να απορροφήσουν ζημίες και να στηρίξουν την οικονομία σε ένα περιβάλλον εξαιρετικής αβεβαιότητας. Όπως έδειξε η ανάλυση ευπαθειών, το επίπεδο των κεφαλαίων στο σύστημα θα μειωνόταν σημαντικά σε περίπτωση υλοποίησης ενός ακραία δυσμενούς σεναρίου. Η ΕΚΤ εξέδωσε επίσης επιστολή ζητώντας από τις τράπεζες να είναι ιδιαιτέρως συγκρατημένες σε σχέση με την πληρωμή του μεταβλητού τμήματος των αμοιβών των στελεχών τους, π.χ. να περιορίσουν το συνολικό ποσό της μεταβλητής συνιστώσας της αμοιβής. Εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν, συνιστάται στις τράπεζες να αναστείλουν την καταβολή μεγάλου μέρους του μεταβλητού τμήματος της αμοιβής και να εξετάσουν το ενδεχόμενο καταβολής με τη μορφή τίτλων, π.χ. ίδιες μετοχές. Όπως συνήθως, η ΕΚΤ συνέχισε να αξιολογεί τις πολιτικές αμοιβών των τραπεζών στο πλαίσιο της ΕΔΕΑ, ιδίως τις επιπτώσεις αυτών των πολιτικών στην ικανότητα των τραπεζών να διατηρήσουν μια υγιή κεφαλαιακή βάση. Η προσέγγιση της ΕΚΤ για τις διανομές μερισμάτων και αμοιβών ευθυγραμμίζεται με τη σχετική Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ).

Άφθονα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας παρέμειναν διαθέσιμα από το γ΄ τρίμηνο του 2020, εν μέρει λόγω των ποικίλων μέτρων κεφαλαιακής ελάφρυνσης που έλαβαν η ΕΚΤ και οι αρχές μακροπροληπτικής εποπτείας. Το περιθώριο για τα συνολικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας αυξήθηκε από 2,8% σε 5,3% το γ΄ τρίμηνο του 2020. Στην αύξηση αυτή συνέβαλαν, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αξιοποίηση των μέσων του Πυλώνα 2 (P2G) κατά 1,1%, η εμπροσθοβαρής εφαρμογή για τις απαιτήσεις P2R κατά 0,5% και από 0,3% συνεισέφεραν οι περιορισμοί στη διανομή μερισμάτων, οι μεταβατικές ρυθμίσεις για το ΔΠΧΠ 9 και η κεφαλαιακή ελάφρυνση από τις αρχές μακροπροληπτικής εποπτείας.

Η ΕΚΤ επανεξέτασε τη στάση της ως προς τη διανομή μερισμάτων και αμοιβών το δ΄ τρίμηνο του 2020. Στις 15 Δεκεμβρίου 2020 εξέδωσε αναθεωρημένη Σύσταση, καλώντας τις τράπεζες να επιδείξουν άκρα σύνεση ως προς τη διανομή μερισμάτων και την επαναγορά μετοχών. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ ζήτησε από τις τράπεζες να εξετάσουν το ενδεχόμενο να μην διανείμουν μερίσματα σε μετρητά ή να μη διενεργήσουν επαναγορές μετοχών, ή να περιορίσουν αυτές τις διανομές έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2021. Με δεδομένη την επίμονη αβεβαιότητα ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19, η ΕΚΤ εκτιμά ότι οι διανομές μερισμάτων και οι επαναγορές μετοχών δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το 15% των συσσωρευμένων κερδών τους για το 2019-20 ή τις 20 μονάδες βάσης του δείκτη CET1, όποιο εκ των δύο είναι χαμηλότερο. Η ΕΚΤ γνωστοποίησε την προσδοκία της ότι μόνο οι κερδοφόρες τράπεζες με εύρωστη εξέλιξη της κεφαλαιακής επάρκειας θα εξετάσουν τη δυνατότητα διανομής μερισμάτων ή επαναγοράς μετοχών, καθώς και ότι οι εν λόγω τράπεζες θα πρέπει να επικοινωνήσουν με την οικεία μικτή εποπτική ομάδα (ΜΕΟ) και να συζητήσουν κατά πόσον είναι συνετό το ύψος της σκοπούμενης διανομής. Επίσης, η ΕΚΤ επανέλαβε τη θέση της σχετικά με το μεταβλητό τμήμα της αμοιβής σε άλλη μία επιστολή προς τις τράπεζες. Η σύσταση αντανακλούσε την αξιολόγηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και καταρτίστηκε σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ.


1.2 Εποπτικές προτεραιότητες και δραστηριότητες το 2020

1.2.1 Εποπτικές προτεραιότητες για το 2020 και η πραγματιστική προσέγγιση στην ΕΔΕΑ

Το 2020 το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19 ανάγκασε την ΕΚΤ να αναθεωρήσει τις εποπτικές προτεραιότητες, διαδικασίες και δραστηριότητές της, προκειμένου να ενισχύσει την ικανότητα των τραπεζών να εξυπηρετούν την οικονομία και, παράλληλα, να αντιμετωπίσουν τα λειτουργικά ζητήματα που προκάλεσε η πανδημία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ΜΕΟ επαναπροσδιόρισαν την προτεραιότητα των δραστηριοτήτων τους και έστρεψαν την προσοχή τους στην ικανότητα των τραπεζών να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Με αυτά τα δεδομένα, οι εποπτικές αρχές σε συνεργασία με τις τράπεζες συζήτησαν επιμέρους μέτρα όπως η προσαρμογή των χρονοδιαγραμμάτων, των διαδικασιών και των προθεσμιών για τις επιτόπιες επιθεωρήσεις και τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων. Επιπλέον, παρέτειναν τις προθεσμίες για ορισμένα μη κρίσιμα εποπτικά μέτρα και αιτήματα υποβολής ορισμένων στοιχείων.

Στο ίδιο πνεύμα, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ υιοθέτησε πραγματιστική προσέγγιση για τη διενέργεια της ετήσιας κύριας δραστηριότητάς της – της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) – σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ[13].

Το 2020 η πανδημία COVID-19 ανάγκασε την ΕΚΤ να αναθεωρήσει τις εποπτικές προτεραιότητες, διαδικασίες και δραστηριότητές της. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ υιοθέτησε πραγματιστική προσέγγιση για τη διενέργεια της ετήσιας κύριας δραστηριότητάς της, της ΕΔΕΑ.

Σύμφωνα με την πραγματιστική προσέγγιση στην ΕΔΕΑ, όπως αυτή διαμορφώθηκε το 2020, η ΕΚΤ εστίασε στην ικανότητα των τραπεζών να διαχειριστούν τις προκλήσεις και τους κινδύνους για το κεφάλαιο και τη ρευστότητα που προκύπτουν από τη συνεχιζόμενη πανδημική κρίση. Γενικά, η ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητες τις πρόσθετες εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις (P2R και P2G) και να μην επικαιροποιήσει τις βαθμολογίες βάσει της ΕΔΕΑ, εκτός εάν οι αλλαγές είναι επιβεβλημένες λόγω έκτακτων περιστάσεων οι οποίες επηρεάζουν μια μεμονωμένη τράπεζα. Επιπλέον, η ΕΚΤ αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους προβληματισμούς για εποπτικά θέματα με συστάσεις ποιοτικής φύσεως. Εξάλλου, τα αποτελέσματα της ανάλυσης ευπαθειών της ΕΚΤ χρησιμοποιήθηκαν από τις ΜΕΟ για να εντοπίσουν νέες ευπάθειες και να ελέγξουν τις χρηματοπιστωτικές και κεφαλαιακές προβλέψεις των τραπεζών και, στη συνέχεια, ενσωματώθηκαν στις αξιολογήσεις βάσει της ΕΔΕΑ.

Σε συνέχεια της προσπάθειας που έγινε το προηγούμενο έτος για αυξημένη διαφάνεια προς τις τράπεζες και τους επενδυτές με τη δημοσίευση (τον Ιανουάριο του 2020) των εποπτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων που προέκυψαν από την ΕΔΕΑ, τον Ιανουάριο του 2021 η ΕΚΤ δημοσίευσε τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της ΕΔΕΑ ανά επιχειρηματικό μοντέλο και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει του Πυλώνα 2 (P2R) ανά τράπεζα, μαζί με την αντίστοιχη σύνθεση των κεφαλαίων.[14] Σ’ αυτό το πλαίσιο, το 2020 οι απαιτήσεις και οι κατευθύνσεις για το συνολικό κεφάλαιο βάσει της ΕΔΕΑ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα συστημικά αποθέματα ασφαλείας και το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, διατηρήθηκαν σταθερές κατά μέσο όρο γύρω στο 14%, ενώ η απαίτηση για κεφάλαιο CET1 μειώθηκε από 10,6% το 2019 σε 9,6%, λόγω των νέων κριτηρίων ποιότητας των κεφαλαίων βάσει του Πυλώνα 2. Επίσης, δόθηκε στις τράπεζες η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν μέρος των κεφαλαίων πλην των κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) προκειμένου να καλύψουν τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2, επισπεύδοντας ένα μέτρο που ήταν προγραμματισμένο να τεθεί σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2021, στο πλαίσιο της πρόσφατης αναθεώρησης της Οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRD V). Πέραν των κεφαλαιακών απαιτήσεων και της παροχής κατευθύνσεων, το 2020 όλες οι τράπεζες δέχθηκαν συστάσεις ποιοτικού χαρακτήρα. Οι περισσότερες συστάσεις αφορούσαν την εσωτερική διακυβέρνηση (κυρίως τις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου, το διοικητικό όργανο και θέματα κατάρτισης παλαιών και νέων συγκεντρωτικών δεδομένων) και τον πιστωτικό κίνδυνο (κυρίως ως προς την κατηγοριοποίηση των δανείων, τον σχηματισμό προβλέψεων και τις συνέπειες από την τυχόν απότομη απόσυρση (cliff effects) των μέτρων στήριξης). Σε σύγκριση με τον προηγούμενο κύκλο της ΕΔΕΑ (το 2019), τα ευρήματα για θέματα πιστωτικού κινδύνου και επιχειρηματικών μοντέλων αυξήθηκαν σημαντικά, για θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης και κεφαλαίου παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερά, ενώ και το 2020 ο μεγαλύτερος αριθμός ευρημάτων αφορούσε την εσωτερική διακυβέρνηση.

1.2.2 Εργασίες σχετικά με τα κριτήρια έγκρισης πιστώσεων

Για να αξιολογήσει την ποιότητα των κριτηρίων έγκρισης πιστώσεων των τραπεζών, το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ξεκίνησε ένα ειδικό πρόγραμμα συλλογής δεδομένων για τα νέα δάνεια που χορήγησαν οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ την περίοδο 2016-2018. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν τον Ιούνιο του 2020.[15] Το έργο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ σχετικά με την έγκριση πιστώσεων λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις συνεχιζόμενες στρατηγικές προσπάθειες αντιμετώπισης των υφιστάμενων ΜΕΔ.

Η έκθεση για τα ΣΙ ανέδειξε ορισμένες αδυναμίες στις πρακτικές που ακολουθούν τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες όσον αφορά τη χορήγηση και τιμολόγηση νέων δανείων. Ειδικότερα, οι τράπεζες έχουν χαλαρώσει σταδιακά τα πιστοδοτικά τους κριτήρια για δάνεια προς νοικοκυριά. Επίσης, η ανάλυση διαπίστωσε ότι οι τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ τείνουν να είναι πιο συντηρητικές στη χορήγηση στεγαστικών δανείων από ό,τι άλλες τράπεζες, καθώς και ότι δεν έδωσαν όλες οι τράπεζες τη δέουσα προσοχή στην τιμολόγηση βάσει κινδύνου, έτσι ώστε να καλύπτονται, κατ’ ελάχιστον, οι αναμενόμενες ζημίες και δαπάνες. Δεν υπήρξαν ενδείξεις ότι οι τράπεζες που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις εφάρμοσαν και καλύτερη τιμολόγηση βάσει κινδύνου.

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θέσπισε ένα ειδικό πρόγραμμα συλλογής δεδομένων για τα νέα δάνεια που χορηγήθηκαν από τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Η έκθεση για τα ΣΙ ανέδειξε την αύξηση των τραπεζικών χορηγήσεων προς τα νοικοκυριά, εν μέρει λόγω της απότομης ανόδου των τιμών των κατοικιών, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται αντίστοιχη άνοδος του εισοδήματος των νοικοκυριών.

Οι τραπεζικές χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά αυξήθηκαν σημαντικά την περίοδο 2016-2018, εν μέρει λόγω της απότομης ανόδου των τιμών των κατοικιών, που όμως δεν συνοδεύθηκε από αντίστοιχη άνοδο του εισοδήματος των νοικοκυριών (Διάγραμμα 14). Κατά συνέπεια, επιδεινώθηκαν οι συναρτώμενοι με το εισόδημα βασικοί δείκτες κινδύνου (KRI) στο χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων καθώς και στο χαρτοφυλάκιο καταναλωτικής πίστης, ενώ τα περιθώρια διαμεσολάβησης μειώθηκαν.

Ωστόσο, τα νέα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) παρουσιάζουν ανάμικτη εικόνα. Οι βασικοί δείκτες κινδύνου (KRI) για το χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών δανείων βελτιώθηκαν (Διάγραμμα 15), παρόλο που η διάρθρωση των δανείων παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο και τα περιθώρια διαμεσολάβησης μειώθηκαν στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Οι ΜΕΟ ήδη διενεργούν ειδικές αξιολογήσεις σε συνέχεια αυτών των ευρημάτων στο πλαίσιο των καθημερινών εποπτικών εργασιών τους.

Διάγραμμα 14

Οικιστικά ακίνητα: αύξηση των δανείων και μακροοικονομικοί παράγοντες

(σύνθετος ετήσιος ρυθμός αύξησης την περίοδο 2016-2018, ποσοστά)

Πηγές: ECB Banking Supervision credit underwriting data collection 2019, Eurostat.
Σημειώσεις: Η Ελλάδα δεν υπέβαλε στοιχεία για τον δείκτη τιμών κατοικιών το 2018. Οι μέσοι όροι της ζώνης του ευρώ και ανά χώρα βασίζονται σε ισορροπημένα στοιχεία.

Παράλληλα με την παραπάνω ανάλυση για τα ΣΙ, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, σε στενή συνεργασία με τις ΕΑΑ, διενήργησε οριζόντια ανάλυση σε επίπεδο ΕΕΜ όσον αφορά τις πρακτικές χορήγησης δανείων των μικρότερων τραπεζών με βάση ένα δείγμα ΛΣΙ. Η συλλογή δεδομένων από ΛΣΙ έλαβε υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα περισσότερα ΛΣΙ του δείγματος αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα διαθεσιμότητας δεδομένων για τους δείκτες πιστωτικού κινδύνου. Τα ΛΣΙ κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερη αύξηση δανείων από ό,τι τα ΣΙ, καθώς και σημαντική άνοδο της δανειακής επιβάρυνσης των δανειοληπτών τους. Ο έντονος ανταγωνισμός στην αγορά άσκησε περαιτέρω πιέσεις στα επιτοκιακά περιθώρια των ΛΣΙ και τα ανάγκασε νε προσαρμόσουν τις επιχειρηματικές στρατηγικές τους και τις στρατηγικές διαχείρισης κινδύνων τους. Η τιμολόγηση δανείων των ΛΣΙ παρουσίασε μικρή συσχέτιση με τον υποκείμενο πιστωτικό κίνδυνο. Η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ θα αναλάβουν πρωτοβουλίες σε συνέχεια των ευρημάτων από την ανάλυση των κριτηρίων έγκρισης πιστοδοτήσεων για τα ΛΣΙ.

Διάγραμμα 15

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ): βελτίωση των βασικών δεικτών κινδύνου (KRI)

(σταθμισμένος ως προς τον NBV μέσος όρος TDER, λόγος D/E και ICR)

Πηγές: ECB Banking Supervision credit underwriting data collection 2019; European Commission Annual Report on European SMEs 2017/2018 and 2018/2019.
Σημειώσεις: NBV = όγκος νέων δανείων. TDER = λόγος συνολικού χρέους προς EBITDA (κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων). D/E = λόγος δανειακών υποχρεώσεων προς ίδια κεφάλαια. ICR = λόγος κάλυψης τόκων. Οι μέσοι όροι σταθμίζονται με το απόθεμα δανείων προς ΜΜΕ κάθε ιδρύματος ή με τον διαθέσιμο όγκο νέων δανείων και βασίζονται σε ισορροπημένα στοιχεία.

1.2.3 Εργασίες σχετικά με τα ΜΕΔ

Το απόθεμα ΜΕΔ στους ισολογισμούς των ΣΙ μειώθηκε κατά 50% περίπου την περίοδο 2014-2020

Ο όγκος των ΜΕΔ στους ισολογισμούς των ΣΙ μειώθηκε από περίπου 1 τρισεκ. ευρώ (δείκτης ΜΕΔ 8%) κατά την έναρξη της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας στο τέλος του 2014 σε 485 δισεκ. ευρώ (δείκτης ΜΕΔ 2,82%) στο τέλος Σεπτεμβρίου 2020, που αντιστοιχεί σε υποχώρηση περίπου 50% (Διάγραμμα 16). Αντίστοιχα για τα ΛΣΙ, ο δείκτης ΜΕΔ μειώνεται συνεχώς από το 2016, από 4,4% σε 2,1% τον Ιούνιο του 2020.

Διάγραμμα 16

Εξέλιξη των ΜΕΔ για τα ΣΙ

(αριστερή κλίμακα: ποσοστά, δεξιά κλίμακα: δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.

Το 2019 οι τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ[16] μείωσαν το απόθεμα ΜΕΔ τους κατά 23%, υπερβαίνοντας τους ετήσιους στόχους μείωσης.

Διάγραμμα 17

Προγραμματισμένη μείωση των ΜΕΔ στις τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ για ολόκληρο το 2019 σε σύγκριση με την πραγματοποιηθείσα

(οριζόντιος άξονας: πηγές αύξησης/μείωσης των ΜΕΔ, κάθετος άξονας: δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Δείγμα 30 ΣΙ.

Το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19 θέτει σημαντικές προκλήσεις για τις τράπεζες. Πρώτον, τα ΣΙ καλούνται να καταβάλουν πρόσθετες προσπάθειες ώστε να μειώσουν περαιτέρω το απόθεμα ΜΕΔ στους ισολογισμούς τους, παρόλο που αυτό παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό μέχρι τον Ιούνιο του 2020 και στη συνέχεια μειώθηκε από 503 δισεκ. ευρώ σε 485 δισεκ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο του 2020. Δεύτερον, οι δυσμενείς επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία αναμένεται να οδηγήσουν σε άνοδο των ΜΕΔ στο μέλλον. Σ’ αυτό το πλαίσιο, έχει μεγάλη σημασία τα ΣΙ να εξισορροπήσουν την ανάγκη αποφυγής υπερβολικής προκυκλικότητας με την ανάγκη να διασφαλίσουν ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν αντικατοπτρίζονται επαρκώς στους ισολογισμούς τους.

Ειδικότερα, υπάρχει κίνδυνος ξαφνικής επιδείνωσης (cliff effects) όταν θα αρχίσουν να αποσύρονται τα μέτρα στήριξης. Με αυτά τα δεδομένα, έχει μεγάλη σημασία οι τράπεζες να εντοπίσουν και να αποτυπώσουν σωστά τον πιστωτικό κίνδυνο στους ισολογισμούς τους και να διαθέτουν την απαραίτητη επιχειρησιακή ετοιμότητα ώστε να διαχειριστούν τυχόν αύξηση των καθυστερήσεων: τυχόν καθυστέρηση στην αναγνώριση και στην έμπρακτη αντιμετώπιση της επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού θα ενίσχυε τις προκυκλικές επιδράσεις και θα υπονόμευε την ικανότητα του τραπεζικού τομέα να στηρίξει την οικονομική ανάκαμψη.

Η έγκαιρη και βιώσιμη αναδιάρθρωση των δανείων μεγιστοποιεί την αξία ανάκτησης και αποτρέπει τη συσσώρευση ΜΕΔ. Τα υψηλά επίπεδα ΜΕΔ οδηγούν σε αύξηση του κόστους χρηματοδότησης και σε μείωση της ικανότητας δημιουργίας εσόδων, που επίσης υπονομεύουν την ικανότητα των τραπεζών να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη.

Η αναβολή της αναταξινόμησης των δανείων και του σχηματισμού επαρκών προβλέψεων μέχρι τη λήξη των μέτρων αναστολής πληρωμών θα οδηγούσε σε απότομη επιδείνωση, εντονότερη απομόχλευση και συνεπώς εντονότερη προκυκλικότητα. Η εικαζόμενη ανεπάρκεια των πολιτικών αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης των δανείων από πλευράς τραπεζών θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον τραπεζικό τομέα και θα προκαλούσε αύξηση του κόστους χρηματοδότησης. Η ισχυρή απομόχλευση και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών περιορίζουν τη δυνατότητά τους να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αντέδρασε στο ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19 με ευρύ φάσμα πρωτοβουλιών για τον πιστωτικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων επικοινωνιακών πρωτοβουλιών και διαύλων εξωτερικής επικοινωνίας.[17] Χωρίς να αποκλίνει από τις απαιτήσεις των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ σχετικά με τις νομοθετικές και μη νομοθετικές στάσεις πληρωμών δανείων[18], η ΕΚΤ παρείχε στις τράπεζες ευελιξία σε σχέση με την κατηγοριοποίηση ως υπό ρύθμιση και την αξιολόγηση ως επείγουσα αναδιάρθρωση για ανοίγματα σε καθεστώς αναστολής πληρωμών που πληρούν τα κριτήρια των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ.

Οι εποπτικές πρωτοβουλίες και οι ανακοινώσεις της ΕΚΤ έχουν στόχο να εξασφαλίσουν ότι τα ΣΙ διαθέτουν αποτελεσματικές πρακτικές διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου και κατάλληλη λειτουργική ικανότητα για την επαρκή αξιολόγηση, κατηγοριοποίηση και επιμέτρηση του πιστωτικού κινδύνου στους ισολογισμούς τους. Οι ενέργειες αυτές βοηθούν να μετριαστεί η επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, περιορίζοντας έτσι κατά το δυνατόν τις επιδράσεις από τυχόν απότομη χειροτέρευση (cliff effects). Οι ΜΕΟ συνεργάζονται ήδη με τα ΣΙ προκειμένου να παρακολουθήσουν την εφαρμογή αυτών των εποπτικών προσδοκιών για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Επιπλέον, η ΕΚΤ αποφάσισε να παρατείνει κατά 12 μήνες, μέχρι τον Μάρτιο του 2021, την προθεσμία εντός της οποίας οι τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ καλούνται να υποβάλουν τις στρατηγικές τους για τη μείωση των ΜΕΔ. Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διευκρίνισε ότι οι προσδοκίες για την κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο όσον αφορά το απόθεμα ΜΕΔ που είχε συσσωρευθεί πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας.

Με την ιδιότητα του φορέα επίβλεψης των ΛΣΙ, η ΕΚΤ συνέχισε να αξιολογεί, εκ μέρους των ΕΑΑ, την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ σχετικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων και υπό ρύθμιση ανοιγμάτων.[19] Επιπλέον, με την υποστήριξη των ΕΑΑ, η ΕΚΤ διενήργησε ανάλυση ευπαθειών πιστωτικού κινδύνου ώστε να κατανοήσει καλύτερα το δυνητικό αντίκτυπο της πανδημικής κρίσης στα ΛΣΙ, λαμβάνοντας υπόψη και τη συμβολή των εθνικών μέτρων στον περιορισμό των επιπτώσεων. Το 2021 οι δραστηριότητες σε συνέχεια των πορισμάτων αυτής της ανάλυσης θα αφορούν μεταξύ άλλων την αξιολόγηση των επιπτώσεων από την απόσυρση των εθνικών μέτρων στήριξης στο προφίλ πιστωτικού κινδύνου των ΛΣΙ, καθώς και την ετοιμότητα των ΛΣΙ να αντιμετωπίσουν δυνητική αύξηση των ανοιγμάτων σε αθέτηση.

1.2.4 Στοχευμένη αξιολόγηση εσωτερικών υποδειγμάτων

Σκοπός της στοχευμένης αξιολόγησης εσωτερικών υποδειγμάτων (TRIM), ενός έργου που διήρκεσε από το 2016 έως 2020, ήταν να αξιολογηθεί η επάρκεια και την καταλληλότητα των εσωτερικών υποδειγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων και να εναρμονιστούν σε επίπεδο ΕΕΜ οι εποπτικές πρακτικές για τα εσωτερικά υποδείγματα. Το έργο αυτό οδήγησε στη διαμόρφωση κοινής αντίληψης για τις κανονιστικές απαιτήσεις που αφορούν τα εσωτερικά υποδείγματα – του Οδηγού της ΕΚΤ για τα εσωτερικά υποδείγματα – και έτσι συνέβαλε στη μείωση της ανεπιθύμητης (δηλ. που δεν σχετίζεται με τον κίνδυνο) μεταβλητότητας των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA) και στη διασφάλιση ίσης μεταχείρισης των τραπεζών στις συμμετέχουσες χώρες.

Με βάση την TRIM πραγματοποιήθηκαν 200 επιτόπιες διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων σε 65 ΣΙ

Μετά από τέσσερα έτη, το έργο έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Με βάση την TRIM, το διάστημα 2017-2019 πραγματοποιήθηκαν 200 επιτόπιες διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων σε 65 ΣΙ, οι οποίες κάλυψαν τα εσωτερικά υποδείγματα για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου. Για τους σκοπούς των εν λόγω διερευνήσεων αναπτύχθηκε κοινή μεθοδολογική προσέγγιση, με βάση τυποποιημένα αιτήματα, καθώς και κοινές τεχνικές και εργαλεία επιθεώρησης. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν επάλληλες διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας, συγκρίσεις και οριζόντιες αναλύσεις για να επιτευχθεί συνέπεια και συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων των διερευνήσεων βάσει TRIM.

Οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της TRIM οδήγησαν σε περισσότερα από 5.800 ευρήματα που σχετίζονται με όλες τις κατηγορίες κινδύνου, 30% των οποίων χαρακτηρίστηκαν ως πολύ σοβαρά.

Κατά συνέπεια, το έργο TRIM απαιτεί την ανάληψη εντατικής εποπτικής δράσης στα εμπλεκόμενα ιδρύματα, τα οποία οφείλουν να διορθώσουν τις διαπιστωθείσες αδυναμίες σε συνδυασμό με την εφαρμογή νέων εποπτικών εργαλείων τα προσεχή έτη. Μετά τις διερευνήσεις TRIM, στο τέλος του 2020 είχαν εκδοθεί 179 αποφάσεις που περιλαμβάνουν διάφορα εποπτικά μέτρα – με τη μορφή υποχρεώσεων, συστάσεων και περιορισμών – μερικά από τα οποία έχουν σημαντικό ποσοτικό αντίκτυπο στις αξία των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA).

Η TRIM πρόκειται πλέον να ολοκληρωθεί το πρώτο εξάμηνο του 2021

Τα μέτρα λειτουργικής ελάφρυνσης των ιδρυμάτων που έλαβε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ τον Μάρτιο του 2020 προς αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19 περιλάμβαναν μεταξύ άλλων εξάμηνη αναβολή της έκδοσης αποφάσεων βάσει της TRIM, επιστολές σε συνέχεια πορισμάτων για περαιτέρω ενέργειες μετά από επιτόπιες επιθεωρήσεις και αποφάσεις για τα εσωτερικά υποδείγματα που δεν είχαν κοινοποιηθεί στα ιδρύματα μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Ως εκ τούτου, η ολοκλήρωση του έργου TRIM μετατέθηκε από το 2020 στο πρώτο εξάμηνο του 2021.

1.2.5 Εργασίες σχετικά με τις ICAAP και ILAAP

Οι αξιόπιστες διαδικασίες αξιολόγησης της επάρκειας κεφαλαίου (ICAAP) και της επάρκειας ρευστότητας (ILAAP) είναι θεμελιώδεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών, αφού παρέχουν στις τράπεζες τη δυνατότητα να συνεχίζουν τη λειτουργία τους σε όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου και να αντεπεξέρχονται στις οικονομικές διαταραχές. Τόσο οι ICAAP όσο και οι ILAAP έχουν στόχο να διασφαλίζουν ότι οι τράπεζες επαρκώς επιμετρούν και διαχειρίζονται τους κινδύνους κεφαλαίου και ρευστότητας με τρόπο δομημένο και ειδικό ανά ίδρυμα.

Το κεφάλαιο και η ρευστότητα έχουν κρίσιμη σημασία για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας των τραπεζών

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έλαβε σειρά μέτρων για να βοηθήσει τις τράπεζες να θεσπίσουν διαδικασίες ICAAP και ILAAP, που είναι πολύτιμα πλαίσια διαχείρισης κινδύνων. Οι ICAAP και ILAAP των τραπεζών εξετάζονται τακτικά στο πλαίσιο της ΕΔΕΑ. Το 2018 η ΕΚΤ δημοσίευσε οδηγούς σχετικά με τις διαδικασίες ICAAP και ILAAP ώστε να διευκρινίσει τις προσδοκίες τις αναφορικά με τις εν λόγω διαδικασίες. Το 2019 η ΕΚΤ διενήργησε ολοκληρωμένη ανάλυση των πρακτικών ICAAP που εφαρμόζονται σε 37 ΣΙ σε σύγκριση με τις εποπτικές προσδοκίες που είχε θέσει. Τα ευρήματα αυτής της ανάλυσης δημοσιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2020 στην έκθεση ECB Report on banks’ ICAAP practices και αποκαλύπτουν ότι οι τράπεζες έχουν βελτιώσει σημαντικά τις πρακτικές ICAAP τους τα τελευταία έτη, αλλά απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια, ιδίως σε τρεις τομείς.

Πρώτον, πολλές τράπεζες εξακολουθούν να βασίζονται σε ανεπαρκή πλαίσια ποιότητας των δεδομένων, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά τους να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες αποφάσεις βασιζόμενες σε αξιόπιστα, αμέσως διαθέσιμα δεδομένα.

Δεύτερον, πολλές τράπεζες δεν εξετάζουν το σύνολο των κινδύνων που έχουν ενδεχομένως σημαντικό αντίκτυπο στο εσωτερικό τους κεφάλαιο. Για παράδειγμα, εντοπίστηκαν αδυναμίες στο πώς αξιολογούν οι τράπεζες τα μέσα AT1 και T2 όταν προσδιορίζουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια ώστε να διασφαλίζεται η επιχειρησιακή συνέχεια (παραδοχή επιχειρησιακής συνέχειας) και, γενικότερα, πώς ορίζουν οι τράπεζες την πραγματική οικονομική αξία του κεφαλαίου τους κατά την κάλυψη των οικονομικών κινδύνων (παράμετρος οικονομικής αξίας), όπως δείχνει το Διάγραμμα 18. Σε συνδυασμό με την αποτυχία αναγνώρισης και ποσοτικού προσδιορισμού των ουσιωδών οικονομικών κινδύνων, η ικανότητα μιας τράπεζας να διασφαλίσει την κεφαλαιακή της επάρκεια μπορεί να κλονιστεί και, ως εκ τούτου, να αποδυναμωθεί η συνολική χρηματοοικονομική ανθεκτικότητά της.

Τρίτον, οι δραστηριότητες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων δεν έχουν ενσωματωθεί ακόμη στις πρακτικές διαχείρισης ως αποτελεσματικό, αναπόσπαστο στοιχείο αυτών των πρακτικών διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 19. Η πανδημία COVID-19 ανέδειξε το γεγονός ότι οι τράπεζες εκτίθενται σε ευρύ φάσμα απειλών, οι οποίες μπορεί να εκδηλωθούν απροσδόκητα. Ωστόσο, πολλά ιδρύματα δεν παρακολουθούν συστηματικά το οικονομικό περιβάλλον ώστε να εντοπίζουν τυχόν νέες απειλές, ενώ τα σενάρια και οι ικανότητες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων δεν επανεξετάζονται τακτικά. Αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητα των τραπεζών να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε περιόδους σοβαρών εντάσεων.

Διάγραμμα 18

Εξέταση των παραδοχών επιχειρησιακής συνέχειας και της παραμέτρου οικονομικής αξίας στον προσδιορισμό του εσωτερικού κεφαλαίου

Παραδοχή επιχειρησιακής συνέχειας και παράμετρος οικονομικής αξίας

Πηγή: ECB report on banks’ ICAAP practices, Chart 26.

Διάγραμμα 19

Διαδικασία προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τον εντοπισμό νέων απειλών για την κεφαλαιακή επάρκεια

Διαθέτει η τράπεζα διαδικασία παρακολούθησης και αναγνώρισης νέων απειλών, ευπαθειών και μεταβολών στο περιβάλλον;

Πηγή: ECB report on banks’ ICAAP practices, Chart 43.

Οι ορθές πρακτικές ICAAP είναι εξίσου σημαντικές σε μια κρίση όσο και σε ομαλές περιόδους

Παρόλο που η προαναφερθείσα ανάλυση διενεργήθηκε πριν από την πανδημία COVID-19, η ΕΚΤ πιστεύει ότι οι ορθές πρακτικές ICAAP είναι εξίσου σημαντικές τόσο σε περιόδους σοβαρών εντάσεων όσο και σε ομαλές περιόδους. Οι καλά σχεδιασμένες διαδικασίες ICAAP είναι θεμελιώδεις για την αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων, την οικονομική ευρωστία και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα.

Το 2020 η αξιολόγηση βάσει ΕΔΕΑ αποκάλυψε αδυναμίες στις πρακτικές προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και στον προγραμματισμό της κεφαλαιοποίησης και της ρευστότητας των τραπεζών

Σύμφωνα με την πραγματιστική προσέγγιση που ακολουθήθηκε στην ΕΔΕΑ του 2020, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εντόπισε αδυναμίες στις πρακτικές ICAAP και ILAAP των τραπεζών οι οποίες πλήττουν την αξιοπιστία των προβλέψεών τους και ενδεχομένως κλονίζουν την ικανότητά τους να διαχειρίζονται επιτυχώς τις κεφαλαιακές θέσεις και τις θέσεις ρευστότητας στη διάρκεια της πανδημικής κρίσης. Οι τράπεζες ενθαρρύνονται να αποτυπώσουν αναλυτικά, τόσο στα βασικά όσο και στα δυσμενή σενάριά τους, τις επιπτώσεις από τυχόν επιδείνωση των εξελίξεων στο μέτωπο της πανδημίας, καθώς και τις πιθανότητες ακόμη δυσμενέστερων εξελίξεων.

Στο μέλλον, οι διαδικασίες ICAAP και ILAAP θα διαδραματίσουν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στην ΕΔΕΑ

Στο μέλλον, οι διαδικασίες ICAAP και ILAAP θα διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στη μεθοδολογία της ΕΔΕΑ, παρέχοντας στις τράπεζες κίνητρα ώστε να βελτιώνουν διαρκώς τις εσωτερικές διαδικασίες τους. Επιπλέον, η προσέγγιση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων βάσει του Πυλώνα 2 (P2R) θα λαμβάνει περισσότερο υπόψη τους επιμέρους παράγοντες κινδύνου, γεγονός που αναμένεται ότι θα παρέχει κίνητρο στις τράπεζες για τον καλύτερο εντοπισμό των διαφόρων κινδύνων στους οποίους εκτίθενται

1.2.6 Κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας

Το 2020 το κυβερνοέγκλημα και οι αδυναμίες των πληροφοριακών συστημάτων αναγνωρίστηκαν και πάλι ως ένας από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για τον τραπεζικό τομέα. Για να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών σ’ αυτό το πεδίο, μία από τις προτεραιότητες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για το 2020 ήταν να αξιολογηθεί ο κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας στις τράπεζες μέσω εποπτικών δράσεων όπως επιτόπιες επιθεωρήσεις, η ετήσια ΕΔΕΑ, η διαδικασία του ΕΕΜ για την αναφορά κυβερνοσυμβάντων και μέσω άλλων δραστηριοτήτων είτε ανά τράπεζα είτε οριζόντιες.

Η αξιοπιστία των πληροφοριακών συστημάτων απέκτησε κρίσιμη σημασία όταν οι τράπεζες άρχισαν να κλείνουν καταστήματα και να στρέφονται προς την εργασία εξ αποστάσεως. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναγνώρισε τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας ως έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους που σχετίζονται με την πανδημία COVID-19. Πράγματι, ο αριθμός των σημαντικών κυβερνοσυμβάντων τα οποία ανέφεραν στην ΕΚΤ τα εποπτευόμενα ιδρύματα αυξήθηκε το 2020, ιδίως εκείνων με κακόβουλη πρόθεση.[20] Μέχρι στιγμής τα συμβάντα αυτού του είδους οδήγησαν τις περισσότερες φορές σε μη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών μιας τράπεζας ή του παρόχου της τράπεζας. Ωστόσο, η αύξηση των κυβερνοσυμβάντων αναδεικνύει την ανάγκη να ενισχύσουν οι τράπεζες την ανθεκτικότητα των πληροφοριακών τους συστημάτων και να αντιμετωπίσουν ορισμένες ανεπάρκειες όπως η εξαιρετικά πολύπλοκη αρχιτεκτονική των πληροφοριακών συστημάτων και η εξάρτηση από μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών που βρίσκονται στα όρια της παλαιότητας για την εκτέλεση κρίσιμων επιχειρησιακών λειτουργιών.

Τον Ιούνιο 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε την ετήσια έκθεση αποτελεσμάτων του ερωτηματολογίου (ITRQ) σχετικά με τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων βάσει της ΕΔΕΑ[21], το οποίο αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τις ΕΑΑ και βασίζεται στην αυτοαξιολόγηση των τραπεζών. Η έκθεση παρουσιάζει βασικές παρατηρήσεις σχετικά με τις πρακτικές διαχείρισης κινδύνων πληροφοριακών συστημάτων των τραπεζών με περίοδο αναφοράς το α΄ τρίμηνο του 2019. Οι προϋπολογισμοί των τραπεζών για την εξωτερική ανάθεση εργασιών συνέχισαν να αυξάνονται σε όλη τη διάρκεια του 2018 και μέχρι την αρχή του 2019, ενώ οι υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud services) απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο αριθμός των συστημάτων στα όρια της παλαιότητας που υποστηρίζουν κρίσιμες για την επιχειρησιακή συνέχεια δραστηριότητες επίσης εξακολούθησε να αυξάνεται και η διαχείριση της ποιότητας των δεδομένων παραμένει ο λιγότερο ώριμος τομέας ελέγχου κινδύνων.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε επίσης σε δημοσιεύσεις από διεθνείς ομάδες εργασίας επί τέτοιων θεμάτων, όπως οι αποτελεσματικές πρακτικές του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για αντίδραση και ανάκαμψη σε περίπτωση κυβερνοσυμβάντος[22], το έγγραφο διαβούλευσης της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας σχετικά με τις αρχές λειτουργικής ανθεκτικότητας[23] και οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων ΤΠΕ (τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών) και ασφάλειας[24], που τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του 2020.

1.2.7 Brexit

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή των επιδιωκόμενων μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών μετά το Brexit

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Φεβρουαρίου 2020 και εισήλθε σε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία εξακολούθησε να ισχύει η νομοθεσία της ΕΕ εντός του Ηνωμένου Βασιλείου και για το Ηνωμένο Βασίλειο. Η μεταβατική περίοδος έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2020. Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εργάστηκε για να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες και οι εποπτικές αρχές έχουν προετοιμαστεί για τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και παρακολούθησε στενά την εφαρμογή των σχεδίων των τραπεζών μετά το Brexit.

Σε όλη τη διάρκεια του έτους η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρακολούθησε τις πολιτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου και αξιολόγησε τις επιπτώσεις τους από εποπτική σκοπιά. Επίσης, η ΕΚΤ παρείχε τεχνική υποστήριξη στο έργο των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, εξασφαλίζοντας ότι έχουν ληφθεί υπόψη ορισμένα σημαντικά εποπτικά ζητήματα.

Στο πλαίσιο της εποπτείας των ΣΙ σε συνεχή βάση, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επικαιροποιούσε διαρκώς την αξιολόγηση των ενδεχόμενων επιπτώσεων του Brexit χωρίς τη σύναψη συμφωνίας και χωρίς καθεστώς ισοδυναμίας στο τέλος της μεταβατικής περιόδου στα ΣΙ σε αρκετούς τομείς, όπως οι επενδυτικές υπηρεσίες και οι χώροι διενέργειας συναλλαγών. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμβούλευσε τις τράπεζες να συνεχίσουν να προετοιμάζονται για κάθε πιθανή έκβαση του Brexit και τους ζήτησε να εφαρμόσουν μέτρα περιορισμού για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων κινδύνων λόγω της λήξης της μεταβατικής περιόδου. Συνολικά, οι προετοιμασίες των τραπεζών για τη λήξη της μεταβατικής περιόδου θεωρήθηκαν επαρκείς και δεν παρατηρήθηκαν διαταράξεις της αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην αρχή του Ιανουαρίου 2021.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί την εφαρμογή των σχεδίων των ΣΙ για το Brexit, τα οποία που επηρεάζονται από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι προχωρούν σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που έχουν συμφωνηθεί για την εφαρμογή των επιδιωκόμενων μοντέλων λειτουργίας (TOM) των τραπεζών μετά το Brexit. Οι οριζόντιες ασκήσεις παρακολούθησης συμπληρώθηκαν από αξιολόγηση της συμμόρφωσης ανά τράπεζα και από αντίστοιχες εποπτικές ενέργειες, όπου εντοπίστηκαν αδυναμίες. Προκειμένου να ανταποκριθούν πλήρως στις εποπτικές προσδοκίες της ΕΚΤ, ορισμένες τράπεζες θα χρειαστεί να λάβουν περαιτέρω μέτρα σε άλλους τομείς όπως η εσωτερική διακυβέρνηση, οι διαδικασίες έγκρισης δανείων και άλλων προϊόντων, οι πρακτικές συγκεντρωτικής διαχείρισης των κινδύνων και η χρηματοδότηση, η αναθεώρηση των στοιχείων των πελατών για πελάτες της ΕΕ και οι ενδοομιλικές ρυθμίσεις, καθώς και οι υποδομές πληροφοριακών συστημάτων και η υποβολή αναφορών.

Σε όλη τη διάρκεια του 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολούθησε να γνωστοποιεί τις εποπτικές της προσδοκίες σχετικά με το Brexit σε σειρά άρθρων στο Ενημερωτικό Δελτίο του ΕΕΜ, με αναρτήσεις στο ιστολόγιο της εποπτείας και σε διμερείς συζητήσεις με τα εποπτευόμενα ιδρύματα.[25]

Μετά το Brexit η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή των επιδιωκόμενων μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών και θα εστιάσει σε σημαντικά εποπτικά ζητήματα που μπορεί να προκύψουν κατά τη μετάβαση στο νέο καθεστώς. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο συνεργασίας που συμφωνήθηκε το 2019, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και οι εποπτικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου θα εξακολουθήσουν να συνεργάζονται για την εποπτεία των τραπεζών που δραστηριοποιούνται τόσο στις συμμετέχουσες χώρες όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

1.2.8 Χρηματοοικονομική τεχνολογία (FinTech) και ψηφιακός μετασχηματισμός

Σε όλη τη διάρκεια του 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να επεξεργάζεται την προσέγγισή της ως προς την εποπτεία της χρήσης χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech) από ΣΙ και ΛΣΙ. Οι εργασίες που έλαβαν χώρα αφορούν τη διαμόρφωση κοινής αντίληψης για τους κινδύνους που συνδέονται με τη FinTech και την παροχή μεθοδολογικής υποστήριξης και εργαλείων στις εποπτικές αρχές.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολούθησε να συνεργάζεται με τις ΕΑΑ, τα ΣΙ και τα ΛΣΙ και άλλους συναφείς συμμετέχοντες στην αγορά για να έχει πληρέστερη εικόνα του πώς χρησιμοποιούν οι τράπεζες τις καινοτόμες τεχνολογίες και ποιες είναι οι συνέπειες για τα επιχειρηματικά μοντέλα τους και τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνου. Προς τον σκοπό αυτό, συνέχισε να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην αγορά και τους αναδυόμενους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19 στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την καινοτομία σε όλες τις τράπεζες. Η πανδημία έδειξε ότι οι τράπεζες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη λειτουργική ανθεκτικότητά τους, ακόμη και υπό συνθήκες σημαντικά αυξημένης χρήσης εξ αποστάσεως εργασίας. Κατά την προσεχή περίοδο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η καινοτομία θα εξακολουθήσουν να έχουν κρίσιμη σημασία προκειμένου οι τράπεζες να διαχειριστούν ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον, με δεδομένο τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα ψηφιοποιημένα συστήματα στη μείωση του κόστους και στην κάλυψη των προσδοκιών των πελατών, που ολοένα περισσότερο στρέφονται στην ψηφιακή τεχνολογία.

Στις 27 Αυγούστου 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε την έκθεση ESCB/European banking supervision response to the European Commission’s consultation on digital finance, η οποία περιλαμβάνει λεπτομερείς απαντήσεις για διάφορα ζητήματα που θα αντιμετωπιστούν από τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η ΕΚΤ γενικά στηρίζει τους τομείς προτεραιότητας που αναγνώρισε η Επιτροπή προκειμένου να ενισχύσει την ανάπτυξη των ψηφιακών χρηματοοικονομικών στην ΕΕ, η οποία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την πανδημία. Ενώ η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η καινοτομία μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οφέλη για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία γενικότερα, ταυτόχρονα όμως υποστηρίζει ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός του τραπεζικού τομέα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και όλους τους σχετικούς κινδύνους. Ενώ η πανδημία επιτάχυνε τις προσπάθειες ψηφιακού μετασχηματισμού των τραπεζών και ανέδειξε τη σημασία των επενδύσεων στην καινοτομία, ανέδειξε και πρόσθετες προκλήσεις που απαιτούν περαιτέρω παρακολούθηση και πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις τράπεζες μέσω των πλαισίων ανάληψης κινδύνων τους.

Η ΕΚΤ συμμετέχει σε διεθνείς και ευρωπαϊκές ομάδες και δίκτυα, όπου συνεισφέρει την εμπειρία και τις γνωμοδοτήσεις της για την ανάπτυξη του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου σχετικά με τη χρηματοοικονομική τεχνολογία (FinTech) και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Εκτός από τη συμμετοχή της στις παραπάνω ομάδες, το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε επίσης στο έργο της ΕΚΤ για τα κρυπτοστοιχεία και τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικής τράπεζας, εξετάζοντας πτυχές συναφείς με την τραπεζική εποπτεία. Επίσης συμμετείχε σε εργαστήρια, εκπαιδευτικά προγράμματα και σεμινάρια, εσωτερικά και άλλων φορέων, για να προωθήσει μια κοινή εποπτική προσέγγιση και να παρακολουθεί τις εξελίξεις στον τομέα της FinTech και του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Πλαίσιο 2
Εποπτική τεχνολογία

Η ραγδαία αύξηση της ποσότητας διαθέσιμων δεδομένων και της υπολογιστικής ισχύος και η ταχύρρυθμη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών μεταμορφώνουν σε πρωτοφανή έκταση το παγκόσμιο τοπίο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, δημιουργώντας ευκαιρίες και προκλήσεις για τις εποπτικές αρχές και τις εποπτευόμενες οντότητες. Η πανδημία COVID-19 ενίσχυσε αυτή την τάση, αυξάνοντας περαιτέρω την ταχύτητα του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Ως απάντηση σ’ αυτές τις εξελίξεις, το 2019 η ΕΚΤ δημιούργησε ειδικό κόμβο για τις εποπτικές τεχνολογίες (γνωστό ως “SupTech”). Μέσω του κόμβου, εσωτερικοί και εξωτερικοί ενδιαφερόμενοι φορείς διερευνούν τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων πρωτοπόρων εποπτικών τεχνολογιών.

Σχέδιο ψηφιακού μετασχηματισμού ΕΕΜ

Το Σχέδιο ψηφιακού μετασχηματισμού ΕΕΜ (SSM Digitalisation Blueprint), το οποίο διαμόρφωσαν από κοινού οι ΕΑΑ και η ΕΚΤ, περιγράφει ένα μακροχρόνιο όραμα και ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης για τη χρήση της τεχνολογίας και του ψηφιακού μετασχηματισμού στον ΕΕΜ. Τα έργα που περιλαμβάνονται στο Σχέδιο αφορούν έξι τομείς: (α) βελτίωση της υποβολής εποπτικών αναφορών από τις τράπεζες και τις επικοινωνίες με αυτές μέσα από τον πλήρη ψηφιακό μετασχηματισμό όλων των σταδίων της διαδικασίας, (β) αξιοποίηση της εγκυρότητας των δεδομένων, με προηγμένη ανάλυση και σύγχρονη αρχιτεκτονική δεδομένων, (γ) ενίσχυση των πληροφοριακών συστημάτων του ΕΕΜ με προώθηση του προσανατολισμού προς τους χρήστες, της συνδεσιμότητας και της ενσωμάτωσης εποπτικών τεχνολογιών, (δ) επεξεργασία εγγράφων και μη δομημένων δεδομένων μέσω ανάλυσης κειμένου που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, (ε) μείωση των μη αυτόματων εργασιών και αύξηση του ελέγχου των πληροφοριών μέσω αυτοματισμού των διαδικασιών και (στ) παροχή έξυπνων εργαλείων συνεργασίας για ανταλλαγή πληροφοριών σε ψηφιακή μορφή σε ολόκληρο τον ΕΕΜ.

Σύμφωνα με το Σχέδιο, βασικοί παράγοντες που θα επιτρέψουν την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων καινοτομίας του ΕΕΜ είναι, μεταξύ άλλων, ένα υπερσύγχρονο πλαίσιο διαχείρισης καινοτομίας, οι όσο το δυνατόν πιο ευέλικτες πρακτικές συνεργασίας για έργα που καλύπτουν ολόκληρο τον ΕΕΜ, ένα ισχυρό οικοσύστημα καινοτομίας και πρωτοβουλίες για την προώθηση ψηφιακής κουλτούρας, συμπεριλαμβανομένου ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Το Σχέδιο καλύπτει και άλλες πτυχές, που αφορούν την εφαρμογή προτύπων δεοντολογίας και διαφάνειας για τη χρήση νέων τεχνολογιών και τη συμμόρφωση της χρήσης προς το πλαίσιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Όργανα σε επίπεδο ΕΕΜ που προωθούν τις εξελίξεις στην Digtal Agenda

Το 2020 η Διευθύνουσα Επιτροπή συγκροτήθηκε σε σύνθεση αρμοδίων για τις ψηφιακές προτεραιότητες (Steering Committee Digital Agenda – SCDA), απαρτιζόμενη από μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου, ως όργανο συζητήσεων για θέματα ψηφιακής στρατηγικής. Παράλληλα, ιδρύθηκε το φόρουμ καινοτομίας SuperVision (SuperVision Innovators Forum), το οποίο φέρνει σε επαφή εποπτικά στελέχη και ειδικούς στον τομέα της πληροφορικής από τις ΕΑΑ και την ΕΚΤ. Το φόρουμ συνέβαλε αποφασιστικά στην αναγνώριση των εποπτικών αναγκών και συγκεκριμένων εφαρμογών νέων τεχνολογιών για τους σκοπούς της τραπεζικής εποπτείας. Ο Κόμβος SupTech καθιέρωσε νέους τρόπους εργασίας, συγκεντρώνοντας στελέχη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ διαφόρων ειδικοτήτων (π.χ. πληροφορική, εποπτεία, επιστήμη των δεδομένων) προκειμένου να σχηματίσει ευέλικτες ομάδες καινοτομίας. Οι τέσσερις πρώτες ομάδες συγκροτήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2020, ενώ για το 2021 προβλέπονται έως δέκα επιπλέον ομάδες.

Ενημερωτικές εκδηλώσεις μεγάλης κλίμακας

Στο πλαίσιο της επιδίωξης του Σχεδίου να προωθήσει την ψηφιακή κουλτούρα, το 2020 πραγματοποιήθηκε σειρά εκδηλώσεων μεγάλης κλίμακας. Στη διαδικτυακή συνάντηση SupTech (SupTech Virtual Meet-Up) και στο συνέδριο Supervision Innovators Conference, που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο και τον Νοέμβριο αντίστοιχα, συμμετείχαν φορείς εποπτικής καινοτομίας από όλο τον κόσμο, με στόχο την προώθηση της συνεργασίας και την παρουσίαση των τελευταίων εξελίξεων στα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.

Νέα εργαλεία εποπτικής τεχνολογίας

Το 2020 η ΕΚΤ πραγματοποίησε σημαντική πρόοδο ως προς την ανάπτυξη ενός εργαλείου μηχανικής ανάγνωσης για τα ερωτηματολόγια της αξιολόγησης καταλληλότητας και την ανάλυση δεδομένων δικτύου για την ιδιοκτησία μετοχών σε εποπτευόμενες οντότητες. Συνεχίζεται η διερεύνηση νέων εργαλείων εποπτικής τεχνολογίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το πρωτότυπο ενός εργαλείου αυτόματης μετατροπής ομιλίας σε κείμενο βάσει αναγνώρισης φωνής και ένα εργαλείο αυτοματοποιημένης υποδειγματοποίησης θέματος και ανάλυσης συναισθήματος, που θα επιτρέψει την ανάλυση δεδομένων και ειδήσεων ποιοτικού χαρακτήρα. Οι νέες τεχνολογίες, όπως η επεξεργασία φυσικής γλώσσας και η μηχανική μάθηση, θα φέρουν επανάσταση στην ανάλυση κειμένου και μη δομημένων δεδομένων σε πολλά εποπτικά καθήκοντα, από τις αποστολές επιτόπιας επιθεώρησης έως τις οριζόντιες υπηρεσίες. Επιπλέον, ένα από τα εμβληματικά έργα εποπτικής τεχνολογίας, το ψηφιακό εργαστήριο (virtual lab), θα παρέχει μια σπονδυλωτή πλατφόρμα ψηφιακής συνεργασίας και ανταλλαγής εντός του ΕΕΜ, επιτρέποντας π.χ. την ανταλλαγή κωδίκων και υποδειγμάτων.


1.3 Άμεση εποπτεία σημαντικών ιδρυμάτων

1.3.1 Μη επιτόπια εποπτεία

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επιδιώκει να εποπτεύει τα ΣΙ με τρόπο αναλογικό, αυστηρό και συνεπή, με βάση τον κίνδυνο. Για τον σκοπό αυτό, κάθε χρόνο ορίζει μια σειρά από βασικές εποπτικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε συνεχή βάση. Αυτές βασίζονται στις υφιστάμενες εποπτικές απαιτήσεις, στο Εγχειρίδιο εποπτείας του ΕΕΜ και στις Εποπτικές προτεραιότητες του ΕΕΜ και περιλαμβάνονται στο συνεχιζόμενο πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης (SEP) για κάθε ΣΙ.

Πέρα από αυτές τις βασικές δραστηριότητες που ορίζονται κεντρικά, στο πρόγραμμα SEP μπορούν να συμπεριληφθούν και άλλες εποπτικές δραστηριότητες προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες κάθε τράπεζας που υπάγεται σ’ αυτό, παρέχοντας έτσι στις ΜΕΟ τη δυνατότητα να αναλύουν και να αντιμετωπίζουν τους ιδιοσυγκρασιακούς κινδύνους.

Οι μη επιτόπιες δραστηριότητες του προγράμματος SEP περιλαμβάνουν (α) σχετικές με τον κίνδυνο δραστηριότητες (π.χ. ΕΔΕΑ), (β) άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με οργανωτικές, διοικητικές ή νομικές απαιτήσεις (π.χ. ετήσια αξιολόγηση της σημαντικότητας) και (γ) πρόσθετες δραστηριότητες που σχεδιάζονται από τις ΜΕΟ για την περαιτέρω προσαρμογή του συνεχιζόμενου προγράμματος SEP στις ιδιαιτερότητες του εποπτευόμενου ομίλου ή οντότητας (π.χ. αναλύσεις του επιχειρηματικού μοντέλου ή της δομής διακυβέρνησης μιας τράπεζας). Ενώ οι δύο πρώτες ομάδες δραστηριοτήτων ορίζονται κεντρικά, η τρίτη προσδιορίζεται ανά τράπεζα από την αντίστοιχη ΜΕΟ.

Αναλογικότητα

Οι προγραμματισμένες εποπτικές δραστηριότητες για το 2020 ακολούθησαν την αρχή της αναλογικότητας, προσαρμόζοντας την ένταση του εποπτικού έργου στη συστημική σημασία και το προφίλ κινδύνου της εποπτευόμενης τράπεζας

Το SEP ακολουθεί την αρχή της αναλογικότητας, δηλ. η ένταση του εποπτικού έργου εξαρτάται από το μέγεθος, τη συστημική σημασία και την πολυπλοκότητα κάθε ιδρύματος. Το 2020 ο μέσος αριθμός των προγραμματισμένων εποπτικών δραστηριοτήτων ανά ΣΙ ήταν παρόμοιος με το προηγούμενο έτος (Διάγραμμα 20), εξασφαλίζοντας ότι οι ΜΕΟ είχαν αρκετά περιθώρια για να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που αφορούν συγκεκριμένα ιδρύματα.

Διάγραμμα 20

Μέσος αριθμός προγραμματισμένων καθηκόντων ανά ΣΙ το 2019 και το 2020

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα δεδομένα αντλήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου.

Προσέγγιση βασισμένη στους κινδύνους

Το SEP ακολουθεί μια προσέγγιση βασισμένη στους κινδύνους, με έμφαση στις σημαντικότερες κατηγορίες κινδύνου για κάθε ΣΙ. Για παράδειγμα, το ποσοστό των καθηκόντων που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο για τις τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ ήταν υψηλότερο από ό,τι για τη μέση τράπεζα, αλλά και το ποσοστό των καθηκόντων που σχετίζονται με τον κίνδυνο αγοράς για τις τράπεζες με μεγάλα ανοίγματα σε πράξεις στην αγορά και στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους ήταν υψηλότερο από ό,τι για τη μέση τράπεζα (Διάγραμμα 21).

Διάγραμμα 21

Πρόγραμμα SEP το 2019 και το 2020: δραστηριότητες για τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς ως ποσοστό του συνόλου

Πιστωτικός κίνδυνος

(ποσοστά)

Κίνδυνος αγοράς

(ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Περιλαμβάνονται μόνο προγραμματισμένες δραστηριότητες που σχετίζονται με συγκεκριμένες κατηγορίες κινδύνου. Τα δεδομένα αντλήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου.

Κύριοι άξονες δράσης της μη επιτόπιας εποπτείας το 2020

Λόγω της πανδημίας COVID-19, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναθεώρησε τις εποπτικές διαδικασίες και δραστηριότητές της ώστε να προσφέρει στις τράπεζες επαρκή λειτουργική ελάφρυνση και να εξασφαλίσει ότι οι ΜΕΟ είναι σε θέση να εστιάσουν ικανοποιητικά στην παρακολούθηση της ικανότητας των τραπεζών να αντιμετωπίσουν την κρίση.

Έτσι, αναθεωρήθηκε η προγραμματισμένη δέσμη δραστηριοτήτων μη επιτόπιας εποπτείας για το 2020 και ορισμένες δραστηριότητες ματαιώθηκαν, απλουστεύθηκαν ή αναβλήθηκαν. Οι κύριες μεταβολές ήταν οι εξής (α) αναβολή της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2020 για το 2021 και αντικατάστασή της από εξ αποστάσεως (desktop-based) ανάλυση ευπαθειών για να αξιολογηθούν συγκεκριμένοι κίνδυνοι που πηγάζουν από την πανδημική κρίση, (β) υιοθέτηση πραγματιστικής προσέγγισης στην ΕΔΕΑ (βλ. Ενότητα 1.2), (γ) θέσπιση διαδικασίας παρακολούθησης των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19 στα προφίλ κινδύνου των τραπεζών (που απαιτούσε περισσότερη αλληλεπίδραση με τις τράπεζες) και (δ) παράταση κατά έξι μήνες των προθεσμιών για όλα τα εποπτικά μέτρα των οποίων δεν είχαν λήξει οι προθεσμίες.

Οι προσπάθειες αυτές – σε συνδυασμό με τις ενέργειες που έχουν αναλάβει οι ΜΕΟ για τη λήψη μέτρων ανά συγκεκριμένη τράπεζα και τη μετατόπιση της έμφασης προς την ικανότητα των τραπεζών να αντιμετωπίσουν την κρίση – είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί ελαφρώς ο αριθμός των εποπτικών δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με αυτές που είχαν προγραμματιστεί στην αρχή του 2020 (Διάγραμμα 22).

Διάγραμμα 22

Μέσος αριθμός καθηκόντων ανά ΣΙ το 2020

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα δεδομένα αντλήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου.

Εποπτικά ευρήματα

Τα “εποπτικά ευρήματα” είναι ένα από τα κύρια αποτελέσματα των τακτικών εποπτικών δραστηριοτήτων και αντανακλούν αδυναμίες τις οποίες πρέπει να διορθώσουν οι τράπεζες. Οι ΜΕΟ είναι αρμόδιες για την παρακολούθηση των ενεργειών που αναλαμβάνουν οι τράπεζες σε συνέχεια αυτών των ευρημάτων. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 ο συνολικός αριθμός καταγεγραμμένων ευρημάτων είχε σημειώσει πτώση σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, κυρίως λόγω της μείωσης των επιτόπιων επιθεωρήσεων και διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων ως αποτέλεσμα της πανδημικής κρίσης. Η πλειονότητα των ευρημάτων προήλθε από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων και τις δραστηριότητες που σχετίζονται με αδειοδοτήσεις. Ο μεγαλύτερος αριθμός ευρημάτων αφορούσε θέματα πιστωτικού κινδύνου (Διάγραμμα 23).

Διάγραμμα 23

Εποπτικά ευρήματα

Αριθμός ευρημάτων το δωδεκάμηνο

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: 58 ευρήματα από παλαιότερες ΜΕΟ δεν λήφθηκαν υπόψη.

1.3.2 Επιτόπια εποπτεία

Στο πλαίσιο των μεταβολών στην οργανωτική δομή της ΕΚΤ που ανακοινώθηκαν τον Ιούλιο του 2020, δημιουργήθηκε αυτοτελής υπηρεσιακή μονάδα επιτόπιου εποπτικού ελέγχου: η Γενική Διεύθυνση Επιτόπιων Επιθεωρήσεων και Επιθεωρήσεων Εσωτερικών Υποδειγμάτων (DG/OMI). Οι αρμοδιότητές της περιγράφονται στην Ενότητα 5.1 – Οργανόγραμμα της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

Έχει αναπτυχθεί μια ασφαλής, δραστική και αναλογική προσέγγιση για τους επιτόπιους εποπτικούς ελέγχους ως αντίδραση στην πανδημία COVID-19

Οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί που εφαρμόστηκαν ως απάντηση στην πανδημία COVID-19 επηρέασαν σημαντικά τις επιτόπιες επιθεωρήσεις (OSI) και τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων (IMI) το 2020. Τον Μάρτιο του 2020 η Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ αποφάσισε να αναστείλει όλες τις υπηρεσιακές μετακινήσεις και όλες τις OSI και τις IMI που βρίσκονταν σε προπαρασκευαστικό στάδιο. Οι OSI και IMI που βρίσκονταν σε διερευνητικό στάδιο ξεκίνησαν εκ νέου, αλλά εξ αποστάσεως, όπου αυτό ήταν δυνατόν, ενώ όσες βρίσκονταν στην τελική φάση σύνταξης και υποβολής του πορίσματος ολοκληρώθηκαν κατά τα προβλεπόμενα.

Εφαρμόστηκε προσωρινά η έννοια των “μη επιτόπιων διερευνήσεων” ώστε οι κίνδυνοι να αξιολογηθούν από απόσταση

Για να διατηρηθεί η απαραίτητη σχολαστικότητα των εποπτικών ελέγχων, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανέπτυξε μια προσωρινή προσέγγιση “μη επιτόπιων διερευνήσεων” ώστε να διερευνήσει εξ αποστάσεως τους σημαντικότερους κινδύνους που δημιούργησε η πανδημική κρίση, π.χ. διενεργώντας τηλεσυνεντεύξεις με τις τράπεζες και χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά εργαλεία συνεργασίας από απόσταση. Στόχος είναι η επάνοδος στις παραδοσιακές πρακτικές επιτόπιας διερεύνησης όταν βελτιωθεί η κατάσταση με την υγειονομική κρίση. Εντούτοις, μπορούν να αντληθούν χρήσιμα διδάγματα από την εμπειρία των μη επιτόπιων επιθεωρήσεων, τα οποία θα αξιοποιηθούν στη διαμόρφωση της μεθοδολογίας της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για τους επιτόπιους ελέγχους.

Οι ΜΕΟ επαναπροσδιόρισαν την προτεραιότητα των OSI και IMI που είχαν προγραμματιστεί αρχικά για το 2020 με βάση την αξιολόγηση των σημαντικότερων κινδύνων για τις τράπεζες στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19 και αναλόγως με την ικανότητα των τραπεζών να υποστηρίξουν τις διερευνήσεις. Έτσι, το πρόγραμμα του 2020 περιλάμβανε 96 OSI και 83 IMI, η πλειονότητα των οποίων διενεργήθηκε εξ αποστάσεως λόγω των απαιτήσεων ασφαλείας που σχετίζονται με την πανδημία COVID-19.

Συνολικά, το 2020 εκδόθηκαν 168 εποπτικές αποφάσεις επί διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων[26].

Διάγραμμα 24

Μείωση των διερευνήσεων το 2020 λόγω πανδημίας

(αριθμός διερευνήσεων)

Πηγή: Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ.

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του 2020 για το προσωπικό του ΕΕΜ που συμμετέχει σε OSI πραγματοποιήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του από απόσταση και περιλάμβανε 15 επιμέρους εκπαιδευτικά σεμινάρια που κάλυψαν όλα τα είδη σημαντικών κινδύνων και διαδικασιών της ΕΔΕΑ που αφορούν τις επιθεωρήσεις. Η πραγματοποίηση των σεμιναρίων μέσω διαδικτύου επέτρεψε τη συμμετοχή περισσότερων ενδιαφερομένων, έτσι πάνω από 586 επιθεωρητές και επόπτες επωφελήθηκαν από το πρόγραμμα.

1.3.2.1 Κυριότερα ευρήματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων

Η ανάλυση που ακολουθεί παρουσιάζει συνοπτικά τα πιο κρίσιμα ευρήματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων.[27]

Εσωτερική διακυβέρνηση

Τα πιο κρίσιμα ευρήματα ανέδειξαν ανεπάρκειες στους εξής τομείς διακυβέρνησης:

  • Λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου (συμπεριλαμβάνονται η κανονιστική συμμόρφωση, η διαχείριση κινδύνων και η εσωτερική επιθεώρηση): σοβαρές αδυναμίες ως προς την ανεξαρτησία, τους πόρους και το πεδίο δραστηριότητας όλων των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου.
  • Εταιρική δομή και οργάνωση: αδιαφάνεια ως προς την οργανωτική δομή των τραπεζών λόγω ανεπαρκούς κατανομής αρμοδιοτήτων και ασαφών ιεραρχικών γραμμών αναφοράς, ελλείψεις στο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου και ανεπαρκείς ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι.
  • Εφαρμογή και επίβλεψη διαδικασιών διακυβέρνησης: ελλιπής επίβλεψη από το διοικητικό όργανο ως προς την εφαρμογή των επιχειρηματικών στρατηγικών και των στρατηγικών κινδύνου των τραπεζών.
  • Συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά των κινδύνων: έλλειψη ολοκληρωμένου πλαισίου για τη συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά των κινδύνων, αδυναμίες στην αρχιτεκτονική των δεδομένων και την πληροφοριακή υποδομή.
Πιστωτικός κίνδυνος

Περίπου οι μισές επιθεωρήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο είχαν αντικείμενο κυρίως την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών και διενεργήθηκαν με εξέταση των φακέλων πιστοδοτήσεων. Από αυτή την εξέταση προέκυψε ότι πρέπει να σχηματιστούν πρόσθετες προβλέψεις για λόγους προληπτικής εποπτείας ύψους άνω των 2,3 δισεκ. ευρώ και να αναταξινομηθούν ανοίγματα ύψους περίπου 3,1 δισεκ. ευρώ από εξυπηρετούμενα σε μη εξυπηρετούμενα.[28] Οι υπόλοιπες επιθεωρήσεις είχαν αντικείμενο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου. Τα πιο κρίσιμα ευρήματα αφορούσαν:

  • Υποεκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών από πιστοδοτήσεις: υπερτίμηση των εξασφαλίσεων και των ποσοστών εξυγίανσης, ακατάλληλοι υπολογισμοί για τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες λόγω αδυναμιών στην εφαρμοζόμενη μεθοδολογία και στις παραμέτρους σχηματισμού προβλέψεων.
  • Ακατάλληλη κατηγοριοποίηση οφειλετών: αδυναμίες στον ορισμό ή/και την αναγνώριση ανοιγμάτων σε αθέτηση ή μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, υποεκτίμηση των ακαθάριστων ανοιγμάτων στα στάδια 2 και 3 και ανεπάρκειες στις διαδικασίες προσδιορισμού των υπό ρύθμιση ανοιγμάτων.
  • Ελλιπείς διαδικασίες παρακολούθησης: αδυναμίες στον εντοπισμό πρώιμων ενδείξεων υποβάθμισης της πιστωτικής ποιότητας και ανεπαρκή συστήματα διαβάθμισης, που συχνά αποδίδονται στην κακή ποιότητα των δεδομένων και τις ανακολουθίες των στοιχείων μεταξύ διαφορετικών πληροφοριακών συστημάτων, καθώς και στην υπερβολική εξάρτηση από μη αυτόματες προσαρμογές.
Κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων

Τα περισσότερα από τα πολύ σοβαρά ευρήματα ανέδειξαν ανεπάρκειες στους εξής τομείς:

  • Διαχείριση επιχειρησιακής συνέχειας πληροφοριακών συστημάτων: ανεπαρκής συνέχεια πληροφοριακών συστημάτων, αναποτελεσματική ή ανεπαρκή σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας πληροφοριακών συστημάτων.
  • Διαχείριση κυβερνοασφάλειας: αδυναμία των μέτρων κυβερνοασφάλειας να εγγυηθούν την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα και τη διαθεσιμότητα δεδομένων κρίσιμης σημασίας, καθώς και την έγκαιρη ανίχνευση συμβάντων κυβερνοασφάλειας.
  • Διαχείριση κινδύνου πληροφοριακών συστημάτων: ανεπαρκής ενσωμάτωση του κινδύνου πληροφοριακών συστημάτων στο συνολικό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων.
Κεφαλαιακές απαιτήσεις και ICAAP

Τα κυριότερα ευρήματα για τα εποπτικά ίδια κεφάλαια (Πυλώνας 1) αφορούσαν ανεπάρκειες στο πλαίσιο ελέγχου για τον εντοπισμό ακατάλληλης απόδοσης συντελεστών στάθμισης στα ανοίγματα όσον αφορά τους κινδύνους βάσει του Πυλώνα 1 και υποεκτίμηση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA) λόγω της λανθασμένης ταξινόμησης σε κατηγορίες ανοιγμάτων. Άλλα ευρήματα σχετίζονται με την αποτυχία εντοπισμού της κερδοσκοπικής χρηματοδότησης ακινήτων και τη χρήση μη αποδεκτών εξασφαλίσεων στις τεχνικές περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου.

Τα πιο σοβαρά ευρήματα από επιθεωρήσεις που αφορούσαν τις ICAAP σχετίζονται με (α) αδυναμίες ως προς τον εσωτερικό ποσοτικό προσδιορισμό, κυρίως για την υποδειγματοποίηση του κινδύνου συμμετοχής, του κινδύνου συντάξεων, του κινδύνου αγοράς και του πιστωτικού κινδύνου, (β) απουσία αξιόπιστου και μακρόπνοου πολυετούς κεφαλαιακού προγραμματισμού με προοπτική για το μέλλον και (γ) ανακόλουθη διασύνδεση μεταξύ των διαδικασιών στρατηγικού προγραμματισμού και του πλαισίου ανάληψης κινδύνων, κυρίως λόγω της έλλειψης ομοιογενών και αναλυτικών ορίων για την ανάληψη κινδύνων.

Κίνδυνος αγοράς

Τα σοβαρότερα ευρήματα σχετίζονται με την επιμέτρηση και τη διαχείριση του κινδύνου αποτίμησης, όπως σημαντικές αδυναμίες στη μέτρηση της εύλογης αξίας (ανεπαρκής κάλυψη από ανεξάρτητη επαλήθευση τιμής, ανεπάρκειες στη μεθοδολογία ιεράρχησης της εύλογης αξίας, ακατάλληλες πρακτικές αναγνώρισης του κέρδους της πρώτης ημέρας, ελλιπείς προσαρμογές της εύλογης αξίας) και στην εφαρμογή των κανονιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΤ για τη συνετή αποτίμηση.

Κίνδυνος επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο (IRRBB)

Η πλειονότητα των κρίσιμων ευρημάτων σχετίζεται με την επιμέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση του κινδύνου IRRBB: αδυναμίες στις μεθόδους ποσοτικού προσδιορισμού, χρήση ανεπαρκώς αιτιολογημένων ή αξιόπιστων παραδοχών και παραμέτρων, ανεπαρκής τεκμηρίωση της υποδειγματοποίησης καταθέσεων χωρίς καθορισμένη διάρκεια και απουσία τακτικής επικύρωσης των υποδειγμάτων IRRBB.

Κίνδυνος ρευστότητας

Η πλειονότητα των ευρημάτων μεγάλης σημασίας σχετίζεται με αδυναμίες στο πλαίσιο για τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (ανεπαρκώς συντηρητικά σενάρια, αδυναμίες στον καθορισμό των παραδοχών και των παραμέτρων που χρησιμοποιούνται για την ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων) και στην επιμέτρηση και παρακολούθηση του κινδύνου (αδυναμίες στην εκτίμηση της σταδιακής μείωσης του υπολοίπου χρηματοοικονομικών προϊόντων χωρίς νέες εργασίες (run-off profile) και σφάλματα στον υπολογισμό του δείκτη κάλυψης ρευστότητας).

Λειτουργικός κίνδυνος

Τα σοβαρότερα ευρήματα σχετίζονται με τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων (αδυναμίες στις διαδικασίες συλλογής δεδομένων για τον λειτουργικό κίνδυνο, ανεπαρκείς ενέργειες πρόληψης και διόρθωσης κατά την αντιμετώπιση συμβάντων λειτουργικού κινδύνου) και τον εντοπισμό τους (ατελής κάλυψη και ορισμός των σημαντικών λειτουργικών κινδύνων).

Επιχειρηματικά μοντέλα και κερδοφορία

Τα πιο κρίσιμα ευρήματα σχετίζονται με ελλείψεις στην τιμολόγηση προϊόντων (μη συνυπολογισμός του σχετικού κόστους και κινδύνου στα εργαλεία τιμολόγησης, η τιμολόγηση δεν δημιουργεί βιώσιμη κερδοφορία), στις ικανότητες στρατηγικής καθοδήγησης (ανεπαρκείς ενέργειες ελέγχου της διοίκησης σε σχέση με την εφαρμογή της επιχειρηματικής στρατηγικής) και στην κατανομή εσόδων, εξόδων και κεφαλαίου (αδυναμίες στην κατανομή κέρδους, εξόδων και κεφαλαίου που οδηγούν σε στρέβλωση της εικόνας της κερδοφορίας).


1.4 Έμμεση εποπτεία των ΛΣΙ

Μετά το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19, η ΕΚΤ εντατικοποίησε και αναπροσανατόλισε τις δραστηριότητες επίβλεψης των ΛΣΙ ώστε να αντιμετωπιστούν εγκαίρως οι αυξανόμενοι κίνδυνοι. Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ συμφώνησαν να εφαρμόσουν κάποιο βαθμό ευελιξίας κατά τη διενέργεια ορισμένων δραστηριοτήτων που είχαν προγραμματιστεί αρχικά το 2020.

Εντατικοποίηση και αναπροσανατολισμός των δραστηριοτήτων επίβλεψης των ΛΣΙ για την αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν από την πανδημική κρίση

Αξιολόγηση της ευπάθειας των ΛΣΙ στην τρέχουσα κρίση

Η ΕΚΤ εντατικοποίησε τη συνεργασία της με τις ΕΑΑ στη διάρκεια του έτους, σε επίπεδο τεχνικών και διευθυντικών στελεχών, ώστε να αντιμετωπίσει εγκαίρως τους κινδύνους που δημιουργεί η πανδημική κρίση. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ αξιολόγησε τις ευπάθειες των ΛΣΙ ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας λόγω της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης. Η αξιολόγηση αυτή κάλυψε τη συγκέντρωση ανοιγμάτων των ΛΣΙ στους τομείς της οικονομίας που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις επιπτώσεις της πανδημίας (π.χ. μεταφορές, φιλοξενία κ.λπ.), καθώς και τις πιθανές ευπάθειες των ΛΣΙ σε αιφνίδιες ανάγκες ρευστότητας ή διαταραχές των πηγών χρηματοδότησης. Όσον αφορά την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού, η ανάλυση έδειξε ότι οι τράπεζες με ανοίγματα σε λιγότερο ευάλωτους τομείς μπορεί επίσης να αντιμετωπίσουν δυσκολίες ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19, ιδίως εάν εμφάνιζαν υψηλά επίπεδα ΜΕΔ στην αρχή της κρίσης. Όσον αφορά τη ρευστότητα, πολλά ΛΣΙ μικρού και μεσαίου μεγέθους παραμένουν εκτεθειμένα σε κινδύνους ρευστότητας. Για παράδειγμα, πολλές τράπεζες εμφανίζουν πολύ υψηλά επίπεδα εγκεκριμένων πιστωτικών γραμμών σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού με υψηλό βαθμό ρευστότητας που διαθέτουν, έτσι καθίστανται ευάλωτες σε περίπτωση εσπευσμένης αναζήτησης ρευστότητας από πλευράς επιχειρήσεων, όπως παρατηρήθηκε στην πρώτη φάση της πανδημικής κρίσης. Ένα άλλο θέμα ρευστότητας αφορά τα ΛΣΙ που βασίζονται σε σημαντικό βαθμό – ή και υπερβολικά, σε μερικές περιπτώσεις – στη χρηματοδότηση χονδρικής. Η εξάρτηση αυτή μπορεί να αφήσει τα ΛΣΙ εκτεθειμένα στη μεταβλητότητα των αγορών χονδρικής.

Επιπλέον, η ΕΚΤ βοήθησε τις ΕΑΑ για την προώθηση της συνεπούς εφαρμογής αρκετών εποπτικών προσεγγίσεων σε ολόκληρο τον ΕΕΜ, όπως οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για την πραγματιστική ΕΔΕΑ του 2020[29], οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ σχετικά με τα (νομοθετικά και μη) μέτρα αναστολής πληρωμών δανείων (moratoria) που εφαρμόζονται εξαιτίας της πανδημικής κρίσης[30] και η αξιολόγηση της σημαντικής μεταφοράς κινδύνου για συναλλαγές τιτλοποίησης σε σχέση με την εφαρμογή προγραμμάτων κρατικών εγγυήσεων.

Η ΕΚΤ βελτίωσε το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα ΛΣΙ, σκοπός του οποίου είναι να εντοπίζει τα ευάλωτα ΛΣΙ και να υποστηρίζει τον διάλογο με τις ΕΑΑ, ενσωματώνοντας πληροφορίες για μη τήρηση των ορίων κεφαλαιακής επάρκειας και μεγάλων ανοιγμάτων.

Η ΕΚΤ συνέχισε το έργο της για τα θεσμικά συστήματα προστασίας

Η ΕΚΤ συνέχισε το έργο της για τα θεσμικά συστήματα προστασίας (IPS) το 2020. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ παρείχε υποστήριξη στην Banca d’Italia ώστε να αξιολογήσει ένα IPS αποκλειστικά για τα ΛΣΙ, αποτελούμενο από τις τράπεζες του ομίλου Raiffeisen στην περιφέρεια Τρεντίνο-Άνω Αδίγη. Για σκοπούς προληπτικής εποπτείας, το IPS έχει αναγνωριστεί από τις 4 Νοεμβρίου 2020. Επίσης, η ΕΚΤ διενήργησε περαιτέρω δραστηριότητες παρακολούθησης υβριδικών IPS, που εν μέρει υπόκεινται σε σημαντικές μεταβολές.

Ευελιξία για την προσαρμογή των εποπτικών προτεραιοτήτων των ΛΣΙ στις συνθήκες της κρίσης

Η ολοκλήρωση της εφαρμογής της μεθοδολογίας ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ αναβλήθηκε για το 2021

Το 2020 η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ συμφώνησαν να αναβάλουν για το 2021 την εφαρμογή της νέας μεθοδολογίας ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ.[31] Στις περιπτώσεις όπου οι ΕΑΑ αποφάσισαν να εφαρμόσουν τη μεθοδολογία στα ΛΣΙ το 2020 όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί, η ΕΚΤ ενέκρινε τη χρήση της πραγματιστικής προσέγγισης σύμφωνα με τις "κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ σχετικά με την προσαρμοσμένη στις παρούσες συνθήκες διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης του 2020 υπό το πρίσμα της κρίσης του COVID-19", βάσει της οποίας αξιολογούνται μόνο οι ουσιώδεις κίνδυνοι, ενώ οι ισχύουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις και κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες. Έγινε επίσης προσαρμογή του οδικού χάρτη για την ΕΔΕΑ στα ΛΣΙ, με τον χαρακτηρισμό ορισμένων θεμάτων ως ήσσονος προτεραιότητας.

Η πανδημική κρίση ανέδειξε την εξάρτηση από τα πληροφοριακά συστήματα (π.χ. απομακρυσμένη πρόσβαση, χρήση ψηφιακών διαύλων από τους πελάτες των τραπεζών) τα οποία ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την τράπεζα (μη διαθεσιμότητα συστήματος, αυξημένοι χρόνοι απόκρισης, βραδύτερη ανταπόκριση των λειτουργιών υποστήριξης των πληροφοριακών συστημάτων κ.λπ.). Γι’ αυτό τον λόγο, το 2020 η ΕΚΤ συνέστησε στις ΕΑΑ να δώσουν τη δέουσα προσοχή στον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων και στο πώς διαχειρίζονται τα ΛΣΙ την τρέχουσα κρίση σε λειτουργικό και τεχνικό επίπεδο.

Σε όλη τη διάρκεια του 2020 η ΕΚΤ συνέχισε την προετοιμασία ενός σχεδίου για τη σταδιακή εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών της σε σχέση με τις λειτουργίες της ΕΔΕΑ, το οποίο στο μέλλον θα δώσει στις ΕΑΑ τη δυνατότητα να καταχωρούν την αξιολόγηση βάσει ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ σε ένα ενιαίο σύστημα για ολόκληρο τον ΕΕΜ.

Λόγω της πανδημίας η χρήση των τηλεδιασκέψεων εξελίχθηκε σε σημαντικό εργαλείο για την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών με τις ΕΑΑ.

Άλλα θέματα σχετικά με την εποπτεία των ΛΣΙ

Το 2020 η ΕΚΤ συνέχισε το έργο της για τον προσδιορισμό των μικρών και μη σύνθετων ιδρυμάτων. Πραγματοποιήθηκε καταγραφή των εν λόγω ιδρυμάτων σε συνεργασία με τις ΕΑΑ ώστε να είναι δυνατή η χαρτογράφηση της νέας κατηγοριοποίησης σε όλο τον ΕΕΜ. Στην άσκηση χαρτογράφησης συνέβαλαν επίσης έμμεσα οι κατάλογοι των μικρών και μη σύνθετων ιδρυμάτων που παρείχαν οι ΕΑΑ στο πλαίσιο των νέων υποδειγμάτων FINREP για τα ΜΕΔ.

Μετά τη συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής της ΕΑΤ για την Αναλογικότητα (Advisory Committee on Proportionality – ACP), η ΕΚΤ συνέβαλε στην πρώτη εισηγητική επιστολή που απηύθηνε η εν λόγω Επιτροπή προς το Συμβούλιο Εποπτών της ΕΑΤ, προτείνοντας πιθανούς τρόπους ώστε η ΕΑΤ να λαμβάνει περισσότερο υπόψη την αναλογικότητα σε πέντε επιλεγμένα θέματα του σχεδιαζόμενου προγράμματος εργασιών της για το 2021. Τα θέματα αυτά αφορούσαν την ΕΔΕΑ, την εσωτερική διακυβέρνηση, τις εταιρίες επενδύσεων, τη δημοσιοποίηση των κλιματικών κινδύνων και τη μελέτη για το κόστος συμμόρφωσης. Η ΕΚΤ επί του παρόντος παρέχει υποστήριξη στην ΕΑΤ με σκοπό την ανάπτυξη της μεθοδολογίας για την αξιολόγηση επιπτώσεων εκ μέρους της ACP.


1.5 Μακροπροληπτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ

Πάνω από 100 κοινοποιήσεις για θέματα μακροπροληπτικής πολιτικής υποβλήθηκαν από τις εθνικές αρχές το 2020

Η ΕΚΤ εξακολούθησε να συνεργάζεται στενά με τις εθνικές αρχές το 2020, σύμφωνα με τα μακροπροληπτικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού ΕΕΜ[32].

Το 2020 η ΕΚΤ έλαβε περισσότερες από 100 κοινοποιήσεις αποφάσεων για θέματα μακροπροληπτικής πολιτικής από τις εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών αρχών της Βουλγαρίας και της Κροατίας μετά την καθιέρωση στενής συνεργασίας με τις εν λόγω χώρες. Οι περισσότερες κοινοποιήσεις αφορούσαν αποφάσεις για τον ανά τρίμηνο καθορισμό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB), καθώς και αποφάσεις σχετικά με τον προσδιορισμό των παγκοσμίως συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) ή των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (O-SII) και τον χειρισμό τους από την άποψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Ορισμένες αποφάσεις, ιδίως για τον καθορισμό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB), αφορούσαν την αποδέσμευση κεφαλαίου για να διευκολυνθεί η απορρόφηση των ζημιών από πιστοδοτήσεις και να στηριχθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας στη διάρκεια της πανδημίας. Τέλος, η ΕΚΤ αξιολόγησε κοινοποιήσεις που αφορούσαν άλλα μακροπροληπτικά μέτρα, π.χ. τον καθορισμό των αποθεμάτων ασφαλείας έναντι συστημικού κινδύνου ή τα βάσει του άρθρου 458 του Κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRR).

Εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, η ΕΚΤ και οι εθνικές αρχές προσδιόρισαν οκτώ παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-SII)[33] στη ζώνη του ευρώ, τα οποία απαιτείται να διατηρούν πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας σε ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 1,0% και 1,5% το 2022. Οι εθνικές αρχές προσδιόρισαν 124 λοιπά συστημικώς σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα (O-SII) και καθόρισαν τα ποσοστά κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας αυτών. Τα εν λόγω ποσοστά ήταν σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ορίζει ένα ελάχιστο ποσοστό (κατώφλι) κεφαλαιακού αποθέματος ανά κατηγορία συστημικής σημασίας των O-SII (floor methodology), την οποία εφαρμόζει η ΕΚΤ από το 2016.[34]

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε επίσης ενεργά σε διάφορες πτυχές του έργου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), το οποίο είναι αρμόδιο για τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην ΕΕ. Μεταξύ των συναφών θεμάτων ήταν και οι περιορισμοί στη διανομή μερισμάτων. Στις 27 Μαΐου 2020 το ΕΣΣΚ εξέδωσε τη Σύσταση ESRB/2020/7, σύμφωνα με την οποία οι αρμόδιες αρχές καλούνται να ζητήσουν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπό την εποπτεία τους να αποφύγουν μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2021 τη διανομή μερισμάτων, την επαναγορά κοινών μετοχών ή τη δημιουργία υποχρεώσεων για την καταβολή των μεταβλητών αποδοχών στα στελέχη τους που αναλαμβάνουν ουσιώδεις κινδύνους.[35]

Η εν λόγω Σύσταση αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2020. Ως αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας μεταξύ του ΕΣΣΚ και της ΕΚΤ, η ΕΚΤ εξασφάλισε ότι η θέση της ως προς τις διανομές μερισμάτων ευθυγραμμίζεται πλήρως προς τη Σύσταση του ΕΣΣΚ.


1.6 Επόμενα βήματα: κίνδυνοι και εποπτικές προτεραιότητες για το 2021

Η αξιολόγηση κινδύνου παρέχει μια έγκαιρη απεικόνιση των υφιστάμενων και αναδυόμενων κινδύνων και ευπαθειών και συμβάλλει στον προσδιορισμό των εποπτικών προτεραιοτήτων

Για να εκπληρώσει αποτελεσματικά την εποπτική αποστολή της, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ σε διαρκή βάση εντοπίζει, αξιολογεί και παρακολουθεί τους υφιστάμενους και αναδυόμενους κινδύνους και ευπάθειες του τραπεζικού τομέα. Έτσι έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζει τις ενέργειες και τις προτεραιότητές της και να τροποποιεί άμεσα το εποπτικό της πρόγραμμα και τους εποπτικούς πόρους της ώστε να αντιμετωπίζει τις εμφανιζόμενες απειλές για τα εποπτευόμενα ιδρύματα. Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναγκάστηκε να επαναπροσανατολίσει το εποπτικό της έργο προκειμένου να ανταποκριθεί στην έκτακτη οικονομική διαταραχή που προέκυψε λόγω της πανδημίας COVID-19 και που κατά συνέπεια άλλαξε σημαντικά το συνολικό τοπίο κινδύνων στον τραπεζικό τομέα. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες βραχυμεσοπρόθεσμα, δεδομένης της νέας έξαρσης της πανδημίας στην αρχή του 2021. Οι αβεβαιότητες αυτές αφορούν μεταξύ άλλων το ενδεχόμενο επιβολής νέων αυστηρών μέτρων περιορισμού, που θα επηρέαζαν αρνητικά τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, καθώς και το πότε θα επιτευχθεί εμβολιασμός του πληθυσμού και, ως εκ τούτου, επάνοδος της φυσιολογικής οικονομικής δραστηριότητας στην κανονικότητα.

Ο Χάρτης κινδύνων του ΕΕΜ για το 2021, σε συνδυασμό με τον πίνακα ευπαθειών (Διάγραμμα 25), παρέχει μια επισκόπηση των κύριων προκλήσεων για τον τραπεζικό τομέα τα προσεχή δύο έως τρία έτη, όπως αξιολογούνται από την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ σε στενή συνεργασία με τις ΕΑΑ. Ο Χάρτης κινδύνων του ΕΕΜ απεικονίζει τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου που είναι δυνατόν να επηρεάσουν τα εποπτευόμενα ιδρύματα μέσω των υφιστάμενων εσωτερικών και εξωτερικών ευπαθειών, π.χ. τα χαρακτηριστικά του τραπεζικού συστήματος ή το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται οι τράπεζες. Με βάση την τρέχουσα εικόνα των κινδύνων, οι ευπάθειες που εντοπίζονται ορίζουν και τους τομείς στους οποίους θα εστιάσει η εποπτεία το 2021.

Το υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας για τις μακροοικονομικές προοπτικές που προκάλεσε η πανδημία COVID-19 διαμορφώνει την εικόνα για τον κίνδυνο όσον αφορά τις τράπεζες

Το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19 και τα σχετικά περιοριστικά μέτρα οδήγησαν σε πρωτοφανή πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ το 2020, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ προβλέπεται να επανέλθει σταδιακά στο προ της πανδημίας επίπεδό του στα μέσα του 2022.[36] Η ταχύτητα της ανάκαμψης θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της πανδημίας, τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων, τη δυνητική σταδιακή κατάργηση των μέτρων στήριξης, καθώς και την επιτυχή διάθεση και εφαρμογή αποτελεσματικών ιατρικών λύσεων. Η δυνητική αναζωπύρωση γεωπολιτικών εντάσεων που σχετίζονται πρωτίστως με εμπορικές διενέξεις είναι ένας από τους σημαντικότερους πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για την οικονομική ανάκαμψη. Αυτές οι γεωπολιτικές εντάσεις είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε απότομη αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων κινδύνου και εκ νέου τιμολόγηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι επιπτώσεις από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου για το Brexit στην οικονομία της ζώνης του ευρώ αναμένεται ότι θα είναι συγκρατημένες και επίσης περιορισμένες για τον τραπεζικό τομέα, χάρη στις προετοιμασίες που έχουν αναλάβει οι επηρεαζόμενες τράπεζες, αν και ορισμένες δεν έχουν εντείνει ακόμη τις προσπάθειές τους σ’ αυτή την κατεύθυνση (βλ. Ενότητα 1.2.7).

Διάγραμμα 25

Χάρτης κινδύνων του ΕΕΜ και πίνακας ευπαθειών για το 2021

Η εικόνα των κινδύνων όπως διαμορφώνεται από την πανδημία και η υψηλή αβεβαιότητα για τις μακροοικονομικές προοπτικές…

… θα επηρεάσουν τις τράπεζες εξαιτίας υφιστάμενων ευπαθειών που απαιτούν εποπτικές παρεμβάσεις

Πηγές: ΕΚΤ και ΕΑΑ.
Σημειώσεις: Οι παράγοντες κινδύνου και οι ευπάθειες δεν πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα, καθώς μπορούν να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν οι μεν τις δε και αντίστροφα. Στον χάρτη κινδύνων, οι κουκίδες με το λευκό εσωτερικό δηλώνουν παράγοντες κινδύνου που αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά τα προσεχή πέντε έτη. Η ένδειξη “ΞΧ/ΧΤ” αναφέρεται στο ξέπλυμα χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η ένδειξη “ΜΕΔ” αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Στον πίνακα ευπαθειών, οι “εσωτερικές ευπάθειες” μπορούν να αντιμετωπιστούν από τις ίδιες τις τράπεζες, ενώ οι “εξωτερικές ευπάθειες” αφορούν το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται οι τράπεζες.

Η επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού αποτελεί βασικό κίνδυνο για τον τραπεζικό τομέα και μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών

Ο πιστωτικός κίνδυνος αποτελεί μια από τις πιο άμεσες προκλήσεις για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Η δυσμενέστερη οικονομική συγκυρία αναμένεται να οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού, ιδίως όταν αποσυρθούν τελικά τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης. Οι ΜΧΕ σε πολλούς τομείς αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο φερεγγυότητας λόγω της απότομης μείωσης των κερδών, η οποία επιταχύνθηκε σε ορισμένους τομείς εξαιτίας της αλλαγής συμπεριφοράς των πελατών, ενώ η εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων των νοικοκυριών μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες ως αποτέλεσμα της δυνητικής επιδείνωσης της αγοράς εργασίας. Τα αυξημένα επίπεδα ιδιωτικού χρέους ενέχουν τον κίνδυνο δυσμενέστερων επιπτώσεων για τις τράπεζες, καθώς οι επιχειρήσεις με υψηλότερα επίπεδα χρέους ενδέχεται να καταστούν λιγότερο βιώσιμες ακόμη και όταν αρχίσει να εξομαλύνεται το οικονομικό περιβάλλον. Αυξάνονται οι κίνδυνοι διόρθωσης στις αγορές οικιστικών και επαγγελματικών ακινήτων, καθώς οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να παρουσιάζουν ενδείξεις υπερτίμησης. Επιπλέον, οι σημαντικές αυξήσεις στην έκθεση των τραπεζών σε εγχώριο δημόσιο χρέος είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνηση έναν νέο φαύλο κύκλο αρνητικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ τραπεζών και δημόσιου τομέα σε ορισμένες χώρες, εφόσον αναδυθούν ζητήματα βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους μεσοπρόθεσμα.

Κατά την προσεχή περίοδο, η δυνητική επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού θα αποτελέσει πρόκληση για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι τράπεζες χρειάζεται να διαθέτουν αξιόπιστες στρατηγικές διαχείρισης κινδύνων, ειδικά δομημένες ώστε να ενισχύουν τις πρακτικές διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου. Η αποτελεσματική παρακολούθηση των κινδύνων, η ορθή αναγνώριση της επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας (επισήμανση των δανείων υπό ρύθμιση (forebearance flagging) και χαρακτηρισμός δανείων ως αβέβαιης είσπραξης), η διαφανής και ακριβής διαχείριση των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και, τέλος, η επαρκής και έγκαιρη κάλυψη των κινδύνων από σχηματισθείσες προβλέψεις είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια αξιόπιστη στρατηγική διαχείρισης κινδύνων.

Η τρέχουσα κρίση θέτει περαιτέρω προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών

Η κερδοφορία των εποπτευόμενων ιδρυμάτων προβλέπεται ότι θα ανακάμψει συγκρατημένα το 2021, σε ένα χαμηλό πάντως επίπεδο που θα συνοδεύεται από δυσμενείς προοπτικές για τα κέρδη. Επιπλέον, η επίδραση της πανδημίας αναμένεται να δημιουργήσει την ανάγκη για αυξημένο σχηματισμό προβλέψεων, γεγονός που με τη σειρά του θα επιβαρύνει περαιτέρω τη διαρθρωτικά χαμηλή κερδοφορία στον τραπεζικό τομέα. Οι πιέσεις για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων ευπαθειών, όπως το πλεονάζον δυναμικό στον τραπεζικό τομέα και η εμμένουσα αναποτελεσματικότητα κόστους, ενδέχεται να ενισχυθούν. Εντούτοις, οι ενοποιήσεις στον τραπεζικό κλάδο μπορεί να συμβάλουν στην αντιμετώπιση αυτών των διαρθρωτικών προβλημάτων και να στηρίξουν τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών. Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από μη τραπεζικά ιδρύματα και η στροφή της αγοράς προς περισσότερο ψηφιακό μετασχηματισμό δημιουργούν ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουν και τους κινδύνους που πηγάζουν από τις ανεπάρκειες των πληροφοριακών συστημάτων, το κυβερνοέγκλημα και τις δυσλειτουργίες στον τραπεζικό τομέα.

Η πανδημία COVID-19 ανέδειξε μια σειρά υφιστάμενων ευπαθειών στο πλαίσιο διακυβέρνησης των τραπεζών

Η ισχυρή εσωτερική διακυβέρνηση και στρατηγική καθοδήγηση έχουν κρίσιμη σημασία προκειμένου οι τράπεζες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις που οφείλονται στη συνεχιζόμενη κρίση. Οι δυσκολίες που εντοπίστηκαν παλαιότερα ως προς την ικανότητα των τραπεζών να καταρτίζουν συγκεντρωτικά στοιχεία και να παρακολουθούν τους κινδύνους είναι μεταξύ των βασικών ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο προσεχές μέλλον. Επιπλέον, σε έναν αριθμό τραπεζών διαπιστώνεται ανάγκη αποτελεσματικότερης ενσωμάτωσης των πλαισίων ανάληψης κινδύνων στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνων και τις σχετικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, καθώς και ανεπαρκής επίβλεψη από τα όργανα διοίκησης υπό την εποπτική τους αρμοδιότητα. Οι αδυναμίες στη διακυβέρνηση και στον έλεγχο των κινδύνων επιτείνουν και τους κινδύνους ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας για τις τράπεζες.

Περαιτέρω τομείς ενδιαφέροντος: κατακερματισμός του κανονιστικού πλαισίου και αύξηση των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα

Η εναρμόνιση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ και η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης έχουν κρίσιμη σημασία για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα της ΕΕ. Τα δύο αυτά στοιχεία θα συμβάλουν στην εξάλειψη των εμποδίων για τη διασυνοριακή δραστηριότητα και στην κατάργηση των φραγμών σε συγχωνεύσεις και εξαγορές μεταξύ τραπεζών. Οι επιπτώσεις των κλιματικών κινδύνων γίνονται ολοένα πιο ορατές και οι εποπτικές αρχές υπογραμμίζουν de facto την ανάγκη να αναπτυχθεί ταχύτερα η ενεργητική διαχείριση κινδύνων και η δημοσιοποίηση αυτών των κινδύνων[37] (βλ. Πλαίσιο 3).

Οι εποπτικές προτεραιότητες για το 2021 θα εστιάσουν σε τέσσερις κρίσιμους τομείς που επηρεάστηκαν σημαντικά από την πανδημική κρίση

Με αυτά τα δεδομένα, οι εποπτικές προτεραιότητες για το 2021 θα εστιάσουν σε τέσσερις κρίσιμους τομείς που επηρεάστηκαν σημαντικά από την πανδημική κρίση:

  • Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα αξιολογήσει κατά προτεραιότητα την επάρκεια των πρακτικών διαχείρισης, παρακολούθησης και υποβολής αναφορών των κινδύνων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην ικανότητα των τραπεζών να ανιχνεύουν την επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού σε πρώιμο στάδιο, να σχηματίζουν εγκαίρως επαρκείς προβλέψεις και να προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες για τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των ΜΕΔ.
  • Επιπλέον, είναι απαραίτητο να διαθέτουν οι τράπεζες ορθές πρακτικές κεφαλαιακού προγραμματισμού, βασισμένες σε κεφαλαιακές προβλέψεις που προσαρμόζονται σε ένα δυναμικά μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ιδίως υπό συνθήκες κρίσης όπως η τρέχουσα πανδημία. Επίσης, η πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που συντονίζει η ΕΑΤ θα διενεργηθεί το 2021 και θα αποτελέσει σημαντικό στοιχείο για την εκτίμηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών.
  • Η κερδοφορία των τραπεζών και η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων τους εξακολουθούν να δέχονται πιέσεις από το οικονομικό περιβάλλον, τα χαμηλά επιτόκια, το πλεονάζον δυναμικό, τη χαμηλή αποδοτικότητα του κόστους και τον ανταγωνισμό από άλλες τράπεζες και από μη τραπεζικά ιδρύματα. Η πανδημία εντείνει αυτές τις πιέσεις. Το 2021 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει τις προσπάθειες να υποβάλει σε έλεγχο τα στρατηγικά σχέδια των τραπεζών και τα συναφή μέτρα που λαμβάνουν οι διοικήσεις τους για να ξεπεραστούν οι υπάρχουσες αδυναμίες.
  • Τομέας ιδιαίτερου εποπτικού ενδιαφέροντος θα εξακολουθήσει να είναι η διακυβέρνηση και ιδίως οι λειτουργικές δυνατότητες και η πληροφοριακή υποδομή των τραπεζών για την κατάρτιση συγκεντρωτικών δεδομένων κινδύνων, καθώς και το πόσο αποτελεσματικά διαχειρίζονται τον κίνδυνο κρίσεων. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να αξιολογεί τις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου των τραπεζών, μεταξύ άλλων για τον περιορισμό του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (βλ. Πλαίσιο 5).

Το 2021 θα πραγματοποιηθούν περαιτέρω δραστηριότητες διαρθρωτικού χαρακτήρα που εκτείνονται πέραν των επιπτώσεων της πανδημίας, οι οποίες σχετίζονται ιδίως με την ευθυγράμμιση των τραπεζών προς τις προσδοκίες του Οδηγού της ΕΚΤ όσον αφορά τους κλιματικούς και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους (βλ. Πλαίσιο 3) και την ετοιμότητα των τραπεζών να εφαρμόσουν την οριστικοποιημένη δέσμη μεταρρυθμίσεων του πλαισίου Βασιλεία ΙΙΙ. Ανάλογα με το πώς θα εξελιχθεί η κρίση, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ μπορεί στη συνέχεια να επαναπροσδιορίσει την προτεραιότητα των δραστηριοτήτων της.

Πίνακας 1

Ευπάθειες στον τραπεζικό τομέα και εποπτικές προτεραιότητες του ΕΕΜ για το 2021

Πηγή: ΕΚΤ.

Πλαίσιο 3
Δημόσια διαβούλευση για τον Οδηγό της ΕΚΤ όσον αφορά τους κλιματικούς και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους

Οι κλιματικοί και οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι αναμένεται να έχουν σημαντική επίδραση στην πραγματική οικονομία και στις τράπεζες.[38] Οι κίνδυνοι είναι δύο ειδών: “Φυσικοί κίνδυνοι” που πηγάζουν από ακραία καιρικά φαινόμενα και από σταδιακές μεταβολές του κλίματος, καθώς και από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και “κίνδυνοι μετάβασης” που πηγάζουν από τη διαδικασία προσαρμογής σε μια οικονομία με μικρότερη εξάρτηση από τον άνθρακα και πιο βιώσιμη.[39] Οι κίνδυνοι αποτελούν παράγοντες ενίσχυσης των υφιστάμενων κατηγοριών κινδύνου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε, μετά από δημόσια διαβούλευση, τον “Οδηγό όσον αφορά τους κλιματικούς και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους”. Στη διάρκεια της διαβούλευσης, υποβλήθηκαν στην ΕΚΤ 49 απαντήσεις από ευρύ φάσμα ενδιαφερομένων, όχι μόνο από τον τραπεζικό τομέα, αλλά και από την ακαδημαϊκή κοινότητα και μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Ο Οδηγός περιγράφει πώς αντιλαμβάνεται η ΕΚΤ την ασφαλή και συνετή διαχείριση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων υπό το ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας και πώς προσδοκά από τις τράπεζες να ενισχύσουν τη δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικών με το κλίμα και το περιβάλλον.

Η ΕΚΤ προσδοκά από τις τράπεζες να υιοθετήσουν μια στρατηγική, μακρόπνοη και ολιστική προσέγγιση για τη συνεκτίμηση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων, να αξιολογήσουν κατά πόσον οι τρέχουσες πρακτικές τους είναι ασφαλείς και συνετές υπό το φως αυτών των προσδοκιών και, εάν χρειάζεται, να αρχίσουν να τις προσαρμόζουν. Όσον αφορά τα ΛΣΙ, ο Οδηγός της ΕΚΤ συνιστά στις ΕΑΑ να εφαρμόσουν τον Οδηγό με βάση την αρχή της αναλογικότητας.

Το 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε την έκθεση “Report on institutions’ climate-related and environmental risk disclosures”, η οποία αποτύπωσε σε συγκεκριμένη στιγμή τον βαθμό δημοσιοποίησης των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων εν όψει των εποπτικών προσδοκιών που περιγράφονται στον Οδηγό της ΕΚΤ, καθώς και την έκθεση “Report on banks’ ICAAP practices”, η οποία αναδεικνύει ορισμένους τομείς όπως οι κλιματικοί κίνδυνοι, στους οποίους οι τράπεζες πρέπει να αναπτύξουν περαιτέρω τις προσεγγίσεις τους.[40]

Στο πλαίσιο του εποπτικού διαλόγου, το πρώτο εξάμηνο του 2021 η ΕΚΤ θα ζητήσει από τις τράπεζες να αξιολογήσουν τις πρακτικές τους σε σχέση με τις εποπτικές προσδοκίες που περιγράφει ο Οδηγός και να καταρτίσουν σχέδια δράσης σε αυτή τη βάση.

Το 2022 η ΕΚΤ θα διενεργήσει διεξοδική εποπτική αξιολόγηση όλων των τραπεζών υπό την άμεση εποπτεία της και θα λάβει συγκεκριμένα μέτρα όπου διαπιστωθούν αδυναμίες. Επιπλέον, η εποπτική άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων το 2022 θα επικεντρωθεί στους κλιματικούς κινδύνους.

Η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις που αναμένεται να επηρεάσουν τις τράπεζες υπό την εποπτεία της και εξακολουθεί να συμμετέχει σε διεθνή όργανα, όπως η ΕΑΤ, το Δίκτυο Κεντρικών Τραπεζών και Εποπτικών Αρχών για ένα Πράσινο Χρηματοοικονομικό Σύστημα (Network of Central Banks and Supervisors for Greening the Financial System) και η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας.


2 Χορηγήσεις αδειών, επιβολή συμμόρφωσης και επιβολή κυρώσεων

2.1 Χορηγήσεις αδειών

2.1.1 Ετήσια αξιολόγηση σημαντικότητας

Από την 1η Ιανουαρίου 2021 η ΕΚΤ εποπτεύει απευθείας 115 τράπεζες, σύμφωνα με την ετήσια επανεξέταση της σημαντικότητας και τις έκτακτες αξιολογήσεις

Η ετήσια αξιολόγηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ[41], προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια τράπεζα ή ένας τραπεζικός όμιλος πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια χαρακτηρισμού του ως σημαντικού[42] διενεργήθηκε τον Νοέμβριο του 2020. Συμπληρώθηκε από έκτακτες αξιολογήσεις σημαντικότητας που διεξήχθησαν μετά την εγκαθίδρυση στενής συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και της Българска народна банка (Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας) και της Hrvatska narodna banka, μεταβολές στη διάρθρωση ομίλων και άλλες εξελίξεις σε τραπεζικούς ομίλους. Επιπρόσθετα εισήχθη μια αλλαγή στη μεθοδολογία προκειμένου να αποφευχθεί ο διπλός υπολογισμός των ίδιων στοιχείων. Πλέον οι οντότητες που είναι μεταξύ των τριών μεγαλύτερων πιστωτικών ιδρυμάτων σε ένα κράτος-μέλος και ταυτόχρονα θυγατρικές σημαντικών ιδρυμάτων (ΣΙ) υπολογίζονται μόνο μία φορά.

Ως εκ τούτου, 115 ιδρύματα[43] ταξινομήθηκαν ως σημαντικά στις 30 Νοεμβρίου 2020, έναντι 117 κατά την προηγούμενη ετήσια αξιολόγηση[44].

Το 2020 πέντε τραπεζικοί όμιλοι προστέθηκαν στον κατάλογο των εποπτευόμενων οντοτήτων.

  • Μετά την ετήσια αξιολόγηση σημαντικότητας, δύο νέοι τραπεζικοί όμιλοι ταξινομήθηκαν ως σημαντικοί. Ο όμιλος LP Group B.V., που εδρεύει στην Ολλανδία, ταξινομήθηκε ως σημαντικός επειδή το ενεργητικό του υπερβαίνει τα 30 δισεκ. ευρώ και ο όμιλος Agri Europe Cyprus Limited επίσης ταξινομήθηκε ως σημαντικός αφού μία από τις τράπεζες του ομίλου, η Gorenjska Banka d.d., Kranj, έγινε το τρίτο μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα στη Σλοβενία. Και οι δύο όμιλοι έχουν υπαχθεί στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ από 1ης Ιανουαρίου 2021.
  • Μία τράπεζα, η AS “Citadele banka”, χαρακτηρίστηκε ως σημαντική αφού έγινε το τρίτο μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα της Λεττονίας. Εποπτεύεται άμεσα από την ΕΚΤ από 1ης Ιανουαρίου 2021.
  • Μετά την εγκαθίδρυση στενής συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και της Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας και της Hrvatska narodna banka, τον Οκτώβριο του 2020 η ΕΚΤ ανέλαβε την άμεση εποπτεία πέντε τραπεζών στη Βουλγαρία και οκτώ στην Κροατία.
  • Όσον αφορά τη Βουλγαρία, την 1η Οκτωβρίου 2020 η ΕΚΤ ανέλαβε την ευθύνη της άμεσης εποπτείας του πιστωτικού ιδρύματος DSK Bank AD και τεσσάρων θυγατρικών υφιστάμενων σημαντικών τραπεζικών ομίλων (UniCredit Bulbank AD, United Bulgarian Bank AD, Eurobank Bulgaria AD και Raiffeisenbank (Bulgaria) EAD).
  • Όσον αφορά την Κροατία, την 1η Οκτωβρίου 2020 η ΕΚΤ άρχισε να εποπτεύει άμεσα επτά θυγατρικές υφιστάμενων σημαντικών τραπεζικών ομίλων (Zagrebačka banka d.d., Privredna banka Zagreb d.d., Erste & Steiermärkische Bank d.d., PBZ stambena štedionica d.d., Raiffeisenbank Austria d.d., Raiffeisen stambena štedionica d.d. και Sberbank d.d.) και μία θυγατρική ενός νέου τραπεζικού ομίλου (Αddiko Bank d.d.).
  • Μετά την εγκαθίδρυση στενής συνεργασίας μεταξύ ΕΚΤ και Hrvtska narodna banka, από 7ης Οκτωβρίου 2020 ο όμιλος Addiko Bank AG στην Αυστρία επίσης χαρακτηρίστηκε ως σημαντικός λόγω σημαντικών διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Η εποπτεία του ομίλου Addiko Bank AG περιλαμβάνει την εποπτεία των θυγατρικών Addiko Bank d.d. στη Σλοβενία και Addiko Bank d.d. στην Κροατία.

Παράλληλα, τέσσερις τράπεζες διαγράφηκαν από τον κατάλογο των σημαντικών οντοτήτων.

  • Αν και πληρούν το κριτήριο του μεγέθους, η Dexia SA και οι θυγατρικές της Dexia Crédit Local και Dexia Crediop S.p.A. (θυγατρική της Dexia Crédit Local) ταξινομήθηκαν ως λιγότερο σημαντικές από την ΕΚΤ και με τη σύμφωνη γνώμη της Αρχής Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης της Γαλλίας (Autorité de contrôle prudentiel et de resolution – ACPR), της Nationale Bank van België/Banque Nationale de Belgique και της Banca d’Italia λόγω ειδικών περιστάσεων, σύμφωνα με την δεύτερη υποπαράγραφο του άρθρου 6(4) του Κανονισμού ΕΕΜ και το άρθρο 70 του Κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, που ορίζει τις ειδικές περιστάσεις που συνεπάγονται τον χαρακτηρισμό μιας σημαντικής εποπτευόμενης οντότητας ως λιγότερο σημαντικής.
  • Η Abanka d.d. εξαγοράστηκε και κατόπιν συγχωνεύτηκε με υφιστάμενο σημαντικό όμιλο του οποίου επικεφαλής είναι η Biser Topco S.à.r.l.
  • Ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας μίας τράπεζας, της AS PNB Banka, αφού προηγουμένως η ΕΚΤ την είχε αξιολογήσει ως ίδρυμα σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 18(1)(α) του Κανονισμού ΕΜΕ[45] και το πρωτοδικείο Vidzeme της Πόλης της Ρίγας την είχε κηρύξει σε πτώχευση.
  • Ο όμιλος Unione di Banche Italiane Società per Azioni εξαγοράστηκε από άλλον σημαντικό τραπεζικό όμιλο επικεφαλής του οποίου είναι η Intesa Sanpoalo S.p.A.

Ο κατάλογος των εποπτευόμενων οντοτήτων επικαιροποιείται σε μηνιαία βάση. Η πιο πρόσφατη έκδοση του καταλόγου δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία.

Πίνακας 2

Σημαντικοί και λιγότερο σημαντικοί τραπεζικοί όμιλοι ή μεμονωμένες τράπεζες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία μετά την ετήσια αξιολόγηση του 2020

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Το “σύνολο ενεργητικού” αφορά τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού των οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εποπτευόμενων οντοτήτων , όπως δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 (με ημερομηνία αναφοράς την 30ή Νοεμβρίου 2020 όσον αφορά τις αποφάσεις σημαντικότητας που κοινοποιήθηκαν στα εποπτευόμενα ιδρύματα μετά την ετήσια αξιολόγηση σημαντικότητας και την 1η Νοεμβρίου 2020 για λοιπές μεταβολές και εξελίξεις στη διάρθρωση ομίλων). Η ημερομηνία αναφοράς για το σύνολο ενεργητικού είναι η 31η Δεκεμβρίου 2019 (ή η πιο πρόσφατη διαθέσιμη, όπως εφαρμόστηκε στην τελευταία αξιολόγηση σημαντικότητας).

Στο πλαίσιο της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, η ΕΚΤ διενήργησε τον Ιούνιο του 2020 συνολική αξιολόγηση της UBS Europe SE και της Bank of America Merrill Lynch International Designated Activity Company. Και οι δύο τράπεζες πληρούν το κριτήριο του μεγέθους για να υπαχθούν σε άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ μετά τη μεταφορά των δραστηριοτήτων τους στη ζώνη του ευρώ.

Τον ίδιο μήνα η ΕΚΤ ολοκλήρωσε τη συνολική αξιολόγηση πέντε κροατικών τραπεζών, μετά το αίτημα της Κροατίας για στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και της Hrvatska narodna banka. Η συνολική αξιολόγηση απαιτείται στο πλαίσιο εγκαθίδρυσης στενής συνεργασίας ανάμεσα στην ΕΚΤ και την εθνική αρμόδια αρχή (ΕΑΑ) ενός κράτους-μέλους της ΕΕ που δεν έχει υιοθετήσει το ευρώ.

Επιπλέον, τον Αύγουστο του 2020 η ΕΚΤ ξεκίνησε τη συνολική αξιολόγηση δύο συνεταιριστικών τραπεζικών ομίλων της Ιταλίας (Iccrea Banca S.p.A. — Istituto Centrele del Creito Cooperativo και Cassa Centrale Banca — Credito Cooperativo Italiano S.p.A.) και δύο τραπεζών χωρών της Βαλτικής (της εσθονικής Luminor Bank As και της λιθουανικής Akcinė bendrovė Šiaulių bankas). Η αξιολόγηση αναμένεται να ολοκληρωθεί περί τα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 2021.

2.1.2 Διαδικασίες αδειοδότησης

Το 2020 συνολικά 3.385 διαδικασίες αδειοδότησης κοινοποιήθηκαν στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ

Αριθμός διαδικασιών

Το 2020 συνολικά 3.385 διαδικασίες χορήγησης αδειών κοινοποιήθηκαν στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ (Πίνακας 3). Οι εν λόγω κοινοποιήσεις περιλάμβαναν 28 αιτήματα χορήγησης άδειας λειτουργίας, 18 ανακλήσεις αδειών λειτουργίας, 49 λήξεις άδειας, 101 περιπτώσεις απόκτησης ειδικών συμμετοχών, 361 διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου και 2.828 διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας[46] (ατομικές αξιολογήσεις διοικητικών στελεχών και μελών εποπτικών οργάνων, προσώπων που είναι επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών και διευθυντών υποκαταστημάτων τρίτων χωρών).

Πίνακας 3

Διαδικασίες χορήγησης αδειών που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ

Πηγή: ΕΚΤ.

Το 2020 οριστικοποιήθηκαν[47] 1.361 αποφάσεις χορήγησης αδειών. Εξ αυτών, το Εποπτικό Συμβούλιο υπέβαλε 522 σχέδια αποφάσεων που στη συνέχεια ενέκρινε το Διοικητικό Συμβούλιο. Οι υπόλοιπες 839 εγκρίθηκαν από ανώτερα διοικητικά στελέχη με βάση το πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων[48]. Αυτές οι 1.361 αποφάσεις αντιστοιχούν στο 56,6% του συνόλου των εποπτικών αποφάσεων που έλαβε η ΕΚΤ.

Ο αριθμός των διαδικασιών αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας υποχώρησε ελαφρά σε σχέση με το 2019

Ο αριθμός των διαδικασιών αξιολόγησης καταλληλότητας, καθώς και ο αριθμός των κοινών διαδικασιών χορήγησης άδειας λειτουργίας, ειδικών συμμετοχών και ενιαίου διαβατηρίου, μειώθηκαν ελαφρώς σε σχέση με το 2019.

Εξελίξεις στις κοινές διαδικασίες

Το 2020 κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ λιγότερες κοινές διαδικασίες σε σύγκριση με το 2019, καθώς ορισμένες εξαγορές και σχέδια ίδρυσης τραπεζών ανεστάλησαν λόγω της μακροοικονομικής αβεβαιότητας που συνδέεται με την κρίση COVID‑19. Σε λίγες διαδικασίες ειδικών συμμετοχών, οι αιτούντες αποφάσισαν να αποσύρουν τις κοινοποιήσεις τους αφού είχαν ήδη υποβάλει το πρώτο σχέδιο, είτε λόγω του αβέβαιου μακροοικονομικού περιβάλλοντος το 2020 είτε για ειδικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων όπου οι εποπτικές αρχές εξέφρασαν αμφιβολίες ή προβληματισμούς κατά την αρχική αξιολόγηση.

Η συντριπτική πλειονότητα των διαδικασιών χορήγησης άδειας λειτουργίας το 2020 αφορούσε την ίδρυση νέων ΛΣΙ. Όπως και τα προηγούμενα έτη, οι δύο κύριοι παράγοντες που οδήγησαν σε αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας νέων τραπεζών ήταν η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και η αυξανόμενη χρήση ψηφιακών καινοτομιών για την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες που εδρεύουν στην ΕΕ (επιχειρηματικά μοντέλα χρηματοοικονομικής τεχνολογίας – FinTech).

Οι διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας που αφορούσαν ΣΙ οφείλονταν κατά κύριο λόγο σε οργανωτική αναδιάρθρωση ή σε ανάγκη επέκτασης της άδειας μιας τράπεζας ώστε να συμπεριλάβει τις πρόσθετες ρυθμιζόμενες δραστηριότητες που σχεδιάζει η εν λόγω τράπεζα. Δύο διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας ΣΙ αφορούσαν περιπτώσεις σημαντικού εταιρικού μετασχηματισμού: και στις δύο περιπτώσεις έγινε απόσχιση δραστηριοτήτων (hive down) και όλες οι τραπεζικές υπηρεσίες μεταβιβάστηκαν στις νεοσυσταθείσες οντότητες.

Οι διαδικασίες ανάκλησης αδειών αφορούσαν κυρίως τράπεζες που διέκοψαν οικειοθελώς την επιχειρηματική τους δραστηριότητα ή που υπέστησαν συγχώνευση ή άλλου είδους αναδιάρθρωση. Σε αυτό το πλαίσιο, το ήμισυ περίπου των διαδικασιών ανάκλησης αφορούσε παραίτηση από την άδεια λειτουργίας.

Οι περισσότερες διαδικασίες ειδικών συμμετοχών που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ το 2020 αφορούσαν περιπτώσεις εσωτερικής αναδιοργάνωσης της μετοχικής σύνθεσης των εποπτευόμενων ιδρυμάτων. Αυτές οι εσωτερικές αναδιοργανώσεις επιδίωκαν κυρίως την απλοποίηση της διάρθρωσης του ομίλου ή/και τη μείωση του κόστους. Ένας μικρός αριθμός διαδικασιών αφορούσε την απόκτηση συμμετοχών σε ΣΙ από κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity) ή άλλες εποπτευόμενες οντότητες, αν και δεν παρατηρήθηκε κάποια σαφής τάση σε σύγκριση με το 2019. Οι διαδικασίες που ξεκίνησαν προς τα τέλη του 2020 υποδηλώνουν ότι οι εποπτευόμενες οντότητες επιδιώκουν ολοένα περισσότερο να επιτύχουν ισχυρή θέση στην αγορά ή να ενισχύσουν την ήδη ηγετική θέση τους στην αγορά συγκεκριμένων χωρών μέσω συγχωνεύσεων με άλλες εποπτευόμενες οντότητες. Ωστόσο, παρά τη διαφαινόμενη τάση μετασχηματισμού και τη δυναμική στην κατεύθυνση της ενεργητικής ενοποίησης, η δραστηριότητα διασυνοριακών εξαγορών και συγχωνεύσεων ήταν περιορισμένη.

Η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ χειρίστηκαν 322‑διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου. Μετά την πολυμερή συμφωνία για την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στην ΕΚΤ και τις αρχές που είναι αρμόδιες για θέματα ξεπλύματος χρήματος και καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΞΧ/ΧΤ), πλέον υπάρχει ένα ειδικό καθεστώς κοινοποίησης των διαδικασιών ενιαίου διαβατηρίου στις εν λόγω αρχές.

Εξάλλου, μετά την αναδιοργάνωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ τον Οκτώβριο του 2020, όλες οι κοινές διαδικασίες αξιολογούνται πλέον από το ανασχεδιασμένο Τμήμα Χορήγησης Αδειών. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ακόμη μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ των διαδικασιών που αφορούν ΣΙ ή ΛΣΙ. Το Τμήμα Χορήγησης Αδειών είναι επίσης υπεύθυνο για τις διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου, για την αξιολόγηση σημαντικότητας και για την επικαιροποίηση του καταλόγου των εποπτευόμενων οντοτήτων.

Εταιρίες επενδύσεων και (μικτές) εταιρίες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

Σε συνεργασία με τις ΕΑΑ, η ΕΚΤ ξεκίνησε την προετοιμασία για το επερχόμενο πλαίσιο χορήγησης άδειας λειτουργίας σε εταιρίες επενδύσεων

Σε συνεργασία με τις ΕΑΑ, η ΕΚΤ ξεκίνησε την προετοιμασία για το επερχόμενο πλαίσιο χορήγησης αδειών σε εταιρίες επενδύσεων. Το νέο κανονιστικό πλαίσιο για την εποπτεία των εταιριών επενδύσεων θα τεθεί σε ισχύ τον Ιούνιο του 2021 (άρθρο 4(1)(1)(β) του CRR σε συνδυασμό με το άρθρο 8α της CRD). Αυτό το νέο πλαίσιο ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια εταιρία επενδύσεων μπορεί να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα. Η ανάγκη λήψης άδειας βασίζεται σε ποιοτικά (δραστηριότητες) και ποσοτικά κριτήρια (αξία ενεργητικού), είτε σε ατομική βάση είτε σε επίπεδο ομίλου. Εναλλακτικά, χρησιμοποιώντας τη διακριτική ευχέρεια που προβλέπει το πλαίσιο, ο φορέας ενοποιημένης εποπτείας μπορεί να αποφασίσει ότι μια εταιρία επενδύσεων γίνεται πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια.

Το άρθρο 21α της CRD εισήγαγε ένα νέο καθεστώς εποπτείας για ορισμένες (μικτές) εταιρίες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών[49] που ανήκουν σε εποπτευόμενους ομίλους. Αυτές οι ειδικές (μικτές) εταιρίες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών θα είναι υπεύθυνες να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση του εποπτευόμενου ομίλου προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Για τους σημαντικούς εποπτευόμενους ομίλους, η ΕΚΤ είναι αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας σε αυτές τις ειδικές (μικτές) εταιρίες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή για την εξαίρεσή τους, από την ημερομηνία μεταφοράς του άρθρου 21α της CRD στο εθνικό δίκαιο των κρατών-μελών, που αναμενόταν να είναι η 28η Δεκεμβρίου 2020.

Εξελίξεις στις διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας

Το 2020 στην ΕΚΤ κοινοποιήθηκαν ελαφρώς λιγότερες διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας από ό,τι το 2019. Οι ετήσιες Γενικές Συνελεύσεις ορισμένων τραπεζικών ομίλων αναβλήθηκαν λόγω της κρίσης COVID‑19, οπότε η ΕΚΤ έλαβε πολλές αιτήσεις αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας αργότερα από ό,τι συνήθως.

Περίπου 74% των διαδικασιών καταλληλότητας και επάρκειας που κοινοποιήθηκαν το 2020 αφορούσε μέλη του οργάνου διοίκησης στο πλαίσιο της εποπτικής του αρμοδιότητας. Το υπόλοιπο 26% αφορούσε μέλη του οργάνου διοίκησης στο πλαίσιο της διοικητικής του αρμοδιότητας (23% περίπου), πρόσωπα που είναι επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών (2,6%) και διευθυντές υποκαταστημάτων τρίτων χωρών (0,4%).

Η ΕΚΤ ακολουθεί μια πιο αυστηρή προσέγγιση στις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας, προκειμένου να ενδυναμώσει τη διακυβέρνηση των εποπτευόμενων τραπεζών

Για περίπου 50% των μελών των οργάνων διοίκησης που αξιολογήθηκαν η ΕΚΤ διαπίστωσε ζητήματα ως προς ένα ή περισσότερα κριτήρια καταλληλότητας και επάρκειας. Αυτή η αύξηση κατά 19% σε σχέση με το 2019 αντανακλά την πιο αυστηρή και πιο διεισδυτική προσέγγιση της ΕΚΤ στις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας και τις προσπάθειες ενδυνάμωσης της διακυβέρνησης των εποπτευόμενων τραπεζών. Η ΕΚΤ επέβαλε όρους, υποχρεώσεις ή συστάσεις στα αντίστοιχα ΣΙ για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που διαπιστώθηκαν. Τα συνηθέστερα από αυτά τα ζητήματα σχετίζονταν με την εμπειρία των μελών του ΔΣ, συγκρούσεις συμφερόντων και τον χρόνο που αφιερώνουν για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας που διεξάγει, η ΕΚΤ συνεργάζεται με τις αντίστοιχες ΕΑΑ όσο και με τις ίδιες τις τράπεζες. Συχνά, όταν εκφράζονται αμφιβολίες ή προβληματισμοί σχετικά με την καταλληλότητα ενός υποψηφίου, είτε οι ίδιοι οι υποψήφιοι είτε το ίδρυμα αποφασίζουν να αποσύρουν την αίτηση. Έτσι, οι περιπτώσεις αυτού του είδους δεν καταλήγουν σε αρνητική απόφαση. Το 2020 αποσύρθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο 22 αιτήσεις, αυξημένες κατά 45% έναντι του 2019. Η αύξηση μπορεί και πάλι να αποδοθεί στην αυστηρότερη προσέγγιση στην αξιολόγηση καταλληλότητας και επάρκειας προκειμένου να βελτιωθεί η διακυβέρνηση των τραπεζών που υπάγονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Η ΕΚΤ επίσης διεξήγαγε αρκετές επαναξιολογήσεις το 2020, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις οδήγησαν σε παραιτήσεις μελών διοικητικών συμβουλίων.

Το νέο Τμήμα Καταλληλότητας και Επάρκειας της ΕΚΤ λειτουργεί πλήρως από τον Οκτώβριο του 2020 και το Εποπτικό Συμβούλιο πρόσφατα ενέκρινε μια συνολική δέσμη μέτρων για την περαιτέρω ενίσχυση της εποπτείας καταλληλότητας και επάρκειας εντός του ΕΕΜ.

Πρώτον η ΕΚΤ θα διατυπώνει με μεγαλύτερη διαφάνεια τις εποπτικές προσδοκίες της όσον αφορά την ποιότητα των διοριζόμενων. Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ σχεδιάζει να δημοσιεύσει ένα αναθεωρημένο εγχειρίδιο που θα αντικαταστήσει τον σήμερα ισχύοντα Οδηγό για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας καθώς και ένα νέο ερωτηματολόγιο καταλληλότητας και επάρκειας της ΕΚΤ.

Δεύτερον, η ΕΚΤ θα αυξήσει την επιρροή της στα πρώτα στάδια των αξιολογήσεων καταλληλότητας που, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ορισμένων χωρών, διεξάγονται αφού ο διοριζόμενος αναλάβει την κενή θέση (γνωστές ως εκ των υστέρων αξιολογήσεις). Για να το επιτύχει, η ΕΚΤ σχεδιάζει να εφαρμόσει μια νέα προσέγγιση που θα ενθαρρύνει τις τράπεζες να αποστέλλουν στην ΕΚΤ τις αιτήσεις αξιολόγησης καταλληλότητας των μελών της εκτελεστικής επιτροπής πριν προχωρήσουν στον διορισμό τους.

Τρίτον, κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας ενός μέλους διοικητικού συμβουλίου θα δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην ατομική λογοδοσία, π.χ. σε περιπτώσεις όπου ένας υποψήφιος κατείχε θέσεις σε διοικητικά συμβούλια τραπεζών για τις οποίες υπήρχαν σοβαρά εποπτικά ευρήματα. Ένας υποψήφιος θα πρέπει να είναι ικανός να αμφισβητεί αποφάσεις και να αποφεύγει την αγελαία σκέψη, κι αυτό επειδή τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων δεν θα πρέπει να κρύβονται πίσω από τη συλλογική ευθύνη του συμβουλίου. Αυτοί οι προβληματισμοί θα ενσωματωθούν σε μια νέα προσέγγιση των αξιολογήσεων.

Τέταρτον, η δέσμη θα αποσαφηνίσει τη διαδικασία επαναξιολόγησης της καταλληλότητας. Προς τον σκοπό αυτό η ΕΚΤ θα παρέχει πιο εξειδικευμένες κατευθύνσεις ως προς το πώς η εμφάνιση νέων ουσιωδών γεγονότων και, ειδικότερα, ευρήματα που αφορούν ξέπλυμα χρήματος μπορούν να επηρεάσουν την καταλληλότητα των μελών των συμβουλίων.

Δικτυακή πύλη IMAS

Οι τράπεζες μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν τη δικτυακή πύλη IMAS για να υποβάλλουν τις αιτήσεις αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας

Οι διαδικασίες χορήγησης αδειών απαιτούν εκτενή επικοινωνία ανάμεσα στις τράπεζες και τις εποπτικές αρχές. Προκειμένου να διευκολύνεται αυτή η επικοινωνία και να είναι ταχύτερη και ασφαλέστερη, η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ ανέπτυξαν μια ψηφιακή δικτυακή πύλη, την IMAS. Τώρα οι τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιούν τη διαδικτυακή πύλη για να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους για αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας, να παρακολουθούν την πορεία των αιτήσεών τους και να λαμβάνουν ενημερώσεις. Οι υποψήφιοι θα μπορούν επίσης εύκολα να αναρτούν τα σχετικά δικαιολογητικά.

Αρκετές σημαντικές τράπεζες συμμετείχαν στον σχεδιασμό της δικτυακής πύλης και έλαβαν μέρος στην τρίμηνη σταδιακή υλοποίηση, που ξεκίνησε στις 20 Οκτωβρίου 2020. Αυτή η υποστήριξη ήταν θεμελιώδους σημασίας για την περαιτέρω βελτίωση της δικτυακής πύλης και την προετοιμασία της πλήρους λειτουργίας της για το κοινό στις 27 Ιανουαρίου 2021. Στη διάρκεια του 2021 θα ενταχθούν στην πύλη περισσότερες διαδικασίες, όπως οι διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου, ειδικών συμμετοχών και χορήγησης άδειας λειτουργίας.

Πλαίσιο 4
Η εποπτική προσέγγιση της ΕΚΤ ως προς τις ενοποιήσεις

Οι ενοποιήσεις μπορούν να βοηθήσουν τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ να επιτύχουν οικονομίες κλίμακος, να γίνουν πιο αποτελεσματικές και να βελτιώσουν την ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν τις νέες προκλήσεις, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Η κερδοφορία και η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών ήταν μεταξύ των εποπτικών προτεραιοτήτων της ΕΚΤ για το 2020 και έχουν μεγάλη σημασία για την αύξηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών και της ικανότητάς του να στηρίζουν την οικονομία, και μάλιστα υπό τις συνθήκες της πανδημίας COVID‑19. Ωστόσο, αν και η ενοποίηση μπορεί να αποφέρει οφέλη, ενέχει και κινδύνους που συνδέονται με την εκτέλεσή της και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να δημιουργήσει δυσχέρειες στη δυνατότητα εξυγίανσης, κάτι που επίσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Κατάρτιση οδηγού της ΕΚΤ για την εποπτική προσέγγιση όσον αφορά τις ενοποιήσεις

Το 2020 η ΕΚΤ κατάρτισε σχέδιο οδηγού για την εποπτική προσέγγιση όσον αφορά τις ενοποιήσεις στον τραπεζικό κλάδο (εφεξής "ο Οδηγός") προκειμένου να αποσαφηνίσει την εποπτική της προσέγγιση σε σχέδια ενοποίησης που αφορούν τράπεζες στα συμμετέχοντα κράτη-μέλη. Η κίνηση αυτή αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ να αυξήσει τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα της εποπτικής διαδικασίας.[50] Ο Οδηγός καθορίζει τις εποπτικές προσδοκίες όσον αφορά το επιχειρησιακό σχέδιο, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, το πλαίσιο διακυβέρνησης, τα εσωτερικά υποδείγματα και τα συστήματα πληροφορικής των νέων οντοτήτων και περιγράφει πώς θα χρησιμοποιηθεί το εποπτικό πλαίσιο για να αξιολογηθούν τα σχέδια ενοποίησης.

Ο Οδηγός καλεί τα ιδρύματα που προτίθενται να προχωρήσουν σε διαδικασία ενοποίησης να συνεργάζονται με την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ από ένα πρώιμο στάδιο, ει δυνατόν πριν ανακοινώσουν δημόσια την πρόθεσή τους αυτή. Η ΕΚΤ θα χρησιμοποιεί τα εποπτικά της εργαλεία για να διευκολύνει τα σχέδια ενοποίησης που κρίνονται βιώσιμα. Αυτά πρέπει να βασίζονται σε ένα αξιόπιστο επιχειρησιακό σχέδιο και σχέδιο ενσωμάτωσης, να διαφυλάσσουν ή να βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου και να τηρούν υψηλά πρότυπα διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων. Όλα τα σχέδια ενοποίησης θα συνεχίσουν να αξιολογούνται ανά περίπτωση και σε όλες τις περιπτώσεις θα παρακολουθείται στενά η υλοποίηση του σχεδίου ενσωμάτωσης προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η νεοϊδρυθείσα οντότητα συγκλίνει με ταχύ ρυθμό προς τις τυποποιημένες εποπτικές δραστηριότητες. Σε περίπτωση σαφούς απόκλισης από το σχέδιο ενσωμάτωσης θα λαμβάνονται άμεσα εποπτικά μέτρα. Η ΕΚΤ θα συνεργάζεται με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και τις αρμόδιες αρχές μακροπροληπτικής πολιτικής για να αξιολογεί τυχόν ζητήματα που θα αφορούν τη δυνατότητα εξυγίανσης και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Σύμφωνα με την εξειδικευμένη εποπτική προσέγγιση και εφόσον΄το σχέδιο ενοποίησης έχει κριθεί βιώσιμο, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις της νεοϊδρυθείσας οντότητας θα βασίζονται κατ’ αρχήν στον σταθμικό μέσο όρο των κεφαλαιακών απαιτήσεων του Πυλώνα 2 των συγχωνευόμενων τραπεζών και των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 πριν από την ενοποίηση. Προς τα επάνω ή προς τα κάτω προσαρμογές μπορούν να γίνουν ανά περίπτωση, προκειμένου να αντανακλώνται οι κίνδυνοι ή τα οφέλη της ενοποίησης. Τυχόν λογιστική αρνητική υπεραξία, εφόσον έχει επαληθευθεί, θα αναγνωρίζεται από την σκοπιά της προληπτικής εποπτείας. Η ΕΚΤ αναμένει ότι η αρνητική υπεραξία που αντανακλά την ύπαρξη αδυναμιών στη νέα οντότητα θα χρησιμοποιείται για να αυξηθεί η βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναμένει ότι τα κέρδη από την αρνητική υπεραξία δεν θα διανέμονται στους μετόχους της νέας οντότητας μέχρις ότου διαπιστωθεί με βεβαιότητα η βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου.

Ο Οδηγός επίσης καθορίζει τους όρους με τους οποίους η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα επιτρέπει προσωρινά στη νέα οντότητα να χρησιμοποιεί τα υπάρχοντα εσωτερικά υποδείγματα των συγχωνευμένων οντοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβάλει αξιόπιστο και συγκεκριμένο μεταβατικό σχέδιο (roll-out plan).

Δημόσια διαβούλευση για τον Οδηγό της ΕΚΤ για την εποπτική προσέγγιση των ενοποιήσεων στον τραπεζικό κλάδο

Την 1η Ιουλίου 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε προς διαβούλευση[51] το σχέδιο του Οδηγού της ΕΚΤ για την εποπτική προσέγγιση των ενοποιήσεων στον τραπεζικό κλάδο, προκειμένου να λάβει σχόλια από τους συμμετέχοντες στην αγορά και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Η διαβούλευση έληξε την 1η Οκτωβρίου 2020. Μεταξύ των συμμετεχόντων στη δημόσια διαβούλευση ήταν τράπεζες, λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δικηγορικές εταιρείες, ενώσεις του κλάδου, επενδυτές και αναλυτές, πανεπιστημιακοί και ερευνητικά ιδρύματα, οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, εταιρίες συμβούλων και ορισμένοι δημόσιοι οργανισμοί. Ο οριστικός Οδηγός, που έχει λάβει υπόψη τα σχόλια που υποβλήθηκαν, δημοσιεύθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2021.


2.2 Αναφορά παραβάσεων, επιβολή συμμόρφωσης και επιβολή κυρώσεων

2.2.1 Επιβολή συμμόρφωσης και κυρώσεων

Η ΕΚΤ χειρίστηκε οκτώ διαδικασίες το 2020, τέσσερις εκ των οποίων ολοκληρώθηκαν με την έκδοση ενιαίας Απόφασης της ΕΚΤ

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ και τον Κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ, ο καταμερισμός των εξουσιών επιβολής συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων μεταξύ της ΕΚΤ και των ΕΑΑ εξαρτάται από τη φύση της πιθανολογούμενης παράβασης, τα πρόσωπα που ευθύνονται και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν (βλ. Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2014). Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, οι κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΚΤ εντός του πεδίου των εποπτικών καθηκόντων της δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία. Οι κυρώσεις που επιβάλλουν οι ΕΑΑ κατόπιν αιτήματος της ΕΚΤ δημοσιεύονται στον ίδιο δικτυακό τόπο.

Το 2020 η ΕΚΤ χειρίστηκε οκτώ διαδικασίες επιβολής κυρώσεων που είχαν ξεκινήσει το 2019 (Πίνακας 4). Όλες οι διαδικασίες σχετίζονταν με πιθανολογούμενες παραβάσεις εκ μέρους πέντε ΣΙ, διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που έχει ευθεία εφαρμογή (συμπεριλαμβανομένων κανονισμών και αποφάσεων της ΕΚΤ). Τέσσερις από τις οκτώ διαδικασίες ολοκληρώθηκαν το 2020 μέσω ενιαίας απόφασης της ΕΚΤ, λόγω των θεμάτων αναλογικότητας που αφορούσαν τις εν λόγω διαδικασίες. Οι υπόλοιπες τέσσερις διαδικασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη στο τέλος του έτους.

Πίνακας 4

Δραστηριότητα επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων της ΕΚΤ το 2020

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τέσσερις διαδικασίες περατώθηκαν με ενιαία απόφαση της ΕΚΤ.

Μετά από προηγούμενα αιτήματα για έναρξη διαδικασιών και αφού αξιολόγησαν τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο, το 2020 οι οικείες ΕΑΑ επέβαλαν πρόστιμα ύψους 6,8 εκατ. ευρώ

Μετά από προηγούμενα αιτήματα της ΕΚΤ για έναρξη διαδικασιών και αφού αξιολόγησαν τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο, το 2019 οι οικείες ΕΑΑ επέβαλαν τρία πρόστιμα ύψους 6,8 εκατ. ευρώ το 2020.

Λεπτομερέστερη ανάλυση ανά θέμα των πιθανολογούμενων παραβάσεων που υπόκεινται σε διαδικασίες συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων οι οποίες διεξήχθησαν το 2020 από την ΕΚΤ παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 26. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα, οι διαδικασίες αφορούσαν κυρίως κεφαλαιακές απαιτήσεις και μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα.

Διάγραμμα 26

Πιθανολογούμενες παραβάσεις που υπόκεινται σε διαδικασίες επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων

Πηγή: ΕΚΤ.

Εάν η ΕΚΤ έχει εύλογες υπόνοιες ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα, ζητά από την οικεία ΕΑΑ να παραπέμψει το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές για διερεύνηση και ενδεχόμενη ποινική δίωξη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Σε αυτό το πλαίσιο, το 2020 υποβλήθηκαν στις οικείες ΕΑΑ τρία τέτοια αιτήματα.

2.2.2 Μηχανισμός καταγγελίας παραβάσεων

Το 2020 η ΕΚΤ έλαβε 208 καταγγελίες παραβάσεων, αύξηση κατά 56% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος

Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Κανονισμού ΕΕΜ, η ΕΚΤ έχει καθήκον να διασφαλίζει ότι υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο να καταγγείλει παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ (πρόκειται για τη λεγόμενη “διαδικασία πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος ή καταγγελίας παραβάσεων – whistleblowing”). Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ δημιούργησε μηχανισμό καταγγελίας παραβάσεων, ο οποίος περιλαμβάνει μια προδιαμορφωμένη διαδικτυακή πλατφόρμα που είναι προσβάσιμη μέσω του δικτυακού τόπου της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ.

Η ΕΚΤ εγγυάται την πλήρη εμπιστευτικότητα των αναφορών παραβάσεων που υποβάλλονται μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας ή με άλλους τρόπους (π.χ. με ηλεκτρονικό μήνυμα ή επιστολή) και λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.

Το 2020 η ΕΚΤ έλαβε 208 καταγγελίες, αυξημένες κατά 56% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Από αυτές, 126 αφορούσαν πιθανολογούμενες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ, εκ των οποίων κρίθηκε ότι 113 εμπίπτουν στην εποπτική αρμοδιότητα της ΕΚΤ και 13 στην αρμοδιότητα των ΕΑΑ. Οι υπόλοιπες αφορούσαν κυρίως πιθανολογούμενες παραβάσεις που δεν σχετίζονταν με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας (π.χ. προστασία καταναλωτών) και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού αναφοράς παραβάσεων.

Οι συνηθέστερες περιπτώσεις αναφοράς πιθανολογούμενων παραβάσεων αφορούσαν ζητήματα διακυβέρνησης (76,9%) και ανεπαρκούς υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων (5%). Πλήρης ανάλυση παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 27. Τα ζητήματα διακυβέρνησης αφορούσαν κυρίως τη διαχείριση κινδύνων και τους εσωτερικούς ελέγχους, τις λειτουργίες του οργάνου διοίκησης, τις απαιτήσεις καταλληλότητας και επάρκειας των διοικητικών στελεχών και την οργανωτική δομή.[52]

Διάγραμμα 27

Πιθανολογούμενες παραβάσεις που αναφέρθηκαν μέσω του μηχανισμού καταγγελίας παραβάσεων

(ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Οι πληροφορίες που αναφέρθηκαν μέσω του μηχανισμού τέθιηκαν υπόψη των αρμόδιων Μικτών Εποπτικών Ομάδων Η ΕΚΤ έλαβε καταλλήλως υπόψη τις πληροφορίες (π.χ. υπολογίστηκε η επίδραση στο προφίλ κινδύνου των εποπτευόμενων οντοτήτων) και ανέλαβε περαιτέρω ενέργειες στο πλαίσιο των εποπτικών της καθηκόντων. Οι κύριες διερευνητικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν το 2020 σε σχέση με τις υποβληθείσες αναφορές παραβάσεων της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ ήταν, μεταξύ άλλων, οι εξής:

  • εσωτερική αξιολόγηση με βάση τα υπάρχοντα έγγραφα (75% των περιπτώσεων),
  • αίτημα για εσωτερική επιθεώρηση ή επιτόπιο έλεγχο (23% των περιπτώσεων),
  • αίτημα προς την εποπτευόμενη οντότητα για υποβολή εγγράφων ή παροχή εξηγήσεων (2% των περιπτώσεων).

3 Συμβολή στη διαχείριση κρίσεων

3.1 Σχέσεις με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) συνέχισαν τη στενή τους συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ προσκαλούσε τον Πρόεδρο του ΕΣΕ να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του που αφορούσαν θέματα σχετικά με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του ΕΣΕ, ενώ εκπρόσωπος της ΕΚΤ συμμετείχε ως παρατηρητής στις εκτελεστικές συνεδριάσεις και τις συνόδους της ολομέλειας του ΕΣΕ. Επιπλέον, υπήρξαν τακτικές ανταλλαγές μεταξύ των Προέδρων και διευθυντικών στελεχών της ΕΚΤ και του ΕΣΕ για θέματα διαχείρισης κρίσεων και διευθετήσεις για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ΕΚΤ και ΕΣΕ. Τέλος, σύμφωνα με το Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΣΕ, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ κοινοποίησε στο ΕΣΕ ένα σύνολο σχετικών δεδομένων και πληροφοριών, συμβάλλοντας έτσι στην ελάφρυνση του φόρτου που συνδέεται με την υποβολή στοιχείων από τις τράπεζες.

Σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο, το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμβουλεύθηκε το ΕΣΕ επί 96 σχεδίων ανάκαμψης που υπέβαλαν ΣΙ τα οποία εμπίπτουν στην ενοποιημένη εποπτεία της ΕΚΤ. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έλαβε υπόψη τα σχόλια του ΕΣΕ κατά την αξιολόγηση αυτών των σχεδίων ανάκαμψης και την κατάρτιση των δικών της σχολίων προς τις τράπεζες.

Όταν ζητούνται οι συμβουλές της επί σχεδίων εξυγίανσης του ΕΣΕ, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ σχολιάζει από τη σκοπιά της εποπτικής αρχής και υπό το πρίσμα της δυνατότητας του εκάστοτε ιδρύματος να συνεχίσει τη λειτουργία του

Επιπλέον το ΕΣΕ ζήτησε τη συμβουλή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ επί 100 σχεδίων εξυγίανσης. Περιλαμβανόταν ο καθορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (minimum requirement for own funds and eligible liabilities – MREL), αξιολογήσεις δυνατότητας εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, αποφάσεις για τη χορήγηση απαλλαγής από την MREL σε θυγατρικές εταιρίες της υπό εξυγίανση οντότητας. Τα σχόλια της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ προς το ΕΣΕ επικεντρώθηκαν στις πιθανές επιδράσεις των σχεδίων εξυγίανσης στη δυνατότητα των τραπεζών να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.

Το 2020 η ΕΚΤ και το ΕΣΕ συμμετείχαν σε δύο ασκήσεις προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης που στόχο είχαν (α) να ελέγξουν τον συντονισμό και την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές πριν και κατά τη διάρκεια της εξυγίανσης και (β) να ενισχύσουν την κατανόηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και λειτουργίας της κάθε αρχής σε περιπτώσεις εξυγίανσης.

Η συνεργασία με το ΕΣΕ επίσης περιελάμβανε την ανταλλαγή απόψεων για τη δυνητική βελτίωση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων. Όπως και τα προηγούμενα έτη, το ΕΣΕ ζήτησε επίσης τη γνώμη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης. Και σε αυτή την περίπτωση η αξιολόγηση της ΕΚΤ επικεντρώθηκε στις πιθανές επιπτώσεις στα ΣΙ υπό το πρίσμα της δυνατότητάς τους να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.


3.2 Εργασίες για τον σχεδιασμό προγραμμάτων ανάκαμψης

Σκοπός των σχεδίων ανάκαμψης είναι να διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα των τραπεζών σε σοβαρές χρηματοπιστωτικές εντάσεις

Κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης, η ΕΚΤ εστιάζει κυρίως στην ετοιμότητα και την ικανότητα των τραπεζών να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητά τους σε περιόδους σοβαρών χρηματοπιστωτικών εντάσεων. Έτσι, τα σχέδια πρέπει να περιλαμβάνουν αξιόπιστες επιλογές ανάκαμψης που δύνανται να εφαρμοστούν από τις τράπεζες εγκαίρως. Η χρηματοπιστωτική ένταση που προκλήθηκε από την πανδημία COVID‑19 ανέδειξε τη σημασία των εύρωστων σχεδίων ανάκαμψης ως εργαλείων διαχείρισης κρίσεων.

Η πανδημία είχε σημαντικό αντίκτυπο στις εργασίες της ΕΚΤ σχετικά με τον σχεδιασμό προγραμμάτων ανάκαμψης το 2020. Τον Απρίλιο η ΕΚΤ προσέφερε ουσιαστική λειτουργική ελάφρυνση στις τράπεζες για τα μέρη εκείνα των σχεδίων ανάκαμψής τους που αφορούν μη αμιγώς τραπεζικές εργασίες.[53] Ταυτόχρονα, καθώς η ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κρίσεων είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή διαχείριση χρηματοπιστωτικών εντάσεων, η ΕΚΤ ενθάρρυνε τις τράπεζες να εξετάσουν και να ενισχύσουν τα βασικά στοιχεία των σχεδίων ανάκαμψής τους, όπως τους δείκτες ανάκαμψης, τις επιλογές ανάκαμψης και τη συνολική δυνατότητα ανάκαμψης (ORC)[54], και να τα ενσωματώσουν στα σχέδια ανάκαμψης που θα υπέβαλλαν κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2020.

Σημαντικό εύρημα της ΕΚΤ ύστερα από την ανάλυση των επιπτώσεων της COVID‑19 στις επιλογές ανάκαμψης και τη συνολική δυνατότητα ανάκαμψης των τραπεζών, αλλά και στην ικανότητά τους να αντιδρούν σε ένα τόσο εξαιρετικό γεγονός, με βάση τα σχέδια ανάκαμψής τους για το 2019, ήταν ότι οι εξελίξεις λόγω της πανδημίας θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τη συνολική δυνατότητα ανάκαμψης των τραπεζών. Εάν δεν είναι εφικτή η άντληση κεφαλαίων και η πώληση θυγατρικών λόγω αρνητικών συνθηκών στην αγορά, η συνολική δυνατότητα ανάκαμψης των τραπεζών μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 60% (Διάγραμμα 28). Τα ευρήματα είναι παρόμοια για τη ρευστότητα καθώς, αν η χρηματοδότηση χονδρικής καταστεί μη διαθέσιμη σε περίπτωση κρίσης, η ικανότητα ανάκτησης ρευστότητας μπορεί να μειωθεί κατά 27%.[55] Επίσης, ορισμένες τράπεζες βασίζονται σε πολύ μικρό αριθμό επιλογών ανάκαμψης. Για το 16% των ΣΙ, το 80% της συνολικής δυνατότητας ανάκαμψής τους βασίζεται στην κύρια επιλογή ανάκαμψής τους.

Η ΕΚΤ επίσης διαπίστωσε ότι η βαθμονόμηση ορισμένων δεικτών δεν ήταν αποτελεσματική για την αντιμετώπιση των πιέσεων λόγω της πανδημίας. Παρά το ότι από την αρχή της πανδημίας έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους δείκτες ανάκαμψης, οι μακροοικονομικοί δείκτες και οι δείκτες που βασίζονται σε δεδομένα των αγορών εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό ιστορικά στοιχεία που δεν επέτρεπαν την έγκαιρη παράβαση των δεικτών.

Έτσι, κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης το 2021, η ΕΚΤ θα επιχειρήσει να εξετάσει κριτικά τις επιλογές ανάκαμψης και τη συνολική δυνατότητα ανάκαμψης, να εντοπίσει τομείς όπου χρειάζεται βελτίωση (π.χ. να είναι πιο εφικτές και λιγότερο χρονοβόρες οι επιλογές) και να ενθαρρύνει τις τράπεζες να συμπεριλάβουν στο πλαίσιο ανάκαμψής τους πιο αξιόπιστους και προοπτικούς δείκτες. Στόχος είναι να διαμορφωθεί μια πιο ρεαλιστική εικόνα της συνολικής δυνατότητας ανάκαμψης υπό σενάρια δυσμενών εξελίξεων και να βελτιωθεί η δυνατότητα χρήσης των σχεδίων ανάκαμψης των τραπεζών σε περιπτώσεις κρίσης.

Διάγραμμα 28

Ικανότητα ανάκαμψης κεφαλαίων σε συνθήκες έντασης λόγω πανδημίας και σύμφωνα με τις αρχικές παραδοχές των τραπεζών

(οριζόντιος άξονας: χρονικό διάστημα σε μήνες, κάθετος άξονας: CET1, σε ποσοστιαίες μονάδες)

Πηγή: Σχέδια ανάκαμψης που υποβλήθηκαν από τα ΣΙ το 2019.
Σημείωση: Η ικανότητα ανάκαμψης κεφαλαίων μετρείται βάσει του δείκτη CET1. Το σενάριο έντασης λόγω της πανδημίας υποθέτει ότι δεν είναι εφικτή η αύξηση κεφαλαίου και η πώληση θυγατρικών λόγω της κρίσης COVID‑19.


3.3 Διαχείριση κρίσεων και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Βελτιώσεις στο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς.

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε στον διάλογο πολιτικής για τη δυνητική βελτίωση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων, κυρίως σε θέματα που αφορούν την τραπεζική εποπτεία και εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν στη μεγαλύτερη ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς.

Σε αυτό το πλαίσιο η ΕΚΤ εξακολούθησε να τονίζει τη σημασία της αποφυγής επικαλύψεων ανάμεσα στα εποπτικά μέτρα και τα μέτρα πρόωρης παρέμβασης και της ενσωμάτωσης των εξουσιών έγκαιρης παρέμβασης της ΕΚΤ σε κανονισμό ΕΕ, οπότε θα έχουν ευθεία εφαρμογή. Επίσης τόνισε την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι μη βιώσιμες τράπεζες που έχουν κριθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας και δεν υπόκεινται σε εξυγίανση θα αποχωρούν από την αγορά σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και ότι θα εκχωρηθεί στις εποπτικές αρχές η εξουσία να ανακαλέσουν τις άδειες λειτουργίας τους σε όλες τις περιπτώσεις.

Στο θέμα της διασυνοριακής ενοποίησης τραπεζικών ομίλων, σε κοινή τους ανάρτηση στο ιστολόγιο[56] ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και ο Edouard Fernandex-Bollo, Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου, έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική κατανομή των πόρων ρευστότητας εντός των τραπεζικών ομίλων, παρέχοντας ταυτόχρονα διασφαλίσεις στις αρχές των χωρών υποδοχής. Η χορήγηση διασυνοριακής απαλλαγής από την ελάχιστη απαίτηση ρευστότητας θα μπορούσε να συνδεθεί με την ύπαρξη επαρκών συμφωνιών ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης που να συμπεριλαμβάνονται στα σχέδια ανάκαμψης των τραπεζικών ομίλων. Σε αυτές τις συμφωνίες η μητρική και οι θυγατρικές θα δεσμεύονται να παρέχουν η μία στην άλλη στήριξη ρευστότητας όταν παραβιάζονται ορισμένοι δείκτες ανάκαμψης. Αυτή η ισχυρότερη σύνδεση με το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου θα προσφέρει πρόσθετη διαβεβαίωση ότι θα υλοποιείται η ενδοομιλική στήριξη, τόσο στο επίπεδο της μητρικής όσο και στο επίπεδο των θυγατρικών, κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης από την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, η οποία θα μπορούσε να έχει την εξουσία να επιβάλλει συμμόρφωση με τις συμφωνίες που προβλέπονται σε αυτά τα σχέδια.

Τέλος, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε στον διάλογο πολιτικής ως προς το πώς οι μη βιώσιμες τράπεζες που επί του παρόντος δεν υπόκεινται σε εξυγίανση θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν καλύτερα με τη χρήση εργαλείων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ή τουλάχιστον με την υιοθέτηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης σε ολόκληρη την τραπεζική ένωση. Μια πιθανή λύση θα ήταν η δημιουργία ενός διοικητικού καθεστώτος εκκαθάρισης των τραπεζών στην ΕΕ που θα συμπληρώνεται από ένα ενιαίο σύστημα ασφάλισης καταθέσεων για την τραπεζική ένωση, κατά το πρότυπο της Federal Deposit Insurance Corporation στις ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται περαιτέρω πρόοδος προς τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων (EDIS), που αποτελεί τον κρίσιμο τρίτο πυλώνα της τραπεζικής ένωσης. Το EDIS θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την προστασία των καταθετών και να στηρίξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, συμβάλλοντας έτσι σε βαθύτερη ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς.

Ο διάλογος πολιτικής και οι προτάσεις που προαναφέρθηκαν ωφελήθηκαν επίσης από συνομιλίες σε επίπεδο τεχνικών και άλλων στελεχών μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΣΕ.[57]


3.4 Διαχείριση κρίσεων για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα

Η διαχείριση μιας κρίσης που αφορά ένα λιγότερο σημαντικό ίδρυμα (ΛΣΙ) απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ της οικείας εθνικής αρμόδιας αρχής (ΕΑΑ), δηλαδή της αρχής που είναι υπεύθυνη για την άμεση εποπτεία του ΛΣΙ, και της ΕΚΤ, στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως φορέα επίβλεψης και του άμεσου ρόλου της για αποφάσεις επί των κοινών διαδικασιών. Ανάγκη για στενότερη συνεργασία ανακύπτει όταν διαπιστωθεί ότι επιδεινώνεται η χρηματοοικονομική κατάσταση ενός ΛΣΙ και ότι αυτό προσεγγίζει το σημείο της μη βιωσιμότητας. Τότε η ΕΚΤ και η ΕΑΑ πρέπει να συνεργαστούν για την πιθανή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, την αξιολόγηση της απόκτησης ή της αύξησης ειδικών συμμετοχών και τη χορήγηση νέων αδειών λειτουργίας (π.χ. για μεταβατικό ίδρυμα).

Μια τέτοια στενή συνεργασία στη διαχείριση κρίσεων που αφορούν ΛΣΙ σκοπό έχει να στηρίξει τόσο τις ΕΑΑ όσο και την ΕΚΤ στα αντίστοιχα καθήκοντά τους και να εξασφαλίσει ότι οι απαραίτητες πληροφορίες είναι διαθέσιμες όταν θα πρέπει να ληφθούν επείγουσες αποφάσεις. Η ανταλλαγή πληροφοριών, οι ενέργειες που αναλαμβάνονται και η συνεργασία μεταξύ ΕΚΤ και ΕΑΑ είναι ανάλογες προς τους κινδύνους που θέτει το ΛΣΙ και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις, λαμβάνοντας επίσης υπόψη λύσεις του ιδιωτικού τομέα που έχουν ήδη εντοπιστεί από την ΕΑΑ.

Το 2020 συγκροτήθηκαν ομάδες συντονισμού της διαχείρισης κρίσεων μεταξύ ΕΚΤ και ΕΑΑ

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2020 η συνεργασία μεταξύ ΕΑΑ και ΕΚΤ χαρακτηρίστηκε από την τακτική και ομαλή ανταλλαγή πληροφοριών. Μεταξύ άλλων, συγκροτήθηκαν ειδικές ομάδες συντονισμού της διαχείρισης κρίσεων αποτελούμενες από στελέχη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ με σκοπό την αποτελεσματική συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ των ιδρυμάτων. Με την ενισχυμένη συνεργασία διασφαλίζεται ότι οι εποπτικές ενέργειες και αποφάσεις λαμβάνονται εγκαίρως και συντονισμένα όποτε χρειάζεται.

Το 2020 οι ΕΑΑ κοινοποίησαν στην ΕΚΤ 12 νέες περιπτώσεις επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης ΛΣΙ. Επιπλέον η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ συνέχισαν να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν πληροφορίες για περίπου 40 ενεργές υποθέσεις επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης ΛΣΙ στις χώρες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Έξι περιπτώσεις πιο σοβαρής επιδείνωσης κρίθηκαν ως περιπτώσεις κρίσης και υπήχθησαν σε ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ ΕΚΤ και ΕΑΑ. Το 2020 επίσης κοινοποιήθηκαν από ΕΑΑ στην ΕΚΤ δέκα περιπτώσεις ανάκλησης άδειας λειτουργίας. Σε επτά από αυτές η ΕΚΤ έλαβε απόφαση για την ανάκληση της άδειας, ενώ οι υπόλοιπες τρεις είναι ακόμη υπό αξιολόγηση.

Μη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, διαρκώς χαμηλή κερδοφορία που οδηγεί σε παράβαση των κανονιστικών απαιτήσεων (π.χ. των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και απαιτήσεων ρευστότητας και των ορίων για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα) και αδυναμίες στα συστήματα διακυβέρνησης (συμπεριλαμβανομένων ανεπαρκών πλαισίων καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος) αποτέλεσαν τις κύριες αιτίες επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης ΛΣΙ το 2020. Επιπλέον η λογιστική απάτη αναδείχθηκε σε ισχυρό παράγοντα επιδείνωσης. Το ξέσπασμα της πανδημίας COVID‑19 και η μεταβλητότητα της αγοράς στις αρχές του 2020 είχαν έντονο αρνητικό αντίκτυπο σε ορισμένα ΛΣΙ, οδηγώντας σε επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης.


4 Διασυνοριακή συνεργασία

4.1 Διεύρυνση του ΕΕΜ μέσω στενής συνεργασίας

Το 2020 θεσπίστηκε στενή συνεργασία με την Bulgarian National Bank και την Hrvatska narodna banka

Τα κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ μπορούν να συμμετέχουν στον ΕΕΜ εάν ζητήσουν την καθιέρωση στενής συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και της εθνικής αρμόδιας αρχής τους (ΕΑΑ). Αυτό εφαρμόστηκε στην πράξη το 2020 όταν η ΕΚΤ καθιέρωσε στενή συνεργασία με την Българска народна банка (Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας) και τη Hrvatska narodna banka, αφού προηγουμένως είχαν ικανοποιηθεί οι απαραίτητες εποπτικές και νομοθετικές προϋποθέσεις.[58] Έτσι αυξάνεται το μέγεθος του ΕΕΜ, καθώς τώρα τα συμμετέχοντα κράτη‑μέλη της ΕΕ ανέρχονται σε 21, και ενισχύεται η πιο ολοκληρωμένη τραπεζική εποπτεία, με συνεπακόλουθη διατήρηση και βάθυνση της εσωτερικής αγοράς.

Η ολοκλήρωση της συνολικής αξιολόγησης αποτέλεσε ορόσημο κατά τη διαδικασία

Η έναρξη της στενής συνεργασίας σηματοδότησε την επιτυχή ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που είχε ξεκινήσει μετά από σχετικά αιτήματα της Βουλγαρίας και της Κροατίας το 2018 και το 2019, αντίστοιχα. Στις 5 Ιουνίου 2020 η ΕΚΤ ανακοίνωσε[59] ότι ολοκλήρωσε τη συνολική αξιολόγηση πέντε κροατικών τραπεζών.[60] Στις 11 Σεπτεμβρίου 2020 η ΕΚΤ ανακοίνωσε[61] ότι πέντε τράπεζες στη Βουλγαρία και οκτώ τράπεζες στην Κροατία κρίθηκαν ως σημαντικά ιδρύματα και ως εκ τούτου υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ.

Από τον Οκτώβριο του 2020 η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των σημαντικών ιδρυμάτων της Βουλγαρίας και της Κροατίας και για τις κοινές διαδικασίες

Εκπρόσωποι των δύο ΕΑΑ έγιναν μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τα υπόλοιπα μέλη και η άμεση εποπτεία των σημαντικών ιδρυμάτων των δύο αυτών κρατών-μελών ξεκίνησε την 1η Οκτωβρίου 2020. Επιπλέον, η ΕΚΤ ανέλαβε την αρμοδιότητα για τις κοινές διαδικασίες όλων των εποπτευόμενων ιδρυμάτων και για την επίβλεψη των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων των δύο χωρών. Στο πλαίσιο της στενής συνεργασίας, η ΕΚΤ διεξάγει τα εποπτικά της καθήκοντα απευθύνοντας οδηγίες στις δύο ΕΑΑ, οι οποίες στη συνέχεια απευθύνουν εποπτικές αποφάσεις στις τράπεζες. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, η Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας και η Hrvatska narodna banka έχουν συνεργαστεί πολύ στενά προκειμένου να διασφαλίσουν την ομαλή ένταξη των δύο ΕΑΑ στον ΕΕΜ.


4.2 Ευρωπαϊκή και διεθνής συνεργασία

4.2.1 Συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές της ΕΕ και με αρχές τρίτων χωρών

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει εκτεταμένη συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές εντός και εκτός ΕΕ

Η ΕΚΤ συνεργάζεται και ανταλλάσει πληροφορίες τακτικά με τις αρχές των κρατών-μελών της ΕΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις της CRD για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών στην ΕΕ. Επίσης διαπραγματεύεται και υπογράφει μνημόνια συνεργασίας με εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνεργάζεται και με αρχές προληπτικής εποπτείας τρίτων χωρών μέσω μνημονίων συνεργασίας, μέσω της συμμετοχής της σε σώματα εποπτών ή μέσω συμφωνιών που συνάπτονται κατά περίπτωση. Μέχρι στιγμής η ΕΚΤ έχει υπογράψει μνημόνια συνεργασίας με 18 εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Το 2020 η ΕΚΤ υπέγραψε μνημόνια συνεργασίας με πέντε εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ένα εκ των οποίων υπογράφηκε με τις τρεις αρχές προληπτικής εποπτείας των ΗΠΑ, δηλαδή το Συμβούλιο Διοικητών της Ομοσπονδιακού Συστήματος Τραπεζών, το Office of the Comptroller of the Currency και το Federal Deposit Insurance Corporation. Αυτά τα μνημόνια καλύπτουν την ανταλλαγή εποπτικών πληροφοριών και άλλες μορφές συνεργασίας που σχετίζονται με την εκτέλεση των καθηκόντων των συμβαλλομένων και αφορούν την προληπτική εποπτεία των τραπεζών και των τραπεζικών οργανισμών στις αντίστοιχες χώρες.

Επιπλέον, προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω το πλαίσιο διαφάνειας και λογοδοσίας, η ΕΚΤ ενέκρινε μια πολιτική δημοσιεύσεων που καλύπτει όλα τα ισχύοντα και μελλοντικά εποπτικά μνημόνια συνεργασίας που έχει ήδη υπογράψει ή θα υπογράψει στο μέλλον η ΕΚΤ ως αρχή προληπτικής εποπτείας. Η ΕΚΤ εργάζεται για την εφαρμογή αυτής της νέας πολιτικής.

Τέλος, μετά την εσωτερική αναδιοργάνωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, από την 1η Οκτωβρίου 2020 έχει δημιουργηθεί στη Γραμματεία της Γενικής Διεύθυνσης Διακυβέρνησης και Λειτουργιών του ΕΕΜ ένα εξειδικευμένο τμήμα λογοδοσίας και συνεργασίας. Μεταξύ άλλων, το νέο τμήμα είναι επιφορτισμένο με τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη μνημονίων συνεργασίας και τον χειρισμό ειδικών αιτημάτων για την ανταλλαγή πληροφοριών με ευρωπαϊκές αρχές και αρχές χωρών εκτός ΕΕ.

4.2.2 Προγράμματα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα του ΔΝΤ

Τα Προγράμματα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα του ΔΝΤ (FSAP) αποτελούν ολοκληρωμένες, εις βάθος αξιολογήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα μιας χώρας.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εφάρμοσε πολλές από τις συστάσεις του FSAP του ΔΝΤ για τη ζώνη του ευρώ

Το FSAP που διενέργησε το ΔΝΤ το 2018 για τη ζώνη του ευρώ εξέτασε την αρχιτεκτονική τραπεζικής εποπτείας και εξυγίανσης στη ζώνη του ευρώ. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει ήδη ενσωματώσει πολλές από τις συστάσεις του ΔΝΤ στις εποπτικές πρακτικές της, ενώ οι συννομοθέτες της ΕΕ ήδη εξετάζουν τις συστάσεις που απαιτούν τροποποίηση στο δίκαιο της ΕΕ.

Τα εθνικά FSAP δεν περιλαμβάνουν αξιολογήσεις της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας

Το 2020 το ΔΝΤ ολοκλήρωσε τα εθνικά FSAP για την Αυστρία και την Ιταλία, και συνέχισε τις εργασίες για το FSAP της Λεττονίας. Αυτά τα εθνικά FSAP αξιολογούν θέματα εκτός του τραπεζικού τομέα (όπως είναι τα εθνικά πλαίσια ασφάλισης και μακροπροληπτικής πολιτικής) και διεξάγουν ολιστική αξιολόγηση των τραπεζικών θεμάτων, ιδιαίτερα όσων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών που εποπτεύουν λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ) ή πτυχών που συνδέονται με την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Η ΕΚΤ συμμετέχει στις εθνικές διαβουλεύσεις βάσει του άρθρου IV του ΔΝΤ

Η συμμετοχή της ΕΚΤ στις εθνικές διαβουλεύσεις βάσει του άρθρου IV του ΔΝΤ για χώρες που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία αφορά μικροπροληπτικά και μακροπροληπτικά θέματα, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες της ΕΚΤ στους εν λόγω τομείς.

Μετά το ξέσπασμα της COVID-19, το ΔΝΤ ανέστειλε τις εργασίες του επί των FSAP και τις διαβουλεύσεις βάσει του άρθρου ΙV. Το ΔΝΤ προγραμματίζει σταδιακή επανέναρξη των εν λόγω δραστηριοτήτων του και η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να συμμετέχει σε αυτό το έργο, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές της.


4.3 Συμβολή στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού και διεθνούς κανονιστικού πλαισίου

4.3.1 Συμβολή στο έργο του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε ενεργά στο έργο του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Το 2020 το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ) κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να συμφωνηθεί σε διεθνές επίπεδο μια ταχεία και συντονισμένη παρέμβαση για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτει η πανδημία COVID‑19 στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, έτσι ώστε να υποστηριχθεί η αδιάλειπτη ροή χρηματοδότησης και η παροχή άλλων κρίσιμων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς την πραγματική οικονομία.

Ως μέλος του ΣΧΣ, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε ενεργά στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας καθώς και στην υλοποίηση σημαντικών οροσήμων της Προεδρίας του G‑20 (της Ομάδας των 20). Μεταξύ των έργων ήταν η σύνθεση των μέτρων που έχουν λάβει οι χώρες του G‑20, η αναγνώριση των πιο αποτελεσματικών μέτρων πολιτικής και η ανάλυση της ευελιξίας των προτύπων και της συνέπειας των μέτρων πολιτικής με τα διεθνή πρότυπα.

Πέρα από τα θέματα που σχετίζονται με την πανδημία, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε επίσης στο γενικότερο πρόγραμμα εργασιών του ΣΧΣ, όπως (α) ο ετήσιος προσδιορισμός των παγκοσμίως συστημικά σημαντικών τραπεζών σε συνεργασία με την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, (β) η ολοκλήρωση της δέσμης εργαλείων για τις αποτελεσματικές πρακτικές αντιμετώπισης συμβάντων στον κυβερνοχώρο και ανάκαμψης, (γ) η αξιολόγηση των επιδράσεων των μεταρρυθμίσεων όσον αφορά τα συστημικής σημασίας ιδρύματα (too big to fail), (δ) εποπτικά θέματα που συνδέονται με τη μετάβαση σε νέα και πιο αξιόπιστα επιτόκια αναφοράς σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, (ε) στο πλαίσιο των εργασιών για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των αγορών σε σχέση με διεθνείς τραπεζικούς ομίλους, η εκ των προτέρων τοποθέτηση κεφαλαίων και ρευστότητας στις χώρες υποδοχής και (στ) οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του ΣΧΣ, της Μόνιμης Επιτροπής για την Εφαρμογή Προτύπων και της Μόνιμης Επιτροπής για την Εποπτική και Κανονιστική Συνεργασία, καθώς και στη Συντονιστική Ομάδα Εξυγίανσης και την Περιφερειακή Συμβουλευτική Ομάδα του ΣΧΣ για την Ευρώπη.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να συμβάλλει στο πρόγραμμα εργασίας του ΣΧΣ σε πολλούς τομείς, όπως η απόκριση στην πανδημία, περαιτέρω έργο στο θέμα της ανθεκτικότητας έναντι κυβερνοαπειλών, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης των συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων, η κλιματική αλλαγή, καθώς και η πρόοδος σε θέματα συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών και αναδιάρθρωσης παθητικού (bail-in).

4.3.2 Συμβολή στη διαδικασία της Βασιλείας

Ως μέλος της BCBS η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προώθησε τη διεθνή συνεργασία και το συντονισμό των μέτρων πολιτικής, ακόμη και σε περιόδους κρίσης

Το 2020 η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (Basel Committee on Banking Supervision – BCBS) εργάστηκε για τη διασφάλιση ταχείας και διεθνώς συντονισμένης απόκρισης στην πανδημία COVID‑19. Τα μέλη της BCBS υιοθέτησαν σειρά κανονιστικών και εποπτικών μέτρων για να διασφαλίσουν ότι οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να χορηγούν δάνεια και να προσφέρουν άλλες κρίσιμες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην πραγματική οικονομία, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες με ομαλό τρόπο.[62] Σε αυτό το πλαίσιο, το επιβλέπον όργανο της Επιτροπής της Βασιλείας, η Ομάδα Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών και των Επικεφαλής των Αρχών Εποπτείας (GHOS), ανακοίνωσε αναβολή της εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ προκειμένου να αυξηθεί η λειτουργική ικανότητα των τραπεζών και των αρχών εποπτείας να αντιμετωπίσουν την πανδημία COVID‑19.[63] Η Επιτροπή υιοθέτησε πρόσθετα μέτρα για την ελάφρυνση των οικονομικών επιπτώσεων του κορωνοϊού, κυρίως όσον αφορά τις μεταβατικές ρυθμίσεις σχετικά με τον χειρισμό, για σκοπούς υπολογισμού των εποπτικών κεφαλαίων, της λογιστικής απεικόνισης της αναμενόμενης πιστωτικής ζημίας.[64] Η ΕΚΤ συνεισέφερε ενεργά σε αυτές τις προσπάθειες.

Επιπλέον, η Επιτροπή της Βασιλείας συνέχισε την στρατηγική επανεξέταση με σκοπό την ενίσχυση της ικανότητάς της να αντιμετωπίζει μελλοντικές προκλήσεις και ευκαιρίες. Η επανεξέταση ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2020 και κατόπιν επικυρώθηκε από την GHOS.[65] Κατά τη συμβολή της σε αυτό το έργο, η ΕΚΤ αξιοποίησε την εμπειρία της από άλλα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρουμ και ενθάρρυνε τη BCBS να επικεντρωθεί πιο στρατηγικά στους κυριότερους κινδύνους και στα διδάγματα που έχουν αποκομιστεί.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επίσης συμμετείχε σε τακτικές συζητήσεις πολιτικής, παρέχοντας εμπειρογνωμοσύνη σε ομάδες εργασίας της BCBS, αναπτύσσοντας συνεργασία με μέλη της BCBS εντός της ΕΕ και σε όλο τον κόσμο και προσφέροντας υποστήριξη σε συναφείς αναλύσεις επιπτώσεων. Εκτός από τα θέματα που συνδέονται με την πανδημία, το έργο αυτό περιλάμβανε επίσης (α) την έναρξη διαβούλευσης για τις αρχές που διέπουν τον λειτουργικό κίνδυνο και τη λειτουργική ανθεκτικότητα, (β) μια κοινή έκθεση της BCBS και του ΣΧΣ σχετικά με τις εποπτικές συστάσεις για τη μετάβαση στα νέα επιτόκια αναφοράς και (γ) την οριστικοποίηση των κατευθυντηρίων γραμμών ΞΧ/ΧΤ σχετικά με τη συνεργασία των εποπτικών αρχών.

4.3.3 Συμβολή στο έργο της ΕΑΤ

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολούθησε να συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EAT) για την προώθηση συνεπούς εποπτείας σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα της Ευρώπης και την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Το 2020 αυτό το έργο επικεντρώθηκε κυρίως στην κανονιστική και εποπτική αντιμετώπιση της κρίσης COVID‑19.

Στη διάρκεια της κρίσης COVID‑19 υπήρχε πλήρης ευθυγράμμιση των παρεμβάσεων της ΕΚΤ και της ΕΑΤ.

Η ΕΚΤ και η ΕΑΤ ευθυγράμμισαν πλήρως την παρέμβασή τους προς αντιμετώπιση της κρίσης, όπως αντανακλάται στα μέτρα εποπτικής ελάφρυνσης που ανακοινώθηκαν στις 12, 20 και 27 Μαρτίου και στις θέσεις που εξέφρασε η ΕΑΤ με τις δηλώσεις της στις 12, 25 και 31 Μαρτίου. Η ΕΚΤ στήριξε πλήρως την απόφαση της ΕΑΤ να αναβάλει κατά ένα έτος τη διενέργεια της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και επέκτεινε την αναβολή σε όλα τα ΣΙ που θα συμμετείχαν στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της ΕΚΤ το 2020. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επίσης συνέβαλε στην ανάπτυξη και εν συνεχεία εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ για τα (νομοθετικά και μη) μέτρα αναστολής πληρωμών δανείων εν όψει της κρίσης COVID‑19. Επιπλέον, η ΕΚΤ συνέβαλε στην επικαιροποίηση της απάντησης της ΕΑΤ στο αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παροχή συμβουλών όσον αφορά την εφαρμογή των τελικών μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ υπό το φως των επιπτώσεων της πανδημίας COVID‑19.

Όσον αφορά τη διαδικασία συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης της ΕΑΤ[66], το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ κοινοποίησε στην ΕΑΤ την πρόθεσή της όσον αφορά τις εννέα κατευθυντήριες γραμμές, όπως αποτυπώνεται στον δικτυακό τόπο τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Μέχρι στιγμής η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ενημερώνει σταθερά την ΕΑΤ ότι συμμορφώνεται ή ότι προτίθεται να συμμορφωθεί με όλες τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδει η ΕΑΤ ή η Κοινή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Η ΕΚΤ επίσης συνέβαλε στην επιτυχή ολοκλήρωση δύο πανευρωπαϊκών ασκήσεων διαφάνειας που διεξήχθησαν από την ΕΑΤ το 2020, εξασφαλίζοντας την έγκαιρη παροχή και την ακρίβεια των εποπτικών στοιχείων για τα συμμετέχοντα ΣΙ. Η άσκηση που διεξήχθη την άνοιξη κάλυπτε 93 ΣΙ και παρείχε στους συμμετέχοντες στην αγορά λεπτομερείς πληροφορίες για τη χρηματοοικονομική κατάσταση των τραπεζών στην ΕΕ, όπως είχε στο τέλος του 2019. Η άσκηση που διεξήχθη το φθινόπωρο κάλυπτε 100 ΣΙ και παρείχε στους συμμετέχοντες στην αγορά επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χρηματοοικονομική κατάσταση των τραπεζών στην ΕΕ, που λάμβαναν υπόψη και τις αρχικές επιπτώσεις της κρίσης COVID‑19 στον τραπεζικό τομέα.

Η ΕΚΤ επίσης συνέβαλε σε δύο έργα που ανατέθηκαν στην ΕΑΤ στον τομέα της υποβολής αναφορών. Το πρώτο αφορά την κατάρτιση μελέτης σκοπιμότητας για την ενοποίηση των αναφορών δεδομένων για σκοπούς στατιστικής, δεδομένων και προληπτικής εποπτείας. Κατόπιν διαβούλευσης με το Εποπτικό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) δημοσίευσε τον Σεπτέμβριο τη συμβολή του στην έκθεση της ΕΑΤ.[67] Σύμφωνα με την έκθεση, ένα ενιαίο λεξικό δεδομένων και ένα κοινό υπόδειγμα υποβολής δεδομένων για όλους αυτούς τους σκοπούς είναι προαπαιτούμενα προκειμένου να μειωθεί ο φόρτος των υπόχρεων ιδρυμάτων, να βελτιωθεί η ποιότητα των δεδομένων και να προετοιμαστεί το έδαφος για την περαιτέρω ενοποίηση του πλαισίου υποβολής. Η έκθεση επίσης προτείνει την ίδρυση μιας κοινής επιτροπής που θα αποτελείται από εκπροσώπους των ευρωπαϊκών αρχών και, όπου είναι ενδεδειγμένο, εκπροσώπους του τραπεζικού κλάδου, με αρμοδιότητα να συντονίσει τη διαδικασία ενοποίησης του πλαισίου αναφορών. Το δεύτερο έργο της ΕΑΤ αφορά τη μελέτη του κόστους συμμόρφωσης των τραπεζών προς τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών, σύμφωνα με το άρθρο 430(8) του CRR και έχει στόχο να μειώσει τον φόρτο υποβολής εποπτικών στοιχείων, τουλάχιστον για τα μικρά και μη σύνθετα ιδρύματα. Στη συμβουλή της η ΕΚΤ επισήμανε ότι το προτεινόμενο ενιαίο λεξικό δεδομένων και το κοινό υπόδειγμα στοιχείων θα μειώσουν τον φόρτο υποβολής εποπτικών στοιχείων χωρίς να θίγονται οι ανάγκες πληροφόρησης των εποπτικών αρχών.

Πλαίσιο 5
Η ΕΚΤ και η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος/της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

Αρμόδιες για την εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε θέματα καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΞΧ/ΧΤ) είναι οι εθνικές αρχές. Τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ εξαιρούν ρητώς την εποπτεία ΞΧ/ΧΤ και, σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΕΚΤ δεν μπορεί να ασκήσει αυτό το καθήκον.

Είναι ωστόσο σημαντικό για την ΕΚΤ να συνεκτιμά τα αποτελέσματα της εποπτείας ΞΧ/ΧΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας της. Αυτό συνάδει με τον Κανονισμό ΕΕΜ και τις νέες απαιτήσεις της αναθεωρημένης Οδηγίας για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις που υιοθετήθηκε από τους συννομοθέτες της ΕΕ τον Μάιο του 2019 και έπρεπε να ενσωματωθεί στα εθνικά νομοθετικά πλαίσια μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020.

Βάσει της πολυμερούς συμφωνίας που υπέγραψε η ΕΚΤ και οι εθνικές αρχές εποπτείας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων σε θέματα ΞΧ/ΧΤ σύμφωνα με την πέμπτη Οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[68], η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανταλλάσσει ενεργά πληροφορίες με τις εθνικές αρχές εποπτείας ΞΧ/ΧΤ, τόσο σε τακτική όσο και σε έκτακτη βάση. Για παράδειγμα, οι εποπτικές πληροφορίες που συλλέγονται μέσω των επιτόπιων επιθεωρήσεων αποστέλλονται εφόσον υπάρχουν ευρήματα που κρίνονται συναφή στην αρμόδια αρχή εποπτείας ΞΧ/ΧΤ για την αφορώμενη οντότητα. Και αντίστροφα, οι αρχές ΞΧ/ΧΤ αποστέλλουν στην ΕΚΤ πληροφορίες τις οποίες κρίνουν σημαντικές και αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στον Κανονισμό ΕΕΜ.

Η εσωτερική υπηρεσιακή μονάδα συντονισμού της καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος που δημιουργήθηκε στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ στα τέλη του 2018 διαδραματίζει καίριο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Το μεθοδολογικό πλαίσιο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ έχει ενισχυθεί περαιτέρω τα δύο τελευταία χρόνια προκειμένου να λαμβάνει καλύτερα υπόψη τους κινδύνους ΞΤ/ΧΤ κατά τις εποπτικές διαδικασίες που συνδέονται με τη μη επιτόπια εποπτεία και τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, τις διαδικασίες χορήγησης αδειών και τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας. Οι ΜΕΟ έλαβαν υπόψη τα ευρήματα σχετικά με θέματα ΞΧ/ΧΤ στην ΕΔΕΑ του 2020, ιδίως σε σχέση με την αξιολόγηση της εσωτερικής διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων, του λειτουργικού κινδύνου, των επιχειρηματικών μοντέλων και του κινδύνου ρευστότητας των τραπεζών.

Πρόσφατες κανονιστικές πρωτοβουλίες επίσης στοχεύουν στην περαιτέρω ενίσχυση του πανευρωπαϊκού πλαισίου καταπολέμησης ΞΧ/ΧΤ. Τον Μάιο του 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε σχέδιο δράσης για μια ολοκληρωμένη πολιτική της ΕΕ στον τομέα της πρόληψης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας[69], ενώ τον Νοέμβριο του 2020 το Συμβούλιο υιοθέτησε σχετικά συμπεράσματα. Η συναφής νομοθετική πρόταση της Επιτροπής αναμένεται να δημοσιευθεί το α΄ τρίμηνο του 2021.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα μεριμνήσει για την επανεξέταση και επικαιροποίηση της μεθοδολογίας της μετά την έκδοση των συναφών κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ. Από αυτή την άποψη η ΕΚΤ, ως αρχή προληπτικής εποπτείας, συμμετέχει ενεργά στην ενίσχυση του πλαισίου πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.


5 Οργανωτική δομή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

5.1 Αναδιοργάνωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

5.1.1 Πλαίσιο και στρατηγική κατεύθυνση

Η προηγούμενη οργανωτική δομή επέτρεψε στην ΕΚΤ να καταξιωθεί ως ισχυρή και απαιτητική εποπτική αρχή

Η αρχική οργανωτική δομή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ καθιερώθηκε το 2013, όταν ιδρύθηκε ο ΕΕΜ και ανατέθηκαν στην ΕΚΤ τα καθήκοντα της μακροπροληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ. Όσον αφορά τη στελέχωση, το 2020 οι εγκεκριμένες θέσεις προσωπικού σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ) για την εποπτική λειτουργία της ΕΚΤ ανήλθαν συνολικά σε 1.230,5, αυξημένες κατά 41,5 σε σχέση με το 2019.

Ως προς την ισότιμη εκπροσώπηση των φύλων, το ποσοστό των γυναικών αυξήθηκε από 40,7% σε 41,6% των μόνιμων και με σύμβαση ορισμένου χρόνου υπαλλήλων στις κύριες υπηρεσιακές μονάδες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ το 2020. Το ποσοστό των γυναικών σε θέσεις ευθύνης μειώθηκε ελαφρά και διαμορφώθηκε σε 31,6% το 2020, έναντι 32,2% το 2019. Στο προσωπικό χωρίς θέση ευθύνης η αναλογία των γυναικών αυξήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος από 38,1% σε 40% και στο βοηθητικό προσωπικό μειώθηκε από 98,5% σε 96,8%.

Ενώ η προηγούμενη δομή βοήθησε αποτελεσματικά την ΕΚΤ να εδραιώσει τη φήμη της ως ισχυρή και απαιτητική εποπτική αρχή, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ βρίσκεται πλέον σε διαδικασία μετάβασης προς μια πιο ώριμη φάση οργάνωσης.

Η αναδιοργάνωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2020 είχε τρεις πρωταρχικούς στόχους: (α) να αυξήσει τη συμμετοχή και τη συνεργασία σε όλες τις υπηρεσιακές μονάδες και σε όλα τα επίπεδα ιεραρχίας και να εστιάσει στις στρατηγικές προτεραιότητες και στην αντιμετώπιση των ελλείψεων που έχουν επισημάνει τα διοικητικά και λοιπά στελέχη της τραπεζικής εποπτείας, (β) να απλουστεύσει τις κύριες εποπτικές διαδικασίες και να εξορθολογίσει τις διοικητικές διαδικασίες, ώστε να είναι περισσότερο προσανατολισμένες στους κινδύνους, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την επιβάρυνση που συνεπάγεται η συμμόρφωση για τις τράπεζες και (γ) να ενισχύσει τη διαφάνεια, την προβλεψιμότητα, τη σαφήνεια των εποπτικών ενεργειών και την αποτελεσματική επικοινωνία.

Για την επίτευξη αυτών των πρωταρχικών στόχων, η αναδιοργάνωση επιδίωξε:

  • να αξιοποιήσει συνέργειες και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα συγκεντρώνοντας εξειδικευμένη γνώση και ομαδοποιώντας κατά το δυνατόν τα βασικά καθήκοντα,
  • να προωθήσει τη συνεργασία και την ανταλλαγή γνώσης στο πλαίσιο της καθημερινής εποπτείας συνδυάζοντας τις οριζόντιες και τις ανά ίδρυμα εποπτικές λειτουργίες, π.χ. δημιουργώντας εξειδικευμένες ομάδες εμπειρογνωμόνων,
  • να προωθήσει τη συνέπεια και την αρτιότητα των αποτελεσμάτων καθιερώνοντας κι επίσημα μια δεύτερη γραμμή άμυνας,
  • να ευθυγραμμίσει την έκταση του ελέγχου σε ολόκληρη την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διαρθρώνοντας τις υπηρεσιακές μονάδες με βάση συγκεκριμένες κατευθύνσεις οργανωτικού σχεδιασμού.[70]

Η αναδιοργάνωση, η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς προσφυγή σε εξωτερικούς συμβούλους, ωφελήθηκε από την ισχυρή συμμετοχή των στελεχών της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια εξειδικευμένων εργαστηρίων.

Σχήμα 1

Αναδιοργάνωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

5.1.2 Νέα οργανωτική δομή

Η νέα οργανωτική δομή περιλαμβάνει επτά τομείς δραστηριότητας

Η νέα, υψηλού επιπέδου, οργανωτική δομή, μαζί με τις διευθύνσεις ανά τομέα δραστηριότητας και την κατανομή της εγκεκριμένης δύναμης προσωπικού ανά υπηρεσιακή μονάδα, παρουσιάζεται στη συνέχεια. Κατά την εφαρμογή της νέας δομής, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση της ισχυρής συνεργασίας μεταξύ διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ και των ομολόγων τους στις ΕΑΑ.

Σχήμα 2

Νέα οργανωτική δομή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

Καθημερινές εποπτικές εργασίες

Σύμφωνα με τη νέα δομή, οι καθημερινές εποπτικές εργασίες διενεργούνται συνδυάζοντας τις ανά ίδρυμα και τις οριζόντιες εποπτικές εργασίες. Οι καθημερινές εποπτικές εργασίες επιμέρους τραπεζικών ομίλων και πιστωτικών ιδρυμάτων βασίζονται στη συνεργασία ανάμεσα στις Μικτές Εποπτικές Ομάδες (ΜΕΟ), τις ομάδες επίβλεψης των ΛΣΙ και τις ομάδες εμπειρογνωμόνων οριζόντιων εποπτικών εργασιών.

Εποπτεία ανά ίδρυμα

Τρεις Γενικές Διευθύνσεις είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία επιμέρους ιδρυμάτων: Η Γενική Διεύθυνση Συστημικών και Διεθνών Ιδρυμάτων (DG/SIB), η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων Γενικών Εργασιών και Ιδρυμάτων με Διαφοροποιημένα Χαρτοφυλάκια (DG/UDI) και η Γενική Διεύθυνση Εξειδικευμένων Ιδρυμάτων και Λιγότερο Σημαντικών Ιδρυμάτων (DG/SPL).

Οι εποπτευόμενες τράπεζες και ιδρύματα ομαδοποιούνται ανά επιχειρηματικό μοντέλο για να αυξάνονται οι συνέργειες και να ενισχύεται η αποτελεσματικότητα εντός των ΜΕΟ, καθώς και να διευκολύνεται η ανταλλαγή γνώσης.

Οριζόντια εποπτεία

Η Γενική Διεύθυνση Οριζόντιας Εποπτείας (DG/HOL) είναι αρμόδια για τη διενέργεια οριζόντιων εποπτικών εργασιών (συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κρίσεων), έχοντας ως στόχο την παραγωγή βασισμένων στους κινδύνους αποτελεσμάτων εποπτείας και πολιτικής και ενισχύοντας την υποστήριξη που παρέχουν εμπειρογνώμονες για θέματα κινδύνου προς τις ΜΕΟ και τις ομάδες επίβλεψης των ΛΣΙ. Η συγκέντρωση εμπειρογνωμόνων για θέματα κινδύνου στον συγκεκριμένο τομέα θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια.

Επιτόπιες επιθεωρήσεις και επιθεωρήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων

Όλες οι λειτουργίες που σχετίζονται με τον σχεδιασμό και την εκτέλεση επιτόπιων εποπτικών δραστηριοτήτων – όπως επιτόπιες επιθεωρήσεις (είτε ανά ίδρυμα είτε με συνολικές δράσεις), διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων, έλεγχοι της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και το γραφείο διαχείρισης των συνολικών αξιολογήσεων – συγκεντρώνονται στη Γενική Διεύθυνση Επιτόπιων Επιθεωρήσεων και Επιθεωρήσεων Εσωτερικών Υποδειγμάτων (DG/OMI).

Εποπτική στρατηγική και εποπτικός κίνδυνος

Η Γενική Διεύθυνση Εποπτικών Στρατηγικών και Κινδύνων (D/SSR) περιλαμβάνει τις λειτουργίες ενός γραφείου εποπτικού κινδύνου αποτελώντας τη δεύτερη γραμμή άμυνας, και τις λειτουργίες του στρατηγικού σχεδιασμού και του ορισμού προτεραιοτήτων για την τραπεζική εποπτεία. Αυτά τα καθήκοντα είναι ανεξάρτητα από τις εποπτικές εργασίες που αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας και η Διεύθυνση υπάγεται απευθείας στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου. Η διάρθρωση αυτή εξασφαλίζει την αξιοπιστία που είναι αναγκαία για να υποστηρίζεται ο στρατηγικός σχεδιασμός και ο έλεγχος των εποπτικών αποτελεσμάτων, συνδυάζοντας σε βάθος γνώση του τραπεζικού τομέα, διεξοδική κατανόηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η τραπεζική εποπτεία και υψηλής ποιότητας κριτικές αναλύσεις.

Η Διεύθυνση οφείλει να διασφαλίζει ότι τα βασικά εποπτικά αποτελέσματα ευθυγραμμίζονται προς τις εποπτικές προτεραιότητες και την ανοχή εποπτικού κινδύνου. Αυτό γίνεται συνδυάζοντας εκ των προτέρων αξιολογήσεις ή συμβουλές και εκ των υστέρων αναθεώρηση. Η λειτουργία αυτή συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία ενός εποπτικού οργανισμού που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και εστιάζει στους κινδύνους, με ουσιώδη εποπτική κρίση και εξορθολογισμένες διαδικασίες.

Διακυβέρνηση και λειτουργικό πλαίσιο

Η Γενική Διεύθυνση Διακυβέρνησης και Λειτουργιών του ΕΕΜ (DG/SGO) εποπτεύει τον μεγάλο όγκο διαδικασιών και υπηρεσιών που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση και το λειτουργικό πλαίσιο της εποπτείας.

Η νέα αυτή Γενική Διεύθυνση εκτελεί καθήκοντα που συνήθως ανατίθενται στον Γενικό Διευθυντή. Είναι επιφορτισμένη με μεγάλο αριθμό λειτουργιών που σχετίζονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου και των επιμέρους δομών του, καθώς και με τις διαδικασίες χορήγησης αδειών. Από επιχειρησιακής πλευράς, η Γενική Διεύθυνση επιβλέπει την ανάπτυξη και τη λειτουργία της τεχνολογικής υποδομής της εποπτείας, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών του ΕΕΜ (βλ. Ενότητα 5.7.2). Αρμοδιότητά της είναι επίσης να προωθεί τη συνεργασία εντός της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, να απλουστεύει τις εποπτικές διαδικασίες, να ενθαρρύνει τη διαχείριση της γνώσης, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και να διεξάγει έρευνες για θέματα προληπτικής εποπτείας.

5.1.3 Διαδικασία υλοποίησης

Η κατανομή του προσωπικού υπό τη νέα δομή βασίστηκε σε τρεις αρχές, τις επιχειρησιακές ανάγκες, την επιχειρησιακή συνέχεια και την ισότιμη αντιμετώπιση, με σκοπό τη μετακίνηση ολόκληρων ομάδων, εφόσον αυτό ήταν δυνατόν, για μέγιστη αποτελεσματικότητα και ομαλή μετάβαση των λειτουργιών στη νέα δομή. Μετά την ανακατανομή τους, τα στελέχη είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν ενδιαφέρον για μετακίνηση σε άλλη θέση ή αμοιβαία μετάθεση.

Η νέα οργανωτική δομή τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2020. Εκτός από την αλλαγή της διάρθρωσης και την ανακατανομή των στελεχών, ξεκίνησαν και αρκετές δραστηριότητες διαχείρισης αλλαγών, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, ώστε να προωθηθεί η επιθυμητή αλλαγή της εταιρικής κουλτούρας. Οι αλλαγές συνεχίζονται και βασίζονται σε τρεις κύριους άξονες: δυνατότητα των ανώτερων διοικητικών στελεχών να λειτουργήσουν ως πρότυπα, ενθάρρυνση πρωτοβουλιών από κάτω προς τα επάνω, καλώντας τα μέλη του προσωπικού να γίνουν “φορείς της αλλαγής” και περιοδική μέτρηση της αποτελεσματικότητας των αλλαγών.

5.1.4 Supervisors Connect

1.000 άτομα συμμετείχαν στην εκδήλωση “Supervisors Connect”, εκ των οποίων τα 700 προέρχονταν από ΕΑΑ και ΕθνΚΤ

Η αναδιοργάνωση ήταν ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν στη δεύτερη εκδήλωση “Supervisors Connect”. Αυτή η εκδήλωση σε επίπεδο ΕΕΜ, η οποία διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια, πραγματοποιήθηκε στις 7‑8 Οκτωβρίου 2020.

Η εκδήλωση “Supervisors Connect” διοργανώθηκε για πρώτη φορά το 2018 με στόχο την προώθηση ενός πνεύματος ενότητας εντός της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας και την περαιτέρω διαμόρφωση κοινής εποπτικής κουλτούρας. Η δεύτερη συνάντηση, που αρχικά είχε προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί με φυσική παρουσία στις εγκαταστάσεις της ΕΚΤ τον Απρίλιο του 2020, αναβλήθηκε και προσαρμόστηκε λόγω της πανδημίας. Τελικά πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά μέσω τηλεδιάσκεψης και συγκέντρωσε πάνω από 1.000 στελέχη εποπτείας από την ΕΚΤ, τις ΕΑΑ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ), συμπεριλαμβανομένων στελεχών από τις εποπτικές αρχές της Βουλγαρίας και της Κροατίας που συμμετείχαν για πρώτη φορά. Κύριο θέμα ήταν η ανάλυση των επιτευγμάτων του ΕΕΜ και των διδαγμάτων από την πανδημική κρίση (συμπεριλαμβανομένης της εποπτικής στρατηγικής που θα ακολουθείται στη “νέα κανονικότητα”). Επίσης οι συμμετέχοντες συζήτησαν νέες μορφές συνεργασίας μεταξύ των ΕΑΑ.


5.2 Εκπλήρωση των υποχρεώσεων λογοδοσίας

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ

Η παρούσα Ετήσια Έκθεση συνιστά έναν από τους κύριους διαύλους λογοδοσίας της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, όπως προβλέπει ο Κανονισμός ΕΕΜ. Ο Κανονισμός ορίζει ότι τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ υπόκεινται στις δέουσες υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας. Η ΕΚΤ αποδίδει μεγάλη σημασία στη διατήρηση και πλήρη εφαρμογή του πλαισίου λογοδοσίας, το οποίο προσδιορίζεται λεπτομερώς στη Διοργανική Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ και στο Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Όσον αφορά τις επαφές με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2020, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μέσω τηλεδιάσκεψης λόγω πανδημίας, ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου συμμετείχε σε δύο τακτικές δημόσιες ακροάσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου (5 Μαΐου και 27 Οκτωβρίου) και σε δύο έκτακτες ανταλλαγές απόψεων (14 Ιανουαρίου και 26 Μαρτίου). Οι συζητήσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αφορούσαν κυρίως τα μέτρα που έλαβε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ως αντίδραση στην πανδημία COVID‑19 και τα περιθώρια που παρέχουν στις τράπεζες ώστε να στηρίξουν περαιτέρω τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Άλλα θέματα που συζητήθηκαν ήταν ο αντίκτυπος του Brexit στον τραπεζικό τομέα και η εποπτική προσέγγιση της ΕΚΤ σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ και τη Διοργανική Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ, μετά την πρόταση της ΕΚΤ για τον διορισμό του κ. Frank Elderson ως Αντιπροέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου, ο τελευταίος παρουσιάστηκε σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Κοινοβουλίου στις 25 Ιανουαρίου 2021. Η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπερψήφισε την πρόταση της ΕΚΤ με ψηφοφορία στις 8 Φεβρουαρίου και ο κ. Elderson διορίστηκε με εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ με έναρξη ισχύος στις 24 Φεβρουαρίου 2021.

Το 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε 22 απαντήσεις σε γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε 22 απαντήσεις σε γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί θεμάτων τραπεζικής εποπτείας και, σύμφωνα με την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων προς τα εθνικά κοινοβούλια, οκτώ απαντήσεις σε γραπτές ερωτήσεις μελών των εθνικών κοινοβουλίων. Οι απαντήσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, ερωτήσεις για τα εποπτικά μέτρα που έλαβε η ΕΚΤ προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας COVID‑19, τη σημασία των κινδύνων που συνδέονται με το ξέπλυμα χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας για την προληπτική εποπτεία, τον πιστωτικό κίνδυνο, καθώς και θέματα διακυβέρνησης και συμπεριφοράς στον τραπεζικό τομέα.

Επιπλέον, η ΕΚΤ διαβίβαζε τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως προβλέπει η Διοργανική Συμφωνία.

Η πανδημία COVID‑19 επηρέασε και τη θεματική των σχέσεων με το Συμβούλιο της ΕΕ. Ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου συμμετείχε μέσω τηλεδιάσκεψης σε δύο συνεδριάσεις του Eurogroup το 2020, στις 11 Ιουνίου και στις 3 Νοεμβρίου. Σε αυτές τις συνεδριάσεις, ο Πρόεδρος συμμετείχε σε ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ, ειδικότερα τα εποπτικά μέτρα και τις αποφάσεις που ελήφθησαν για τη στήριξη των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και των τραπεζών στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας.

Επίσης, το 2020 η ΕΚΤ συνέβαλε στους ελέγχους του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) σχετικά με την τραπεζική εποπτεία. Το Μνημόνιο Συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΕΣ το 2019 διευκόλυνε την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δύο ιδρυμάτων στο πλαίσιο των επακόλουθων ενεργειών μετά τους ελέγχους της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ από το ΕΕΣ.

Η ΕΚΤ έλαβε μέτρα ανταποκρινόμενη στα ευρήματα και τις συστάσεις που διατύπωσε το ΕΕΣ στις εκθέσεις ελέγχου

Επιπλέον, η ΕΚΤ συνέχισε τις εργασίες της ανταποκρινόμενη στις συστάσεις της έκθεσης του ΕΕΣ σχετικά με τη διαχείριση κρίσεων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανέπτυξε αναλυτικά σχέδια δράσης και επακόλουθες ενέργειες[71] για την πλειονότητα των οκτώ συστάσεων που εξέδωσε το ΕΕΣ επί διαφόρων θεμάτων, όπως η συνεργασία με εξωτερικούς φορείς, η χρήση των σχεδίων ανάκαμψης στην αναγνώριση και διαχείριση κρίσεων και οδηγίες για τις αξιολογήσεις έγκαιρης παρέμβασης. Συγκεκριμένα, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανέπτυξε περαιτέρω τις οδηγίες της για τις αξιολογήσεις έγκαιρης παρέμβασης και ενίσχυσε τους σχετικούς δείκτες και τα όρια βάσει των οποίων αξιολογείται η δυνητική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης μιας τράπεζας. Όσον αφορά τον σχεδιασμό προγραμμάτων ανάκαμψης, δόθηκε πρόσθετη καθοδήγηση στις εποπτικές αρχές ώστε να προωθηθεί μια συνεπής προσέγγιση μεταξύ τραπεζών με παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας.

Μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΤ, η ΕΚΤ συνεισέφερε περαιτέρω στον έλεγχο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος στον τραπεζικό τομέα από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ). Η ΕΚΤ υπέβαλε επίσης έκθεση στο ΕΕΣ σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να ανταποκριθεί στα ευρήματα και τις συστάσεις της πρώτης έκθεσης του ΕΕΣ σχετικά με τη λειτουργία του ΕΕΜ. Η πρόοδος υλοποίησης των συστάσεων του ΕΕΣ παρακολουθείται τακτικά από την ΕΚΤ, αλλά και το ΕΕΣ αναλαμβάνει ενέργειες παρακολούθησης.


5.3 Διαφάνεια και επικοινωνία

Το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να αξιοποιεί και να επεκτείνει τα εργαλεία και τους διαύλους επικοινωνίας της σε μια προσπάθεια για έγκαιρη, διαφανή και αποτελεσματική διάχυση των πληροφοριών. Δεδομένων των διαφορετικών συνθηκών λειτουργίας που επέβαλε η πανδημία COVID‑19, ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να βρεθούν καινοτόμοι τρόποι επικοινωνίας. Ένας τέτοιος τρόπος ήταν η δημιουργία του ιστολόγιου της εποπτείας (Supervision Blog), όπου εννέα αναρτήσεις του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των εκπροσώπων της ΕΚΤ στο Εποπτικό Συμβούλιο ενημέρωσαν τους ενδιαφερόμενους για τις τελευταίες εξελίξεις και τα εποπτικά μέτρα που έλαβε η ΕΚΤ ως αντίδραση στην πανδημία COVID‑19. Επιπλέον, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επέκτεινε τη χρήση εργαλείων που παρέχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως Twitter threads, Instagram stories και το νέο ECB podcast για να παρουσιάσει τα εποπτικά μέτρα και να εξηγήσει βασικές τραπεζικές έννοιες προς αποδέκτες με διαφορετικά επίπεδα γνώσεων. Η πολυεπίπεδη επικοινωνιακή προσέγγιση της ΕΚΤ έχει στόχο την απήχηση σε ενδιαφερόμενα μέρη με διαφορετικό εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο και διαφορετικά επίπεδα γνώσεων και κατανόησης.

Πέραν της χρήσης νέων εργαλείων επικοινωνίας, το 2020 ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος εκφώνησαν 23 ομιλίες και οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ στο Εποπτικό Συμβούλιο 19 ομιλίες. Όλα τα εν λόγω πρόσωπα συνολικά έδωσαν περισσότερες από 20 προσωπικές συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης και δημοσίευσαν τρία άρθρα γνώμης, το ένα από τα οποία εμφανίστηκε σε 12 εφημερίδες εθνικής εμβέλειας ανά την Ευρώπη. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε 33 δελτία τύπου και 65 άλλα κείμενα, μεταξύ άλλων επιστολές προς μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατευθύνσεις προς τις τράπεζες και τριμηνιαία εποπτικά στατιστικά στοιχεία. Το 2020 δημοσιεύθηκαν επίσης τέσσερα νέα τεύχη του Ενημερωτικού Δελτίου Εποπτείας (Supervision Newsletter), μιας ηλεκτρονικής τριμηνιαίας έκδοσης με περισσότερους από 8.000 συνδρομητές, που παρέχει τακτική πληροφόρηση και ενημερώσεις σχετικά με εν εξελίξει εποπτικά έργα, ευρήματα και αναφορές.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε επίσης τα αποτελέσματα των βασικών δραστηριοτήτων της, όπως τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της εποπτικής διαδικασίας εξέτασης και αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) και, συνεχίζοντας την πρακτική που ξεκίνησε το 2019, δημοσιοποίησε τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2 για όλες τις τράπεζες υπό την άμεση εποπτεία της. Επίσης δημοσίευσε και κοινοποίησε τα αποτελέσματα της ανάλυσης ευπαθειών λόγω COVID‑19, καθώς και τα αποτελέσματα των συνολικών αξιολογήσεων επτά κροατικών τραπεζών και δύο πρόσθετων τραπεζών που πέρασαν στην άμεση εποπτεία της λόγω του Brexit.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διοργάνωσε επίσης διάφορες εκδηλώσεις για τα μέσα ενημέρωσης και για ειδικούς αναλυτές, όπως συνεντεύξεις τύπου του Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου σχετικά με τα αποτελέσματα της ΕΔΕΑ 2019 και τις τελευταίες εξελίξεις ως προς την κατάσταση που έχει δημιουργήσει η πανδημία COVID‑19. Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ξεκίνησε τέσσερις δημόσιες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σχετικά με τις εποπτικές προσδοκίες για τη διαχείριση και την υποβολή στοιχείων όσον αφορά κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους και την εποπτική προσέγγιση στις ενοποιήσεις στον τραπεζικό τομέα.

Το 2020 η ΕΚΤ απάντησε σε 1.500 περίπου ερωτήσεις του κοινού σε θέματα τραπεζικής εποπτείας, τα οποία αφορούσαν γενικές πληροφορίες για την εποπτεία, επιμέρους τράπεζες, αιτιάσεις ή αναφορές παραβάσεων και την ανταπόκριση της ΕΚΤ στην πανδημική κρίση. Λόγω της πανδημίας, η ΕΚΤ φιλοξένησε μόνο δύο διαλέξεις σε θέματα τραπεζικής εποπτείας το 2020 (έναντι 32 το 2019). Ωστόσο, το Κέντρο Επισκεπτών υποδέχθηκε πάνω από 2.100 επισκέπτες από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2020, οι οποίοι ενημερώθηκαν για τα βασικά στοιχεία της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας και τα υπόλοιπα κύρια καθήκοντα της ΕΚΤ.


5.4 Λήψη αποφάσεων

5.4.1 Συνεδριάσεις και αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου και της Διευθύνουσας Επιτροπής

Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποτελείται από τον Πρόεδρο (με πενταετή, μη ανανεώσιμη, θητεία), τον Αντιπρόεδρο (επιλέγεται μεταξύ των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ), τέσσερις εκπροσώπους της ΕΚΤ και τους εκπροσώπους των ΕΑΑ. Όταν η ΕΑΑ δεν είναι η εθνική κεντρική τράπεζα, ο εκπρόσωπος της ΕΑΑ μπορεί να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της εθνικής κεντρικής τράπεζας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δύο εκπρόσωποι θεωρούνται ένα μέλος για τους σκοπούς της ψηφοφορίας.

Τον Οκτώβριο του 2020 το Εποπτικό Συμβούλιο υποδέχθηκε δύο νέα μέλη μετά την καθιέρωση στενής συνεργασίας με τη Βουλγαρία και την Κροατία: τον Radoslav Milenkov από την Българска народна банка (Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας) και τη Martina Drvar από την Hrvatska narodna banka. Και οι δύο εκπρόσωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα υπόλοιπα μέλη, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου.

Τον Δεκέμβριο του 2020, μετά τη λήξη της θητείας του Yves Mersch, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ πρότεινε τον διορισμό του Frank Elderson, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, στη θέση του Αντιπροέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Ο διορισμός επιβεβαιώθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ στις 24 Φεβρουαρίου 2021.

Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ συνεδρίασε 24 φορές το 2020. Λόγω της πανδημίας COVID‑19, μόνο οι συνεδριάσεις Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου διοργανώθηκαν στη Φρανκφούρτη, όλες οι υπόλοιπες πραγματοποιήθηκαν μέσω τηλεδιάσκεψης. Ωστόσο, η διενέργεια των συνεδριάσεων εξ αποστάσεως από τον Μάρτιο του 2020 και εξής δεν εμπόδισε την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων από το Εποπτικό Συμβούλιο.

Εποπτικό Συμβούλιο

Η Διευθύνουσα Επιτροπή[72] του Εποπτικού Συμβουλίου πραγματοποίησε επτά συνεδριάσεις το 2020, εκ των οποίων τρεις στη Φρανκφούρτη και τέσσερις μέσω τηλεδιάσκεψης.

Η Διευθύνουσα Επιτροπή πραγματοποίησε επτά πρόσθετες συνεδριάσεις με θέματα τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την απλούστευση των διαδικασιών του ΕΕΜ. Όλες οι συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω τηλεδιάσκεψης και η συμμετοχή ήταν ελεύθερη για όσα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου εξέφρασαν σχετικό ενδιαφέρον.

Το 2020 η ΕΚΤ εξέδωσε 2.643 εποπτικές αποφάσεις[73] απευθυνόμενες σε συγκεκριμένες εποπτευόμενες οντότητες (Σχήμα 3). Εξ αυτών, οι 1.019 αποφάσεις εκδόθηκαν από προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ, σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιότητας λήψης αποφάσεων όσον αφορά εποπτικές νομικές πράξεις. Οι 1.387 αποφάσεις εκδόθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντίρρησης βάσει σχεδίου πρότασης του Εποπτικού Συμβουλίου. Πέραν αυτών των εποπτικών αποφάσεων, η ΕΚΤ ενέκρινε επίσης σιωπηρά 237[74] πράξεις (όπως ίδρυση υποκαταστημάτων) με το να μη διατυπώσει αντίρρηση εντός των νόμιμων προθεσμιών.

Οι περισσότερες εποπτικές αποφάσεις αφορούσαν αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας (47,3%), εσωτερικά υποδείγματα (9,3%), ίδια κεφάλαια (6,2%) και ειδικές συμμετοχές (3,2%).

Ως αντίδραση στην πανδημική κρίση, η ΕΚΤ επίσης χρειάστηκε να υιοθετήσει αποφάσεις ανά επιμέρους τράπεζα για να εφαρμόσει ορισμένα μέτρα πολιτικής με στόχο την ελάφρυνση των πιστωτικών ιδρυμάτων (βλ. Πλαίσιο 1). Από αυτές, 141 αποφάσεις αφορούσαν την παροχή κεφαλαιακής ελάφρυνσης μέσω τροποποίησης του υπολογισμού ή της σύνθεσης των απαιτήσεων για τα ίδια κεφάλαια και 116 αποφάσεις την παροχή λειτουργικών διευκολύνσεων με την παράταση των προθεσμιών που είχαν οριστεί σε παλαιότερες εποπτικές αποφάσεις και επιχειρησιακές πράξεις.

Πέραν των τελικών σχεδίων αποφάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένες τράπεζες και υποβλήθηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο προς έγκριση σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντίρρησης, το Εποπτικό Συμβούλιο έλαβε αποφάσεις για διάφορα οριζόντια ζητήματα, κυρίως την εφαρμογή κοινής μεθοδολογίας και κοινών πλαισίων σε ειδικούς τομείς εποπτείας. Ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις καταρτίστηκαν από προσωρινές δομές κατ’ εντολή του Εποπτικού Συμβουλίου. Αυτές οι δομές απαρτίζονταν από ανώτερα στελέχη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ. Διεξήγαγαν προπαρασκευαστικές εργασίες για διάφορα θέματα, όπως η μακροπρόθεσμη στρατηγική για τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και η μεθοδολογία προσδιορισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων του Πυλώνα 2 ανά κατηγορία κινδύνου.

Επιπλέον, ορισμένες αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου οδήγησαν στην κατάρτιση οδηγών για το κοινό, όπως ο Οδηγός της ΕΚΤ όσον αφορά τους κλιματικούς και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους, ο Οδηγός της ΕΚΤ για την εποπτική προσέγγιση στις ενοποιήσεις στον τραπεζικό κλάδο και ο οδηγός ECB Guide on assessment methodology (EGAM).

Οι περισσότερες αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου λήφθηκαν με γραπτή διαδικασία.[75]

Από τους 115 τραπεζικούς ομίλους που εποπτεύονταν άμεσα από την ΕΚΤ το 2020, οι 33 ζήτησαν να λάβουν τις επίσημες αποφάσεις της μεταφρασμένες σε επίσημη γλώσσα της ΕΕ εκτός των αγγλικών (έναντι 34 το 2019).

Σχήμα 3

Αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου το 2020

Σημειώσεις:
1) Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τις γραπτές διαδικασίες τόσο επί εποπτικών αποφάσεων για επιμέρους ιδρύματα όσο και επί άλλων θεμάτων, όπως οι κοινές μεθοδολογίες και οι διαβουλεύσεις του Εποπτικού Συμβουλίου. Μια γραπτή διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες της μίας εποπτικές αποφάσεις.
2) Ο αριθμός αφορά τις εποπτικές αποφάσεις που απευθύνονται σε επιμέρους οντότητες ή στους δυνητικούς αγοραστές τους, καθώς και οδηγίες προς τις εθνικές αρμόδιες αρχές για τα σημαντικά ιδρύματα ή τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Μια απόφαση μπορεί να περιέχει περισσότερες εποπτικές εγκρίσεις. Με την εφαρμογή του πλαισίου εκχώρησης αρμοδιοτήτων, κάποιες από τις εποπτικές αποφάσεις που περιλαμβάνονται σ’ αυτόν τον αριθμό δεν ελήφθησαν με τη διαδικασία έγκρισης από το Εποπτικό Συμβούλιο και έκδοσης από το Διοικητικό Συμβούλιο. Επιπλέον, το Εποπτικό Συμβούλιο έλαβε και άλλες αποφάσεις για μια σειρά οριζόντια ζητήματα (π.χ. κοινές μεθοδολογίες) και θεσμικά θέματα.
3) Οι 1.165 αποφάσεις για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας καλύπτουν 2.828 μεμονωμένες διαδικασίες (βλ. Ενότητα 2.1.2).

5.4.2 Δραστηριότητες του Διοικητικού Συμβουλίου Επανεξέτασης

Το 2020 το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης (ABoR)[76] εξέδωσε δύο γνώμες επί δύο νέων αιτήσεων για διοικητική επανεξέταση που του υποβλήθηκαν (Πίνακας 5). Στη μία γνώμη, απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη. Στην άλλη γνώμη, πρότεινε να αντικατασταθεί η απόφαση με απόφαση πανομοιότυπου περιεχομένου.[77] Στη συγκεκριμένη διαδικασία επανεξέτασης, με βάση την αίτηση που υπέβαλε ο αιτών, το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης πρότεινε στο Διοικητικό Συμβούλιο να αναστείλει μέρος της επίμαχης απόφασης μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία στο Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης και να υιοθετηθεί νέα απόφαση της ΕΚΤ που θα την καταργεί ή θα την αντικαθιστά με άλλη απόφαση. Ως εκ τούτου, διενεργήθηκε ακροαματική διαδικασία, κατά το στάδιο της διερεύνησης, όπου ο αιτών και η ΕΚΤ είχαν μια ακόμη ευκαιρία να σχολιάσουν την προσβαλλόμενη απόφαση. Εν όψει της πανδημίας COVID‑19, η ακροαματική διαδικασία πραγματοποιήθηκε με τηλεδιάσκεψη.

Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης δημοσίευσε στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ την προσαρμογή του τρόπου λειτουργίας του εν όψει της πανδημίας COVID‑19. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις όπου η ΕΚΤ αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή εποπτικής απόφασης, το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης ανέστειλε επίσης τις αντίστοιχες διαδικασίες, εάν είχαν ξεκινήσει, για όσο χρόνο θα ίσχυε η αναστολή. Επιπλέον, για λόγους τήρησης της νομιμότητας, το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης μπορεί να προβεί σε προσαρμογή των διαδικασιών του, η οποία μπορεί να αφορά και παράταση της προθεσμίας επανεξέτασης.

Πίνακας 5

Αριθμός υποθέσεων που επανεξετάστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης

Πηγή: ΕΚΤ.
* Μία γνώμη αφορούσε δύο αποφάσεις της ΕΚΤ.

Οι υποθέσεις που ολοκληρώθηκαν με γνώμες του Διοικητικού Συμβουλίου Επανεξέτασης το 2020 αφορούσαν ζητήματα σχετικά με την TRIM της ΕΚΤ και μια επιτόπια επιθεώρηση η οποία δεν οδήγησε σε επιστολή για περαιτέρω ενέργειες ή σε εποπτική απόφαση.


5.5 Εφαρμογή του Κώδικα Συμπεριφοράς

Σε συμφωνία με το άρθρο 19(3) του Κανονισμού ΕΕΜ, η ΕΚΤ έχει καταρτίσει ένα πλαίσιο δεοντολογίας για τα υψηλόβαθμα στελέχη, τη διοίκηση και το προσωπικό της. Αυτό αποτελείται από τον ενιαίο Κώδικα συμπεριφοράς των ανωτάτων λειτουργών της ΕΚΤ, ένα ειδικό κεφάλαιο στους Κανόνες της ΕΚΤ για Θέματα Προσωπικού και την Κατευθυντήρια γραμμή για τον καθορισμό των αρχών πλαισίου δεοντολογίας του ΕΕΜ.[78] Η εφαρμογή και η περαιτέρω ανάπτυξη του πλαισίου υποστηρίζεται από την Επιτροπή Δεοντολογίας της ΕΚΤ, το Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης (CGO) και την Ομάδα Δράσης Δεοντολογίας και Συμμόρφωσης (ECTF).

Η Επιτροπή Δεοντολογίας αξιολόγησε τις δηλώσεις συμφερόντων που υποβάλλουν όλα τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου. Στη συνέχεια οι συμπληρωμένες δηλώσεις δημοσιεύθηκαν στον δικτυακό τόπο της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Τον Σεπτέμβριο του 2020 η ΕΚΤ άρχισε να δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο τις γνώμες της Επιτροπής Δεοντολογίας για περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων και αμειβόμενης απασχόλησης μετά τη λήξη της θητείας.[79]

Εκτός από τη διοργάνωση προγραμμάτων κατάρτισης, προγραμμάτων εξ αποστάσεως επιμόρφωσης και εκστρατειών ενημέρωσης σχετικά με το πλαίσιο δεοντολογίας, το Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης (ΓΣΔ) ανταποκρίθηκε σε 1.920 περίπου αιτήματα για ευρύ φάσμα θεμάτων, από τα οποία το 48% περίπου υποβλήθηκαν από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Σχεδόν το 55% αυτών των αιτημάτων αφορούσε τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές του προσωπικού και ακολουθούσαν αιτήματα σχετικά με περιορισμούς μετά τη λήξη της απασχόλησης και θέματα σύγκρουσης συμφερόντων (Διάγραμμα 29).

Διάγραμμα 29

Κατηγορίες αιτημάτων που υποβλήθηκαν το 2020 από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

Πηγή: ΕΚΤ.

Το ΓΣΔ διοργάνωσε επίσης ασκήσεις παρακολούθησης της συμμόρφωσης σχετικά με τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές των υπαλλήλων. Παρόλο που διαπιστώθηκαν λίγες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, εκ των οποίων περίπου το 36% αφορούσε υπαλλήλους της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, καμία δεν αφορούσε εκ προθέσεως παράπτωμα ή άλλη σοβαρή περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Από τους υπαλλήλους του τομέα της τραπεζικής εποπτείας που παραιτήθηκαν στη διάρκεια του 2020, σε μία περίπτωση απαιτήθηκε μεταβατική περίοδος (cooling period) σύμφωνα με το πλαίσιο δεοντολογίας.

Στο πλαίσιο των προσπαθειών να διαμορφώσει μια ισχυρή κουλτούρα δεοντολογίας, το 2020 η Ομάδα Δράσης Δεοντολογίας και Συμμόρφωσης (ΟΔΔΣ) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την εναρμόνιση των καθεστώτων δεοντολογίας που ισχύουν στις ΕΑΑ.


5.6 Εφαρμογή της αρχής του διαχωρισμού μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων

Το 2020 η αρχή του διαχωρισμού μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων εφαρμόστηκε κυρίως σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών τομέων πολιτικής.[80]

Σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39 σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της ΕΚΤ[81], αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιήθηκε με βάση την αρχή του αναγκαίου: κάθε τομέας πολιτικής κλήθηκε να αποδείξει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων πολιτικής του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες δόθηκε απευθείας από τη λειτουργία πολιτικής της ΕΚΤ που κατείχε τις πληροφορίες. Αυτό έγινε με βάση την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση πρόσβασης σε πληροφορίες που αφορούν ανωνυμοποιημένα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν είναι ευαίσθητες από την άποψη της χάραξης πολιτικής απευθείας από τις λειτουργίες πολιτικής. Η παρέμβαση της Εκτελεστικής Επιτροπής για την επίλυση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων δεν κατέστη αναγκαία.

Ωστόσο, σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39, η παρέμβαση της Εκτελεστικής Επιτροπής απαιτήθηκε σε λίγες περιπτώσεις προκειμένου να επιτραπεί η ανταλλαγή μη ανωνυμοποιημένων πληροφοριών που αφορούσαν επιμέρους τράπεζες ή αξιολογήσεων που είναι ευαίσθητες από την άποψη της χάραξης πολιτικής. Πρόσβαση στα δεδομένα δόθηκε μόνο σε όσους ήταν απαραίτητη μετά από αξιολόγηση κάθε επιμέρους περίπτωσης και για περιορισμένο χρόνο, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής ότι οι πληροφορίες παρέχονται μόνο σε όσους εκάστοτε είναι απαραίτητο να τις γνωρίζουν.

Όσον αφορά πληροφορίες σχετικά με την COVID‑19, τον Μάρτιο του 2020 η Εκτελεστική Επιτροπή ενεργοποίησε την ρήτρα έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 8 της Απόφασης ΕΚΤ/2014/39, που προβλέπει ότι δεν απαιτείται έγκριση της Εκτελεστικής Επιτροπής για πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Έτσι δεν χρειαζόταν η έγκριση της Εκτελεστικής Επιτροπής για την παροχή πληροφοριών σχετικά με την COVID‑19, υπό την αυστηρή προϋπόθεση αποδέκτες των πληροφοριών να είναι μόνο όσοι είναι απαραίτητο να τις γνωρίζουν. Αυτή η εξαίρεση εφαρμόστηκε σε αρκετές περιπτώσεις ανταλλαγής τραπεζικών δεδομένων που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της πανδημίας COVID‑19 και τα οποία ήταν απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων της υπηρεσιακής μονάδας που τα ζητούσε.

Ο διαχωρισμός σε επίπεδο λήψης αποφάσεων δεν δημιούργησε ζητήματα και δεν απαιτήθηκε η παρέμβαση της Επιτροπής Μεσολάβησης.


5.7 Πλαίσιο υποβολής δεδομένων και διαχείριση πληροφοριών

5.7.1 Εξελίξεις στο πλαίσιο υποβολής δεδομένων

Σύμφωνα με το άρθρο 140 παράγραφος 4 του Κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την οργάνωση των διαδικασιών που αφορούν τη συλλογή και αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων που υποβάλλουν οι εποπτευόμενες οντότητες.[82] Βασικός σκοπός είναι να εξασφαλιστεί ότι ο ΕΕΜ χρησιμοποιεί αξιόπιστα και έγκαιρα εποπτικά δεδομένα.

Η ΕΚΤ αξιολογεί τακτικά την ποιότητα των δεδομένων που υποβάλλουν τα ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των προθεσμιών, της πληρότητας και της ακρίβειας. Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ αναπτύσσει, σε συνεργασία με τις ΕΑΑ, πρόσθετους ελέγχους της ποιότητας των δεδομένων, προκειμένου να συμπληρώσει τους κανόνες επαλήθευσης που έχει δημοσιεύσει η ΕΑΤ. Τον Νοέμβριο του 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε επικαιροποιημένο και διευρυμένο κατάλογο πρόσθετων ελέγχων ποιότητας των δεδομένων, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την περίοδο αναφοράς που καλύπτει το δ΄ τρίμηνο του 2020.

Συγκεντρωτικά εποπτικά δεδομένα και επιλεγμένα δημοσιοποιούμενα στοιχεία βάσει του Πυλώνα 3 δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία

Το 2020 η ΕΚΤ αύξησε περαιτέρω τη διαφάνεια και τη διαθεσιμότητα των εποπτικών δεδομένων που δημοσιεύονται στο τμήμα εποπτικών δεδομένων του δικτυακού τόπου της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Πρώτον, εισήχθη μια διαδραστική παρουσίαση που επιτρέπει στους χρήστες να αναλύσουν και να οπτικοποιήσουν τα συγκεντρωτικά εποπτικά δεδομένα. Το εύρος της τριμηνιαίας δημοσίευσης των στοιχείων αυξήθηκε έτσι ώστε να συμπεριλάβει πίνακες με ανάλυση κατά επιχειρηματικό μοντέλο. Τον Οκτώβριο του 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε επίσης για πρώτη φορά πληροφορίες βάσει του Πυλώνα 3 σε επίπεδο τραπεζών για περιουσιακά στοιχεία βεβαρημένα και ελεύθερα βαρών καθώς και για ασφάλειες, σύμφωνα με τους τρεις δείκτες φερεγγυότητας και μόχλευσης. Πριν από τη δημοσίευση, προηγήθηκε συμφωνία μεταξύ των δεδομένων που θα δημοσιοποιούνταν βάσει του Πυλώνα 3 και των κανονιστικών δεδομένων, κάτι που οδήγησε σε σημαντική βελτίωση της συνέπειας των δεδομένων. Αυτό το ενισχυμένο επίπεδο διαφάνειας επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους φορείς να διενεργούν ουσιαστικές συγκρίσεις δεικτών προληπτικής εποπτείας.

Το 2020, μετά το ξέσπασμα της COVID‑19, συγκεντρώθηκαν πρόσθετες πληροφορίες προληπτικής εποπτείας

Μετά το ξέσπασμα της COVID‑19, για να αντιμετωπιστεί η ανάγκη στενής παρακολούθησης της χρηματοοικονομικής κατάστασης των ιδρυμάτων και της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας, ζητήθηκαν επιλεγμένες πληροφορίες προληπτικής εποπτείας με υψηλότερη συχνότητα και εκτενέστερες ως προς κάποιες διαστάσεις. Ειδικότερα αφορούσαν τη χρήση των μέτρων αναστολής πληρωμών και εγγυήσεων του Δημοσίου εκ μέρους των δανειοληπτών (μέσω ενός ενιαίου εντύπου ΕΚΤ‑ΕΑΤ), τη χρήση εγκεκριμένων πιστωτικών ορίων, τους δείκτες επιχειρησιακής συνέχειας και προβολές για κρίσιμους δείκτες προληπτικής εποπτείας. Η επεξεργασία των εντύπων της ΕΚΤ έγινε μέσω του CASPER, της νέας πλατφόρμας συλλογής δεδομένων της ΕΚΤ, η οποία παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία και αξιοπιστία κατά τη διαχείριση των νέων στοιχείων.

Τον Οκτώβριο του 2020 ξεκίνησαν περαιτέρω εργασίες για τη βάση δεδομένων που καλύπτει όλο τον ΕΕΜ

Τον Οκτώβριο του 2020 ξεκίνησαν περαιτέρω εργασίες για τη βάση συλλογής δεδομένων[83] που καλύπτει όλο τον ΕΕΜ. Στόχος αυτού του έργου είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα που αναγνωρίζει τα διπλά αιτήματα αναφοράς στοιχείων από τον ΕΕΜ, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση της επιβάρυνσης των τραπεζών.

Τον Οκτώβριο του 2020 το Εποπτικό Συμβούλιο επίσης ενέκρινε τις κατευθυντήριες αρχές και τις επακόλουθες επιχειρηματικές απαιτήσεις υψηλού επιπέδου για την εναρμόνιση των εθνικών πρακτικών όσον αφορά τη συγκέντρωση δεδομένων και τις αξιολογήσεις της ποιότητας των δεδομένων σε όλο τον ΕΕΜ. Αν και η σημαντική συμβολή των ΕΑΑ στις εν γένει διαδικασίες συλλογής εποπτικών δεδομένων και αξιολόγησης της ποιότητας αυτών παραμένει αμετάβλητη, η εφαρμογή των απαιτήσεων αποτελεί ένα πρώτο βήμα στην ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών για τη διαδικασία διαδοχικής υποβολής (sequential approach) σε όλο τον ΕΕΜ, με στόχο την ισότιμη μεταχείριση των ιδρυμάτων.

5.7.2 Το σύστημα διαχείρισης πληροφοριών του ΕΕΜ

Οι εποπτευόμενες τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιούν τη δικτυακή πύλη IMAS για να υποβάλλουν πληροφορίες που συνδέονται με τις εποπτικές διαδικασίες, να παρακολουθούν την πορεία και να ανταλλάσσουν ψηφιακά και με ασφάλεια πληροφορίες με τις εποπτικές αρχές.

Το σύστημα διαχείρισης πληροφοριών του ΕΕΜ (IMAS) είναι μια ενιαία πλατφόρμα που υποστηρίζει τα καθημερινά καθήκοντα των ευρωπαϊκών αρχών εποπτείας. Το 2020 οι ροές εργασιών IMAS που χρησιμοποιούνται από όλες τις οριζόντιες και εξειδικευμένες λειτουργίες των ΜΕΟ και του ΕΕΜ προσαρμόστηκαν για να υποστηρίξουν την παρακολούθηση των εξελίξεων που συνδέονται με την COVID‑19 και τα συναφή εποπτικά μέτρα, διασφαλίζοντας τη συνέπεια και τη συγκρισιμότητα μεταξύ τραπεζών και στην αξιολόγηση ΕΔΕΑ. Υπήρξαν επίσης άλλες έκτακτες δομικές αναβαθμίσεις για την αύξηση της χρηστικότητας και των επιδόσεων του συστήματος. Τέλος το IMAS προσαρμόστηκε στη νέα δομή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Η υπηρεσία IDRA (IMAS Data Reporting and Analytics), που εγκαινιάστηκε το 2019, αναβαθμίστηκε με νέα εργαλεία ανάλυσης για την εξαγωγή και διερεύνηση νέων εποπτικών δεδομένων που απαιτούνται για την υποστήριξη της ΕΔΕΑ. Τον Οκτώβριο του 2020 εγκαινιάστηκε μια νέα ηλεκτρονική υπηρεσία, η δικτυακή πύλη IMAS, που αποτελεί έναν ασφαλή ψηφιακό χώρο επαφής των εποπτευόμενων ιδρυμάτων με τις εποπτικές αρχές, όταν υποβάλλουν αιτήσεις αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας. Η δικτυακή πύλη IMAS αυξάνει τη διαφάνεια για τα εποπτευόμενα ιδρύματα όσον αφορά την πρόοδο των εποπτικών διαδικασιών και μειώνει τον λειτουργικό κίνδυνο και τις μη αυτοματοποιημένες εργασίες των αρχών εποπτείας.


6 Αναφορά για την εκτέλεση του προϋπολογισμού

6.1 Δαπάνες για το 2020

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ, η ΕΚΤ πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τα εποπτικά της καθήκοντα. Αυτοί οι πόροι χρηματοδοτούνται μέσω της επιβολής εποπτικού τέλους στις οντότητες που υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΚΤ.

Οι δαπάνες για την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων προσδιορίζονται χωριστά εντός του προϋπολογισμού της ΕΚΤ. Οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες αφορούν τα έξοδα που βαρύνουν άμεσα τη λειτουργία Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Η εποπτική λειτουργία βασίζεται επίσης σε κοινές υπηρεσίες που παρέχονται από υπάρχουσες υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ.[84]

Η αρμοδιότητα για θέματα προϋπολογισμού έχει ανατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Αυτό εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΚΤ κατόπιν πρότασης της Εκτελεστικής Επιτροπής και σε διαβούλευση με τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου για θέματα που συνδέονται με την τραπεζική εποπτεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο επικουρείται από την Επιτροπή Προϋπολογισμού (BUCOM), τα μέλη της οποίας προέρχονται από όλες τις ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος και την ΕΚΤ. Η BUCOM επικουρεί το Διοικητικό Συμβούλιο παρέχοντάς του αξιολογήσεις των εκθέσεων κατάρτισης και παρακολούθησης του προϋπολογισμού της ΕΚΤ.

Το 2020 οι πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες που συνδέονται με τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ ανήλθαν σε 535,3 εκατ. ευρώ, ελαφρώς μειωμένες (0,3%) έναντι του 2019.

Πίνακας 6

Κόστος των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ανά λειτουργία (2018-20)

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Στην Ετήσια Έκθεση για την εποπτική δραστηριότητα 2019 που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο 2020, η ΕΚΤ εκτίμησε ότι το 2020 οι δαπάνες θα μπορούσαν να ανέλθουν σε 603,7 εκατ. ευρώ. Όπως προαναφέρεται στην παρούσα έκθεση, η ΕΚΤ χρειάστηκε να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες των δραστηριοτήτων της το 2020 λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Αυτό αντανακλάται στις πραγματοποιηθείσες δαπάνες. Έγινε ευρύς ανασχεδιασμός των επιτόπιων δραστηριοτήτων, π.χ. των τακτικών επισκέψεων σε τράπεζες και των επιτόπιων επιθεωρήσεων, με αποτέλεσμα να σημειωθεί σημαντική μείωση των τακτικών δαπανών, π.χ. για υπηρεσιακά ταξίδια. Επιπλέον, αναβλήθηκε η προγραμματισμένη πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών.

Οι κατηγορίες του Πίνακα 6 χρησιμοποιούνται για τον επιμερισμό του ετήσιου κόστους που θα ανακτηθεί από τα ετήσια εποπτικά τέλη, τα οποία θα καταβάλουν οι εποπτευόμενες οντότητες με βάση το αν χαρακτηρίζονται σημαντικές ή λιγότερο σημαντικές για εποπτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία επιμερισμού των ετήσιων εποπτικών τελών που προβλέπεται στο άρθρο 8 του Κανονισμού σχετικά με τα Εποπτικά Τέλη[85], το κόστος που συνδέεται με οριζόντια καθήκοντα και εξειδικευμένες υπηρεσίες επιμερίζεται αναλογικά με βάση το πλήρες κόστος της εποπτείας των σημαντικών εποπτευόμενων ιδρυμάτων και το κόστος επίβλεψης της εποπτείας των λιγότερο σημαντικών εποπτευόμενων ιδρυμάτων αντίστοιχα. Για κάθε κατηγορία, τα μεγέθη κόστους που αναφέρονται περιλαμβάνουν το αναλογούν τμήμα των κοινών υπηρεσιών που παρέχουν οι υποστηρικτικές υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ.

Τηρουμένης της δέσμευσης της ΕΚΤ για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, έγιναν προσαρμογές στην υποβολή πληροφόρησης σχετικά με τις δαπάνες της ΕΚΤ για τα εποπτικά της καθήκοντα. Ο Πίνακας 7 παρέχει πιο αναλυτικά στοιχεία για τις δαπάνες με βάση τις πραγματοποιηθείσες δραστηριότητες, ήτοι:

  • μη επιτόπια εποπτεία και επίβλεψη, συμπεριλαμβανομένου του κόστους συμμετοχής της ΕΚΤ σε ΜΕΟ και του κόστους των δραστηριοτήτων επίβλεψης των λιγότερο σημαντικών τραπεζών ή τραπεζικών ομίλων,
  • συμμετοχή της ΕΚΤ σε επιτόπιες επιθεωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών αποστολών,
  • λειτουργίες πολιτικής, συμβουλευτικές και κανονιστικές, μεταξύ άλλων αξιολογήσεις σημαντικότητας, χορηγήσεις αδειών, συνεργασία με άλλους φορείς, μεθοδολογία και σχεδιασμός, διασφάλιση ποιότητας εποπτικού έργου, διαδικασίες συμμόρφωσης και επιβολή κυρώσεων κ.λπ.,
  • διαχείριση κρίσεων,

Οι δαπάνες της ΕΚΤ αντανακλούν τον επαναπροσδιορισμό των εποπτικών προτεραιοτήτων κατά τη διάρκεια της πανδημίας

  • μακροπροληπτικά καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν τη διενέργεια ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και τις εποπτικές πολιτικές,
  • εποπτική στατιστική που αφορά το πλαίσιο υποβολής πληροφοριών,
  • λήψη αποφάσεων από το Εποπτικό Συμβούλιο, τη Γραμματεία του και τις νομικές υπηρεσίες.

Πίνακας 7

Δαπάνες για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ (αναλυτική παρουσίαση)

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Το 2020 μειώθηκαν οι δαπάνες για υπηρεσιακά ταξίδια και υπηρεσίες συμβούλων για την υποστήριξη δραστηριοτήτων άμεσης εποπτείας των σημαντικών και λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων, ενώ αυξήθηκαν οι δαπάνες για τη διαχείριση δεδομένων, τη λήψη αποφάσεων και τις λειτουργίες πολιτικής και επίβλεψης. Η μείωση των λοιπών λειτουργικών δαπανών αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση των εγκεκριμένων θέσεων προσωπικού, όπως αναφέρεται στο Κεφάλαιο 5.1.

Όσον αφορά τα υπηρεσιακά ταξίδια, οι δαπάνες της ΕΚΤ μειώθηκαν κατά 80% και πλέον το 2020 και διαμορφώθηκαν σε 2,4 εκατ. ευρώ. Η ΕΚΤ συμπληρώνει τους εσωτερικούς της πόρους χρησιμοποιώντας εξωτερικούς συμβούλους, οι οποίοι παρέχουν εξειδικευμένη γνώση ή ολοκληρωμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες υπό την καθοδήγηση εξειδικευμένων στελεχών της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση προσωρινών ελλείψεων σε πόρους. Συνολικά, το 2020 η ΕΚΤ δαπάνησε 30,4 εκατ. ευρώ σε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε σχέση με τα κύρια εποπτικά της καθήκοντα, δηλ. 38,3 εκατ. ευρώ λιγότερα σε σύγκριση με το 2019. Ο κύριος λόγος αυτής της μείωσης ήταν η ολοκλήρωση της στοχευμένης αξιολόγησης εσωτερικών υποδειγμάτων το 2020. Το κόστος εξωτερικής υποστήριξης ανήλθε σε 3,3 εκατ. ευρώ το 2020, έναντι 34,9 εκατ. ευρώ το 2019. Το 2020 δαπανήθηκαν 14,6 εκατ. ευρώ σε εξωτερικούς πόρους για τις συνολικές αξιολογήσεις, ενώ άλλα 0,3 εκατ. ευρώ δαπανήθηκαν στις προετοιμασίες για το Brexit. Η ΕΚΤ δαπάνησε 4,6 εκατ. ευρώ σε εξωτερικούς πόρους για την εκτέλεση τακτικών καθηκόντων επιτόπιας εποπτείας, μεταξύ άλλων διασυνοριακές αποστολές. Περισσότερες πληροφορίες για τις εν λόγω δραστηριότητες υπάρχουν στο Κεφάλαιο 1.

Διάγραμμα 30

Κόστος εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ανά κατηγορία

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Εκτός από την πιο αναλυτική παρουσίαση των δαπανών ανά εποπτική δραστηριότητα, η ΕΚΤ ξεκινά επίσης την αναφορά στοιχείων για τον επιμερισμό του κόστους ανά κατηγορία, με βάση το κόστος και τις κοινές υπηρεσίες που καταλογίζονται άμεσα στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάλυση των δαπανών εστιάζεται στον σκοπό τους και υποστηρίζεται από ένα βελτιωμένο σύστημα κατανομής του κόστους που οδηγεί σε αναβάθμιση των ικανοτήτων αναφοράς.

Οι άμεσα καταλογιστέες δαπάνες συνίστανται σε: κόστος κύριου εποπτικού προσωπικού, κόστος εποπτικών πρωτοβουλιών (συμπεριλαμβανομένου του κόστους που αφορά το Brexit και τις συνολικές αξιολογήσεις), λοιπές λειτουργικές δαπάνες, όπως υπηρεσιακά ταξίδια και κατάρτιση, και κόστος εξειδικευμένων συστημάτων πληροφορικής, όπως το σύστημα IMAS και η πλατφόρμα STAR (αναφορά αποτελεσμάτων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων).

Η κατηγορία των κοινών υπηρεσιών περιλαμβάνει υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται τόσο από τη λειτουργία κεντρικής τραπεζικής όσο και από τη λειτουργία τραπεζικής εποπτείας, οι οποίες ομαδοποιούνται ως εξής: υπηρεσίες κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών, υπηρεσίες διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, κοινές υπηρεσίες πληροφορικής, κοινές νομικές και διοικητικές υπηρεσίες, κοινές υπηρεσίες εσωτερικής επιθεώρησης, επικοινωνιακές και μεταφραστικές υπηρεσίες και άλλες υπηρεσίες. Το κόστος αυτών των κοινών υπηρεσιών επιμερίζεται μεταξύ των δύο λειτουργιών, χρησιμοποιώντας έναν μηχανισμό κατανομής του κόστους που εφαρμόζει καθιερωμένους δείκτες μέτρησης, όπως τα ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ), οι χώροι γραφείων και ο αριθμός των αιτημάτων μετάφρασης. Καθώς η ΕΚΤ έχει δεσμευθεί να επιδιώκει με κάθε τρόπο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, εξειδικεύει συστηματικά τους δείκτες μέτρησης της κατανομής του κόστους.

Οι άμεσα καταλογιστέες δαπάνες ανήλθαν σε 284,5 εκατ. ευρώ το 2020 ή 53% των πραγματοποιηθεισών δαπανών, οι οποίες ανήλθαν σε 535,3 εκατ. ευρώ. Οι κοινές υπηρεσίες αντιστοιχούν σε 250,8 εκατ. ευρώ ή 47% των συνολικών δαπανών. Το 2020 το σύνολο σχεδόν της προς τα κάτω απόκλισης των δαπανών από την εκτίμηση που είχε δημοσιευθεί το προηγούμενο έτος αφορούσε τις άμεσα καταλογιστέες δαπάνες. Η ζήτηση κοινών υπηρεσιών παρέμεινε σταθερά υψηλή, με αποτέλεσμα οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες να φθάσουν το 100% των προϋπολογισθεισών. Για παράδειγμα, καταγράφηκε σημαντική ζήτηση κοινών υπηρεσιών πληροφορικής, διότι οι περισσότεροι υπάλληλοι εργάζονταν εξ αποστάσεως. Ομοίως, εντατική ήταν η χρήση των υπηρεσιών διαχείρισης κτιρίων και υποδομών. Οι υπηρεσίες αυτές χαρακτηρίζονται από υψηλό πάγιο κόστος και σε μερικές δαπάνες δόθηκε υψηλότερη προτεραιότητα για να διασφαλιστεί η διατήρηση ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος στις εγκαταστάσεις της ΕΚΤ.


6.2 Οι προοπτικές για τα εποπτικά τέλη το 2021

Οι δαπάνες της ΕΚΤ για τα εποπτικά της καθήκοντα αναμένεται να επιστρέψουν σε κανονικά επίπεδα το 2021

Ο εποπτικός προγραμματισμός και οι προτεραιότητες για το 2021 εξακολουθούν να περιβάλλονται από σημαντική αβεβαιότητα, καθώς η ΕΚΤ παραμένει ευέλικτη και αντιδρά ανάλογα με τους εκάστοτε εξωτερικούς παράγοντες. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο αναμένεται επιστροφή σε πιο φυσιολογικά επίπεδα δαπανών όσον αφορά τις άμεσα καταλογιστέες δαπάνες για τα κύρια εποπτικά καθήκοντα. Κατά συνέπεια, προβλέπεται αύξηση των δαπανών για το 2021 κατά 11% σε σύγκριση με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες το 2020, αλλά μείωση κατά 2% σε σύγκριση με τη δημοσιευθείσα εκτίμηση για το 2020.

Πίνακας 8

Εκτιμώμενο κόστος της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ το 2021 ανά λειτουργία

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Τα ετήσια εποπτικά τέλη για το 2021, που θα επιβληθούν το 2022, θα γίνουν γνωστά μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών και θα περιλαμβάνουν τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες για το σύνολο του έτους, ύστερα από προσαρμογή για τα ποσά που επιστράφηκαν σε μεμονωμένες τράπεζες ή εισπράχθηκαν από μεμονωμένες τράπεζες για προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών, εισπραχθέντες τόκους υπερημερίας και τέλη ανεπίδεκτα εισπράξεως. Η ποσοστιαία κατανομή του συνολικού ποσού τελών που θα επιβληθούν ανά κατηγορία ιδρυμάτων εκτιμάται στο 93% για τα σημαντικά ιδρύματα και στο 7% για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα.

Πίνακας 9

Εκτιμώμενο κόστος της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ το 2021

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.


6.3 Πλαίσιο εποπτικών τελών για το 2020

Ο Κανονισμός ΕΕΜ και ο Κανονισμός σχετικά με τα Εποπτικά Τέλη συναποτελούν το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου η ΕΚΤ επιβάλλει ετήσιο εποπτικό τέλος για τις δαπάνες που πραγματοποιεί για την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων. Ο Κανονισμός σχετικά με τα Εποπτικά Τέλη και η σχετική Απόφαση[86] θεσπίζουν τις μεθόδους για: (α) τον καθορισμό του συνολικού ποσού του ετήσιου εποπτικού τέλους, (β) τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να καταβάλει κάθε εποπτευόμενο ίδρυμα και (γ) την είσπραξη του ετήσιου εποπτικού τέλους.


6.4 Η πρόοδος στην τροποποίηση του πλαισίου εποπτικών τελών της ΕΚΤ

Η ΕΚΤ προχώρησε στην εκ των υστέρων τιμολόγηση των πραγματοποιηθεισών δαπανών το 2020

Το 2020 ήταν μεταβατικό έτος, καθώς η ΕΚΤ προχώρησε στην εκ των υστέρων τιμολόγηση των εποπτικών τελών και εφάρμοσε ορισμένες αλλαγές, οι οποίες προέκυψαν από την αναθεώρηση του πλαισίου της ΕΚΤ για τα εποπτικά τέλη το 2019. Ως εκ τούτου, το 2020 δεν τιμολογήθηκαν ετήσια εποπτικά τέλη για την περίοδο επιβολής τελών 2020. Σύμφωνα με το προσωρινό χρονοδιάγραμμα, η τιμολόγηση των τελών θα πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2021. Επίσης, προκειμένου να γίνει η μετάβαση από την εκ των προτέρων στην εκ των υστέρων είσπραξη των τελών, θα συμπεριληφθεί και το πλεόνασμα για την περίοδο επιβολής τελών 2019.

Έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην τροποποίηση του πλαισίου εποπτικών τελών. Οι τεχνικές αλλαγές που απαιτούνται για το νέο γλωσσικό καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο η ΕΚΤ θα εκδίδει τις ειδοποιήσεις καταβολής εποπτικού τέλους σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Εφαρμόστηκε η μέθοδος της επαναχρησιμοποίησης των εποπτικών στοιχείων που διαθέτει η ΕΚΤ, με την κατάργηση της χωριστής υποβολής των συντελεστών βάσει των οποίων υπολογίζονται τα εποπτικά τέλη τουλάχιστον για το 90% των εποπτευόμενων οντοτήτων και ομίλων. Η νέα διαδικασία περιλαμβάνει παρατεταμένη χρονική περίοδο υποβολής σχολίων (15 ημέρες), που επιτρέπει στις τράπεζες να επαληθεύσουν και να υποβάλλουν τυχόν αναθεωρήσεις των στοιχείων για τον υπολογισμό του εποπτικού τέλους. Η διαδικασία επαλήθευσης ξεκινά από τα μέσα Ιανουαρίου 2021. Θεσπίστηκε επίσης νέα διαδικασία κοινοποίησης για τους εποπτευόμενους ομίλους που επέλεξαν να εξαιρέσουν τα στοιχεία ενεργητικού θυγατρικών τους εγκατεστημένων σε μη συμμετέχοντα κράτη-μέλη και τρίτες χώρες κατά τον υπολογισμό του εποπτικού τέλους. Σύμφωνα με την Απόφαση της ΕΚΤ[87], οι όμιλοι όφειλαν να κοινοποιήσουν στην ΕΚΤ την απόφασή τους το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2020. Στις 8 Δεκεμβρίου 2020 η ΕΚΤ έδωσε κατ’ εξαίρεση και για μία μόνο φορά παράταση στην προθεσμία αυτή, επιτρέποντας στους εποπτευόμενους ομίλους να υποβάλουν τις κοινοποιήσεις τους μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2020. Αυτή η έκτακτη εξαίρεση για τον κύκλο εποπτικών τελών του 2020 δόθηκε με το σκεπτικό ότι η εφαρμογή της νέας διαδικασίας κοινοποίησης εντός του αναθεωρημένου πλαισίου για τα εποπτικά τέλη συμπίπτει με μια συγκυρία κατά την οποία η πανδημία COVID-19 έχει επηρεάσει πολλά ιδρύματα και έχει διαταράξει τη ροή των εργασιών τους. Για το 2021 η προθεσμία θα επανέλθει στην κανονική ημερομηνία, δηλ. στις 30 Σεπτεμβρίου. Για τη βελτίωση της διαδικασίας κατά τους επόμενους κύκλους, η ΕΚΤ σχεδιάζει να αυτοματοποιήσει ακόμη περισσότερο αυτή τη διαδικασία κοινοποίησης.


6.5 Συνολικό ποσό που θα χρεωθεί για την περίοδο επιβολής τελών 2020

Η ΕΚΤ θα επιβάλει εποπτικά τέλη ύψους 514,3 εκατ. ευρώ για το 2020

Τα ετήσια εποπτικά τέλη που θα χρεωθούν το 2021 για την περίοδο επιβολής τελών 2020 ανέρχονται σε 514,3 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό βασίζεται σε πραγματοποιηθείσες δαπάνες ύψους 535,3 εκατ. ευρώ για το 2020, ύστερα από προσαρμογή για: (α) το πλεόνασμα ύψους 22,0 εκατ. ευρώ εκ μεταφοράς από το 2019[88] και (β) 1,0 εκατ. ευρώ (καθαρά) που επιστράφηκαν σε μεμονωμένες τράπεζες για προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών, συμπεριλαμβανομένων εισπραχθέντων τόκων υπερημερίας.

Το ποσό που θα ανακτηθεί μέσω των ετήσιων εποπτικών τελών διακρίνεται σε δύο μέρη, με βάση τη διάκριση των εποπτευόμενων οντοτήτων σε σημαντικές ή λιγότερο σημαντικές, που αντίστοιχα συνεπάγεται διαφορετικούς βαθμούς σχολαστικότητας από πλευράς της ΕΚΤ.

Πίνακας 10

Συνολικά έσοδα από καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.


6.6 Εποπτικά τέλη ανά τράπεζα

Σε επίπεδο επιμέρους τραπεζών, τα τέλη υπολογίζονται ανάλογα με τη σπουδαιότητα και το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας, με βάση ετήσια στοιχεία των εποπτευόμενων τραπεζών. Για τις περισσότερες τράπεζες, η ημερομηνία αναφοράς των στοιχείων είναι η 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Όσον αφορά τις τράπεζες των οποίων η υπαγωγή στην εποπτεία από την ΕΚΤ στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης αρχίζει εντός της περιόδου επιβολής τελών[89], η ΕΚΤ λαμβάνει υπόψη το σύνολο του ενεργητικού και τη συνολική έκθεση σε κίνδυνο, όπως δηλώνονται από την τράπεζα κατά την ημερομηνία αναφοράς που είναι πλησιέστερη στην 31η Δεκεμβρίου και με βάση αυτά τα μεγέθη υπολογίζει τη μεταβλητή συνιστώσα του εποπτικού τέλους για όλους τους μήνες για τους οποίους το υπόχρεο ίδρυμα οφείλει να το καταβάλει. Στη συνέχεια το εποπτικό τέλος που υπολογίζεται ανά τράπεζα χρεώνεται μέσω ετήσιων πληρωμών.

Σχήμα 4

Η μεταβλητή συνιστώσα του εποπτικού τέλους καθορίζεται με βάση τη σπουδαιότητα και το προφίλ κινδύνου της τράπεζας

Το εποπτικό τέλος υπολογίζεται στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης ανά κράτος-μέλος που συμμετέχει στον ΕΕΜ. Περιλαμβάνει μια μεταβλητή συνιστώσα και μια ελάχιστη συνιστώσα εποπτικού τέλους. Η τελευταία αφορά ένα ποσοστό ίσο για όλες τις τράπεζες που αντιστοιχεί στο 10% του συνολικού ποσού προς ανάκτηση. Για τις μικρότερες σημαντικές τράπεζες, με ενεργητικό έως 10 δισεκ. ευρώ, εφαρμόζεται το ήμισυ της ελάχιστης συνιστώσας. Από το 2020 και εξής το ήμισυ της ελάχιστης συνιστώσας εφαρμόζεται και για τα μικρά λιγότερο σημαντικά ιδρύματα με ενεργητικό έως 1 δισεκ. ευρώ.

Το άρθρο 7 του Κανονισμού σχετικά με τα εποπτικά τέλη προβλέπει ότι απαιτείται τροποποίηση του αντίστοιχου εποπτικού τέλους όταν επέρχονται οι εξής μεταβολές στην κατάσταση μιας τράπεζας: (α) μεταβολή του εποπτικού χαρακτηρισμού της εποπτευόμενης οντότητας από σημαντική σε λιγότερο σημαντική ή το αντίστροφο, (β) νέα εποπτευόμενη οντότητα λαμβάνει άδεια λειτουργίας ή (γ) ανακαλείται υπάρχουσα άδεια λειτουργίας. Οι μεταβολές που αφορούν προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών και οδήγησαν σε νέες αποφάσεις της ΕΚΤ για τα εποπτικά τέλη αντιστοιχούσαν συνολικά σε 1,0 εκατ. ευρώ το 2020 και θα συμπεριληφθούν στα ετήσια εποπτικά τέλη που θα τιμολογηθούν το 2021.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εποπτικά τέλη είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία. Οι σχετικές ιστοσελίδες ενημερώνονται τακτικά και δημοσιεύονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.


6.7 Άλλα έσοδα που συνδέονται με καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας

Η ΕΚΤ έχει το δικαίωμα να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στις εποπτευόμενες οντότητες για μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους βάσει του κανονιστικού πλαισίου προληπτικής τραπεζικής εποπτείας (συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ). Τα σχετικά έσοδα δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ετήσιων εποπτικών τελών. Από τον Κανονισμό της ΕΚΤ για τα εποπτικά τέλη προκύπτει ότι ούτε οι αποζημιώσεις προς τρίτους ούτε τα διοικητικά πρόστιμα (κυρώσεις) που πρέπει να καταβάλουν οι εποπτευόμενες οντότητες στην ΕΚΤ επηρεάζουν το εποπτικό τέλος.

Οι διοικητικές κυρώσεις στις εποπτευόμενες οντότητες καταγράφονται ως έσοδα στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης της ΕΚΤ. Το 2020 δεν καταγράφηκαν έσοδα από πρόστιμα σε εποπτευόμενες οντότητες, δεδομένου ότι δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις.[90]


7 Νομικές πράξεις που υιοθετήθηκαν από την ΕΚΤ

Οι νομικές πράξεις που υιοθετήθηκαν από την ΕΚΤ περιλαμβάνουν κανονισμούς, αποφάσεις, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις προς τις ΕΑΑ (όπως προβλέπεται στο Άρθρο 9(1)(3) του Κανονισμού ΕΕΜ και στο Άρθρο 22 του Κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ). Στην παρούσα ενότητα παρατίθενται οι νομικές πράξεις σχετικά με την τραπεζική εποπτεία που υιοθετήθηκαν το 2020 από την ΕΚΤ και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και τον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ. Περιλαμβάνονται οι νομικές πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 3 του Κανονισμού EEM και άλλες συναφείς νομικές πράξεις.


7.1 Κανονισμοί της ΕΚΤ

ΕΚΤ/2020/22
Κανονισμός (ΕΕ) 2020/605 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 9ης Απριλίου 2020 που τροποποιεί τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/534 για την υποβολή εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση (ΕΕ L 145, 7.5.2020, σελ. 1)


7.2 Άλλες νομικές πράξεις της ΕΚΤ εκτός των κανονισμών

ΕΚΤ/2020/1
Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 17ης Ιανουαρίου 2020 σχετικά με τις πολιτικές διανομής μερισμάτων (ΕΕ C 30, 29.1.2020, σελ. 1)

EKT/2020/16
Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2020/497 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 20ής Μαρτίου 2020 σχετικά με την καταχώριση ορισμένων δεδομένων στο μητρώο δεδομένων ιδρυμάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές (ΕΕ L 106, 6.4.2020, σελ. 3)

ΕΚΤ/2020/19
Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 27ης Μαρτίου 2020 σχετικά με τις διανομές μερισμάτων στη διάρκεια της πανδημίας της νόσου COVID-19 και την κατάργηση της Σύστασης EΚΤ/2020/1 (ΕΕ C 102I, 30.3.2020, σελ. 1)

ΕΚΤ/2020/30
Απόφαση (EΕ) 2020/1015 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 24ης Ιουνίου 2020 σχετικά με τη θέσπιση στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Българска народна банка (Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας) (ΕΕ L 224I, 13.7.2020, σελ. 1)

ΕΚΤ/2020/31
Απόφαση (EΕ) 2020/1016 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 24ης Ιουνίου 2020 σχετικά με τη θέσπιση στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Hrvatska Narodna Banka (ΕΕ L 224I, 13.7.2020, σελ. 4)

ΕΚΤ/2020/32
Οδηγία (EΕ) 2020/978 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 25ης Ιουνίου 2020 σχετικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου από τις εθνικές αρμόδιες αρχές όσον αφορά το όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες των καθυστερημένων πιστωτικών υποχρεώσεων των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 217, 8.7.2020, σελ. 5)

ΕΚΤ/2020/35
Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 27ης Ιουλίου 2020 σχετικά με τις διανομές μερισμάτων στη διάρκεια της πανδημίας της νόσου COVID-19 και την κατάργηση της σύστασης ΕΚΤ/2020/19 (ΕΕ C 251, 31.7.2020, σελ. 1)

ΕΚΤ/2020/39
Απόφαση (EΕ) 2020/1331 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 σχετικά με την ανάθεση της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων και την κατάργηση της απόφασης (ΕΕ) 2017/936 (Ε L 312, 25.9.2020, σελ. 34)

ΕΚΤ/2020/40
Απόφαση (ΕΕ) 2020/1332 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 σχετικά με την ανάθεση της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεων όσον αφορά τη σημασία των εποπτευόμενων οντοτήτων σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων και την κατάργηση της απόφασης (ΕΕ) 2017/937 (ΕΕ L 312, 25.9.2020, σελ. 36)

ΕΚΤ/2020/41
Απόφαση (ΕΕ) 2020/1333 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 σχετικά με την ανάθεση της κατ’ εξουσιοδότηση έκδοσης αποφάσεων που αφορούν ίδια κεφάλαια σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων και την κατάργηση της απόφασης (ΕΕ) 2018/547 (ΕΕ L 312, 25.9.2020, σελ. 38)

ΕΚΤ/2020/42
Απόφαση (EΕ) 2020/1334 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 σχετικά με την ανάθεση της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεων που αφορούν εποπτικές εξουσίες χορηγούμενες βάσει εθνικής νομοθεσίας σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων και την κατάργηση της απόφασης (ΕΕ) 2019/323 (ΕΕ L 312, 25.9.2020, σελ. 40)

ΕΚΤ/2020/43
Απόφαση (ΕΕ) 2020/1335 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 15ης Σεπτεμβρίου 2020 σχετικά με την ανάθεση της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων και την κατάργηση της απόφασης (ΕΕ) 2019/1377 (ΕΕ L 312, 25.9.2020, σελ. 42)

ΕΚΤ/2020/44
Απόφαση (EΕ) 2020/1306 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 16ης Σεπτεμβρίου 2020 σχετικά με την προσωρινή εξαίρεση ορισμένων ανοιγμάτων έναντι κεντρικών τραπεζών από το μέτρο του συνολικού ανοίγματος λόγω της πανδημίας COVID-19 (ΕΕ L 305, 21.9.2020, σελ. 30)

ΕΚΤ/2020/62
Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 15ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με τις διανομές μερισμάτων στη διάρκεια της πανδημίας της νόσου COVID-19 και την κατάργηση της σύστασης ΕΚΤ/2020/35 (ΕΕ C 437, 18.12.2020, σελ. 1)

Τροποποίηση 1/2020 της 23ης Ιουλίου 2020 του εσωτερικού κανονισμού του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 241, 27.7.2020, σελ. 43)

© Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2021

Διεύθυνση 60640 Frankfurt am Main, Germany
Τηλέφωνο +49 69 1344 0
Δικτυακός τόπος www.bankingsupervision.europa.eu

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή για εκπαιδευτικούς και μη εμπορικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή.

Τελευταία ημερομηνία για τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση: 31 Δεκεμβρίου 2020.

Για την ορολογία, μπορείτε να συμβουλευθείτε το Γλωσσάριο για τον ΕΕΜ (διαθέσιμο μόνο στα αγγλικά).

HTML ISBN 978-92-899-4716-9, ISSN 2443-583X, doi:10.2866/439, QB-BU-21-001-EL-Q


[1]Βλ. “ECB extends recommendation not to pay dividends until January 2021 and clarifies timeline to restore buffers”, ECB press release, 28 July 2020, και “ECB asks banks to refrain from or limit dividends until September 2021”, ECB press release, 15 December 2020. Βλ. επίσης Πλαίσιο 1 – Μέτρα που έλαβε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19.
[2]Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την εξέλιξη της κεφαλαιακής επάρκειας, βλ. 2020 SREP aggregate results.
[3]Βλ. Πλαίσιο 1 – Μέτρα που έλαβε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19.
[5]Βλ. Ενότητα 1.2.6. για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας.
[6]Για περισσότερες πληροφορίες βλ. το σχετικό δελτίο τύπου και την παρουσίαση που το συνοδεύει.
[7]Βλ. Ενότητα 1.4. για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την αξιολόγηση του τομέα των ΛΣΙ.
[8]Βλ. επίσης Ενότητα 1.2.1 – Εποπτικές προτεραιότητες για το 2020 και η πραγματιστική προσέγγιση στην ΕΔΕΑ.
[9]Τα στοιχεία για το γ΄ τρίμηνο του 2020 είναι ετησιοποιημένα.
[10]Βλ. Πλαίσιο 1 – Μέτρα που έλαβε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19.
[11]Κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2019 για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 150, 7.6.2019, σελ. 1).
[12]Βλ. τις επιστολές της ΕΚΤ προς τις τράπεζες με θέμα Operational capacity to deal with distressed debtors in the context of the coronavirus (COVID-19) pandemic, 28 July 2020 και Identification and measurement of credit risk in the context of the coronavirus (COVID-19) pandemic, 4 December 2020.
[13]Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών της 23ης Ιουλίου 2020 σχετικά με την προσαρμοσμένη στις παρούσες συνθήκες διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης του 2020 υπό το πρίσμα της κρίσης COVID-19 (EBA/GL/2020/10).
[16]Σύμφωνα με το έγγραφο κατευθύνσεων για τα ΜΕΔ, τα ΣΙ με υψηλότερα επίπεδα ΜΕΔ (εφεξής “τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ”) υποχρεούνται να υποβάλουν τις στρατηγικές τους για τη μείωση των ΜΕΔ και των περιουσιακών στοιχείων υπό κατάσχεση, να ορίσουν στόχους μείωσης σε επίπεδο χαρτοφυλακίου και να τους επικαιροποιούν σε ετήσια βάση.
[18]Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών της 2ας Απριλίου 2020 σχετικά με τις νομοθετικές και μη νομοθετικές στάσεις πληρωμών δανείων που εφαρμόζονται εξαιτίας της κρίσης του COVID-19 (EBA/GL/2020/02).
[19]Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών της 31ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και υπό ρύθμιση ανοιγμάτων (EBA/GL/2018/06).
[20]Κάθε κυβερνοσυμβάν – δηλ. η αναγνώριση πιθανής παραβίασης (κακόβουλης ή ακούσιας) της ασφάλειας των πληροφοριών – πρέπει να αναφέρεται στην ΕΚΤ εφόσον πληρούται τουλάχιστον μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις: (1) προκαλεί δυνητική οικονομική ζημία ύψους τουλάχιστον 5 εκατ. ευρώ ή 0,1% του κεφαλαίου CET1, (2) το συμβάν είναι γνωστό στο κοινό ή βλάπτει το κύρος του ιδρύματος, (3) το συμβάν γνωστοποιήθηκε ιεραρχικά στον υπεύθυνο ασφαλείας πληροφοριακών συστημάτων πέραν της τακτικής υποβολής αναφορών, (4) η τράπεζα ενημέρωσε για το συμβάν την ομάδα αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης για θέματα πληροφορικής ή την ομάδα αντιμετώπισης συμβάντων ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων, το προσωπικό ασφαλείας ή την αστυνομία, (5) ενεργοποιήθηκαν σχέδια ανάκαμψης από καταστροφή ή συνέχειας εργασιών ή έχει κατατεθεί αξίωση αποζημίωσης έναντι ασφάλισης για κυβερνοσυμβάν, (6) υπήρξε παράβαση νομοθετικών ή κανονιστικών απαιτήσεων, ή (7) με βάση εσωτερικά κριτήρια και τεχνοκρατική κρίση (λαμβανομένων υπόψη και των δυνητικών συστημικών επιπτώσεων) και αποφασίζει να ενημερώσει την ΕΚΤ.
[21]Annual report on the outcome of the SREP IT Risk Questionnaire, Feedback to the industry, June 2020.
[22]Effective Practices for Cyber Incident Response and Recovery, Consultative Document, FSB, 20 April 2020.
[23]Principles for operational resilience, Basel Committee on Banking Supervision, August 2020.
[24]Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών της 29ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων ΤΠΕ και ασφάλειας(EBA/GL/2019/04).
[25]Βλ. για παράδειγμα, “Brexit: time to move to post-Brexit business models”, Supervision Newsletter, ECB Banking Supervision, 12 February 2020 και “Brexit: banks should prepare for year-end and beyond”, Supervision Newsletter, ECB Banking Supervision, 18 November 2020.
[26]Περιλαμβάνονται αποφάσεις βάσει TRIM και δεν περιλαμβάνονται αποφάσεις σε συνέχεια προηγούμενων ενεργειών επί συμπληρωματικών διατάξεων.
[27]Η ανάλυση διενεργήθηκε σε δείγμα 134 OSI και οι τελικές εκθέσεις πορισμάτων δημοσιεύθηκαν από τον Οκτώβριο του 2019 έως τον Οκτώβριο του 2020.
[28]Σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, τα συνολικά ποσά είναι μικρότερα, δεδομένου ότι το πρόγραμμα των επιτόπιων επιθεωρήσεων διεκόπη λόγω της πανδημίας COVID-19.
[29]Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών της 23ης Ιουλίου 2020 σχετικά με την προσαρμοσμένη στις παρούσες συνθήκες διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης του 2020 υπό το πρίσμα της κρίσης COVID-19 (EBA/GL/2020/10).
[30]Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών της 2ας Απριλίου 2020 σχετικά με τις νομοθετικές και μη νομοθετικές στάσεις πληρωμών δανείων που εφαρμόζονται εξαιτίας της κρίσης του COVID-19 (EBA/GL/2020/02).
[31]Η μεθοδολογία ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ βασίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές για την ΕΔΕΑ που αναπτύχθηκαν από την ΕΑΤ, στην προσέγγιση της ΕΚΤ για τα ΣΙ και στις υφιστάμενες εθνικές μεθοδολογίες. Το 2019 η μεθοδολογία εφαρμόστηκε σε ΛΣΙ υψηλής προτεραιότητας και προβλεπόταν να εφαρμοστεί σε όλα τα ΛΣΙ το 2020.
[32]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ.1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).
[33]BNP Paribas, Deutsche Bank, Groupe BPCE, Groupe Crédit Agricole, ING Bank, Santander, Société Générale και UniCredit.
[34]Σύμφωνα με το άρθρο 5(2) του Κανονισμού ΕΕΜ, η ΕΚΤ δύναται να εφαρμόζει (α) υψηλότερες απαιτήσεις για τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας από εκείνες που εφαρμόζουν οι εθνικές αρχές και (β) αυστηρότερα μέτρα για την αντιμετώπιση συστημικών ή μακροπροληπτικών κινδύνων.
[35]Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου της 27ης Μαΐου 2011 σχετικά με τον περιορισμό διανομών στη διάρκεια της πανδημίας της νόσου COVID-19 (ΕΣΣΚ/2020/7) (EE C 212, 26.6.2020, σελ. 1).
[38]Για τρίτο συνεχές έτος η ΕΚΤ αναγνώρισε τους κλιματικούς κινδύνους ως βασικούς παράγοντες κινδύνου στον Χάρτη κινδύνων του ΕΕΜ για το τραπεζικό σύστημα.
[39]Βλ. επίσης την εισήγηση του Andrea Enria, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, στο διαδικτυακό σεμινάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους στις 17 Ιουνίου 2020.
[40]Βλ. εις βάθος ανάλυση του κλιματικού κινδύνου όπως περιλαμβάνεται στην έκθεση ECB report on banks’ ICAAP practices.
[41]Κανονισμός (EΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 16ης Απριλίου 2014 που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΕ L 141, 14.5.2014, σ. 1).
[42]Τα εν λόγω κριτήρια καθορίζονται στο άρθρο 6(4) του Κανονισμού ΕΕΜ.
[43]Ο κατάλογος των σημαντικών και των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ) που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 αντικατοπτρίζει (α) τις αποφάσεις ως προς τον χαρακτηρισμό ενός ιδρύματος που κοινοποιήθηκαν στα εποπτευόμενα ιδρύματα πριν από την 30ή Νοεμβρίου 2020 και (β) άλλες μεταβολές και εξελίξεις στη διάρθρωση ομίλων που είχαν τεθεί σε ισχύ πριν από την 1η Νοεμβρίου 2020
[44]Η μείωση του αριθμού των εποπτευόμενων οντοτήτων προκύπτει από τη μεθοδολογική μεταβολή και αφορά ειδικά τις τρεις οντότητες στη Σλοβακία.
[45]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (Ε L 225, 30.7.2014, σ. 1). Βλ. επίσης “ECB has assessed that AS PNB Banka in Latvia was failing or likely to fail”, ECB press release, 15 August 2019.
[46]Συμπεριλαμβάνεται μικρός αριθμός αιτημάτων που αφορούν πρόσθετα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
[47]Ορισμένες αποφάσεις καλύπτουν περισσότερες από μία αξιολογήσεις (π.χ. αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας για περισσότερα του ενός μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου ΣΙ ή αποκτήσεις ειδικών συμμετοχών σε διαφορετικές θυγατρικές που περιλαμβάνονται σε μία συναλλαγή). Ορισμένες διαδικασίες χορήγησης αδειών, όπως ενιαίου διαβατηρίου ή λήξης άδειας λειτουργίας, δεν απαιτούν επίσημη απόφαση της ΕΚΤ.
[48]Αυτές οι διαδικασίες αφορούν εκείνες που υπόκεινται στο πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με την Απόφαση (ΕΕ) 2017/935 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2016 σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας και τις απαιτήσεις καταλληλότητας (ΕΚΤ/2016/142) (ΕΕ L 141, 1.6.2017), και την Απόφαση (ΕΕ) 2019/1376 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 23ης Ιουλίου 2019, σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΚΤ/2019/23).
[49]Μια ειδική (μικτή) εταιρία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ορίζεται ως “μικτή χρηματοοικονομική εταιρία συμμετοχών” στο άρθρο 2(15) της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35, 11.2.2003, σελ. 1) (οδηγία για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων) ως “η μητρική επιχείρηση, πλην της ρυθμιζόμενης οντότητας, η οποία, μαζί με τις θυγατρικές της, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη οντότητα με έδρα στην Κοινότητα, καθώς και άλλες οντότητες, συνιστά χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων”. Σύμφωνα με το άρθρο 2(20) του Κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, μια μικτή χρηματοοικονομική εταιρία συμμετοχών αποτελεί εποπτευόμενη οντότητα εάν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2(21)(β) του εν λόγω Κανονισμού.
[50]Βλ. Ενότητα 5.3 – Διαφάνεια και επικοινωνία.
[52]Ως "διαχείριση κινδύνων και εσωτερικοί έλεγχοι" νοούνται οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες που πρέπει να έχει θεσπίσει μια οντότητα για την επαρκή αναγνώριση, διαχείριση και αναφορά των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί. Η έννοια “λειτουργίες οργάνου διοίκησης” αναφέρεται στο κατά πόσον τα πρόσωπα που διευθύνουν ουσιαστικά τις δραστηριότητες ενός πιστωτικού ιδρύματος – ή που έχουν την εξουσία να ορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση ενός ιδρύματος και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση – συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους.
[53]Βλ. “FAQs on ECB supervisory measures in reaction to the coronavirus”, τελευταία ενημέρωση 15 Δεκεμβρίου 2020.
[54]Πρόκειται για τον βαθμό στον οποίο οι επιλογές ανάκαμψης επιτρέπουν σε μια τράπεζα να ανακτήσει τη χρηματοοικονομική της θέση ύστερα από μια κατάσταση κρίσης.
[55]Περισσότερες λεπτομέρειες για τον αντίκτυπο της πανδημίας στη συνολική δυνατότητα ανάκαμψης των τραπεζών βλ. το άρθρο με τίτλο “COVID‑19 exposes weaknesses in banks’ recovery plans” στο Ενημερωτικό Δελτίο Εποπτείας (Supervision Newsletter), Φεβρουάριος 2021.
[56]Βλ. Enria, A. and Fernandez-Bollo, E., “Fostering the cross-border integration of banking groups in the banking union”, The Supervision Blog, ECB Banking Supervision, October 2020.
[57]Βλ. Ενότητα 3.1 – Σχέσεις με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης.
[58]Απόφαση (EΕ) 2020/1015 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 24ης Ιουνίου 2020 σχετικά με τη θέσπιση στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Българска народна банка (Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας) (EKT/2020/30) (ΕΕ L 224I, 13.7.2020, σ. 1) και Απόφαση (EΕ) 2020/1016 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 24ης Ιουνίου 2020 σχετικά με τη θέσπιση στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Hrvatska Narodna Banka (ΕΚΤ/2020/31) (ΕΕ L 224I, 13.7.2020, σ. 4). Η απόφαση για την ένταξη του λεβ Βουλγαρίας και του κούνα Κροατίας στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ τέθηκε σε ισχύ ταυτόχρονα.
[59]Βλ. “ECB concludes comprehensive assessment of five Croatian banks”, ECB press release, 5 June 2020.
[60]Για τη Βουλγαρία, η συνολική αξιολόγηση ολοκληρώθηκε στις 26 Ιουλίου 2019, όπως δημοσιεύθηκε στην Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2019.
[61]Βλ. “ECB lists Bulgarian and Croatian banks it will directly supervise as of October 2020”, ECB press release, 11 September 2020.
[62]Βλ. “Basel Committee coordinates policy and supervisory response to Covid-19”, BCBS press release, 20 March 2020.
[66]Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331, 15.12.2010, σ. 12).
[68]Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2018 για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/138/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ (Επίσημη Εφημερίδα L 156, 19.6.2018, σ. 43).
[70]Μία από τις κατευθυντήριες αρχές του οργανωτικού σχεδιασμού ήταν ότι αν ένα τμήμα έχει περισσότερους από 15 υπαλλήλους με βάση την εγκεκριμένη δύναμη προσωπικού, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν τομείς. Εάν πρόκειται για υπηρεσιακές μονάδες που αναλαμβάνουν καθημερινές εποπτικές εργασίες για συγκεκριμένες τράπεζες, μπορεί να δημιουργηθεί τομέας για έξι ή περισσότερους υπαλλήλους. Για τις υπόλοιπες υπηρεσιακές μονάδες της τραπεζικής εποπτείας, οκτώ έως δέκα υπάλληλοι δικαιολογούν τη δημιουργία τομέα. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζει την έκταση του ελέγχου που ασκούν οι προϊστάμενοι τομέων και τμημάτων, αντίστοιχα.
[71]Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Παράρτημα 1 της ειδικής έκθεσης του ΕΕΣ με θέμα “Η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων από την ΕΚΤ”, Ειδική Έκθεση ΕΕΣ, No 2, 2018.
[72]Η Διευθύνουσα Επιτροπή υποστηρίζει τις δραστηριότητες του Εποπτικού Συμβουλίου και προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του. Αποτελείται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου, έναν εκπρόσωπο της ΕΚΤ και πέντε εκπροσώπους εθνικών εποπτικών αρχών. Οι τελευταίοι διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο για ένα έτος βάσει ενός συστήματος εκ περιτροπής θητείας που διασφαλίζει την ισότιμη εκπροσώπηση των χωρών.
[73]Ο αριθμός αφορά αποφάσεις που οριστικοποιήθηκαν ή εκδόθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς (εξερχόμενες αποφάσεις). Ο αριθμός των εποπτικών αποφάσεων δεν αντιστοιχεί στον αριθμό των διαδικασιών χορήγησης αδειών που κοινοποιήθηκαν επίσημα στην ΕΚΤ κατά την περίοδο αναφοράς (εισερχόμενες διαδικασίες κοινοποίησης).
[74]Εξ αυτών, οι 196 εγκρίθηκαν από ανώτερα στελέχη με βάση το πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων.
[75]Σύμφωνα με το άρθρο 6.7 του Εσωτερικού Κανονισμού του Εποπτικού Συμβουλίου, οι αποφάσεις είναι δυνατόν να ληφθούν και μέσω γραπτής διαδικασίας, εκτός αν φέρουν αντίρρηση τρία τουλάχιστον μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου που έχουν δικαίωμα ψήφου. Σε αυτή την περίπτωση, το θέμα εντάσσεται στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης του Εποπτικού Συμβουλίου. Για τη γραπτή διαδικασία κανονικά απαιτούνται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες ημέρες εξέτασης από το Εποπτικό Συμβούλιο.
[76]Το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης είναι όργανο της ΕΚΤ, του οποίου τα μέλη είναι ατομικώς και συλλογικώς ανεξάρτητα από την ΕΚΤ και έχουν αναλάβει το καθήκον να επανεξετάζουν τις αποφάσεις που υιοθετήθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο επί θεμάτων εποπτείας, κατόπιν παραδεκτής αίτησης επανεξέτασης. Το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης αποτελείται από πέντε μέλη: τον Jean-Paul Redouin (Πρόεδρο), την Concetta Brescia Morra (Αντιπρόεδρο), τον Javier Arístegui, τον André Camilleri και τον Gerd Häusler, καθώς και δύο αναπληρωματικά μέλη: τον René Smits και τον Ivan Šramko.
[77]Βλ. άρθρο 24(7) του Κανονισμού ΕΕΜ.
[78]Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/856 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 12ης Μαρτίου 2015, για τον καθορισμό των αρχών πλαισίου δεοντολογίας του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΚΤ/2015/12) (ΕΕ L 135, 2.6.2015, σελ. 29).
[79]Άρθρα 11, 12 και 17 του Ενιαίου κώδικα συμπεριφοράς ανωτάτων λειτουργών της ΕΚΤ.
[80]Η Απόφαση ΕΚΤ/2014/39 περιλαμβάνει επίσης διατάξεις που αφορούν οργανωτικά θέματα.
[81]Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/39) (ΕΕ L 300, 18.10.2014, σελ. 57).
[82]Ο Κανονισμός για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRR) ορίζει τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών βάσει των πλαισίων για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση (FINREP – FINancial REPorting) και την κοινή πληροφόρηση (COREP – COmmon REPorting) για τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι εν λόγω υποχρεώσεις υποβολής αναφορών παρουσιάζονται λεπτομερώς στον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 191, 28.6.2014, σ. 1). FINREP είναι το πλαίσιο συγκέντρωσης χρηματοπιστωτικών πληροφοριών από τα τραπεζικά ιδρύματα. COREP είναι το πλαίσιο συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με τον υπολογισμό βάσει του Πυλώνα 1.
[83]Η βάση δεδομένων που καλύπτει όλο τον ΕΕΜ αποτελεί πρωτοβουλία για τον περαιτέρω εξορθολογισμό των απαιτήσεων αναφοράς εποπτικών πληροφοριών που έχουν τεθεί από την ΕΚΤ και τις ΕΑΑ και για τη βελτίωση της εσωτερικής διακυβέρνησης. Συγκεντρώνει πληροφορίες για όλα τα αιτήματα παροχής στοιχείων που αποστέλλονται απευθείας στα εποπτευόμενα ιδρύματα, και αυτές οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση της διαφάνειας των αιτημάτων παροχής στοιχείων που αποστέλλονται στις τράπεζες και για την ανάλυση της σχετικής επιβάρυνσης των τραπεζών.
[84]Αυτές οι κοινές υπηρεσίες περιλαμβάνουν κτιριακές εγκαταστάσεις και υποδομές, τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, διοικητικές υπηρεσίες, την κατάρτιση προϋπολογισμού και την άσκηση ελέγχου, λογιστικές, νομικές, επικοινωνιακές και μεταφραστικές υπηρεσίες, την εσωτερική επιθεώρηση, τη στατιστική και τις υπηρεσίες πληροφορικής.
[85]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1163/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 22ας Οκτωβρίου 2014 σχετικά με τα εποπτικά τέλη (ΕΚΤ/2014/41).
[86]Απόφαση (ΕΕ) 2019/2158 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τη μεθοδολογία και τις διαδικασίες καθορισμού και συλλογής δεδομένων όσον αφορά τους συντελεστές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα ετήσια εποπτικά τέλη (ΕΚΤ/2019/38) (ΕΕ L 327, 17.12.2019, σελ. 99).
[87]Βλ. Άρθρο 4 της Απόφασης (ΕΕ) 2019/2158.
[88]Το ποσό που μεταφέρεται στην περίοδο επιβολής τέλους 2020 ύψους -22,0 εκατ. ευρώ αφορά ‑23,1 εκατ. ευρώ για σημαντικές οντότητες ή σημαντικούς ομίλους και +1,1 εκατ. ευρώ για λιγότερο σημαντικές οντότητες ή λιγότερο σημαντικούς ομίλους.
[89]Για οντότητες που ιδρύθηκαν μετά την 1η Οκτωβρίου, χρεώνεται εποπτικό τέλος που περιλαμβάνει μια ελάχιστη συνιστώσα εποπτικού τέλους μόνο για όσους ακέραιους μήνες υπάγονται σε εποπτεία.
[90]Λεπτομερή στοιχεία για την επιβολή συμμόρφωσης και κυρώσεων διατίθενται στην Ενότητα 2.2 της παρούσας έκθεσης.