Πρόλογος της Christine Lagarde, Προέδρου της ΕΚΤ

Η χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση δημόσιου χρέους έδειξαν με πόση ταχύτητα και σφοδρότητα μπορούν να μεταδοθούν τα προβλήματα του τραπεζικού τομέα σε ολόκληρη τη νομισματική ένωση και να επηρεάσουν την οικονομία και τους ανθρώπους. Ως μέρος της απάντησης σ’ αυτά τα προβλήματα και με στόχο να εξασφαλιστεί ότι οι τράπεζες είναι υγιείς και το τραπεζικό σύστημα ανθεκτικό, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δημιούργησαν την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, η οποία διανύει εφέτος το έκτο έτος της.

Σ’ αυτό το σύντομο διάστημα, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία εξελίχθηκε από νεοφυής οργανισμός σε έναν ωριμότερο θεσμό, ο οποίος έχει πλέον εδραιωθεί ως μια αυστηρή και συνεπής αρχή. Σε σύγκριση με το 2014 οι κίνδυνοι έχουν περιοριστεί κατά πολύ: τα αποθέματα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μειώθηκαν σχεδόν κατά 50% και το κεφάλαιο των τραπεζών αυξήθηκε σημαντικά σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Η διαχείριση των ΜΕΔ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια ευρωπαϊκή προσέγγιση βοήθησε να αντιμετωπιστούν προβλήματα τα οποία κληροδότησε η κρίση και επηρέασαν πολλές τράπεζες σε διάφορες χώρες.

Ενισχύοντας την ευρωστία των τραπεζών, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία στήριξε επίσης τη νομισματική πολιτική. Όταν οι τράπεζες είναι ισχυρότερες, μπορούν να προσφέρουν περισσότερη χρηματοδότηση στην οικονομία, γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Και στηρίζοντας την παραγωγική ανάληψη κινδύνου αλλά ταυτόχρονα καταπολεμώντας την υπερβολική αναζήτηση αποδόσεων, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία συνεισφέρει στον περιορισμό των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και επιτρέπει στην τρέχουσα κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής να υπηρετεί τον καταστατικό μας σκοπό, δηλαδή τη σταθερότητα των τιμών.

Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί τα τελευταία χρόνια από πλευράς εποπτείας, το 2020 εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, οι οποίες απαιτούν από τις τράπεζες να αναλάβουν αποφασιστικότερη δράση. Η κερδοφορία των τραπεζών παραμένει χαμηλή και, αν αυτό συνεχίσει για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, μπορεί να επηρεάσει την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα στο σύνολό του. Ο περιορισμός του πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού, η μείωση του εναπομένοντος αποθέματος των ΜΕΔ και η προσαρμογή των επιχειρηματικών μοντέλων και των προτύπων για τα πληροφοριακά συστήματα στην ψηφιακή εποχή αποτελούν ένα μέρος της λύσης.

Το άλλο μέρος είναι να θεσπιστεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο που θα προωθεί μια αποδοτικότερη και πιο ενοποιημένη τραπεζική αγορά. Το θεμέλιο της τραπεζικής ένωσης, το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων, παραμένει κατακερματισμένο μεταξύ των χωρών. Πέραν αυτού, όσο απουσιάζει ακόμη ένας από τους πυλώνες της τραπεζικής ένωσης, δηλαδή ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης των καταθέσεων, η ακεραιότητα της ενιαίας τραπεζικής αγοράς θα συνεχίσει ενδεχομένως να τίθεται υπό αμφισβήτηση, εμποδίζοντας έτσι την περαιτέρω ενοποίηση σε διασυνοριακό επίπεδο.

Επιπλέον, υπάρχουν και πιο μακροπρόθεσμες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι οποίες έχουν οριζόντιο χαρακτήρα και δεν είναι δυνατόν να τις αγνοήσει κανείς. Η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του τραπεζικού συστήματος. Είναι λοιπόν σαφές ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με κοινή προσπάθεια – με συνεργασία μεταξύ χωρών, μεταξύ ιδρυμάτων και μεταξύ τομέων.


Εισαγωγική συνέντευξη του Andrea Enria, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου

Αναλάβατε τη θέση του Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ στην αρχή του 2019. Ποιο είναι το βασικό σας συμπέρασμα μετά από ένα έτος και τι πρέπει να γίνει ακόμη;

Το βασικό μου συμπέρασμα είναι το εξής: Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία λειτουργεί αποτελεσματικά. Η ιδέα του να εποπτεύονται οι τράπεζες σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι λογική και πρακτική και οι πυλώνες του εποπτικού μας μοντέλου είναι ισχυροί. Τώρα όμως, μετά από πέντε έτη, εξελισσόμαστε από νεοφυής οργανισμός σε ένα πιο ώριμο θεσμό. Συνεπώς, είναι ανάγκη να ολοκληρώσουμε τα μεγάλα δομικά στοιχεία και να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στη σταθεροποίηση της προσέγγισής μας και στην άσκηση εποπτείας με βάση τους κινδύνους. Στην πορεία θα επιδιώξουμε να απλουστεύσουμε περαιτέρω τις διαδικασίες έτσι ώστε να περιορίσουμε τον φόρτο εργασίας τόσο για τις εποπτικές αρχές όσο και για τις τράπεζες – αυτό σημαίνει και ότι θα χρειαστεί να βασιζόμαστε περισσότερο στις νέες τεχνολογίες. Και θα προσπαθήσουμε να ενισχύσουμε τόσο τη διαφάνεια όσο και την προβλεψιμότητα των ενεργειών μας. Έχουμε να κάνουμε έναν τραπεζικό τομέα που ακόμη πλήττεται από τη χαμηλή κερδοφορία και με μια τραπεζική ένωση που είναι λιγότερο ενοποιημένη από ό,τι θα έπρεπε – η αντιμετώπιση αυτών των σημαντικών ζητημάτων είναι επίσης στις άμεσες προτεραιότητές μας.

Για ποιο λόγο πρέπει να γίνει η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία περισσότερο διαφανής και πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Με την τραπεζική ένωση καθιερώσαμε ένα νέο μοντέλο για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Έχω την εντύπωση ότι οι τράπεζες και οι επενδυτές ακόμη δυσκολεύονται να κατανοήσουν πλήρως αυτό το νέο μοντέλο. Αυτό σηµαίνει ότι εμείς, οι εποπτικές αρχές, πρέπει να εξηγήσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τι κάνουμε, γιατί το κάνουμε και πώς το κάνουμε. Έτσι θα γίνουμε και πιο προβλέψιμοι, εξάλλου η τραπεζική εποπτεία πρέπει να είναι πηγή σταθερότητας και όχι εκπλήξεων. Σύμφωνα με το νέο θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, οι επενδυτές είναι οι πρώτοι που καλούνται να απορροφήσουν ζημίες, αντί να βασίζεται η τράπεζα σε κρατική στήριξη. Ως εκ τούτου, οι επενδυτές πρέπει να είναι καλύτερα ενημερωμένοι για τη θέση των τραπεζών σε σχέση με τα σημεία ενεργοποίησης εποπτικών μέτρων. Ένα πρώτο βήμα προς την ενίσχυση της διαφάνειας κάναμε τον Ιανουάριο του 2020: για πρώτη φορά δημοσιεύσαμε πληροφορίες ανά τράπεζα σχετικά με τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που προέκυψαν από την Εποπτική Διαδικασία Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) και παρείχαμε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την εποπτική μας μεθοδολογία. Αυτό επέτρεψε στις τράπεζες και τους επενδυτές να κατανοήσουν καλύτερα την εποπτική αξιολόγηση των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Όσον αφορά τις τράπεζες, η κερδοφορία παραμένει μια από τις σοβαρότερες προκλήσεις. Βλέπετε φως στην άκρη του τούνελ;

Δυστυχώς νομίζω ότι βρισκόμαστε ακόμη στο βάθος του τούνελ. Η χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών στη ζώνη του ευρώ οπωσδήποτε με προβληματίζει ιδιαίτερα ως επόπτη. Οι τράπεζες που καταγράφουν χαμηλά κέρδη δεν έχουν τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου και, λόγω των χαμηλών αποτιμήσεών τους από την αγορά, πιθανόν να συναντήσουν δυσκολίες και στην πρόσβασή τους στις αγορές μετοχών όταν χρειάζεται. Κατά συνέπεια, γίνονται πιο ευάλωτες. Είναι προφανές ότι η παρούσα συγκυρία δεν είναι κατάλληλη για να αποκομίσουν οι τράπεζες κέρδη με τις παραδοσιακές μεθόδους, πάντως αυτό το αντίξοο εξωτερικό περιβάλλον δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα. Συνεπώς, οι τράπεζες πρέπει να συμβιβαστούν και να προσαρμοστούν: χρειάζεται να αποδεχθούν την κατάσταση ως έχει και να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα ώστε να παραμείνουν βιώσιμες. Οι πιο ανταγωνιστικές τράπεζες είναι εκείνες που επιτυγχάνουν την καλύτερη αποτελεσματικότητα από πλευράς κόστους, εκείνες δηλαδή που χαρακτηρίζονται από σωστή στρατηγική κατεύθυνση και υιοθετούν κάποια μορφή ψηφιακού μετασχηματισμού. Δυστυχώς όμως κάποιες άλλες τράπεζες κινούνται με μάλλον αργούς ρυθμούς. Γι’ αυτό, θα παρακολουθούμε προσεκτικά την πρόοδό τους και θα ασκούμε πιέσεις σε εκείνες που υστερούν.

Η μείωση του κόστους περιλαμβάνεται στα διαθέσιμα εργαλεία για τις τράπεζες; Τι μπορούν να κάνουν οι τράπεζες για να περιορίσουν το κόστος τους;

Η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από πλευράς κόστους πρέπει να είναι το επίκεντρο κάθε προσπάθειας που καταβάλλουν οι τράπεζες για να στηριχθούν. Οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλούς λόγους εξόδων προς έσοδα: κατά μέσο όρο, για να κερδίσουν ένα ευρώ δαπανούν περίπου 65 λεπτά του ευρώ, δηλ. ξοδεύουν πολύ περισσότερα από ό,τι οι ανταγωνιστές τους διεθνώς. Ωστόσο, το κρίσιμο είναι να μην εξοικονομήσουν δαπάνες από λάθος τομείς. Για παράδειγμα, η περικοπή των δαπανών στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων αποκλείεται. Ομοίως, η επένδυση σε νέες τεχνολογίες παραμένει σημαντικό ζήτημα, καθώς μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους στο μέλλον. Πέραν αυτού, έχουν προταθεί και άλλες, πιο ριζοσπαστικές ιδέες. Οι τράπεζες θα μπορούσαν επί παραδείγματι να συγκεντροποιήσουν ορισμένες υπηρεσίες που έχουν κοινόχρηστο χαρακτήρα. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας και έτσι να περιορίσουν τις δαπάνες τους. Φυσικά, το πιο αποτελεσματικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι πλήρεις συγχωνεύσεις. Αν γίνουν σωστά και μεταξύ των κατάλληλων τραπεζών, οι συγχωνεύσεις μπορούν και αυτές να συμβάλουν στη μείωση του κόστους και στον αναπροσανατολισμό του επιχειρηματικού μοντέλου.

Άρα χρειάζεται να γίνουν περισσότερες συγχωνεύσεις μεταξύ τραπεζών;

Κοιτάξτε, για μένα είναι προφανές ότι ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ πρέπει να ενοποιηθεί. Το πλεονάζον δυναμικό αποτελεί μέρος του προβλήματος της κερδοφορίας, άρα πρέπει να εκλείψει. Συνεπώς, ναι, οι συγχωνεύσεις τραπεζών, εντός της ίδιας χώρας ή και διασυνοριακά, θα ήταν χρήσιμες. Οι συγχωνεύσεις σε εθνικό επίπεδο μπορούν να επιτύχουν μεγαλύτερη βελτίωση της αποδοτικότητας, π.χ. λόγω των επικαλυπτόμενων δικτύων διανομής. Από την άλλη πλευρά, οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις μπορούν να συμβάλουν στην περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών εσόδων, άρα και των κινδύνων. Έτσι, οι τράπεζες και ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στους κλονισμούς. Κατανοώ ότι, από τη σκοπιά μιας μεμονωμένης τράπεζας, η χαμηλή κερδοφορία και οι χαμηλές αποτιμήσεις στην αγορά δεν συνηγορούν υπέρ των συγχωνεύσεων. Όμως, από τη σκοπιά του όλου συστήματος, δεν φαίνεται πιθανό να αντιμετωπιστούν τα αίτια της χαμηλής κερδοφορίας και των χαμηλών αποτιμήσεων στην αγορά χωρίς κάποιου είδους ενοποίηση στον τομέα.

Μπορεί να κάνει κάτι η ΕΚΤ γι’ αυτό;

Ενώ αντιλαμβάνομαι το οικονομικό σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι συγχωνεύσεις, δεν είναι δικό μου έργο να ενθαρρύνω ή να ανακόψω τέτοιες κινήσεις. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αντιμετωπίσω δυνητικά εμπόδια στις συγχωνεύσεις, ιδίως εάν εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων μου. Ορισμένοι θεωρούν ότι η ΕΚΤ προσπαθεί να αποθαρρύνει τις συγχωνεύσεις, απαιτώντας υψηλότερα επίπεδα κεφαλαίου από τις συγχωνευμένες οντότητες. Αυτή είναι μια παρανόηση, που προσπαθώ να τη διαλύσω εδώ και αρκετό καιρό. Θα διευκρινίσουμε περαιτέρω τις πολιτικές μας για τις συγχωνεύσεις αργότερα εντός του έτους. Για παράδειγμα, πώς αντιμετωπίζουμε την αρνητική υπεραξία; Πώς εξετάζουμε την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών που συμμετέχουν σε συγχωνεύσεις; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στην προσπάθειά μας για μεγαλύτερη σαφήνεια.

Υπάρχει πιθανότητα περαιτέρω ενοποίησης στην Ευρώπη; Για παράδειγμα, θα ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση;

Η τραπεζική αγορά παραμένει κατακερματισμένη μεταξύ των εθνικών συνόρων – ακόμη και στη ζώνη του ευρώ. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό είναι κατάλοιπο των μέτρων περιχαράκωσης (ring-fencing) που ελήφθησαν στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αυτά δημιούργησαν φόβους ότι, όταν μια διαταραχή πλήξει μια τράπεζα, θα μπορούσε να παρατηρηθεί εκροή κεφαλαίου και ρευστότητας στο εξωτερικό, και το κόστος θα το επωμιστούν οι φορολογούμενοι στη χώρα. Ως προς αυτό το σημείο, χρειάζεται να πραγματοποιήσουμε περαιτέρω πρόοδο ώστε να ολοκληρώσουμε το πλέγμα ασφαλείας εντός της τραπεζικής ένωσης. Έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στη δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης (backstop) για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης, αλλά το ζήτημα της ρευστότητας κατά τη διαδικασία εξυγίανσης και, ειδικά, το ζήτημα της ίδρυσης ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων παραμένουν εξαιρετικά αμφιλεγόμενα. Ελπίζω ότι σύντομα θα υπάρξει πρόοδος, γνωρίζω πάντως πόσο δύσκολες είναι αυτές οι συζητήσεις.

Το ερώτημα είναι λοιπόν: τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Εάν το πλαίσιο δεν πρόκειται να αλλάξει, μπορούμε να κάνουμε κάτι μέσα στο υπάρχον πλαίσιο; Μια επιλογή θα ήταν να λάβουμε υπόψη τους προβληματισμούς των χωρών υποδοχής όταν θεσπίζουμε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για ολόκληρους τραπεζικούς ομίλους: εάν ένας κίνδυνος τοπικού χαρακτήρα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω διαφοροποίησης ή αντιστάθμισης σε ενοποιημένη βάση, θα μπορούσε να αποτυπώνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που επιβάλλονται στον όμιλο. Άλλη επιλογή θα ήταν οι ενδοομιλικές συμφωνίες χρηματοδοτικής στήριξης να αποτελούν μέρος των σχεδίων ανάκαμψης των τραπεζών. Αν θέλουμε να υπάρχει ενοποιημένη διαχείριση ενεργητικού και παθητικού σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι το ίδιο θα ισχύει και σε περιόδους κρίσης, μέσα από αξιόπιστες διαδικασίες των οποίων την εφαρμογή θα μπορεί να επιβάλλει η ΕΚΤ.

Τελικά το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση;

Το γεγονός ότι υπάρχει ένα τέτοιο πλαίσιο αποτελεί σαφώς βελτίωση. Ωστόσο, το νέο πλαίσιο εξακολουθεί να παρουσιάζει κάποια κενά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην πραγματικότητα, παραμένει σε μεγάλο βαθμό εθνικό πλαίσιο. Και αυτός ο κατακερματισμός είναι που το καθιστά λιγότερο αποτελεσματικό και αποδοτικό από ό,τι θα μπορούσε να είναι. Για παράδειγμα, η διαδικασία εκκαθάρισης μιας τράπεζας πραγματοποιείται σύμφωνα με την εκάστοτε εθνική προσέγγιση που παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα. Ομοίως, ο ρόλος των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων και των θεσμικών συστημάτων προστασίας διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα, όπως και η κατεύθυνση πολιτικής για τη διάσωση τραπεζών με δημόσιους πόρους. Αυτό δεν βοηθά στη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού. Αντίθετα, δυσχεραίνει την εφαρμογή των διαθέσιμων εργαλείων από εμάς, τις εποπτικές αρχές. Είναι ανάγκη λοιπόν να κινηθούμε προς ένα πιο εναρμονισμένο σύστημα. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε ίσως να συγκλίνουμε προς την προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών και να θεσπίσουμε ένα διοικητικό όργανο εκκαθάρισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η πρόοδος προς μια ενιαία ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά πιθανώς θα απαιτήσει να δοθούν στις χώρες υποδοχής επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες, ώστε να προχωρήσουν στον περιορισμό ορισμένων εθνικών φραγμών. Η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων και η βελτίωση της διαχείρισης κρίσεων θα μπορούσε να περιορίσει το εκτιμώμενο αρχικό κόστος της κατάργησης μερικών τέτοιων φραγμών που ακόμη περιβάλλουν τους εθνικούς τραπεζικούς τομείς. Παράλληλα, οφείλουμε να διερευνήσουμε όλες τις δυνατότητες και να ενθαρρύνουμε την εφαρμογή του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου κατά τρόπο που να είναι πιο υποστηρικτικό προς τη διαχείριση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε επίπεδο ομίλου εντός της τραπεζικής ένωσης. Για παράδειγμα, πρέπει να βρούμε τρόπους να αξιοποιήσουμε τα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι εποπτικές αρχές σε κάποιους τομείς (π.χ. απαλλαγή από τις απαιτήσεις ρευστότητας σε ατομική βάση ή εξαιρέσεις από απαιτήσεις για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα προκειμένου για ενδοομιλικά ανοίγματα) ώστε να στηρίξουμε τη διαχείριση ενεργητικού και παθητικού σε επίπεδο ομίλου, γεγονός που παρέχει τη βεβαιότητα ότι σε περίπτωση κρίσης μπορεί να υπάρξει στήριξη από τον όμιλο.

Συχνά οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι το ενισχυμένο κανονιστικό πλαίσιο αποτελεί μέρος του προβλήματος κερδοφορίας που αντιμετωπίζουν. Είναι βάσιμος αυτός ο ισχυρισμός κατά τη γνώμη σας;

Η κανονιστική μεταρρύθμιση ήταν απολύτως αναγκαία, με δεδομένες τις αδυναμίες του προηγούμενου πλαισίου τις οποίες αποκάλυψε η χρηματοπιστωτική κρίση. Συνεπώς, όταν συζητάμε για το κόστος του κανονιστικού πλαισίου, πρέπει να αναφερθούμε και στο κόστος της κρίσης. Είναι αλήθεια ότι οι τράπεζες αναλαμβάνουν το πρώτο, αλλά όχι απαραίτητα και το δεύτερο, και αυτό ήταν μέρος του αρχικού προβλήματος. Κατά τη γνώμη μου μειώσαμε την πιθανότητα εκδήλωσης κρίσεων, με ένα εύλογο τίμημα. Συνεπώς ναι, είμαι υπέρ της κανονιστικής μεταρρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης της τελικής δέσμης μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ. Και επανειλημμένως έχω ζητήσει την πιστή εφαρμογή της εδώ στην Ευρώπη.

Ωστόσο, αναγνωρίζω την επιβάρυνση που συνεπάγεται για τις τράπεζες η απαίτηση υποβολής στοιχείων. Η ΕΚΤ έχει ήδη καταβάλει σοβαρές προσπάθειες να ελαφρύνει τον φόρτο εργασίας τους, ιδίως για τις μικρότερες και λιγότερο σύνθετες τράπεζες. Παρά ταύτα, παραμένουν δύο ζητήματα προς επίλυση. Το πρώτο είναι ο αριθμός των αρχών που ζητούν την υποβολή στοιχείων από τις τράπεζες. Με καλύτερο συντονισμό μεταξύ της ΕΚΤ, των εθνικών εποπτικών αρχών, των εθνικών κεντρικών τραπεζών και των αρχών μακροπροληπτικής εποπτείας θα μπορούσε να μειωθεί η επιβάρυνση για τις τράπεζες. Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι οι τράπεζες, εκτός από την τακτική υποβολή πληροφόρησης, καλούνται να παρέχουν στοιχεία και ad hoc. Σ΄ αυτή την περίπτωση χρειάζεται να βελτιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα προγραμματίζουμε, θα ιεραρχούμε κατά προτεραιότητα και θα γνωστοποιούμε τα αιτήματά μας στο μέλλον.

Εκτός από την κερδοφορία, ποια άλλα ζητήματα θα πρέπει να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες;

Τα ζητήματα διακυβέρνησης συχνά δημιουργούν προβληματισμούς κατά τις αξιολογήσεις μας. Η βέλτιστη πρακτική ξεκινά από τα συστήματα αμοιβών των στελεχών που πρέπει να ευθυγραμμίζονται με την πολιτική κινδύνου της τράπεζας και φθάνει μέχρι την παροχή έγκυρων και έγκαιρων δεδομένων για τον κίνδυνο στο διοικητικό συμβούλιο. Και όπως φάνηκε από κάποιες πρόσφατες και χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι έλεγχοι και οι διαδικασίες για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος παραμένουν ανεπαρκείς. Για να είμαι σαφής: προσδοκούμε από τις τράπεζες να διαθέτουν ισχυρή διακυβέρνηση και αποτελεσματικά πλαίσια διαχείρισης κινδύνων. Τυχόν προβλήματα στους εν λόγω τομείς γρήγορα εξαπλώνονται και αλλού και μπορεί να προκαλέσουν πολλές δυσκολίες. Παράδειγμα είναι ο λειτουργικός κίνδυνος. Ως προς αυτό, η κατάσταση επιδεινώθηκε το 2019 και οι περισσότερες λειτουργικές ζημίες οφείλονται στον κίνδυνο συμπεριφοράς, ο οποίος συχνά ανάγεται σε ζητήματα διακυβέρνησης. Άλλη πηγή λειτουργικού κινδύνου είναι τα πληροφοριακά συστήματα. Καθώς οι τράπεζες ολοένα περισσότερο γίνονται ψηφιακές, είναι και πιο εκτεθειμένες στους κυβερνοκινδύνους – ή γενικότερα στους κινδύνους που πηγάζουν π.χ. από απαρχαιωμένα πληροφοριακά συστήματα. Αυτό είναι κάτι που λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη, γι’ αυτό και διενεργούμε μια σειρά επιτόπιων επιθεωρήσεων με αντικείμενο ειδικά τα πληροφοριακά συστήματα.

Η κλιματική αλλαγή είναι ένα θέμα που απασχολεί τις τράπεζες και τις εποπτικές αρχές τους;

Η κλιματική αλλαγή είναι ένα πρόβλημα που μας αφορά όλους και, συνεπώς, ακούγονται διάφορες ιδέες με πολλές προεκτάσεις. Ορισμένοι ισχυρίζονται, για παράδειγμα, ότι το κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να περιέχει έναν παράγοντα που να ευνοεί τις τοποθετήσεις των τραπεζών σε πράσινα περιουσιακά στοιχεία, π.χ. να προβλέπονται χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις γι’ αυτά. Από πλευράς εποπτείας, καθήκον μας είναι να διασφαλίζουμε ότι οι τράπεζες είναι ασφαλείς και εύρωστες. Συνεπώς, οτιδήποτε κάνουμε πρέπει να βασίζεται στους κινδύνους και οι κίνδυνοι αυτοί πρέπει να αναλύονται διεξοδικά προτού σπεύσουμε σε συμπεράσματα πολιτικής.

Άρα, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον υπάρχουν δραστηριότητες ή περιουσιακά στοιχεία που είναι πιο εκτεθειμένα σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους σε σύγκριση με άλλα. Εν προκειμένω, ένα σημαντικό πρώτο βήμα είναι η συστηματική ταξινόμηση των βιώσιμων δραστηριοτήτων από την ΕΕ, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και θα επιτρέψει στις τράπεζες να προσδιορίζουν και να δημοσιοποιούν τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους. Αυτό, με τη σειρά του, θα συμβάλει στην αύξηση της διαφάνειας. Στη συνέχεια, το επόμενο βήμα θα είναι να καλύψουμε τους όποιους τέτοιους κινδύνους που αντανακλώνται στη διαχείριση κινδύνων από πλευράς τραπεζών ή στη δική μας Εποπτική Διαδικασία Εξέτασης και Αξιολόγησης. Τέλος, οι κίνδυνοι αυτοί θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στις εποπτικές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Συνεχίζονται οι εργασίες σε όλους αυτούς τους τομείς, ενώ μεγάλο μέρος αυτών διενεργείται σε ευρωπαϊκό ή ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, η ΕΚΤ είναι μέλος του Δικτύου για ένα Πράσινο Χρηματοοικονομικό Σύστημα (Network for Greening the Financial System), στο οποίο συμμετέχουν περισσότερα από 50 ιδρύματα από όλο τον κόσμο.


1 Η τραπεζική εποπτεία το 2019

1.1 Ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ το 2019

1.1.1 Γενική ανθεκτικότητα των τραπεζών της ζώνης του ευρώ

Κατά τις πιο πρόσφατες περιόδους αναφοράς οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και μόχλευσης ήταν συνολικά σταθεροί

Κατά τις πιο πρόσφατες περιόδους αναφοράς οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας ήταν συνολικά σταθεροί (βλ. Διάγραμμα 1). Ο δείκτης συνολικών κεφαλαίων αυξήθηκε σε 18,05% το γ΄ τρίμηνο του 2019, από 17,83% ένα έτος νωρίτερα. Παρόμοιες εξελίξεις παρατηρούνται και στον δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) και στον Δείκτη Βασικών Κεφαλαίων (Tier 1), με μικρές διακυμάνσεις.

Διάγραμμα 1

Δείκτης συνολικών κεφαλαίων των σημαντικών ιδρυμάτων (μεταβατικός ορισμός)

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Ο μεσοσταθμικός πλήρως υλοποιημένος (fully loaded) δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών (CET1) των σημαντικών ιδρυμάτων (ΣΙ) παρέμεινε σταθερός στο 14,1% από το δ΄ τρίμηνο του 2018 έως το γ΄ τρίμηνο του 2019 (βλ. Διάγραμμα 2). Ο δείκτης μόχλευσης αυξήθηκε ελαφρώς κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2019 και διαμορφώθηκε σε 5,42% το γ΄ τρίμηνο, έναντι 5,32% το γ΄ τρίμηνο του 2018 (βλ. Διάγραμμα 3).

Διάγραμμα 2

Δείκτης CET1 για τα ΣΙ

Πηγή: ΕΚΤ.

Διάγραμμα 3

Δείκτης μόχλευσης των ΣΙ

(ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας για το σύνολο της ομάδας των ΣΙ διατήρησε την ανοδική του τάση

Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) για το σύνολο της ομάδας των ΣΙ διατήρησε την πρόσφατη ανοδική τάση του και διαμορφώθηκε σε 145,16% το γ΄ τρίμηνο του 2019 – δηλ. αυξήθηκε κατά 4,23 ποσοστιαίες μονάδες έναντι της ίδιας περιόδου του προηγούμενου έτους (βλ. Διάγραμμα 4).

Διάγραμμα 4

Δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) των ΣΙ

Πηγή: ΕΚΤ.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διενήργησε την ανάλυση ευαισθησίας του κινδύνου ρευστότητας – άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων 2019

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διενήργησε εις βάθος αξιολόγηση του βραχυπρόθεσμου κινδύνου ρευστότητας των τραπεζών στο πλαίσιο της εποπτικής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διεξάγει κάθε χρόνο. Η ανάλυση ευαισθησίας του κινδύνου ρευστότητας – άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων 2019 αξιολόγησε την ικανότητα των ΣΙ να αντεπεξέλθουν σε μια ιδιοσυγκρασιακή διαταραχή ρευστότητας. Η ανθεκτικότητα των τραπεζών σε μια δυσμενή και μια άκρως δυσμενή διαταραχή αξιολογήθηκε με τη βοήθεια υποθετικών παραγόντων εντάσεων, οι οποίοι βαθμονομούνται βάσει πρόσφατων επεισοδίων κρίσεων, χωρίς να γίνεται αναφορά σε αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής.

Η ΕΚΤ διαπίστωσε ότι οι τράπεζες παρουσιάζουν συνολικά ικανοποιητικές θέσεις ρευστότητας

Οι περισσότερες από τις 103 τράπεζες που συμμετείχαν στην άσκηση ανέφεραν άφθονα αποθέματα ρευστότητας ασφαλείας και σχετικά μακρές περιόδους επιβίωσης (βλ. Διάγραμμα 5). Η διάμεσος των απαντήσεων δείχνει ότι η περίοδος επιβίωσης κυμαίνεται γύρω στους έξι μήνες υπό το σενάριο δυσμενών διαταραχών και περίπου στους τέσσερις μήνες υπό το σενάριο άκρως δυσμενών διαταραχών (βλ. Διάγραμμα 6). Οι μακρές περίοδοι επιβίωσης υπό συνθήκες εντάσεων δίνουν στις τράπεζες περισσότερο χρόνο ώστε να θέσουν σε εφαρμογή τα σχέδια χρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης.

Διάγραμμα 5

Κατανομή των τραπεζών με περίοδο επιβίωσης κάτω των έξι μηνών για κάθε σενάριο

(ημερολογιακές ημέρες, αριθμός τραπεζών)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Ως περίοδος επιβίωσης ορίζεται η περίοδος μέχρι την πρώτη ημέρα κατά την οποία οι σωρευτικές καθαρές εκροές ρευστότητας υπερβαίνουν τη διαθέσιμη ικανότητα αντιστάθμισης του κινδύνου ρευστότητας. Όσο μεγαλύτερη η περίοδος επιβίωσης, τόσο καλύτερες οι προοπτικές της τράπεζας να επιβιώσει μετά από διαταραχή ρευστότητας.

Διάγραμμα 6

Διάμεσος καθαρής θέσης ρευστότητας

(ημερολογιακές ημέρες, διάμεσος καθαρής θέσης ρευστότητας ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Η καθαρή θέση ρευστότητας αφορά το αλγεβρικό άθροισμα των σωρευτικών εκροών ρευστότητας και της διαθέσιμης ικανότητας αντιστάθμισης του κινδύνου ρευστότητας. Η περίοδος επιβίωσης είναι η περίοδος μέχρι την πρώτη ημέρα κατά την οποία η καθαρή θέση ρευστότητας γίνεται αρνητική.

Ωστόσο υπάρχουν ορισμένα προβλήματα, τα οποία απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση

Η συνολική θέση ρευστότητας των ΣΙ παρέμεινε ικανοποιητική σε όλη τη διάρκεια του 2019, υπάρχουν ωστόσο κάποια προβλήματα τα οποία απαιτούν την προσοχή των εποπτικών αρχών: (α) λίγες τράπεζες κατέγραψαν χαμηλές θέσεις ρευστότητας σε ξένα νομίσματα (π.χ. δολάριο ΗΠΑ), (β) ορισμένες τράπεζες παρέχουν καθαρή ρευστότητα σε οντότητες του ομίλου τους που εδρεύουν εκτός της ζώνης του ευρώ, γεγονός που τις εκθέτει στον κίνδυνο περιχαράκωσης (ring-fencing), (γ) αρκετές τράπεζες χρησιμοποιούν στρατηγικές βελτιστοποίησης, οι οποίες βελτιώνουν τη συμμόρφωσή τους προς τους δείκτες ρευστότητας, αλλά παρέχουν στήριξη ρευστότητας για περιορισμένο μόνο χρονικό διάστημα, (δ) οι πρακτικές διαχείρισης ενεχύρων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας άμεσης χρήσης αποθεμάτων ρευστότητας ελεύθερων από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις (unencumbered), μπορούν να βελτιωθούν σε πολλές περιπτώσεις και (ε) οι τράπεζες μπορεί να υποεκτιμούν τις αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα από τυχόν υποβάθμιση της πιστοληπτικής τους διαβάθμισης. Η άσκηση βοήθησε επίσης να εντοπιστούν ζητήματα ποιότητας δεδομένων όσον αφορά τα υποβαλλόμενα στοιχεία ρευστότητας, γεγονός που θα συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας της εποπτικής πληροφόρησης στο μέλλον.

Τα αποτελέσματα λήφθηκαν υπόψη στην ετήσια αξιολόγηση της ρευστότητας των τραπεζών και οι εποπτικές αρχές θα παρακολουθούν την εξέλιξη των θεμάτων

Τα αποτελέσματα της άσκησης λήφθηκαν υπόψη στην αξιολόγηση της επάρκειας ρευστότητας και της διακυβέρνησης κινδύνων των τραπεζών. Εντούτοις, δεν επηρέασαν άμεσα τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οι εποπτικές αρχές έλαβαν τα ενδεδειγμένα μέτρα ποσοτικού και ποιοτικού χαρακτήρα για τη ρευστότητα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που προέκυψαν από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Οι εποπτικές αρχές ανέλυσαν τα συμπεράσματα για κάθε τράπεζα στο πλαίσιο της ετήσιας Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) (SREP – Supervisory Review and Evaluation Process) και θα συνεχίσουν να παρακολουθούν συγκεκριμένα ευρήματα, εφόσον χρειάζεται.

Τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ) επίσης κατέγραψαν ικανοποιητικές θέσεις ρευστότητας και κεφαλαιακές θέσεις το 2019

Τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ) επίσης παρουσίασαν ικανοποιητικές θέσεις ρευστότητας και κεφαλαιακές θέσεις το 2019, με μέσο δείκτη κάλυψης ρευστότητας άνω του 200% το β΄ τρίμηνο και μέσο δείκτη CET1 γύρω στο 17%. Ωστόσο, εντοπίστηκαν ορισμένα προβλήματα που απαιτούν στενή παρακολούθηση, όπως σημαντικές ασυμφωνίες ληκτότητας και εξάρτηση από μηχανισμούς συγκέντρωσης των διαθέσιμων αποθεμάτων ρευστότητας ασφαλείας των μελών σε επίπεδο ομίλου.

Η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών βελτιώθηκε περαιτέρω στη διάρκεια του 2019

Τέλος, η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών βελτιώθηκε, με τον συνολικό δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (δείκτη ΜΕΔ) να μειώνεται σταθερά από 4,17% το γ΄ τρίμηνο του 2018 σε 3,41% το γ΄ τρίμηνο του 2019 (βλ. Διάγραμμα 7 και Ενότητα 1.2.2). Η διασπορά του δείκτη ΜΕΔ μεταξύ των τραπεζών επίσης μειώθηκε σημαντικά το ίδιο διάστημα, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 8.

Διάγραμμα 7

Ποιότητα στοιχείων ενεργητικού: μη εξυπηρετούμενα δάνεια και χορηγήσεις των ΣΙ

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Διάγραμμα 8

Κατανομή δεικτών ΜΕΔ των ΣΙ

Πηγή: ΕΚΤ.

1.1.2 Γενικές επιδόσεις των τραπεζών της ζώνης του ευρώ

Η κερδοφορία των ΣΙ είχε μειωθεί το β΄ τρίμηνο του 2019, ενώ οι λόγοι εξόδων προς έσοδα παρέμειναν σχετικά υψηλοί

Το 2019 η κερδοφορία των ΣΙ της ζώνης του ευρώ παρέμεινε χαμηλή, με τη συνολική αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων (ανηγμένη σε ετήσια βάση) να μειώνεται ελαφρώς σε 5,8% το γ΄ τρίμηνο του 2019, έναντι 6,2% το δ΄ τρίμηνο του 2018 (βλ. Διάγραμμα 9).[1] Συνολικά, η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων των ΣΙ της ζώνης του ευρώ ήταν χαμηλότερη από ό,τι των τραπεζών των ΗΠΑ και, σε πολλές περιπτώσεις, ήταν χαμηλότερη και από το κόστος μετοχικού κεφαλαίου που δηλώνουν τα ίδια τα ΣΙ. Αυτό αντανακλάται και στις χαμηλές αποτιμήσεις των περισσότερων εισηγμένων στο χρηματιστήριο ΣΙ, τα οποία εμφάνισαν δείκτες τιμής προς λογιστική αξία σαφώς κάτω από τη μονάδα, καθιστώντας δυσκολότερη την προσφυγή τους στις αγορές μετοχών χωρίς σημαντική απομείωση της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των υφιστάμενων μετόχων (diluting).

Διάγραμμα 9

Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων των ΣΙ ανά πηγή εσόδων

(ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων)

Πηγή: ECB supervisory banking statistics.
Σημείωση: Τα δεδομένα για το γ΄ τρίμηνο είναι ετησιοποιημένα.

Ενώ η δύσκαμπτη διάρθρωση του κόστους εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας, τα καθαρά έσοδα πριν από απομειώσεις, προβλέψεις και φόρους μειώθηκαν σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια, αλλά παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα σε απόλυτους όρους. Επιπλέον, τα αυξανόμενα έσοδα από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών αντισταθμίστηκαν από τα αρνητικά καθαρά ή άλλα λειτουργικά έσοδα.

Οι λόγοι εξόδων προς έσοδα των ΣΙ παρέμειναν σχετικά υψηλοί (βλ. Διάγραμμα 10), αντικατοπτρίζοντας όχι μόνο περιπτώσεις χαμηλής αποδοτικότητας κόστους, αλλά και δαπάνες αναδιάρθρωσης και έξοδα που σχετίζονται με επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Μεσοπρόθεσμα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός μπορεί να βελτιώσει την αποδοτικότητα κόστους και να δώσει στις τράπεζες τη δυνατότητα να προσφέρουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Επίσης, είναι σημαντικός για τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων, ωστόσο συνεπάγεται κάποιο αρχικό κόστος και τα οφέλη του εκδηλώνονται μόνο σε βάθος χρόνου.

Διάγραμμα 10

Λόγοι εξόδων προς έσοδα των ΣΙ και συνιστώσες υπό μορφή δείκτη

(ποσοστά)

Πηγή: ECB supervisory banking statistics.

Οι ροές ζημιών και προβλέψεων αυξήθηκαν έντονα τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2019 σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του προηγούμενου έτους, τερματίζοντας την καθοδική τάση των τελευταίων ετών που οδήγησε στα χαμηλά επίπεδα του 2018 και συμπιέζοντας περαιτέρω την κερδοφορία. Η άνοδος ήταν γενικευμένη σε όλες τις επιμέρους συνιστώσες και παρατηρήθηκε ακόμη και σε χώρες με χαμηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), κυρίως λόγω προβλέψεων για κάλυψη νέων ΜΕΔ και ζημιών απομείωσης επί μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών στο πλαίσιο προγραμμάτων αναδιάρθωσής τους.

Όπως και τα ΣΙ, τα ΛΣΙ της ζώνης του ευρώ επίσης κατέγραψαν σταθερά χαμηλό επίπεδο κερδοφορίας. Ειδικότερα, η εξάρτηση των ΛΣΙ από το εισόδημα από τόκους τα εκθέτει στις αρνητικές επιδράσεις της παρατεταμένης περιόδου χαμηλών επιτοκίων, ενώ το μικρότερο μέγεθος και ο κυρίως τοπικός χαρακτήρας τους περιορίζουν τη δυνατότητά τους να διαφοροποιούν τις πηγές εσόδων τους και να μειώνουν το κόστος. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν μέσο δείκτη αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (ROE) για τα ΛΣΙ μόλις 5,1% τον Ιούνιο του 2019, οριακά μόνο βελτιωμένο έναντι 4,7% στο τέλος του 2018.[2] Στην πλευρά του ενεργητικού, τα έσοδα από τόκους, τα οποία αποτελούν τη μεγαλύτερη συνιστώσα των εσόδων για τα ΛΣΙ, συνέχισαν να μειώνονται το 2019 (βλ. Διάγραμμα 11). Εντούτοις, τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν ελαφρά μόνο, λόγω της ταυτόχρονης πτώσης των δαπανών για τόκους. Τέλος, όπως και για τα ΣΙ, οι ροές προβλέψεων για τα ΛΣΙ επίσης αυξήθηκαν έντονα, κατά περίπου 20% το πρώτο εξάμηνο του 2019 έναντι του αντίστοιχου εξαμήνου του 2018. Εντούτοις, το κόστος επισφαλειών για τα ΛΣΙ, μετρούμενο ως ο λόγος των απομειώσεων των χρηματοοικονομικών στοιχείων προς το σύνολο των δανείων, παραμένει σχετικά χαμηλό γύρω στο 0,1% (το οποίο είναι λιγότερο από το 1/3 του αντίστοιχου μεγέθους για τα ΣΙ).

Διάγραμμα 11

Εξέλιξη των εσόδων από τόκους, των εξόδων για τόκους και των καθαρών εσόδων από τόκους των ΛΣΙ

(δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ECB supervisory banking statistics.
Σημειώσεις: Το διάγραμμα βασίζεται σε μεταβαλλόμενο δείγμα ΛΣΙ. Τα στοιχεία πρώτου και δευτέρου τριμήνου του 2019 έχουν αναχθεί σε ετήσια βάση με τη μέθοδο του αθροίσματος των τεσσάρων πιο πρόσφατων τριμήνων (trailing method).

Τα ΛΣΙ συνέχισαν τις προσπάθειές τους να περιορίσουν τις συνολικές δαπάνες (βλ. Διάγραμμα 12). Ωστόσο, οι λόγοι εξόδων προς έσοδα παρέμειναν σχετικά υψηλοί, στο 72% τον Ιούνιο του 2019. Το ποσοστό αυτό είναι ουσιαστικά αμετάβλητο από το τέλος του 2018 (73%) και υψηλότερο από εκείνο των ΣΙ. Όσον αφορά την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού, τα μεγάλα αποθέματα ΜΕΔ στους ισολογισμούς ορισμένων ΛΣΙ εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία. Συνολικά, η πρόοδος προς την εξυγίανση των ισολογισμών επιβραδύνθηκε κάπως, με τον ακαθάριστο δείκτη των ΜΕΔ να διαμορφώνεται γύρω στο 2,71% το β΄ τρίμηνο του 2019, υποχωρώντας κατά 11 μονάδες βάσης σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2018.

Διάγραμμα 12

Επισκόπηση των εξόδων των ΛΣΙ

(αριστερή κλίμακα: δισεκ. ευρώ, δεξιά κλίμακα: ποσοστά)

Πηγή: ECB supervisory banking statistics.
Σημειώσεις: Το διάγραμμα βασίζεται σε μεταβαλλόμενο δείγμα ΛΣΙ. Τα στοιχεία πρώτου και δευτέρου τριμήνου του 2019 έχουν αναχθεί σε ετήσια βάση με τη μέθοδο του αθροίσματος των τεσσάρων πιο πρόσφατων τριμήνων (trailing method).

1.1.3 Κυριότεροι κίνδυνοι για τον τραπεζικό τομέα

Οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες, τα ΜΕΔ, το κυβερνοέγκλημα και τα προβλήματα λειτουργίας στα πληροφοριακά συστήματα προσδιορίστηκαν ως οι σημαντικότερες προκλήσεις για τις τράπεζες το 2019

Σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, η τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εντοπίζει κάθε χρόνο τους βασικούς κινδύνους για τις τράπεζες σε βραχυμεσοπρόθεσμο ορίζοντα (δύο έως τριών ετών). Κατόπιν, οι κίνδυνοι αυτοί δημοσιεύονται ως Χάρτης Κινδύνων του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ). Η άσκηση για το 2018 εντόπισε τους παρακάτω βασικούς παράγοντες κινδύνου για την περίοδο από το 2019 και εξής: γεωπολιτικές αβεβαιότητες, το απόθεμα των ΜΕΔ και τη δυνητική συσσώρευση ΜΕΔ στο μέλλον, καθώς και το κυβερνοέγκλημα και τα προβλήματα λειτουργίας στα πληροφοριακά συστήματα. Άλλοι κίνδυνοι που εντοπίστηκαν είναι ο κίνδυνος μεταβολής της αποτίμησης των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και η αντίδραση των τραπεζών στις κανονιστικές ρυθμίσεις.

Οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την οικονομία της ζώνης του ευρώ

Οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες θεωρήθηκαν σημαντικός παράγοντας κινδύνου για τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές και την οικονομία της ζώνης του ευρώ. Η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων και η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στον ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ, ο οποίος παρέμεινε υποτονικός σε όλη τη διάρκεια του 2019. Περαιτέρω, το Brexit εξακολούθησε να αποτελεί σημαντική πηγή αβεβαιότητας, υποχρεώνοντας τις εποπτικές αρχές να είναι προετοιμασμένες για όλα τα πιθανά σενάρια. Σε συνδυασμό με την αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ, οι εξελίξεις αυτές συνέχισαν να επηρεάζουν δυσμενώς τις προοπτικές της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, οι οποίες επιδεινώθηκαν το 2019.

Ο δείκτης ΜΕΔ συνέχισε να υποχωρεί στη ζώνη του ευρώ

Παρά τη συνεχιζόμενη μείωση του δείκτη ΜΕΔ στη ζώνη του ευρώ, τα υψηλά επίπεδα ΜΕΔ που εμφανίζει μεγάλος αριθμός τραπεζών της ζώνης του ευρώ εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία. Με την εφαρμογή των στρατηγικών τους για τη μείωση των ΜΕΔ, οι τράπεζες αυτές σημείωσαν αξιόλογη πρόοδο ως προς τη μείωση των ΜΕΔ στους ισολογισμούς τους. Το γ΄ τρίμηνο του 2019 ο δείκτης ΜΕΔ για τα ΣΙ υποχώρησε σε 3,41%, αλλά παρέμεινε υψηλότερος από τα προ της κρίσης επίπεδά του. Συνεπώς, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για να διασφαλιστεί η εφαρμογή των στρατηγικών για τα ΜΕΔ, δεδομένου μάλιστα ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να παραμείνει συγκρατημένη βραχυπρόθεσμα.

Η χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων θα μπορούσε να προκαλέσει συσσώρευση ΜΕΔ στο μέλλον

Η συνεχής αναζήτηση αποδόσεων από πλευράς τραπεζών μπορεί να προκαλέσει τη συσσώρευση ΜΕΔ στο μέλλον. Η τάση χαλάρωσης των πιστοδοτικών κριτηρίων που παρατηρήθηκε τα προηγούμενα χρόνια εξασθένησε κάπως το 2019. Πάντως, για δύο τρίμηνα εντός του 2019 οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ συνέχισαν να αναφέρουν ελαφρά χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων για δάνεια προς επιχειρήσεις και δάνεια προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας.[3] Επιπλέον, τα ΣΙ δραστηριοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο στην αγορά μοχλευμένων δανείων, αποδεχόμενα πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα συμβατικών ρητρών προστασίας.

Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τα πληροφοριακά συστήματα και το κυβερνοέγκλημα αυξάνονται ως αποτέλεσμα του συνεχιζόμενου ψηφιακού μετασχηματισμού

Η τάση προς τον ψηφιακό μετασχηματισμό των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών δυνητικά αποδυναμώνει την ανθεκτικότητα των τραπεζών στο κυβερνοέγκλημα και τα προβλήματα λειτουργίας των πληροφοριακών συστημάτων. Ολοένα περισσότερο οι τράπεζες βασίζονται σε ψηφιακές διαδικασίες και πρέπει να υιοθετήσουν πρόσθετες τεχνολογίες για να γίνουν αποτελεσματικότερες και να ικανοποιούν τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις των καταναλωτών. Ωστόσο, πολλά ΣΙ εξακολουθούν να χρησιμοποιούν απαρχαιωμένα πληροφοριακά συστήματα και πρέπει να εκσυγχρονίσουν τις υποδομές πληροφορικής τους, γεγονός που μπορεί να επιβραδύνει αυτή τη διαδικασία ή/και να την καταστήσει πιο δαπανηρή. Παράλληλα, υπάρχουν και άλλοι κίνδυνοι που προέρχονται από συλλογικές ιδιαίτερα κακόβουλες ενέργειες.

Διατηρείται ο σημαντικός κίνδυνος μεταβολής των αποτιμήσεων των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές

Το 2019 υπάρχει ακόμη μεγάλος κίνδυνος για σημαντική μεταβολή των αποτιμήσεων των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, εν μέσω της συνεχιζόμενης αναζήτησης αποδόσεων. Τα ασφάλιστρα κινδύνου παρέμειναν συγκρατημένα σε όλη τη διάρκεια του έτους, παρά κάποια επεισόδια αυξημένης μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές λόγω της κλιμάκωσης των εμπορικών εντάσεων. Παρόλο που η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους βελτιώθηκε στη ζώνη του ευρώ συνολικά, τα επίπεδα του δημόσιου χρέους παρέμειναν υψηλά σε αρκετές επιμέρους χώρες, καθιστώντας τις ευάλωτες σε ενδεχόμενη ανατιμολόγηση του κινδύνου δημόσιου χρέους.

Η κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε υποτονική

Τα ΣΙ συνέχισαν να αντιμετωπίζουν συνθήκες χαμηλής κερδοφορίας, καθώς η προοπτική ότι θα ακολουθήσει παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων και ο ισχυρός ανταγωνισμός περιόρισαν περαιτέρω την ικανότητά τους να δημιουργούν έσοδα. Το 2019 περισσότερα από τα μισά ΣΙ παρουσίασαν δείκτη αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (ROE) κάτω του εκτιμώμενου κόστους του μετοχικού κεφαλαίου. Παρά την ελαφρά βελτίωση της αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων το 2018, αναθεώρησαν τις προβλέψεις τους για την κερδοφορία προς τα κάτω και πλέον αναμένονται χαμηλότεροι δείκτες ROE το 2019 και το 2020, ενώ δεν αποκλείεται να προβούν και σε νέα αναθεώρηση προς τα κάτω, σε περίπτωση που επιδεινωθούν οι μακροοικονομικές συνθήκες στη ζώνη του ευρώ.

Το 2019 υπήρξαν κάποιες μεταβολές στους κινδύνους, ωστόσο οι βασικοί παράγοντες κινδύνου που περιγράφηκαν παραπάνω εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να ισχύουν και για τα επόμενα έτη (βλ. Ενότητα 1.6 σχετικά με τις προοπτικές για τον κίνδυνο από το 2020 και εξής).


1.2 Εποπτικές προτεραιότητες και δραστηριότητες το 2019

1.2.1 Επισκόπηση εποπτικών προτεραιοτήτων για το 2019

Οι εποπτικές προτεραιότητες ορίζουν τους τομείς στους οποίους θα επικεντρωθεί η τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ το προσεχές έτος. Συζητούνται και εγκρίνονται από το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και βασίζονται στην αξιολόγηση των κυριότερων κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι εποπτευόμενες τράπεζες (βλ. Ενότητα 1.1) στο τρέχον οικονομικό, ρυθμιστικό και εποπτικό περιβάλλον. Λαμβάνουν επίσης υπόψη ορισμένες θεματικές τάσεις που εντοπίζονται από τις Μικτές Εποπτικές Ομάδες (ΜΕΟ) στις καθημερινές τους εποπτικές εργασίες, καθώς και πληροφόρηση από τις επιτόπιες αποστολές. Οι προτεραιότητες αναθεωρούνται σε ετήσια βάση και αποτελούν απαραίτητο εργαλείο συντονισμού των εποπτικών ενεργειών σε όλες τις τράπεζες με κατάλληλα εναρμονισμένο, αναλογικό και αποτελεσματικό τρόπο. Έτσι, συμβάλλουν στη δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού και ισχυρότερου εποπτικού αποτελέσματος. Οι εποπτικές προτεραιότητες για το 2019 και οι σχετικές δραστηριότητες παρουσιάζονται στη συνέχεια της παρούσας ενότητας (βλ. επίσης Σχήμα 1).

Σχήμα 1

Εποπτικές προτεραιότητες για το 2019

Πηγή: ΕΚΤ.
* Τροποποιημένη δραστηριότητα
** Νέα δραστηριότητα/τομέας το 2019
1) Μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
2) Εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας και της επάρκειας ρευστότητας.
3) Παρόλο που δεν έχει ακόμη προγραμματιστεί συγκεκριμένη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τον κίνδυνο ρευστότητας, η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ θα διενεργηθεί το 2020 και θα καλύπτει ευρύ φάσμα κινδύνων.

1.2.2 Εργασίες σχετικά με τα ΜΕΔ

Το 2019 η ΕΚΤ αποφάσισε να αναθεωρήσει τις εποπτικές προσδοκίες της σε σχέση με τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα για τα νέα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ) που ορίζονται στο “Συμπλήρωμα του εγγράφου κατευθύνσεων της ΕΚΤ προς τις τράπεζες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια” (εφεξής το “Συμπλήρωμα”). Η αναθεώρηση αποφασίστηκε κατόπιν της έκδοσης του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/630[4], ο οποίος περιγράφει την αντιμετώπιση των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1. Ο νέος κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 26 Απριλίου 2019 και συμπληρώνει τους υφιστάμενους κανόνες προληπτικής εποπτείας. Η αναθεώρηση του Συμπληρώματος έγινε σε συνέχεια της δέσμευσης που ανέλαβε η ΕΚΤ να επανεξετάσει τις εποπτικές προσδοκίες της για τα νέα ΜΕΑ αμέσως μόλις οριστικοποιηθεί η νέα νομοθεσία σχετικά με την αντιμετώπιση των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1.

Βασικές διαφορές προσέγγισης μεταξύ του Πυλώνα 2 και του Πυλώνα 1

Τρεις βασικές διαφορές εντοπίζονται μεταξύ της αντιμετώπισης των ΜΕΑ βάσει του νέου Πυλώνα 1 και της προσέγγισης της ΕΚΤ βάσει του Πυλώνα 2.

  • Πρώτον, η αντιμετώπιση των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1 υποχρεώνει όλες τις τράπεζες να αφαιρούν αυτόματα από τα ίδια κεφάλαιά τους ποσά τα οποία αντιστοιχούν σε ΜΕΑ που δεν καλύπτονται επαρκώς από τις προβλέψεις ή άλλες προσαρμογές. Πρόκειται για νομικά δεσμευτική υποχρέωση, ενώ οι εποπτικές προσδοκίες της ΕΚΤ σε σχέση με τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα των ΣΙ βάσει της προσέγγισης του Πυλώνα 2 δεν είναι νομικά δεσμευτικές. Συγκεκριμένα, οι εποπτικές προσδοκίες (α) αποτελούν αφετηρία για εποπτικό διάλογο, (β) βασίζονται σε αξιολόγηση ανά μεμονωμένη περίπτωση και (γ) αποτελούν ένα εποπτικό μέτρο που μπορεί να εφαρμοστεί βάσει του πλαισίου του Πυλώνα 2 στον κύκλο της ΕΔΕΑ.
  • Δεύτερον, η αντιμετώπιση των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1 και η εποπτική προσέγγιση των νέων και υφιστάμενων ΜΕΔ βάσει του Πυλώνα 2 παρουσιάζουν μικρές διαφορές ως προς τη κατηγοριοποίηση των ΜΕΑ με βάση τον χρόνο καθυστέρησης. Επιπλέον, προβλέπονται διαφορετικές πορείες προς την επίτευξη των προσαρμογών στην περίπτωση της προσέγγισης της ΕΚΤ (Πυλώνας 2) και προς την πλήρη εφαρμογή στην περίπτωση του πλαισίου του Πυλώνα 1.
  • Τρίτον, υπάρχει σημαντική διαφορά ως προς το πεδίο εφαρμογής. Η αντιμετώπιση των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1 ισχύει μόνο για τα ΜΕΑ που προκύπτουν από νέα δάνεια τα οποία χορηγήθηκαν από τις 26 Απριλίου 2019 και εξής και δεν περιλαμβάνει (α) το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΑ ούτε (β) το σύνολο των υφιστάμενων εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών τα οποία χορηγήθηκαν πριν από την 26η Απριλίου 2019 και τα οποία μπορεί να εξελιχθούν σε ΜΕΑ στο μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές χρειάζεται να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία για την αντιμετώπιση αυτού του δυνητικού κινδύνου – τα εργαλεία αυτά παρέχονται από την προσέγγιση της ΕΚΤ βάσει του Πυλώνα 2.

Προσαρμογές της προσέγγισης βάσει του Πυλώνα 2 για τα νέα ΜΕΑ ως προς την εφαρμογή και το χρονοδιάγραμμα

Αφού αναγνώρισε τις βασικές διαφορές, η ΕΚΤ αποφάσισε να προσαρμόσει τις εποπτικές προσδοκίες της όσον αφορά τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα για τα νέα ΜΕΑ. Στόχος ήταν η απλοποίηση και η εναρμόνιση της συνολικής προσέγγισης για τα ΜΕΑ. Πρώτον, το πεδίο εφαρμογής των εποπτικών προσδοκιών της ΕΚΤ για τα νέα ΜΕΑ βάσει της προσέγγισης του Πυλώνα 2, όπως δημοσιεύθηκαν στο Συμπλήρωμα, περιορίζεται σε ανοίγματα που δεν υπόκεινται στην αντιμετώπιση βάσει του Πυλώνα 1, ώστε να αποφεύγεται τυχόν επικάλυψη, δηλ. το ίδιο άνοιγμα να υπόκειται στα μέτρα τόσο του Πυλώνα 1 όσο και του Πυλώνα 2. Έτσι, τα ΜΕΑ που προκύπτουν από δάνεια τα οποία χορηγήθηκαν από τις 26 Απριλίου 2019 και εξής υπόκεινται, κατ’ αρχήν, αποκλειστικά στον Πυλώνα 1. Δεύτερον, τα σχετικά χρονικά πλαίσια (δηλ. κατηγορία καθυστέρησης – vintage bucket/count) για ΜΕΑ που προέκυψαν από δάνεια τα οποία χορηγήθηκαν πριν από τις 26 Απριλίου 2019 αλλάζουν από 2/7 έτη σε 3/7/9 έτη, ώστε να ευθυγραμμίζονται με τα αντίστοιχα του Πυλώνα 1.[5] Πιο συγκεκριμένα, τα ΜΕΑ που υπόκεινται στο Συμπλήρωμα αναμένεται να ακολουθήσουν τον κανόνα παλαιότητας (vintage count) των 3/7/9 ετών για τα ανεξασφάλιστα/εξασφαλισμένα (με άλλα περιουσιακά στοιχεία πλην ακινήτων)/εξασφαλισμένα με ακίνητα, ενώ η πορεία προς την πλήρη εφαρμογή βασίζεται στο πλαίσιο του Πυλώνα 1 (δηλ. κάλυψη 100%).[6]

Οι εποπτικές προσδοκίες για το απόθεμα των ΜΕΑ διατηρήθηκαν αμετάβλητες

Οι εποπτικές προσδοκίες για το απόθεμα των ΜΕΑ (δηλ. τα ανοίγματα που ταξινομήθηκαν ως ΜΕΑ την 31η Μαρτίου 2018) παρέμειναν αμετάβλητες, με το ίδιο σημείο εκκίνησης, δηλ. την κατηγορία καθυστέρησης 2/7 έτη για τα ανεξασφάλιστα/εξασφαλισμένα ΜΕΑ, σύμφωνα με τις εποπτικές συστάσεις περί κάλυψης των ΜΕΑ και την πορεία σταδιακής υλοποίησης όπως γνωστοποιήθηκαν σε αντίστοιχες επιστολές βάσει της εποπτικής διαδικασίας εξέτασης και αξιολόγησης (ΕΔΕΑ).[7] Ως πρώτη προτεραιότητα τέθηκε η ταχεία μείωση του αποθέματος των ΜΕΑ ώστε οι ισολογισμοί των τραπεζών να έχουν ήδη εξυγιανθεί σε περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες γίνουν λιγότερο ευνοϊκές.

Τόσο για το απόθεμα των ΜΕΑ όσο και για τα νέα ΜΕΑ θα εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψη ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες δεν θα ήταν ενδεδειγμένες οι προσδοκίες σχετικά με τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα

Κατά τα λοιπά, ο χειρισμός των νέων ΜΕΑ βάσει της προσέγγισης του Πυλώνα 2, όπως προβλέπεται στο Συμπλήρωμα, παρέμεινε αμετάβλητος. Μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες δεν θα ήταν ενδεδειγμένες οι εποπτικές προσδοκίες θα εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση τυχόν αποκλίσεων από τις εποπτικές προσδοκίες κάλυψης των ΜΕΔ βάσει της προσέγγισης του Πυλώνα 2, στην περίπτωση τόσο των νέων ΜΕΑ όσο και του αποθέματος των ΜΕΑ.

Σύνοψη της προσαρμοσμένης εποπτικής προσέγγισης για την κάλυψη των ΜΕΑ από προβλέψεις

Συνοπτικά, το πεδίο εφαρμογής των εποπτικών προσδοκιών της ΕΚΤ για τα νέα ΜΕΑ περιορίζεται στα ΜΕΑ που προκύπτουν από δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από την 26η Απριλίου 2019 και δεν υπόκεινται σε χειρισμό βάσει του Πυλώνα 1[8]. Τα ΜΕΑ που προκύπτουν από δάνεια που χορηγήθηκαν από τις 26 Απριλίου 2019 και εξής υπόκεινται στον χειρισμό των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1 και η ΕΚΤ δίνει ιδιαίτερη προσοχή στους κινδύνους που απορρέουν από αυτά. Επιπλέον, όλα τα νέα ΜΕΑ, ανεξάρτητα από την ημερομηνία δημιουργίας του ανοίγματος, ακολουθούν την ίδια χρονική ταξινόμηση και την ίδια κατηγοριοποίηση με τα εξασφαλισμένα ανοίγματα. Επίσης, εξομοιώνονται ως προς τον χειρισμό τους με το τυχόν τμήμα ενός ΜΕΑ το οποίο είναι εγγυημένο ή ασφαλισμένο από επίσημο οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων, έτσι ώστε να είναι λιγότερο πολύπλοκη η υποβολή πληροφόρησης για τα νέα ΜΕΑ (βλ. Σχήμα 2).

Σχήμα 2

Γενική παρουσίαση των εποπτικών και κανονιστικών προσεγγίσεων ως προς τον σχηματισμό προβλέψεων για τα ΜΕΑ

Πηγή: ΕΚΤ.

Θέματα σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τα ΜΕΑ που δημοσιεύθηκαν από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών

Η ΕΚΤ γνωστοποίησε στην ΕΑΤ την πρόθεσή της να συμμορφωθεί προς τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για τα ΜΕΑ

Η εποπτική προσέγγιση ως προς τα ΜΕΑ ενισχύθηκε περαιτέρω στο τέλος του 2018, όταν η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) δημοσίευσε δύο σειρές κατευθυντήριων γραμμών για τα ΜΕΑ: (α) τις Κατευθυντήριες γραμμές της 31ης Οκτωβρίου 2018 για τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων και υπό ρύθμιση ανοιγμάτων (EBA/GL/2018/06) και (β) τις Κατευθυντήριες γραμμές της 17ης Δεκεμβρίου 2018 για τη δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικά με τα μη εξυπηρετούμενα και τα υπό ρύθμιση ανοίγματα (EBA/GL/2018/10). Η ΕΚΤ γνωστοποίησε στην ΕΑΤ την πρόθεσή της να συμμορφωθεί προς τις προαναφερθείσες Κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ.[9]

Ενέργειες σχετικά με το απόθεμα ΜΕΔ: πρόοδος και αξιολόγηση των στρατηγικών των τραπεζών για τη μείωση των ΜΕΔ

Το απόθεμα των ΜΕΔ στους ισολογισμούς των ΣΙ παρουσίασε μείωση άνω του 40% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2014

Στο ξεκίνημα της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, ο όγκος των ΜΕΔ στους ισολογισμούς των ΣΙ ανερχόταν γύρω στο 1 τρισεκ. ευρώ (δείκτης ΜΕΔ 8%). Μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2019 το ποσό αυτό είχε μειωθεί σε 543 δισεκ. ευρώ (δείκτης ΜΕΔ 3,41%), μειωμένο κατά 46% περίπου σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2014 (βλ. Διάγραμμα 13). Η μείωση του αποθέματος των ΜΕΔ επιταχύνθηκε το 2017, ιδίως σε χώρες που παρουσιάζουν υψηλούς δείκτες ΜΕΔ. Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με τη δημοσίευση του Εγγράφου κατευθύνσεων προς τις τράπεζες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της ΕΚΤ (εφεξής “Έγγραφο κατευθύνσεων ΜΕΔ”) τον Μάρτιο του 2017, το οποίο περιέχει τις προσδοκίες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ σχετικά με τη διαχείριση των ΜΕΔ. Το Διάγραμμα 13 δείχνει την εξέλιξη του αποθέματος των ΜΕΔ για το σύνολο των ΣΙ.

Διάγραμμα 13

Εξέλιξη των ΜΕΔ για τα ΣΙ

(αριστερή κλίμακα: ποσοστά, δεξιά κλίμακα: δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.

Τα ΣΙ με υψηλούς δείκτες ΜΕΔ υπέβαλαν για πρώτη φορά τις στρατηγικές τους για τα ΜΕΔ το 2017 και έκτοτε τις έχουν αναθεωρήσει δύο φορές

Το Έγγραφο κατευθύνσεων για τα ΜΕΔ περιλαμβάνει τις προσδοκίες για το πώς πρέπει να διαχειρίζονται οι τράπεζες τα αποθέματα ΜΕΔ στον ισολογισμό τους.[10] Σε συνέχεια του Εγγράφου κατευθύνσεων, η ΕΚΤ ζήτησε από τα ΣΙ με υψηλότερα επίπεδα ΜΕΔ (εφεξής “τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ”) να υποβάλουν τις στρατηγικές τους για τη μείωση των ΜΕΔ και των περιουσιακών στοιχείων υπό κατάσχεση και να ορίσουν στόχους μείωσης σε επίπεδο χαρτοφυλακίου μεσοπρόθεσμα. Το 2017 τα ΣΙ αυτής της κατηγορίας γνωστοποίησαν για πρώτη φορά στην ΕΚΤ τις στρατηγικές τους για τη μείωση των ΜΕΔ και έκτοτε τις έχουν αναθεωρήσει δύο φορές.

Οι στρατηγικές για τα ΜΕΔ το 2019 προέβλεπαν 50% μείωση του αποθέματος ΜΕΔ σε ορίζοντα τριετίας

Οι στρατηγικές για τα ΜΕΔ που υπέβαλαν οι τράπεζες το 2019 προέβλεπαν (σε ακαθάριστη βάση) μείωση του αποθέματος ΜΕΔ γύρω στο 50% από το τέλος του 2018 έως το τέλος του 2021. Τα Διαγράμματα 14 και 15 δείχνουν τα αποθέματα προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (non-performing assets) στο τέλος του 2018 για δείγμα 32 τραπεζών με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ, σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη μείωση του όγκου από το τέλος του 2019 έως το τέλος του 2021.

Οι τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ υπερέβησαν τους στόχους τους για τη μείωση των ΜΕΔ το 2018

Το 2018 οι τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ παρουσίασαν καλές συνολικά επιδόσεις και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις, υπερέβησαν τους στόχους που είχαν θέσει για τη μείωση των αποθεμάτων ΜΕΔ. Τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη μείωση των αποθεμάτων ΜΕΔ διαφέρουν ανά ίδρυμα και από χώρα σε χώρα. Συγκεκριμένα, περιλάμβαναν αποπληρωμές δανείων (οι δανειολήπτες κατέβαλαν συμβατικώς συμφωνηθέν ποσό) και επιτυχείς ρυθμίσεις δανείων, πωλήσεις (συμπεριλαμβανομένων πωλήσεων χαρτοφυλακίων, τιτλοποιήσεων και αναταξινομήσεων βάσει του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης – ΔΠΧΠ (IFRS) 9 ως διακρατούμενων προς πώληση) και διαγραφές.

Το πρώτο εξάμηνο του 2019 οι τράπεζες κατάφεραν να μειώσουν τα αποθέματα ΜΕΔ τους κατά 8%, ποσοστό που αντιστοιχούσε στο 42% του ετήσιου σχεδιασμού για το 2019, έναντι 51% το β΄ τρίμηνο του 2018. Ενώ οι εκροές και εισροές ΜΕΔ από εξυπηρετούμενα ανοίγματα ακολουθούν την αναμενόμενη πορεία, άλλες εισροές παραμένουν υψηλότερες από τους στόχους που έχουν τεθεί. Οι εκροές προέρχονται κυρίως από αποπληρωμές δανείων και επιτυχείς ρυθμίσεις, διαγραφές και πωλήσεις δανείων (συμπεριλαμβανομένων πωλήσεων χαρτοφυλακίων, τιτλοποιήσεων και αναταξινομήσεων βάσει του ΔΠΧΠ 9 ως διακρατούμενων προς πώληση).

Οι τράπεζες επισπεύδουν τις προγραμματισμένες προσπάθειες μείωσης

Οι περισσότερες τράπεζες καταβάλλουν εμπροσθοβαρείς προσπάθειες να επισπεύσουν τη μείωση. Σύµφωνα µε τις στρατηγικές για τη μείωση των ΜΕΔ που έχουν υποβληθεί για την περίοδο 2019-21, περίπου το 50% της τριετούς μείωσης προβλέπεται να πραγματοποιηθεί το πρώτο έτος στις περισσότερες χώρες. Άνω του 75% της μείωσης στη διάρκεια της τριετίας αναμένεται να προέλθει από εκροές από χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων, αποπληρωμές, πωλήσεις και διαγραφές δανείων.

Οι τράπεζες έχουν βάλει στο στόχαστρο τη μείωση των παλαιότερων ΜΕΑ

Θετικό είναι επίσης το γεγονός ότι τα σχέδια των τραπεζών για μείωση των ΜΕΑ εστιάζουν πρωτίστως στη μείωση των παλαιότερων ΜΕΑ. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 16, τα ανοίγματα που ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα για διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών προβλέπεται να μειωθούν με σημαντικά ταχύτερο ρυθμό από ό,τι τα ανοίγματα που δεν εξυπηρετούνται για λιγότερο από πέντε έτη.

Συνολικά, τα αποθέματα ΜΕΔ παραμένουν σε υψηλά επίπεδα στη ζώνη του ευρώ. Συνεπώς, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να καταβάλλει προσπάθειες για να αντιμετωπιστούν τα αποθέματα ΜΕΔ και να αποτραπεί η συσσώρευση νέων ΜΕΔ.

Διάγραμμα 14

Στρατηγικές μείωσης των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού: προγραμματισμένη εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού

(δισεκ. ευρώ, έτη)

Πηγή: ΕΚΤ.

Διάγραμμα 15

Προγραμματισμένη μείωση των ΜΕΔ για ολόκληρο το 2019 σε σύγκριση με την πραγματοποιηθείσα κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους

(δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
0) Εισροές από εξυπηρετούμενα ανοίγματα υπό ρύθμιση.
1) Εκροές λόγω απόκτησης εξασφαλίσεων.
2) Εισροές από εξυπηρετούμενα ανοίγματα που δεν βρίσκονται υπό ρύθμιση.
3) Εκροές λόγω ρευστοποίησης εξασφαλίσεων.

Διάγραμμα 16

Στρατηγικές μείωσης των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού: προγραμματισμένη μελλοντική μείωση των ΜΕΔ ανά περίοδο καθυστέρησης

(δισεκ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.

Πλαίσιο 1
Επιδράσεις στη χρηματιστηριακή αγορά από την πώληση μη εξυπηρετούμενων δανείων

Το παρόν πλαίσιο διερευνά εμπειρικά το πώς αντέδρασε η χρηματιστηριακή αγορά στις ανακοινώσεις σημαντικών ιδρυμάτων (ΣΙ) και λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ) του ΕΕΜ αναφορικά με την εξυγίανση των ισολογισμών τους την περίοδο 2015-19. Στόχος είναι να αξιολογηθεί κατά πόσον οι πωλήσεις[11] μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προκάλεσαν θετική “επίδραση του πλούτου” στα ΣΙ και τα ΛΣΙ στις πιο δραστήριες χώρες (δηλ. την Ιταλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Κύπρο). Ο συνολικός όγκος των πωλήσεων ΜΕΔ και στοιχείων ενεργητικού υπό κατάσχεση από ΣΙ και ΛΣΙ στις εν λόγω χώρες διαμορφώθηκε σε επίπεδο άνω των 184 δισεκ. ευρώ το 2018, έναντι 108 δισεκ. ευρώ το 2017. Προς τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου η αύξηση της δραστηριότητας προήλθε κυρίως από τις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας, ενώ παρατηρήθηκε σημαντική άνοδος και στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Κύπρο, όπου ο ετήσιος όγκος της διάθεσης ΜΕΔ στην αγορά υπερδιπλασιάστηκε το 2018 σε σύγκριση με το 2017 (βλ. το διάγραμμα). Παρόλο που η δραστηριότητα σε όρους όγκου πωλήσεων επιβραδύνθηκε το 2019 σε σύγκριση με το 2017 και το 2018, βρίσκονται σε εξέλιξη πωλήσεις ύψους 74 δισεκ. ευρώ, οι οποίες αναμένεται να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του 2020. Επιπλέον, το μέγεθος τμήματος της αγοράς που περιλαμβάνει στοιχεία ενεργητικού “αβέβαιης είσπραξης” αυξάνεται. Το 2019 το 1/3 περίπου της συνολικής διάθεσης στην αγορά που προήλθε από πιστωτικά ιδρύματα της Ιταλίας κατευθύνθηκε προς αυτό το τμήμα της αγοράς.

Διάγραμμα

Πωλήσεις ΜΕΔ και στοιχείων ενεργητικού υπό κατάσχεση – από ΣΙ και ΛΣΙ του ΕΕΜ στις χώρες του δείγματος στη διάρκεια της περιόδου 2015-19, συμπεριλαμβανομένων των υπό εξέλιξη

(δισεκ. ευρώ, ακαθάριστη λογιστική αξία)

Πηγές: Ανακοινώσεις των τραπεζών, Credit Village, Debtwire, Deloitte, KPMG και υπολογισμοί της ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Η τελευταία ημερομηνία για τα στοιχεία είναι η 31η Δεκεμβρίου 2019. “Σε εξέλιξη” θεωρούνται οι πωλήσεις που θα ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του 2020. Το διάγραμμα περιλαμβάνει άμεσες πωλήσεις ΜΕΔ, τιτλοποίηση ΜΕΔ που οδηγεί σε λογιστικό διαχωρισμό και πώληση στοιχείων ενεργητικού υπό κατάσχεση. Δείχνει τη διάθεση ΜΕΔ από ΣΙ και ΛΣΙ του ΕΕΜ στις επιλεγμένες χώρες. Δεν περιλαμβάνονται πωλήσεις από εταιρίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Τα στοιχεία 2017 για την Ισπανία περιλαμβάνουν την πώληση από την εταιρία Santander πλειοψηφικού μεριδίου του χαρτοφυλακίου ακίνητης περιουσίας ύψους 30 δισεκ. ευρώ στην εταιρία Blackstone. Τα στοιχεία 2018 για την Ιταλία περιλαμβάνουν την τιτλοποίηση επισφαλών δανείων ύψους περίπου 24,1 δισεκ. ευρώ της Monte dei Paschi di Siena, η οποία ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2018, καθώς και τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ύψους 18 δισεκ. ευρώ από την Veneto Banca/Popolare di Vicenza στην SGA S.p.A, η οποία οριστικοποιήθηκε το 2018, μετά την εκκαθάριση των τραπεζών το 2017. Η διάθεση ύψους 17,7 δισεκ. ευρώ από τη UniCredit (project Fino) περιλαμβάνεται στα στοιχεία για το 2017 για την Ιταλία.

Η οικονομική βιβλιογραφία έχει μελετήσει επί μακρόν την επίδραση που ασκεί η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών στις τιμές των μετοχών τους και την επίδραση πλούτου για τους πωλητές.[12] Χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία ανάλυσης συμβάντων[13], η ΕΚΤ συμπλήρωσε προηγούμενες εμπειρικές μελέτες επί του ίδιου θέματος, αναλύοντας την επίδραση 135 ανακοινώσεων διάθεσης ΜΕΔ από ΣΙ και ΛΣΙ[14] από το 2015 και εξής. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι ανακοινώσεις για τη διάθεση ΜΕΔ άσκησαν θετική και σημαντική επίδραση στις τιμές των μετοχών των ιδρυμάτων που είχαν πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο ως προς την απομόχλευση των ΜΕΔ στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου (βλ. πίνακα).

Πίνακας

Αποτελέσματα ανάλυσης συμβάντων

Πηγές: ΕΚΤ και Bloomberg (για τις πραγματοποιηθείσες αποδόσεις).
Σημειώσεις: “Συμβάν” είναι το δελτίου τύπου που δημοσιεύεται από εισηγμένα ΣΙ και ΛΣΙ αναφορικά με τη διάθεση ΜΕΔ, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει άμεσες πωλήσεις ΜΕΔ στην αγορά και τιτλοποιήσεις ΜΕΔ που οδηγούν σε λογιστικό διαχωρισμό, καθώς και τη διάθεση στοιχείων ενεργητικού υπό κατάσχεση. Τα δελτία τύπου που περιλαμβάνουν επικαλυπτόμενα και παράλληλα συμβάντα δεν ελήφθησαν υπόψη (π.χ. διάθεση που γνωστοποιήθηκε στο πλαίσιο της δημοσίευσης τριμηναίων οικονομικών αποτελεσμάτων, ανακοινώσεις για αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, επιχειρηματικές στρατηγικές, συγχωνεύσεις κ.λπ.). Ως “μεγάλης αξίας” νοείται η διάθεση μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού με ακαθάριστη λογιστική αξία άνω των 320 εκατ. ευρώ, που είναι η διάμεσος τιμή της περιόδου 2015-19 για όλα τα ΣΙ και ΛΣΙ του ΕΕΜ και για όλες τις σχετικές συναλλαγές (λαμβάνοντας υπόψη και τις συναλλαγές που εξαιρούνται από την παρούσα ανάλυση). Στο δείγμα ανακοινώσεων από την Ισπανία, την Ιρλανδία και την Ελλάδα περιλαμβάνεται η δημοσιοποίηση της διάθεσης στοιχείων ενεργητικού με μέση λογιστική αξία άνω του μέσου όρου. Οι μη κανονικές αποδόσεις υπολογίστηκαν αφαιρώντας τις προσδοκώμενες κανονικές αποδόσεις που θα είχαν προκύψει εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί ανακοίνωση για τη διάθεση ΜΕΔ, από τις πραγματοποιηθείσες αποδόσεις των μετοχών. Οι προσδοκώμενες κανονικές αποδόσεις υπολογίστηκαν με τη χρήση του “μοντέλου της αγοράς”, το οποίο βασίζεται στις πραγματοποιηθείσες αποδόσεις μιας αγοράς αναφοράς και στη συσχέτιση της μετοχής μιας τράπεζας με την αγορά αναφοράς. Για την παρούσα ανάλυση, ως αγορές αναφοράς χρησιμοποιήθηκαν ο δείκτης FTSE Italia Bank για τις ιταλικές τράπεζες, ο δείκτης IBEX 35 για τις ισπανικές τράπεζες, ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου Αθηνών για τις ελληνικές τράπεζες, ο δείκτης FTSE Ireland για τις ιρλανδικές τράπεζες, ο δείκτης FTSE Portugal για τις πορτογαλικές τράπεζες και ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου αξιών Κύπρου για τις κυπριακές τράπεζες. Χρησιμοποιήθηκαν αποδόσεις βάσει φυσικού λογαρίθμου. Η περίοδος εκτίμησης ήταν 120 ημέρες διαπραγμάτευσης. Μετά τον υπολογισμό των μη κανονικών αποδόσεων, υπολογίστηκε η σωρευτική μη κανονική απόδοση (CAR) αθροίζοντας τις επιμέρους μη κανονικές αποδόσεις, ώστε να μετρηθεί ο συνολικός αντίκτυπος ενός συμβάντος στη διάρκεια συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (event window). Για την παρούσα ανάλυση εξετάστηκαν δύο περίοδοι συμβάντος, δηλαδή [-2,0] και [0,2], όπου 0 είναι η ημέρα του συμβάντος ή η πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης μετά την ανακοίνωση, εάν η ανακοίνωση πραγματοποιήθηκε αφού έκλεισαν οι αγορές ή εάν το συμβάν συνέπεσε με μη εργάσιμη ημέρα κατά την οποία δεν γίνεται διαπραγμάτευση (π.χ. το Σαββατοκύριακο). Οι σωρευτικές μέσες μη κανονικές αποδόσεις (CAAR) είναι οι μέσες τιμές όλων των συμβάντων του δείγματος (συνολικά ή σε επίπεδο επιμέρους χωρών), δηλ. ο μέσος όρος των αντιδράσεων της χρηματιστηριακής αγοράς (ως ποσοστό) στα δελτία τύπου. Ο παραμετρικός διαστρωματικός έλεγχος t και ο έλεγχος κατά Boehmer, Musumeci και Poulsen (1991) χρησιμοποιήθηκαν για να επαληθευτεί η στατιστική σημαντικότητα των αποδόσεων CAAR. Τα σύμβολα ***,**,* υποδηλώνουν το επίπεδο σημαντικότητας 1%, 5% και 10% αντίστοιχα κατά τον διαστρωματικό έλεγχο t και τον έλεγχο κατά Boehmer, Musumeci και Poulsen (1991).

Επίσης, η ανάλυση δείχνει ότι η ωριμότητα των εγχώριων αγορών ΜΕΔ και τα χαρακτηριστικά των εγχώριων νομικών πλαισίων επηρεάζουν τις τιμές των μετοχών με διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα. Για παράδειγμα, τα πιστωτικά ιδρύματα της Ιταλίας που ανακοίνωσαν τη διάθεση μεγάλου αποθέματος ΜΕΔ[15] παρουσιάζουν, κατά μέσο όρο, σημαντική και θετική αντίδραση της χρηματιστηριακής αγοράς κατά το διήμερο μετά τη δημοσίευση του δελτίου τύπου. Συγκεκριμένα, παρατηρείται έντονη θετική επίδραση πλούτου για τις ιταλικές τράπεζες που κάνουν χρήση του σχεδίου GACS[16]. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι ένα προσεκτικά σχεδιασμένο πρόγραμμα που ενθαρρύνει τη μεταφορά κινδύνων από ΜΕΔ εκτός του ισολογισμού ενός πιστωτικού ιδρύματος μπορεί γενικά να ασκήσει θετική επίδραση στην πωλήτρια τράπεζα. Αντίστοιχα, τα πιστωτικά ιδρύματα της Ιρλανδίας κατέγραψαν θετική αντίδραση της αγοράς μετά τις ανακοινώσεις, ενδεχομένως λόγω της ευνοϊκής επίδρασης στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, η οποία γνωστοποιήθηκε στα περισσότερα δελτία τύπου για τη διάθεση ΜΕΔ στην Ιρλανδία.[17] Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική επίδραση στα πιστωτικά ιδρύματα της Ελλάδος, όπου οι δευτερογενείς αγορές που συμβάλλουν στη μείωση των ΜΕΔ άρχισαν να αναπτύσσονται το 2017. Εντούτοις, η μεταφορά κινδύνου μέσω του προγράμματος τιτλοποίησης “Ηρακλής”, το οποίο, σε συνδυασμό με άλλα εξωτερικά και εσωτερικά στρατηγικά εργαλεία, αποσκοπεί στη μείωση του όγκου των ΜΕΔ σε βιώσιμα επίπεδα[18], μπορεί να προκαλέσει θετική επίδραση πλούτου στο μέλλον. Όσον αφορά την Ισπανία, η αντίδραση στις ανακοινώσεις των τραπεζών την περίοδο 2015-19 δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην ωριμότητα της αγοράς ΜΕΔ της Ισπανίας και στον σχετικά χαμηλό δείκτη ΜΕΔ των ισπανικών πιστωτικών ιδρυμάτων.[19] Τα πιστωτικά ιδρύματα της Πορτογαλίας και της Κύπρου εξετάστηκαν στην ανάλυση ως μέρος του συνολικού δείγματος, ωστόσο δεν υπάρχουν αποτελέσματα σε επίπεδο χώρας για αυτές τις δύο χώρες λόγω του περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων εισηγμένων τραπεζών και ανακοινώσεων.

1.2.3 Εργασίες σχετικά με τα κριτήρια έγκρισης πιστώσεων

Οι ανεπαρκείς πρακτικές έγκρισης δανείων είχαν, μεταξύ άλλων παραγόντων, πολύ μεγάλη συμβολή στους υψηλούς δείκτες ΜΕΔ σε ορισμένα συμμετέχοντα κράτη‑μέλη. Στόχος των προσπαθειών που καταβάλλονται από πλευράς εποπτείας για τη μείωση των ΜΕΔ είναι να εξυγιανθούν οι ισολογισμοί των τραπεζών και έτσι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, λόγω της αυξημένης πιθανότητας αναστροφής του οικονομικού κύκλου, έχει σημασία να γίνουν κατανοητοί οι κίνδυνοι με τους οποίους οι τράπεζες επιβαρύνουν αυτή τη στιγμή τους ισολογισμούς τους, καθώς αυτοί μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Συνεπώς, μεγάλη βαρύτητα αποκτούν πλέον τα κριτήρια έγκρισης πιστοδοτήσεων που εφαρμόζουν οι τράπεζες κατά τη χορήγηση δανείων. Σκοπός είναι να ληφθούν προληπτικά μέτρα ώστε να περιοριστεί η υπερβολική συσσώρευση νέων ΜΕΔ στο μέλλον. Αυτό αποτέλεσε και μέρος των εποπτικών προτεραιοτήτων για το 2019 (βλ. Ενότητα 1.2).

Το πρώτο βήμα προς την επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν η αξιολόγηση των κινδύνων και των τάσεων στη χορήγηση πιστώσεων από τις τράπεζες, έτσι ώστε οι προσπάθειες που καταβάλλονται από πλευράς εποπτείας να εστιάσουν σε συγκεκριμένους θύλακες κινδύνου. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ αξιολόγησε ενδελεχώς σχετικά στοιχεία, τα οποία ήδη είχαν στη διάθεσή τους οι εποπτικές αρχές. Ωστόσο, χρειάστηκε να συλλεχθούν πρόσθετα εναρμονισμένα στοιχεία, ώστε να καταστεί δυνατή η αξιόπιστη και δομημένη αξιολόγηση της ποιότητας των κριτηρίων έγκρισης πιστοδοτήσεων των τραπεζών, με έμφαση στα νέα δάνεια. Έτσι, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ξεκίνησε το 2019 μια άσκηση συλλογής δεδομένων.

Οι κύριοι στόχοι της εν λόγω άσκησης ήταν (α) να διευκρινιστεί κατά πόσον τα κριτήρια έγκρισης πιστοδοτήσεων των τραπεζών χειροτέρευσαν με την πάροδο του χρόνου και (β) να εντοπιστούν μοτίβα και να αποκαλυφθούν οι ιδιαιτερότητες ορισμένων κατηγοριών δανείων, διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας και επιμέρους χωρών. Επιπλέον, η άσκηση αποσκοπούσε να συμβάλει στο να προσδιοριστεί κατά πόσον ορισμένοι βασικοί δείκτες κινδύνου ήταν άμεσα διαθέσιμοι στα συστήματα πληροφορικής των τραπεζών και να διαπιστωθεί το επίπεδο αυτοματοποίησης στην κατάρτιση και την υποβολή αυτών των δεδομένων.

Η άσκηση σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τον τραπεζικό κλάδο. Έτσι εξασφαλίστηκε ότι οι ορισμοί των βασικών δεικτών κινδύνου που περιλαμβάνονται στα έντυπα έγκρισης πιστοδοτήσεων (π.χ. λόγος ύψους δανείου προς την αξία των εξασφαλίσεων) ευθυγραμμίζονται με τις επικρατούσες τραπεζικές πρακτικές. Το υπόδειγμα που προέκυψε κάλυπτε τους βασικούς δείκτες κινδύνου για τις χορηγήσεις και τις παραμέτρους κινδύνου για τα δάνεια προς τον μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα. Προκειμένου να ενισχυθεί η συνέπεια των δεδομένων μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων, η διαδικασία υποστηρίχθηκε από διεξοδική διαδικασία παροχής απαντήσεων σε συνήθεις ερωτήσεις, ενώ ακολούθησε ολοκληρωμένος έλεγχος διασφάλισης ποιότητας.

Για την ερμηνεία των δεδομένων που συλλέχθηκαν χρειάστηκε να ληφθεί υπόψη το εκάστοτε υφιστάμενο περιβάλλον χορήγησης πιστώσεων, καθώς αυτό διαφέρει από χώρα σε χώρα. Έτσι, προκειμένου να συμπληρωθεί η ανάλυση δεδομένων, πραγματοποιήθηκαν ειδικές συναντήσεις ανά χώρα, στις οποίες συμμετείχαν τόσο οι μικτές εποπτικές ομάδες (ΜΕΟ) όσο και οι εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ). Στόχος των συναντήσεων ήταν να αξιολογηθούν από κοινού τα ευρήματα της προσέγγισης από κάτω προς τα πάνω των ΜΕΟ σε συνδυασμό με οριζόντιες παρατηρήσεις. Αυτό επέτρεψε να ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες ανά χώρα και ανά τράπεζα, διασφαλίζοντας παράλληλα μια εναρμονισμένη αξιολόγηση. Τα αποτελέσματα αυτών των συναντήσεων αποτέλεσαν τη βάση για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της ανάλυσης που θα ακολουθήσει το 2020.

Μόλις ολοκληρωθεί η ανάλυση δεδομένων, τα αποτελέσματά της θα είναι χρήσιμα για όλους τους εμπλεκόμενους. Η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ θα έχουν συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες για τις τραπεζικές πρακτικές όσον αφορά τη χορήγηση δανείων και την τιμολόγηση βάσει κινδύνου. Επίσης, τα αποτελέσµατα θα αναδείξουν τις εξελίξεις σε ορισμένους τομείς τραπεζικών εργασιών, όπως είναι η αγορά στεγαστικών δανείων ή η χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και θα αποκαλύψουν ποια δεδομένα χρησιμοποιούν οι τράπεζες για τη διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τα δανειακά τους χαρτοφυλάκια. Η προστιθέμενη αξία για τις τράπεζες θα έγκειται στα λεπτομερή εξατομικευμένα σχόλια σχετικά με τα αποτελέσματά τους, με συγκριτική αξιολόγηση έναντι ομοειδών ιδρυμάτων. Τα συνολικά αποτελέσματα από την ανάλυση επίσης θα δημοσιευθούν. Το έργο αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ανάληψη εξειδικευμένων δράσεων για κάθε τράπεζα, οι οποίες θα συζητηθούν περαιτέρω στο επόμενο στάδιο των εργασιών σχετικά με τα κριτήρια έγκρισης πιστώσεων το 2020. Τέλος, το χρονοδιάγραμμα του έργου ενισχύει το έργο της ΕΑΤ σχετικά με τη χορήγηση δανείων, στο οποίο συμμετέχει ενεργά η ΕΚΤ.

1.2.4 Στοχευμένη αξιολόγηση εσωτερικών υποδειγμάτων

Η στοχευμένη αξιολόγηση των εσωτερικών υποδειγμάτων (targeted review of internal models –TRIM) έχει στόχο να αξιολογήσει την επάρκεια και την καταλληλότητα των εσωτερικών υποδειγμάτων των τραπεζών, μειώνοντας έτσι την ανεπιθύμητη μεταβλητότητα των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA). Η TRIM συμβάλλει στη διασφάλιση ίσης μεταχείρισης, καθώς ενισχύει την τήρηση ομοιόμορφων εποπτικών πρακτικών, οι οποίες εστιάζουν στην ορθή και συνεπή εφαρμογή των κανονιστικών απαιτήσεων που αφορούν τα εσωτερικά υποδείγματα.

Οι επιτόπιες διερευνήσεις στο πλαίσιο της TRIM ολοκληρώθηκαν το 2019

Μετά το προπαρασκευαστικό αναλυτικό έργο που διεξήχθη το 2016, οι επιτόπιες διερευνήσεις στο πλαίσιο της TRIM ξεκίνησαν το 2017 και ολοκληρώθηκαν το 2019. Αυτό το διάστημα πραγματοποιήθηκαν 200 επιτόπιες διερευνήσεις σε 65 ΣΙ, εστιάζοντας στα εσωτερικά υποδείγματα για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου.

Αναθεωρημένη έκδοση του Οδηγού της ΕΚΤ για τα εσωτερικά υποδείγματα δημοσιεύθηκε το 2019

Οι διερευνήσεις ακολούθησαν ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο που βασίστηκε στην κοινή αντίληψη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ για τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς περί των εσωτερικών υποδειγμάτων. Αυτή η κοινή αντίληψη αντικατοπτρίζεται στον Οδηγό της ΕΚΤ για τα εσωτερικά υποδείγματα, ο οποίος διασαφηνίζει πώς κατανοεί η ΕΚΤ τις ισχύουσες κανονιστικές απαιτήσεις για τα εσωτερικά υποδείγματα και πώς τις εφαρμόζει με συνέπεια όταν αξιολογεί τη συμμόρφωση των τραπεζών προς αυτές τις απαιτήσεις. Η δημοσίευση της αναθεωρημένης έκδοσης του Οδηγού το 2019 αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο για την TRIM και συνοδεύθηκε από μακρά διαδικασία παροχής σχολίων, στο πλαίσιο της οποίες ζητήθηκαν από τις τράπεζες σχόλια επί της πρώτης έκδοσης του οδηγού το 2017 και ακολούθησαν δύο δημόσιες διαβουλεύσεις για τις επικαιροποιημένες εκδόσεις των διάφορων κεφαλαίων του Οδηγού στη διάρκεια του 2018. Μελλοντικά, ο Οδηγός της ΕΚΤ για τα εσωτερικά υποδείγματα θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό έγγραφο αναφοράς ως προς την προσέγγιση της ΕΚΤ για την εποπτεία των εσωτερικών υποδειγμάτων πέραν του πεδίου εφαρμογής της TRIM. Ο οδηγός θα τροποποιείται και θα επικαιροποιείται με την πάροδο του χρόνου, εφόσον χρειάζεται.

Σε όλη τη διάρκεια της TRIM, διενεργήθηκαν (και εξακολουθούν να διενεργούνται) διάφορες αναλύσεις προκειμένου να αξιολογηθούν και να συγκριθούν τα αποτελέσματα των διερευνήσεων μεταξύ των ιδρυμάτων. Το προσωρινό αποτέλεσμα αυτών των αναλύσεων έχει ήδη δημοσιευθεί προς ενημέρωση των επιθεωρούμενων ιδρυμάτων και του ευρύτερου κοινού. Συγκεκριμένα, γενική παρουσίαση των ουσιωδέστερων ή συνηθέστερων ανεπαρκειών που εντοπίστηκαν στο σύνολο των διερευνήσεων TRIM δημοσιεύθηκε αρχικά το 2018, και ακολούθησαν επικαιροποιημένες και εμπλουτισμένες εκδόσεις τον Απρίλιο και τον Νοέμβριο του 2019. Οι εν λόγω οριζόντιες αναλύσεις, σε συνδυασμό με άλλα επίπεδα διασφάλισης ποιότητας,[20] είναι σημαντικές προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνέπεια των εποπτικών αξιολογήσεων μεταξύ των διερευνήσεων. Η δημοσιοποίησή τους βοηθά τις τράπεζες, διότι παρουσιάζει ένα ευρύτερο πλαίσιο θεώρησης των σχετικών με την TRIM αποφάσεων που τους κοινοποιούνται.

Οι εποπτικές αποφάσεις που προκύπτουν από τις επιτόπιες διερευνήσεις είναι άλλο ένα σημαντικό αποτέλεσμα του έργου για την TRIM. Μάλιστα, οι νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις αποφάσεις βοηθούν να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες διορθώνουν τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο της TRIM. Έτσι, επιβάλλονται οι αναγκαίες βελτιώσεις στα εσωτερικά υποδείγματα. Μέχρι στιγμής, περίπου 110 αποφάσεις τέτοιου είδους έχουν εκδοθεί στην τελική τους μορφή (δηλ. ενσωματώνοντας τα σχόλια που παρείχαν τα πιστωτικά ιδρύματα εντός της σχετικής προθεσμίας), οι οποίες απευθύνονται στα 55 από τα 65 ιδρύματα που συμμετέχουν στην TRIM. Κατά μέσο όρο, κάθε απόφαση περιείχε περίπου 20 δεσμευτικές υποχρεώσεις, συνοδευόμενες από πρόσθετα μέτρα, όπου κρίθηκε σκόπιμο.[21] Μέσα από αυτές τις λεπτομερείς επακόλουθες ενέργειες, η TRIM διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις εποπτικές απαιτήσεις και έτσι συμβάλλει στη μείωση της ανεπιθύμητης μεταβλητότητας των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA) στα εσωτερικά υποδείγματα των τραπεζών. Όσον αφορά π.χ. τον πιστωτικό κίνδυνο, οι ανεπάρκειες των τραπεζών εντοπίστηκαν κυρίως στον υπολογισμό των πραγματοποιηθεισών ζημιών επί των ανοιγμάτων τους και στη χρήση μακροχρόνιων μέσων ποσοστών αθέτησης προκειμένου να βαθμονομήσουν τις παραμέτρους της πιθανότητας αθέτησης. Αναφορικά με τον κίνδυνο αγοράς, οι αδυναμίες αφορούσαν κυρίως τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν οι τράπεζες για να μετρήσουν την αξία σε κίνδυνο ή τη μέγιστη δυνητική ζημία (VaR), την αξία σε κίνδυνο ή τη μέγιστη δυνητική ζημία υπό συνθήκες πίεσης (stressed VaR), τους κανονιστικούς εκ των υστέρων ελέγχους της VaR, το πεδίο εφαρμογής της προσέγγισης περί εσωτερικών υποδειγμάτων και τη μεθοδολογία υπολογισμού των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Συνολικά, για την TRIM απαιτήθηκαν σημαντικοί εποπτικοί πόροι. Για να μην διαταράσσεται η ομαλή συντήρηση των υποδειγμάτων των τραπεζών, οι ουσιώδεις μεταβολές των υποδειγμάτων και οι αρχικές εγκρίσεις των υποδειγμάτων συνέχισαν να αξιολογούνται σε επιτόπια βάση, επιπρόσθετα προς τις διερευνήσεις για τους σκοπούς της TRIM ή μερικές φορές σε συνδυασμό με αυτές. Στη διάρκεια του 2019, πέραν των 49 επιτόπιων διερευνήσεων που ξεκίνησαν στο πλαίσιο της TRIM, άρχισαν και 117 διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων στα ΣΙ (από τις οποίες οι 52 επιτόπιες).[22] Συνολικά, το 2019 εκδόθηκαν 141 εποπτικές αποφάσεις επί διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων[23] (συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων για τους σκοπούς της TRIM).

Η TRIM θα ολοκληρωθεί το δεύτερο εξάμηνο του 2020

Το έργο της TRIM θα ολοκληρωθεί το δεύτερο εξάμηνο του 2020, ωστόσο η τακτική εποπτική αξιολόγηση των ουσιωδών μεταβολών στα υποδείγματα, καθώς και τα αιτήματα για αρχικές εγκρίσεις υποδειγμάτων, αναμένεται να συνεχιστούν με εντατικό ρυθμό την περίοδο 2020-21. Οι εποπτευόμενες οντότητες θα πρέπει να προσαρμόσουν τα υποδείγματά τους προκειμένου να ανταποκριθούν (α) στα ευρήματα της TRIM και (β) στις απαιτήσεις που θέτει η ΕΑΤ με μια σειρά νέων Κανονιστικών Τεχνικών Προτύπων (Regulatory Technical Standards – RTS) και κατευθυντήριων γραμμών που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονιστικού πλαισίου της προσέγγισης εσωτερικών διαβαθμίσεων (internal ratings-based – IRB). Μαζί με τις τράπεζες, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προσδοκά να επιτύχει συνέργειες συνδυάζοντας, κατά το δυνατόν, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των αλλαγών στα εσωτερικά υποδείγματα που προκύπτουν από τις δύο πρωτοβουλίες και επηρεάζουν τα ίδια συστήματα εσωτερικών διαβαθμίσεων.

1.2.5 Κίνδυνοι πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας

Σε όλη τη διάρκεια του 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολούθησε να αντιμετωπίζει ως εποπτική προτεραιότητα τους κινδύνους πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας. Γενικά, οι κίνδυνοι πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας θα πρέπει να αποτελούν μέρος του συνολικού πλαισίου διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών και θα πρέπει όλα τα μέλη του προσωπικού να έχουν επίγνωση αυτών των κινδύνων. Εξάλλου, οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί να επηρεάσουν ολόκληρο τον οργανισμό. Συνεπώς, όλοι οι υπάλληλοι οφείλουν να συμβάλλουν στον περιορισμό αυτών των κινδύνων – σε όλες τις υπηρεσιακές μονάδες και σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας.

Δεδομένου του υψηλού βαθμού διασύνδεσης στον χρηματοπιστωτικό τομέα, τα κυβερνοσυμβάντα μπορούν να μεταδοθούν ταχύτατα σε ολόκληρο τον κλάδο. Για να μπορούν ευχερέστερα οι εποπτικές αρχές να αναγνωρίζουν και να παρακολουθούν τις τάσεις ως προς τα κυβερνοσυμβάντα στον τραπεζικό τομέα, θεσπίστηκε το 2017 διαδικασία αναφοράς κυβερνοσυμβάντων. Όλα τα ΣΙ καλούνται να αναφέρουν τα σημαντικά κυβερνοσυμβάντα[24] αμέσως μόλις ανιχνευθούν. Η βάση δεδομένων κυβερνοσυμβάντων του ΕΕΜ ενισχύει τη διαφάνεια και επιτρέπει στην ΕΚΤ να αντιδρά άμεσα σε περίπτωση που ένα σοβαρό συμβάν επηρεάζει ένα ή περισσότερα ΣΙ. Σε σύγκριση με το 2018, ο αριθμός των κυβερνοσυμβάντων που αναφέρθηκαν το 2019 αυξήθηκε κατά περίπου 30%.

Επίσης, οι συχνές επιτόπιες επιθεωρήσεις παρέχουν στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ τη δυνατότητα να αξιολογεί την ικανότητα κάθε τράπεζας να διαχειρίζεται τους κινδύνους πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας, ενώ οι επιθεωρήσεις τύπου “εκστρατείας” (σύμφωνα με τις οποίες ελέγχεται το ίδιο ζήτημα σε έναν αριθμό τραπεζών σε συγκρίσιμη κλίμακα) παρέχουν οριζόντια πληροφόρηση. Το 2019 δόθηκε έμφαση στη διαχείριση της επιχειρησιακής συνέχειας των πληροφοριακών συστημάτων και διαπιστώθηκε η ανάγκη βελτιώσεων, ιδίως σε σχέση με τη διενέργεια δοκιμών ανταπόκρισης σε μεγάλες καταστροφές. Τα ευρήματα αυτά θα αντιμετωπιστούν ως μέρος της εποπτείας που πραγματοποιείται σε συνεχή βάση. Η επικείμενη εκστρατεία του 2020 σχετικά με τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων θα αξιολογήσει περαιτέρω τη διαχείριση των κινδύνων κυβερνοασφάλειας από πλευράς των τραπεζών.

Στο πλαίσιο της ετήσιας ΕΔΕΑ, οι ΜΕΟ ασκούν εποπτεία σε συνεχή βάση για τους κινδύνους πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας, εφαρμόζοντας μια κοινή και τυποποιημένη μεθοδολογία αξιολόγησης των κινδύνων, η οποία βασίζεται στην Κατευθυντήρια γραμμή της ΕΑΤ EBA/GL/2017/05[25] και υποστηρίζεται από ερωτηματολόγιο σχετικά με τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων (αυτοαξιολόγηση της τράπεζας). Αυτή η διαδικασία συμπληρώνεται με θεματικούς ελέγχους ως προς τους κινδύνους που σχετίζονται με τα πληροφοριακά συστήματα και με οριζόντια ανάλυση. Η αυτοαξιολόγηση των κινδύνων πληροφοριακών συστημάτων και των ελέγχων που εφαρμόζουν τα ΣΙ παρέχει πολύτιμη πληροφόρηση. Ένα σημαντικό εύρημα το 2019 ήταν ότι, κατά μέσο όρο, ο τομέας συνολικά στράφηκε προς πιο συντηρητικές πρακτικές αυτοαξιολόγησης. Η αυτοαξιολόγηση αποκάλυψε επίσης ότι τα ΣΙ που περιλαμβάνουν στο διοικητικό τους συμβούλιο ειδικούς στον τομέα της πληροφορικής είναι πιο αποτελεσματικά σε διάφορες κατηγορίες ελέγχου κινδύνων πληροφοριακών συστημάτων και έχουν καλύτερη επίγνωση των κινδύνων.

Παράλληλα, η αυτοαξιολόγηση έδειξε ότι ο αριθμός των ΣΙ που βασίζονται σε συστήματα κοντά στο τέλος του κύκλου ζωής τους (end-of-life systems) για κρίσιμες επιχειρησιακές διαδικασίες αυξάνεται, όπως επίσης και οι δαπάνες για την εξωτερική ανάθεση εργασιών για πληροφοριακά συστήματα. Η έμφαση στα εν λόγω θέματα θα ενισχυθεί το 2020.

Επιπλέον, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνεργάζεται με πολλούς ενδιαφερόμενους φορείς εντός και εκτός της ΕΕ ώστε να εξασφαλίσει τη συντονισμένη προσέγγιση και ανταλλαγή γνώσης αναφορικά με τους κινδύνους πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας. Για παράδειγμα, συμμετέχει σε διεθνή όργανα όπως η Ομάδα Δράσης της ΕΑΤ για την εποπτεία των κινδύνων πληροφοριακών συστημάτων, η ομάδα εργασίας της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS) σχετικά με τη λειτουργική ανθεκτικότητα και η ομάδα εργασίας του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την αντίδραση και ανάκαμψη σε περίπτωση κυβερνοσυμβάντος.

1.2.6 Αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (Brexit)

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να παρακολουθεί την εφαρμογή των σχεδίων των τραπεζών για το Brexit

Το 2019 το έργο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για το Brexit επικεντρώθηκε (α) στην ετοιμότητα των τραπεζών και των εποπτικών αρχών για ενδεχόμενη έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ χωρίς συμφωνία και (β) στην εφαρμογή των σχεδίων των τραπεζών για το Brexit, όπως συμφωνήθηκαν μεταξύ τραπεζών και εποπτικών αρχών.

Σε όλη τη διάρκεια του έτους η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρακολουθούσε την ετοιμότητα των τραπεζών για το ενδεχόμενο αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ χωρίς συμφωνία, οπότε δεν θα υπήρχε μεταβατική περίοδος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ ενημέρωσε με σαφήνεια τις τράπεζες ότι θα πρέπει να εξακολουθήσουν να προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο και τους ζήτησε να εφαρμόσουν αποτελεσματικά μέτρα περιορισμού των κινδύνων, όπου είναι αναγκαίο. Συνολικά, οι προετοιμασίες των τραπεζών για το ενδεχόμενο εξόδου χωρίς συμφωνία σημείωσαν εύλογη πρόοδο.

Ήδη την περίοδο πριν από την αρχική ημερομηνία εξόδου στο τέλος Μαρτίου 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ είχε ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος των διαδικασιών χορήγησης αδειών για τη δημιουργία νέων – ή την αναδιάρθρωση υφιστάμενων – πιστωτικών ιδρυμάτων στη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, είχε ολοκληρώσει την αξιολόγηση των σχεδίων για το Brexit των ΣΙ με δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο και είχε χορηγήσει εγκρίσεις για τα υποκαταστήματά τους σε τρίτες χώρες, όπου το απαιτούσε η εθνική νομοθεσία. Για τον σκοπό αυτό, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ είχε διεξοδικές συζητήσεις με τις τράπεζες προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας αυτών και των υποκαταστημάτων τους στο Ηνωμένο Βασίλειο στο μέλλον.

Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ παρακολούθησε την εφαρμογή των σχεδίων των τραπεζών για το Brexit ώστε να εξασφαλίσει ότι οι επηρεαζόμενες τράπεζες τηρούν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει, συμπεριλαμβανομένων των χρονοδιαγραμμάτων που έχουν συμφωνήσει με τις αντίστοιχες εποπτικές αρχές. Οι οριζόντιες ασκήσεις παρακολούθησης συμπληρώθηκαν από αξιολόγηση της συμμόρφωσης ανά τράπεζα και από αντίστοιχες εποπτικές ενέργειες, όπου κρίθηκε αναγκαίο.

Για τις τράπεζες που, μετά τη μεταφορά δραστηριοτήτων τους στη ζώνη του ευρώ λόγω του Brexit, χαρακτηρίζονται πλέον ως σημαντικές, συγκροτήθηκαν νέες ΜΕΟ και η ΕΚΤ ανέλαβε την άμεση εποπτεία αυτών των οντοτήτων. Για μερικές από αυτές τις τράπεζες, η υποχρεωτική συνολική αξιολόγηση ξεκίνησε το δεύτερο εξάμηνο του 2019.

Η ΕΚΤ εξακολούθησε να γνωστοποιεί τις εποπτικές της προσδοκίες με την επικαιροποίηση των Συχνών Ερωτήσεων στον δικτυακό τόπο της τραπεζικής εποπτείας, με σειρά άρθρων στο Ενημερωτικό Δελτίο του ΕΕΜ και με διμερείς συζητήσεις με τα εποπτευόμενα ιδρύματα.

Επόμενα βήματα

Το 2020 η ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή των σχεδίων των τραπεζών για το Brexit, με βάση τις δεσμεύσεις και τα χρονοδιαγράμματα που έχουν συμφωνηθεί, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων μοντέλων λειτουργίας τους. Ενώ οι τράπεζες πραγματοποίησαν κάποια πρόοδο το 2019, υπολείπονται ακόμη σε σχέση με τις εποπτικές προσδοκίες της ΕΚΤ σε διάφορους τομείς, όπως είναι η εσωτερική διακυβέρνηση, οι διαδικασίες έγκρισης δανείων και άλλων προϊόντων και η πρόσβαση στις υποδομές της χρηματοπιστωτικής αγοράς, οι πρακτικές συγκεντρωτικής διαχείρισης των κινδύνων, οι ενδοομιλικές συμφωνίες, καθώς και η υποδομή πληροφοριακών συστημάτων και η υποβολή αναφορών.

Θα ξεκινήσει επίσης η συνολική αξιολόγηση άλλων ιδρυμάτων, τα οποία προσφάτως χαρακτηρίστηκαν ως σημαντικά λόγω των δραστηριοτήτων τους που σχετίζονται με το Brexit.

Η ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις πολιτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου και να αξιολογεί τις συνέπειες από εποπτική σκοπιά.

1.2.7 Κίνδυνος στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων

Το 2019 αναλήφθηκε σειρά συντονισμένων επιτόπιων και μη πρωτοβουλιών

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανέλαβε σειρά συντονισμένων επιτόπιων και μη πρωτοβουλιών στο πεδίο του κινδύνου αγοράς. Σε αυτό περιλαμβάνονται κίνδυνοι που απορρέουν από τις δραστηριότητες διαπραγμάτευσης και την αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων στην εύλογη αξία. Ο σκοπός αυτών των πρωτοβουλιών ήταν:

  • να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς τους υφιστάμενους κανονισμούς,
  • να επιτρέψουν στην εποπτική αρχή να γνωρίζει καλύτερα τη σύνθεση των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού αυτού του είδους,
  • να παρακολουθούν τους τομείς με αυξημένη έκθεση στον κίνδυνο αποτίμησης,
  • να αξιολογήσουν τα πλαίσια που εφαρμόζουν τα ιδρύματα για να υπολογίσουν την εύλογη αξία και τις πρόσθετες προσαρμογές αποτίμησης για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας.

Στη διάρκεια του 2019 συλλέχθηκαν λεπτομερή δεδομένα για το κανονιστικό χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για 13 μεγάλα ΣΙ που καλύπτουν το 87% των θέσεων επιπέδου 2 και 3[26] στα χαρτοφυλάκια συναλλαγών των τραπεζών υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ.[27] Η διαθεσιμότητα πληροφοριών ανά τομέα δραστηριότητας και ανά προϊόν επέτρεψε την εμβάθυνση στη σύνθεση μιας σημαντικής υποομάδας στοιχείων ενεργητικού και παθητικού επιπέδου 2 και 3. Αυτό θα διευκολύνει τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής των επιτόπιων διερευνήσεων που θα ξεκινήσουν στο πλαίσιο της εκστρατείας επιτόπιων διερευνήσεων για τον κίνδυνο αποτίμησης.

Τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού επιπέδου 3 είναι συγκεντρωμένα σε μικρό αριθμό μεγάλων τραπεζών, ενώ τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού επιπέδου 2 αφορούν κυρίως πράξεις ανταλλαγής και repos

Όσον αφορά την ταξινόμηση των στοιχείων ενεργητικού σε επίπεδα, το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών (περίπου 87%) ταξινομείται ως επιπέδου 2, ενώ οι θέσεις επιπέδου 3 αντιστοιχούν σε ποσοστό μόλις 2% περίπου και συγκεντρώνονται σε μικρό αριθμό τραπεζών (περίπου 82% αντιστοιχεί σε τρεις τράπεζες). Η εξέταση της σύνθεσης ανά προϊόν δείχνει ότι μεγάλο μέρος των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού επιπέδου 2 είναι πράξεις ανταλλαγής (swap) και repos, τις περισσότερες φορές με διάρκεια κάτω των δέκα ετών.

Οι πρακτικές των τραπεζών για τον ορισμό της παρατηρησιμότητας, την ταξινόμηση στοιχείων ενεργητικού σε επίπεδα, το κέρδος της πρώτης ημέρας και τη μέτρηση της εύλογης αξίας διαφέρουν σημαντικά

Όσον αφορά τις επιτόπιες πρωτοβουλίες, το 2019 ξεκίνησε εκστρατεία[28] για τον κίνδυνο αποτίμησης, η οποία θα συνεχιστεί το 2020 και το 2021. Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα από την εκστρατεία δείχνουν ότι οι πρακτικές των τραπεζών παρουσιάζουν μεγάλη ανομοιομορφία και ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια απόκλισης μεταξύ των τραπεζών, λόγω της ευρείας διακριτικής τους ευχέρειας ως προς την παρατηρησιμότητα, την ταξινόμηση των στοιχείων ενεργητικού σε επίπεδα, το κέρδος της πρώτης ημέρας (day one profit) και τη μέτρηση της εύλογης αξίας κατά την εφαρμογή του λογιστικού πλαισίου. Αυτός ο βαθμός απόκλισης αποτελεί πρόκληση για την αξιολόγηση του κινδύνου αποτίμησης. Στόχος της επιτόπιας πρωτοβουλίας είναι να προαγάγει την ισότιμη εποπτική μεταχείριση και να εναρμονίσει την εφαρμογή της μεθοδολογίας για τη διεξαγωγή επιτόπιων επιθεωρήσεων στις τράπεζες.

Όσον αφορά την εφαρμογή των κανονιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΤ για τη συνετή αποτίμηση, οι επιτόπιες διερευνήσεις για το 2019 αποκάλυψαν ότι τα πλαίσια συνετής αποτίμησης των ιδρυμάτων δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα που προσδοκά η ΕΚΤ, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το γεγονός ότι τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν προκλήσεις ως προς την επίτευξη του επιθυμητού επιπέδου βεβαιότητας για τα δεδομένα κατά τη συνετή αποτίμηση. Η διαδικασία Συχνών Ερωτήσεων και Απαντήσεων της ΕΑΤ βοήθησε να αποσαφηνιστεί περαιτέρω η εφαρμογή του πλαισίου συνετής αποτίμησης.

1.2.8 Εργασίες σχετικά με τις εποπτικές μεθοδολογίες

Το κεφάλαιο και η ρευστότητα έχουν κρίσιμη σημασία για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας των τραπεζών

Οι χρηματοπιστωτικές διαταραχές στον τραπεζικό τομέα συχνά προκαλούνται ή επιτείνονται από την ανεπαρκή ποσότητα και ποιότητα του κεφαλαίου και της ρευστότητας των τραπεζών. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δύο βασικές διαδικασίες, η εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (ICAAP) και η εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας (ILAAP), είναι θεμελιώδεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών.

Τόσο η ICAAP όσο και η ILAAP έχουν στόχο να διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα υπολογίζουν και διαχειρίζονται μεθοδικά τους κινδύνους κεφαλαίου και ρευστότητας, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες για κάθε ίδρυμα προσεγγίσεις. Επιτρέπουν στις τράπεζες τον προσδιορισμό, την αξιολόγηση και την αποτελεσματική διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων κεφαλαίου και ρευστότητας κάθε στιγμή.

Με δεδομένο τον κεντρικό ρόλο τους στη διαχείριση της επάρκειας κεφαλαίου και ρευστότητας των τραπεζών, η ICAAP και η ILAAP απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από πλευράς των εποπτικών αρχών. Στο πλαίσιο της ΕΔΕΑ, η ποιότητα και τα αποτελέσματα των ICAAP και ILAAP λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό μέτρων για το κεφάλαιο και τη ρευστότητα, καθώς και μέτρων ποιοτικού χαρακτήρα. Οι ενδεδειγμένες ICAAP και ILAAP περιορίζουν την αβεβαιότητα τόσο των ιδρυμάτων όσο και των εποπτικών αρχών ως προς την πραγματική έκθεση σε κίνδυνο ενός ιδρύματος. Έτσι βοηθούν τα ιδρύματα να διατηρούν επαρκή αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας και να παραμένουν βιώσιμα.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε οδηγούς σχετικά με τις διαδικασίες ICAAP και ILAAP

Τον Νοέμβριο του 2018 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε οδηγούς σχετικά με τις ICAAP και τις ILAAP των ιδρυμάτων και άρχισε να τους εφαρμόζει τον Ιανουάριο του 2019. Οι οδηγοί δεν αποσκοπούν να παρέχουν πλήρη καθοδήγηση για όλες τις παραμέτρους που αφορούν τις ορθές ICAAP και ILAAP, αλλά ακολουθούν μια προσέγγιση βάσει αρχών που εστιάζει σε επιλεγμένες βασικές παραμέτρους.

Κάθε ίδρυμα έχει την ευθύνη να εφαρμόζει τις διαδικασίες ICAAP και ILAAP προσαρμόζοντάς τις στις ιδιαιτερότητές του

Έτσι, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι, εν πρώτοις, οι ICAAP και ILAAP είναι εσωτερικές διαδικασίες, οι οποίες πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε ιδρύματος. Ως εκ τούτου, κάθε ίδρυμα έχει την ευθύνη να εφαρμόζει διαδικασίες ICAAP και ILAAP που να είναι προσαρμοσμένες και ανάλογες προς τις ανάγκες του. Οι ορθές, αποτελεσματικές, ολοκληρωμένες και μελλοντικής προοπτικής ICAAP και ILAAP αποτελούν βασικά εργαλεία για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας των τραπεζών. Έτσι, οι τράπεζες ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τους οδηγούς ώστε να καλύψουν τυχόν κενά και να διορθώσουν τις αδυναμίες ως προς τη διαχείριση του κεφαλαίου και της ρευστότητας το συντομότερο δυνατόν.

Στη διάρκεια του 2019 οι οριζόντιες λειτουργίες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, από κοινού με τις ΜΕΟ, ήλθαν σε επαφή με τις τράπεζες για να συζητήσουν με ποιους τρόπους προγραμματίζουν να ενισχύσουν τις διαδικασίες τους ICAAP και ILAAP, σύμφωνα με τους νέους οδηγούς.

Πάνω από τις μισές διαδικασίες ICAAP και πάνω από το 1/3 των ILAAP παρουσίαζαν σημαντικές αδυναμίες

Στις αξιολογήσεις βάσει της ΕΔΕΑ για το 2019, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διαπιστώνει σοβαρές αδυναμίες σε περισσότερες από τις μισές ICAAP και σε περισσότερες από το 1/3 των ILAAP που χρησιμοποιούνται από ΣΙ. Κρίθηκε ότι αυτές δεν παρέχουν σταθερή βάση για τη συνετή διαχείριση του κεφαλαίου και της ρευστότητας και, ως εκ τούτου, τα ιδρύματα χρειάζεται να προβούν σε (περαιτέρω) βελτιώσεις. Τα συμπεράσματα που εξάγονται από τις εν λόγω αξιολογήσεις ανά μεμονωμένο ίδρυμα ασκούν ολοένα μεγαλύτερη επίδραση στην ΕΔΕΑ και στα συναφή εποπτικά μέτρα. Δηλαδή, η ύπαρξη αξιόπιστων ICAAP και ILAAP αξιολογείται θετικά στο πλαίσιο της ΕΔΕΑ για την τράπεζα.

Οι διαδικασίες ICAAP και ILAAP θα διαδραματίσουν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στην ΕΔΕΑ

Στο μέλλον, οι διαδικασίες ICAAP και ILAAP θα διαδραματίσουν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στη μεθοδολογία της ΕΔΕΑ, παρέχοντας στις τράπεζες κίνητρα για τη συνεχή βελτίωση των εσωτερικών διαδικασιών τους. Μεταξύ άλλων, τόσο οι ποιοτικές όσο και οι ποσοτικές πτυχές των ICAAP θα έχουν ενισχυμένο ρόλο στον προσδιορισμό των πρόσθετων εποπτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων ανά επιμέρους κίνδυνο.

Πλαίσιο 2
Εποπτική τεχνολογία

Η ΕΚΤ έχει δημιουργήσει έναν Κόμβο Εποπτικής Τεχνολογίας (SupTech Hub) για να διερευνήσει τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης (AI) και άλλων πρωτοπόρων τεχνολογιών στο πλαίσιο της τραπεζικής εποπτείας.

Καινοτομία και SupTech

Η τεχνολογία αλλάζει τον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Επιπλέον, οι εποπτικές αρχές σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν μέτρα για την εφαρμογή καινοτόμων τεχνολογιών προκειμένου να εκσυγχρονίσουν τις υποδομές και να εξασφαλίσουν αποτελεσματική και αποδοτική εποπτεία. Το 2019 η ΕΚΤ δημιούργησε τον κόμβο SupTech Hub με σκοπό την εισαγωγή καινοτόμων εργαλείων στις εποπτικές διαδικασίες της.

Τεχνητή νοημοσύνη (AI) και ανάλυση δεδομένων (data analytics)

Η ΕΚΤ ξεκίνησε διάφορα έργα με θέμα την τεχνητή νοημοσύνη. Ένας σημαντικός τομέας της τεχνητής νοημοσύνης είναι η μηχανική μάθηση, η οποία παρέχει στους υπολογιστές τη δυνατότητα να μαθαίνουν από τα δεδομένα και να κάνουν προβλέψεις. Για παράδειγμα, η ΕΚΤ αναπτύσσει ένα εργαλείο το οποίο μπορεί να προβλέψει το αποτέλεσμα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με το έγγραφο Ιmplementing Technical Standards on Supervisory Reporting.

Ένας άλλος τομέας εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης είναι η επεξεργασία φυσικής γλώσσας (Natural Language Processing – NLP), που μπορεί να βοηθήσει τις εποπτικές αρχές στην ανάλυση μη δομημένων δεδομένων. Οι υπολογιστές που χρησιμοποιούν την τεχνολογία NLP μπορούν να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν πληροφορίες που παρέχονται σε μορφή κειμένου. Ενδεικτικά, η ΕΚΤ σχεδιάζει ένα εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξαχθούν δομημένες πληροφορίες από πηγές μη δομημένων δεδομένων, όπως οικονομικές εκθέσεις, από τις οποίες επί του παρόντος οι πληροφορίες ανακτώνται με μη αυτόματο τρόπο.

Επίσης, η ΕΚΤ διερευνά τη χρήση προηγμένων εργαλείων ανάλυσης δεδομένων, τα οποία επιτρέπουν στις εποπτικές αρχές να εμβαθύνουν στα δεδομένα και να λαμβάνουν αποφάσεις βάσει των αντλούμενων πληροφοριών. Για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, χρησιμοποιείται η μέθοδος της ανάλυσης δικτύου για την καλύτερη κατανόηση των διασυνδέσεων ιδιοκτησίας των εποπτευόμενων οντοτήτων.

Διαδικτυακή πύλη για τη χορήγηση αδειών

Ο μεγάλος όγκος των διαδικασιών χορήγησης αδειών (βλ. επίσης Ενότητα 2.1.2) δημιουργεί μεγάλο φόρτο εργασίας όχι μόνο για τις εποπτικές αρχές αλλά και για τις τράπεζες. Έτσι η ΕΚΤ, σε συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, αναπτύσσει μια διαδικτυακή πύλη με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαδικασίας, ξεκινώντας από τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας.

Στόχος της διαδικτυακής πύλης είναι η βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών για τις διαδικασίες και η μείωση της γραφειοκρατίας με την αυτοματοποίηση κάποιων πτυχών της διαδικασίας χορήγησης αδειών. Επίσης, η διαδικτυακή πύλη θα βοηθά τις τράπεζες να υποβάλλουν πλήρεις και ακριβείς αιτήσεις, αυξάνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα και την εγκαιρότητα των αξιολογήσεων. Τέλος, θα εναρμονίζει τη διαδικασία χορήγησης αδειών μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στον ΕΕΜ, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε εθνικής νομοθεσίας. Ο στόχος είναι να εξελιχθεί στο μέλλον σε ολοκληρωμένη διαδικτυακή πύλη τραπεζικής εποπτείας, η οποία θα καλύπτει πλήθος εποπτικών διαδικασιών που υπάγονται στην αρμοδιότητα της ΕΚΤ.

Διάδοση γνώσης και ενίσχυση δεξιοτήτων

Η διάδοση της γνώσης και η συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η υιοθέτηση του SupTech. Λειτουργώντας ως κόμβος γνώσης, η ομάδα SupTech άρχισε να οργανώνει εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα για να εφοδιάσει τους συναδέλφους της τραπεζικής εποπτείας με την τεχνογνωσία και τις δεξιότητες που χρειάζονται για να εφαρμόσουν τις καινοτομίες.

Συνεργασία

Για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πρακτικών, η ΕΚΤ συνεργάζεται με τις εθνικές αρμόδιες αρχές που επί του παρόντος εισάγουν ψηφιακά εργαλεία στις εποπτικές διαδικασίες τους, τις αρμόδιες εποπτικές αρχές άλλων χωρών (π.χ. Monetary Authority of Singapore, UK Prudential Regulation Authority, Federal Reserve Bank), ακαδημαϊκά ιδρύματα (π.χ. Technical University of Darmstadt και την πρωτοβουλία applied AI του Technical University of Munich) και μια σειρά νεοφυών επιχειρήσεων.


1.3 Άμεση εποπτεία σημαντικών ιδρυμάτων

1.3.1 Μη επιτόπια εποπτεία

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επιδιώκει να εποοπτεύει τα ΣΙ με τρόπο αναλογικό, αυστηρό και συνεπή, με βάση τον κίνδυνο. Για τον σκοπό αυτό, κάθε χρόνο ορίζει μια σειρά από βασικές εποπτικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε συνεχή βάση. Αυτές βασίζονται στις υφιστάμενες εποπτικές απαιτήσεις, στο Εγχειρίδιο εποπτείας του ΕΕΜ και στις εποπτικές προτεραιότητες του ΕΕΜ και περιλαμβάνονται στο συνεχιζόμενο πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης (SEP) για κάθε ΣΙ.

Πέρα από αυτές τις βασικές δραστηριότητες που ορίζονται κεντρικά, στο SEP μπορούν να συμπεριληφθούν και άλλες εποπτικές δραστηριότητες προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες κάθε τράπεζας. Αυτό επιτρέπει την άμεση αντιμετώπιση των ταχέως μεταβαλλόμενων κινδύνων σε επίπεδο μεμονωμένων ιδρυμάτων και σε επίπεδο συστήματος.

Οι μη επιτόπιες δραστηριότητες του προγράμματος SEP περιλαμβάνουν (α) σχετικές με τον κίνδυνο δραστηριότητες (π.χ. ΕΔΕΑ, προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων), (β) άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με οργανωτικές, διοικητικές ή νομικές απαιτήσεις (π.χ. ετήσια αξιολόγηση της σημαντικότητας) και (γ) πρόσθετες δραστηριότητες που σχεδιάζονται από τις ΜΕΟ για την περαιτέρω προσαρμογή του συνεχιζόμενου προγράμματος SEP στις ιδιαιτερότητες του εποπτευόμενου ομίλου ή οντότητας (π.χ. αναλύσεις του επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας ή της δομής διακυβέρνησης μιας τράπεζας). Ενώ οι δύο πρώτες ομάδες δραστηριοτήτων ορίζονται κεντρικά, η τρίτη προσδιορίζεται ανά τράπεζα από την αντίστοιχη ΜΕΟ.

Αναλογικότητα

Οι εποπτικές δραστηριότητες το 2019 ακολούθησαν την αρχή της αναλογικότητας, προσαρμόζοντας την ένταση του εποπτικού έργου στη συστημική σημασία και το προφίλ κινδύνου της εποπτευόμενης τράπεζας

Το SEP ακολουθεί την αρχή της αναλογικότητας, δηλ. η ένταση του εποπτικού έργου εξαρτάται από το μέγεθος, τη συστημική σημασία και την πολυπλοκότητα κάθε ιδρύματος. Μετά από εισήγηση της εσωτερικής Ομάδας εργασίας για την απλοποίηση του ΕΕΜ το 2019, ο μέσος αριθμός των εποπτικών δραστηριοτήτων που ορίζονται κεντρικά ανά ΣΙ μειώθηκε ελαφρά σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (βλ. Διάγραμμα 17), οπότε οι ΜΕΟ είχαν μεγαλύτερα περιθώρια να ασχοληθούν με κινδύνους που αφορούν συγκεκριμένα ιδρύματα.

Διάγραμμα 17

Μέσος αριθμός καθηκόντων ανά ΣΙ το 2018 και το 2019

Πηγή: ΕΚΤ.

Προσέγγιση βασισμένη στους κινδύνους

Το SEP ακολουθεί μια προσέγγιση βασισμένη στους κινδύνους, με έμφαση στις σημαντικότερες κατηγορίες κινδύνου για κάθε ΣΙ. Για παράδειγμα, το ποσοστό των καθηκόντων που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο για τις τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ ήταν υψηλότερο από ό,τι για τη μέση τράπεζα, αλλά και το ποσοστό των καθηκόντων που σχετίζονται με τον κίνδυνο αγοράς για τις τράπεζες με μεγάλα ανοίγματα σε πράξεις στην αγορά και στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους ήταν υψηλότερο από ό,τι για τη μέση τράπεζα. (βλ. Διάγραμμα 18).

Διάγραμμα 18

Δραστηριότητες SEP το 2018 και το 2019: έμφαση στον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Περιλαμβάνονται μόνο προγραμματισμένες δραστηριότητες που σχετίζονται με συγκεκριμένες κατηγορίες κινδύνου.

Κύριοι άξονες δράσης της μη επιτόπιας εποπτείας το 2019

Στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου SEP 2019, τρεις δραστηριότητες που ορίζονται κεντρικά είχαν ιδιαίτερη σημασία: (α) η ΕΔΕΑ, (β) η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τη ρευστότητα και (γ) η αξιολόγηση των κριτηρίων έγκρισης πιστοδοτήσεων των τραπεζών.

Η ΕΔΕΑ αποτελεί βασικό εποπτικό εργαλείο για τη συνοπτική παρουσίαση όλων των πληροφοριών που συλλέγονται για κάθε ίδρυμα ένα δεδομένο έτος, ώστε να παραχθεί η ετήσια αξιολόγηση κινδύνων για το εκάστοτε ίδρυμα. Αυτή η αξιολόγηση αποτελεί τη βάση του εποπτικού διαλόγου με το εκάστοτε ίδρυμα ως προς τα ενδεδειγμένα εποπτικά μέτρα, προτού αυτά αποφασιστούν από την ΕΚΤ. Το 2019 η αξιολόγηση των διαδικασιών ICAAP και ILAAP των ιδρυμάτων στο πλαίσιο των νέων οδηγών της ΕΚΤ και τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης για τη ρευστότητα (LiST) αξιοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, ως ιδιαίτερα χρήσιμη βάση για την ΕΔΕΑ.

Η άσκηση LiST εξέτασε την ανθεκτικότητα των τραπεζών από πλευράς ρευστότητας. Ακολούθησε μια προσέγγιση από κάτω προς τα επάνω, κάλυψε 103 ΣΙ και βασίστηκε στα στοιχεία ρευστότητας των τραπεζών στο τέλος του 2018. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στις 7 Οκτωβρίου 2019.[29]

Άλλη μια δραστηριότητα που απαιτούσε την ενεργό συμμετοχή των ΜΕΟ ήταν η δομημένη αξιολόγηση της ποιότητας των κριτηρίων έγκρισης πιστοδοτήσεων των τραπεζών. Η άσκηση κάλυψε 94 ΣΙ τα οποία υποβλήθηκαν σε άσκηση συλλογής ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων με έμφαση κυρίως στις συνήθεις πρακτικές χορήγησης δανείων. Με βάση την ποσοτική οριζόντια ανάλυση των δεδομένων που συλλέχθηκαν, οι τράπεζες θα λάβουν σχόλια και θα σχεδιαστούν περαιτέρω δράσεις[30].

Έλεγχοι εις βάθος (deep dives)

Στο πλαίσιο της εποπτείας που πραγματοποιείται σε συνεχή βάση, οι ΜΕΟ μπορούν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια να ασχοληθούν με κινδύνους που αφορούν συγκεκριμένα ιδρύματα. Προς τον σκοπό αυτόν, π.χ. καθορίζουν την έκταση των εις βάθος ελέγχων, που είναι αναλύσεις ιδιοσυγκρασιακών θεμάτων και αποτελούν μέρος των προγραμμάτων SEP. Το 2019 πραγματοποίησαν μεγαλύτερο αριθμό εις βάθος ελέγχων από ό,τι το 2018, πιθανώς λόγω του μικρότερου αριθμού των καθηκόντων που ορίζονται κεντρικά. Οι τομείς κινδύνου που υπόκεινται σε εις βάθος ελέγχους αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές στις εποπτικές προτεραιότητες για το 2019 (βλ. Διάγραμμα 19).

Διάγραμμα 19

Έλεγχοι εις βάθος και αναλύσεις ανά κατηγορία κινδύνου το 2018 και το 2019

Πηγή: ΕΚΤ.

Κατάσταση δραστηριοτήτων SEP

Τα προγράμματα SEP 2019 εκτελέστηκαν με επιτυχία, με ποσοστό υλοποίησης 90%

Τα προγράμματα SEP του 2019 εκτελέστηκαν με επιτυχία. Στο τέλος του έτους το 90% του συνόλου των δραστηριοτήτων είχε υλοποιηθεί σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Από αυτές, το 75% είχαν ολοκληρωθεί, ενώ το 15% βρισκόταν υπό εξέλιξη σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα. Ποσοστό 3% των δραστηριοτήτων θα ολοκληρωθεί το 2020 με κάποια καθυστέρηση και 7% ματαιώθηκε, κυρίως λόγω αλλαγής της δομής της τράπεζας, αλλά και γιατί ορισμένα ΣΙ έγιναν ΛΣΙ και, ως εκ τούτου, δεν βρίσκονται πλέον υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ (βλ. Διάγραμμα 20). Όλες οι κύριες δραστηριότητες εκτελέστηκαν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, καλύπτοντας τους βασικότερους κινδύνους για τον τραπεζικό τομέα. Συνολικά, τα χαμηλά ποσοστά καθυστερήσεων και ματαιώσεων υπογραμμίζουν την αποτελεσματικότητα και τη σταθερότητα των συνεχιζόμενων προγραμμάτων SEP, καθώς και την ικανότητα των ΜΕΟ να εκτελούν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με το πρόγραμμα.

Διάγραμμα 20

Ποσοστό ολοκλήρωσης το 2019

Πηγή: ΕΚΤ.

Εποπτικά ευρήματα

Τα “εποπτικά ευρήματα” είναι ένα από τα κύρια αποτελέσματα των τακτικών εποπτικών δραστηριοτήτων και αντανακλούν αδυναμίες τις οποίες πρέπει να διορθώσουν οι τράπεζες. Οι ΜΕΟ είναι αρμόδιες για την παρακολούθηση των ενεργειών που αναλαμβάνουν οι τράπεζες σε συνέχεια αυτών των ευρημάτων. Το 2019 ο συνολικός αριθμός καταγεγραμμένων ευρημάτων σημείωσε πτώση σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη.[31] Η πλειονότητα των ευρημάτων προήλθε από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων και τις δραστηριότητες που σχετίζονται με αδειοδοτήσεις (βλ. Διάγραμμα 21).

Διάγραμμα 21

Εποπτικά ευρήματα

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Εξαιρούνται 34 ευρήματα από προηγούμενες ΜΕΟ.

Η Εποπτική Διαδικασία Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP – ΕΔΕΑ) 2019

Η ΕΔΕΑ είναι ετήσια άσκηση κατά την οποία οι εποπτικές αρχές εξετάζουν τους κινδύνους των τραπεζών και ακολούθως προσδιορίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις σε ατομική βάση και παρέχουν κατευθύνσεις για κάθε τράπεζα, επιπλέον του κατά νόμο απαιτούμενου ελάχιστου κεφαλαίου.

Για την ΕΔΕΑ του 2019 η ΕΚΤ δημοσίευσε για πρώτη φορά αθροιστικά στοιχεία ανά επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας και πληροφορίες ανά τράπεζα σχετικά με τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2.[32] Η κίνηση αυτή συνάδει με την επιδίωξη για περισσότερη διαφάνεια προς τις τράπεζες, τους επενδυτές και το ευρύ κοινό.

Στο πλαίσιο της ΕΔΕΑ του 2019, οι απαιτήσεις και οι κατευθύνσεις (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα συστημικά αποθέματα ασφαλείας και το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας) για το κεφάλαιο CET1 παρέμειναν αμετάβλητες σε σχέση με το 2018 στο 10,6%. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι σταθεροποιήθηκε η εποπτική αξιολόγηση των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Σχεδόν όλες οι τράπεζες εμφάνισαν επαρκή επίπεδα κεφαλαίου, τα οποία υπερβαίνουν όλες τις απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των συστημικών αποθεμάτων και του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας.

Πέραν των κεφαλαιακών απαιτήσεων και της παροχής κατευθύνσεων, συχνά απαιτείται η λήψη και μέτρων ποιοτικού χαρακτήρα ως αποτέλεσμα της ΕΔΕΑ. Στην ΕΔΕΑ 2019, 91 τράπεζες υποχρεώθηκαν να λάβουν μέτρα ποιοτικού χαρακτήρα, ελαφρά μόνο περισσότερες από το 2018. Η κατανομή των μέτρων ποιοτικού χαρακτήρα δείχνει ότι οι αδυναμίες που εντοπίζονται από πλευράς εποπτείας αφορούν σε μεγάλο βαθμό θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης: περίπου το 1/3 του συνόλου των διορθωτικών ενεργειών στις οποίες πρέπει να προβούν οι τράπεζες σχετίζονται με τη διακυβέρνησή τους. Πράγματι, οι βαθμολογίες βάσει ΕΔΕΑ για την εσωτερική διακυβέρνηση επιδεινώθηκαν για όλα τα επιχειρηματικά μοντέλα, συνεχίζοντας την τάση που καταγράφηκε τα προηγούμενα χρόνια.

Παράλληλα, επιδεινώθηκε και η βαθμολογία για τον λειτουργικό κίνδυνο, που δείχνει ότι οι κίνδυνοι πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας έχουν αυξηθεί σε αρκετές τράπεζες. Έτσι, το 2020 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολουθεί να δίνει αυξημένη έμφαση στους κινδύνους αυτού του είδους, διενεργώντας επιτόπιες επιθεωρήσεις ειδικά σε πληροφοριακά συστήματα. Επιπλέον, το εναρμονισμένο πλαίσιο αναφοράς κυβερνοσυμβάντων θα παρέχει σημαντική πληροφόρηση για περιπτώσεις κυβερνοασφάλειας – πρόκειται σαφώς για ένα ζήτημα του οποίου πρέπει να επιληφθούν οι τράπεζες.

1.3.2 Εποπτεία μέσω επιτόπιων επιθεωρήσεων

151 επιτόπιες επιθεωρήσεις ξεκίνησαν το 2019

Στο πλαίσιο των επιτόπιων επιθεωρήσεων βάσει SEP, ξεκίνησαν συνολικά 151 επιτόπιες επιθεωρήσεις (OSI) το 2019, έναντι 156 το 2018. Ο προγραμματισμός των επιτόπιων επιθεωρήσεων βασίστηκε στις εποπτικές προτεραιότητες για το 2019 (βλ. Διάγραμμα 22). Το πρόγραμμα επιτόπιων επιθεωρήσεων παρέμεινε ευέλικτο ώστε να μπορεί να επικαιροποιείται τακτικά σε όλη τη διάρκεια του έτους προκειμένου να αντιμετωπίζονται επείγουσες καταστάσεις και απροσδόκητα γεγονότα.

Διάγραμμα 22

Επιτόπιες επιθεωρήσεις το 2018 και το 2019: ανάλυση κατά είδος κινδύνου

Πηγή: ΕΚΤ.

Ο προγραμματισμός των επιτόπιων επιθεωρήσεων αποτελεί μέρος της εποπτείας που πραγματοποιείται σε συνεχή βάση. Παρόλο που τα προγράμματα επιτόπιων επιθεωρήσεων βασίζονται στις εποπτικές προτεραιότητες του ΕΕΜ, είναι επίσης προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες κάθε εποπτευόμενης οντότητας σύμφωνα με μια αναλογική προσέγγιση βασισμένη στον κίνδυνο. Οι επιτόπιες επιθεωρήσεις λαμβάνουν υπόψη το εποπτικό έργο που εκτελείται σε συνεχή βάση από τις ΜΕΟ. Αποτελούν συμπληρωματικό, παρεμβατικό και εξειδικευμένο εποπτικό εργαλείο που βασίζεται στη στενή συνεργασία με τις ΜΕΟ, ταυτόχρονα όμως παρέχουν μια πρόσθετη, ανεξάρτητη θεώρηση.

Ένα από τα πλεονεκτήματα της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας είναι η δυνατότητα διεξαγωγής οριζόντων αναλύσεων και συγκριτικών αξιολογήσεων τραπεζών από ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Με την αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας, στις επιτόπιες επιθεωρήσεις (OSI) του 2019 εφαρμόστηκε σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση η έννοια της “εκστρατείας”. Αυτό σημαίνει ότι συγκεντρώνονται περισσότερες επιτόπιες επιθεωρήσεις που εξετάζουν το ίδιο θέμα, παρέχοντας έτσι ένα πλαίσιο ώστε τα κλιμάκια επιθεώρησης να συντονίζονται, να συνεργάζονται, να ευθυγραμμίζουν τους στόχους τους και να αξιοποιούν συνέργειες. Στη διάρκεια του έτους, η προσέγγιση τύπου εκστρατείας για τις επιτόπιες επιθεωρήσεις εφαρμόστηκε σε τρία διαφορετικά πεδία, που αντιστοιχούν στις εποπτικές προτεραιότητες: (α) επαγγελματικά και οικιστικά ακίνητα, (β) μοχλευμένη χρηματοδότηση και συνετή αποτίμηση σε τιμές της αγοράς και (γ) επιχειρησιακή συνέχεια σε σχέση με τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων.

1.3.2.1 Κυριότερα ευρήματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων

Η ανάλυση που ακολουθεί παρουσιάζει συνοπτικά τα πιο κρίσιμα ευρήματα από 113 επιτόπιες επιθεωρήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2018 και το 2019, οι τελικές εκθέσεις πορισμάτων των οποίων δημοσιεύθηκαν από το δ΄ τρίμηνο του 2018 έως το γ΄ τρίμηνο του 2019.

Πιστωτικός κίνδυνος

Πάνω από τις μισές επιθεωρήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο είχαν αντικείμενο κυρίως την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και διενεργήθηκαν με εξέταση των φακέλων πιστοδοτήσεων. Από αυτή την εξέταση προέκυψε ότι πρέπει να σχηματιστούν πρόσθετες προβλέψεις ύψους άνω των 5 δισεκ. ευρώ και να αναταξινομηθούν ανοίγματα ύψους περίπου 4,4 δισεκ. ευρώ από εξυπηρετούμενα σε μη εξυπηρετούμενα. Οι υπόλοιπες επιθεωρήσεις είχαν αντικείμενο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου. Αναλυτικότερα, τα πιο κρίσιμα ευρήματα ήταν:

  • Ακατάλληλη κατηγοριοποίηση οφειλετών: αδυναμίες στον ορισμό ή/και την αναγνώριση ανοιγμάτων σε αθέτηση ή μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, καθώς και ανεπάρκειες στις διαδικασίες προσδιορισμού των ρυθμίσεων δανείων και ανίχνευσης δεικτών έγκαιρης προειδοποίησης.
  • Υποεκτίμηση αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών: υπερτίμηση των εξασφαλίσεων και των δεικτών εξυγίανσης, ακατάλληλες εκτιμήσεις ταμειακών ροών και αδυναμίες στις περικοπές αποτίμησης των εξασφαλίσεων και στις παραμέτρους σχηματισμού προβλέψεων.
  • Ανεπαρκείς διαδικασίες παρακολούθησης: αδυναμίες στον εντοπισμό πρώιμων ενδείξεων υποβάθμισης της πιστωτικής ποιότητας και ανεπαρκή συστήματα διαβάθμισης.
  • Αδυναμίες στις διαδικασίες χορήγησης πιστώσεων: ανεπαρκείς αξιολογήσεις κινδύνου πιστούχου, ανεπαρκείς μηχανισμοί τιμολόγησης και ακατάλληλες διαδικασίες έγκρισης εξαιρέσεων.
Κίνδυνος διακυβέρνησης

Τα σοβαρότερα ευρήματα σε σχέση με τον κίνδυνο διακυβέρνησης διαπιστώθηκαν στους εξής τομείς:

  • Εταιρική δομή και οργάνωση: αδυναμίες στην κουλτούρα αντιμετώπισης του κινδύνου σε επίπεδο οργανισμού, ανεπαρκές ανθρώπινο δυναμικό, ελλείψεις στο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου και έλλειψη συνολικών κατευθυντήριων γραμμών οργάνωσης.
  • Λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου (συμπεριλαμβάνονται η κανονιστική συμμόρφωση, η διαχείριση κινδύνου και η εσωτερική επιθεώρηση): σοβαρές ανεπάρκειες στο καθεστώς, τους πόρους και το πεδίο δραστηριότητας όλων των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου.
  • Συγκεντρωτική καταγραφή και αναφορά των κινδύνων: έλλειψη ολοκληρωμένου πλαισίου υποβολής αναφορών για τη διαχείριση κινδύνων, αδυναμίες στην αρχιτεκτονική των δεδομένων και την πληροφοριακή υποδομή.
Κίνδυνος πληροφοριακών συστημάτων

Τα περισσότερα πολύ σοβαρά ευρήματα ανέδειξαν ανεπάρκειες στους εξής τομείς:

  • Διαχείριση ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων: ανεπαρκή μέτρα για την έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση συμβάντων ασφαλείας στα πληροφοριακά συστήματα και ακατάλληλη διαχείριση των δικαιωμάτων πρόσβασης σε προνομιακούς λογαριασμούς χρηστών.
  • Διαχείριση κινδύνων πληροφοριακών συστημάτων: ανεπαρκής αξιολόγηση των υπολειπόμενων κινδύνων.
  • Διαχείριση λειτουργιών πληροφοριακών συστημάτων: έλλειψη ολοκληρωμένης και ακριβούς απογραφής παγίων.
Κίνδυνος κεφαλαίου

Τα κυριότερα ευρήματα για τα εποπτικά ίδια κεφάλαια (Πυλώνας 1) αφορούσαν κυρίως ανεπάρκειες ως προς την απόδοση ορθών συντελεστών στάθμισης στα ανοίγματα, με αποτέλεσμα να υποεκτιμώνται τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού τους (RWA), κυρίως σε σχέση με τον πιστωτικό κίνδυνο, λόγω της λανθασμένης ταξινόμησης σε κατηγορίες ανοιγμάτων και της εσφαλμένης αποτίμησης των εξασφαλίσεων. Άλλες σημαντικές αδυναμίες που εντοπίστηκαν αφορούσαν την απουσία κατάλληλων πλαισίων ελέγχου για τη διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Τα πιο σοβαρά ευρήματα από επιθεωρήσεις που αφορούσαν τις ICAAP συνδέονται με ανεπάρκειες ως προς τον ποσοτικό προσδιορισμό των κινδύνων (κυρίως του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο (IRRBB)), ανεπαρκώς ανεπτυγμένα πλαίσια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (αποτυχία κάλυψης όλων των ουσιωδών κινδύνων με δυσμενή αλλά ευλογοφανή γεγονότα) και ουσιώδεις ανεπάρκειες ως προς την ενσωμάτωση των ICAAP στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου.

Κίνδυνος αγοράς

Τα σοβαρότερα ευρήματα σχετίζονται με τη μέτρηση και τη διαχείριση του κινδύνου αποτίμησης (ανεπάρκειες ως προς τη μεθοδολογία επιμερισμού των χρηματοδοτικών μέσων ανά επίπεδο ιεράρχησης με βάση την εύλογη αξία, ακατάλληλες πρακτικές αναγνώρισης του κέρδους της πρώτης ημέρας, ατελή πλαίσια μέτρησης της εύλογης αξίας και σοβαρές αδυναμίες στην εφαρμογή των κανονιστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΤ για τη συνετή αποτίμηση).

Κίνδυνος επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο (IRRBB)

Τα πιο κρίσιμα ευρήματα σχετικά με τον IRRBB σχετίζονται κυρίως με τη μέτρηση και τη διαχείριση του κινδύνου, δηλ. αδυναμίες στις μεθόδους ποσοτικού προδιορισμού, χρήση ανεπαρκών παραδοχών και παραμέτρων, ανεπαρκής τεκμηρίωση της υποδειγματοποίησης καταθέσεων χωρίς καθορισμένη διάρκεια, απουσία τακτικής επικύρωσης των υποδειγμάτων IRRBB και αδυναμίες διαχείρισης του κινδύνου σε επίπεδο ομίλου (group steering).

Κίνδυνος ρευστότητας

Η πλειονότητα των πολύ σοβαρών ευρημάτων σχετίζεται με τη μέτρηση και παρακολούθηση του κινδύνου (εσφαλμένη ταξινόμηση καταθέσεων, λανθασμένες παραδοχές στην μεθοδολογία υπολογισμού του δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR)), τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις υποβολής πληροφόρησης (έλλειψη ελέγχου και σφάλματα στον υπολογισμό του δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR)) και τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (τα σενάρια των προσομοιώσεων δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κάθε ιδρύματος).

Επιχειρηματικά μοντέλα και κερδοφορία

Τα πιο κρίσιμα ευρήματα σχετίζονται με την ανάλυση χρηματοοικονομικών προβολών (υπεραισιόδοξες χρηματοοικονομικές προβλέψεις και σενάρια) και την ανάλυση κερδοφορίας (ανεπαρκής ανάλυση των βασικών παραγόντων κερδοφορίας και των τομέων επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανεπάρκειες των εργαλείων τιμολόγησης ως προς τη δυνατότητά τους να περιλαμβάνουν όλα τα κόστη και τους κινδύνους).

Λειτουργικός κίνδυνος

Τα πιο κρίσιμα ευρήματα σχετίζονται με την αναγνώριση του λειτουργικού κινδύνου (ανεπαρκής κάλυψη και ορισμός του σημαντικού λειτουργικού κινδύνου) και τη μέτρησή του (αδυναμίες στις διαδικασίες συλλογής δεδομένων για τον λειτουργικό κίνδυνο, ανεπαρκείς ενέργειες πρόληψης και διόρθωσης κατά την αντιμετώπιση γεγονότων λειτουργικού κινδύνου).


1.4 Έμμεση εποπτεία των ΛΣΙ

Όσον αφορά την εποπτεία των ΛΣΙ, ο Κανονισμός για τον ΕΕΜ[33] αναθέτει στην ΕΚΤ καθήκοντα επίβλεψης και εκχωρεί στις ΕΑΑ την αρμοδιότητα για την άμεση εποπτεία των εν λόγω ιδρυμάτων. Το 2019 επιτεύχθηκαν ορισμένα σημαντικά ορόσημα ως προς την ανάπτυξη και τη διατήρηση του λειτουργικού πλαισίου για την εποπτεία των ΛΣΙ από τις ΕΑΑ και την έμμεση εποπτεία των ΛΣΙ από την ΕΚΤ.

1.4.1 Επίβλεψη της εποπτείας των ΛΣΙ

Το 2019 η ΕΚΤ κατάρτισε έκθεση κινδύνων για τα ΛΣΙ, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2020

Ως μέρος των καθηκόντων επίβλεψης το 2019, η ΕΚΤ κατάρτισε έκθεση κινδύνων για τα ΛΣΙ, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2020. Η εν λόγω έκθεση παρουσιάζει τα αποτελέσματα της ετήσιας αξιολόγησης της κατάστασης στον τομέα των ΛΣΙ, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τις ΕΑΑ. Συνδυάζει την ολοκληρωμένη ποσοτική ανάλυση του τρέχοντος προφίλ κινδύνου των ΛΣΙ με μια ανάλυση περισσότερο προσανατολισμένη στο μέλλον σε σχέση με τους κύριους κινδύνους και τις ευπάθειες.

Επίσης, η ΕΚΤ συνέχισε να αναπτύσσει διάφορα αναλυτικά εργαλεία που είναι πλέον διαθέσιμα στα αρμόδια για την εποπτεία των ΛΣΙ στελέχη των ΕΑΑ. Τα εργαλεία αυτά παρουσιάζουν συγκεντρωτικούς δείκτες κινδύνου για κάθε χώρα που υπόκειται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, μαζί με αντίστοιχους δείκτες αναφοράς σε επίπεδο συστήματος. Επιπλέον διευκολύνουν τον εντοπισμό των ακραίων παρατηρήσεων σε κάθε χώρα.

Επίσης η ΕΚΤ βελτίωσε περαιτέρω το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα ΛΣΙ, σκοπός του οποίου είναι να εντοπίζει, με προσανατολισμό προς το μέλλον, τα ΛΣΙ που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν επιδείνωση της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, και να συμβάλλει στον διαρκή διάλογο με τις ΕΑΑ.

Η ΕΚΤ συνέχισε να εστιάζει στα θεσμικά συστήματα προστασίας

Με δεδομένη τη σημασία των υβριδικών[34] θεσμικών συστημάτων προστασίας (IPS) για τον τομέα των ΛΣΙ σε μερικές χώρες της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, η ΕΚΤ συνέχισε να τα παρακολουθεί το 2019. Διενέργησε επίσης εις βάθος ανάλυση (deep-dive) ενός IPS και υποστήριξε μία ΕΑΑ στο αίτημα που υπέβαλε για την αναγνώριση ενός IPS.

Επιπλέον, η ΕΚΤ συνέχισε να συνεργάζεται ενεργά με τις ΕΑΑ, πραγματοποιώντας σειρά επισκέψεων και συναντήσεων σε όλη τη διάρκεια του έτους σε επίπεδο τεχνικών και διευθυντικών στελεχών. Οργανώθηκαν αρκετές ανταλλαγές προσωπικού μεταξύ της ΕΚΤ και των ΕΑΑ, όπου στελέχη της ΕΚΤ απασχολήθηκαν στις ΕΑΑ για διάστημα 3-6 μηνών και αντίστροφα. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες συμβάλλουν στη βελτιωμένη λειτουργία της εποπτείας της ΕΚΤ.

Τέλος, η ΕΚΤ διοργάνωσε αρκετά εργαστήρια συλλογής πληροφοριών για τα ΛΣΙ, που χρησιμοποιήθηκαν ως πλατφόρμα συζητήσεων με τα ΛΣΙ και άλλους σχετικούς συμμετέχοντες στην αγορά.

Διαμόρφωση κοινών προτύπων υψηλής ποιότητας για την εποπτεία των ΛΣΙ εντός της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας

Το 2019 η ΕΚΤ συνέχισε να υλοποιεί μια σειρά πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της συνεπούς εφαρμογής υψηλών εποπτικών προτύπων στα ΛΣΙ.

Το 2019 η μεθοδολογία ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ εφαρμόστηκε στα ΛΣΙ υψηλής προτεραιότητας

Μετά την έγκριση της μεθοδολογίας ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ από το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τον Ιανουάριο του 2018[35] η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ εργάστηκαν για την κλιμακωτή εφαρμογή της μεθοδολογίας. Το 2019 η μεθοδολογία ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ εφαρμόστηκε σε ΛΣΙ υψηλής προτεραιότητας[36] και αναμένεται να εφαρμοστεί σε όλα τα ΛΣΙ από το 2020. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή της μεθοδολογίας και να στηριχθούν οι ΕΑΑ στη σταδιακή εισαγωγή της, η ΕΚΤ παρείχε μεταξύ άλλων διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα στα στελέχη των ΕΑΑ. Εργάστηκε επίσης για τη βελτίωση της μεθοδολογίας, ώστε να λαμβάνει πληρέστερα υπόψη τους νεοαναδυόμενους κινδύνους.

Πέραν της συνολικής μεθοδολογίας ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ, η ΕΚΤ σημείωσε περαιτέρω πρόοδο στην προώθηση της συνεπούς εποπτείας των κινδύνων πληροφοριακών συστημάτων και κυβερνοασφάλειας που επηρεάζουν τα ΛΣΙ. Η οριζόντια ανάλυση εντόπισε τις βέλτιστες πρακτικές, οι οποίες έχουν κοινοποιηθεί στα στελέχη εποπτείας των ΕΑΑ ώστε να ενθαρρυνθεί η εποπτεία υψηλής ποιότητας.

Η ΕΚΤ ολοκλήρωσε το έργο για τα εθνικά λογιστικά πρότυπα

Επίσης, η ΕΚΤ ολοκλήρωσε ένα σημαντικό έργο με αντικείμενο τα εθνικά λογιστικά πρότυπα (nGAAP). Αυτό περιλάμβανε την ανάπτυξη μεθοδολογίας για τη μετατροπή μέρους των εθνικών λογιστικών προτύπων (nGAAP) σε Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (IFRS), καθώς και ενός εργαλείου για τα στελέχη εποπτείας των εργασιών πεδίου (line supervisors). Το εργαλείο θα ενισχύσει τις εσωτερικές αναλυτικές δυνατότητες και θα διευκολύνει τη σύγκριση δεδομένων μεταξύ τραπεζών που εφαρμόζουν διαφορετικά λογιστικά πρότυπα.

Οι εργασίες για την πολιτική του ΕΕΜ σχετικά με την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (fintech) συνεχίστηκαν το 2019

Ένας άλλος τομέας στον οποίο εστίασε το εποπτικό έργο είναι η ανάπτυξη μιας πολιτικής του ΕΕΜ για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (fintech) (στα οποία περιλαμβάνονται ΣΙ και ΛΣΙ). Μετά τη δημοσίευση του Οδηγού σχετικά με την αξιολόγηση αιτήσεων αδειοδότησης πιστωτικών ιδρυμάτων χρηματοοικονομικής τεχνολογίας το 2018, η ΕΚΤ διοργάνωσε διάλογο με τον κλάδο τον Μάιο του 2019. Η εκδήλωση εστίασε στη χρήση της μεθόδου βαθμολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων μεγάλης συχνότητας και εύρους σε πραγματικό χρόνο (big data), καθώς και στη χρήση του υπολογιστικού νέφους (cloud computing) και των αυτοματοποιημένων υπηρεσιών συμβουλευτικής (robo-advisory services). Επίσης, το ίδιο έτος η ΕΚΤ αναβάθμισε τον κόμβο fintech του ΕΕΜ (SSM fintech hub), ένα ενιαίο σημείο αναφοράς για το θέμα που απευθύνεται σε όλες τις εποπτικές αρχές του ΕΕΜ, ενώ διοργάνωσε και σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα στο πλαίσιο της εποπτικής κοινότητας του ΕΕΜ.

Τέλος, η ΕΚΤ διενήργησε άσκηση επαλήθευσης το 2019 αναφορικά με την εφαρμογή από πλευράς των ΕΑΑ της Κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/697[37] σχετικά με την άσκηση δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών όσον αφορά τα ΛΣΙ.

1.4.2 Άλλα θέματα σχετικά με την εποπτεία των ΛΣΙ

Μετά την έκδοση του αναθεωρημένου Κανονισμού για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRR II)[38] και της αναθεωρημένης Οδηγίας για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRD V)[39], η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ εργάστηκαν το 2019 για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά την εποπτεία των ΛΣΙ. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ αξιολόγησε την επίδραση της νέας ταξινόμησης των μικρών και μη σύνθετων ιδρυμάτων. Οι εργασίες θα συνεχιστούν το 2020 σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ.

Αφού τέθηκαν σε εφαρμογή οι Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και υπό ρύθμιση ανοιγμάτων της ΕΑΤ, η ΕΚΤ άρχισε να αξιολογεί και την εφαρμογή των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών για την εποπτεία των ΛΣΙ από τις ΕΑΑ. Οι σχετικές εργασίες θα συνεχιστούν το 2020 και θα συμπεριλάβουν μια οριζόντια συγκριτική ανάλυση δείγματος των στρατηγικών των ΛΣΙ για τα ΜΕΔ από την ΕΚΤ.

Το 2019 η ΕΚΤ ξεκίνησε αξιολόγηση των κριτηρίων έγκρισης πιστοδοτήσεων των ΛΣΙ

Το 2019 η ΕΚΤ ξεκίνησε αξιολόγηση των κριτηρίων έγκρισης πιστοδοτήσεων των ΛΣΙ. Η εν λόγω αξιολόγηση βασίστηκε σε δειγματοληπτική έρευνα, η οποία κατόπιν συμπληρώθηκε με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες και επιλεγμένα ΛΣΙ. Η πληροφόρηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση για μια οριζόντια ανάλυση και θα τροφοδοτήσει τις επακόλουθες ενέργειες κατά το 2020.

Τέλος, η ΕΚΤ συνέχισε να στηρίζει τη σύγκλιση των προτύπων εποπτείας των ΛΣΙ σε όλα τα κράτη-μέλη που συμμετέχουν στον ΕΕΜ, παρέχοντας στις ΕΑΑ τυποποιημένα τεχνικά εργαλεία πληροφορικής. Τα εργαλεία αυτά βασίζονται σε εκείνα που χρησιμοποιούν η ΕΚΤ και οι εθνικές εποπτικές αρχές για την εποπτεία των ΣΙ, προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες των ΛΣΙ και στις ανάγκες των στελεχών εποπτείας των ΕΑΑ.


1.5 Μακροπροληπτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ

Όσον αφορά τη μακροπροληπτική πολιτική στη ζώνη του ευρώ, η ΕΚΤ εξακολούθησε να συνεργάζεται στενά με τις εθνικές αρχές το 2019, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού ΕΕΜ. Εντός αυτού του καθορισμένου πλαισίου μακροπροληπτικής πολιτικής, η ΕΚΤ δύναται να εφαρμόζει (α) υψηλότερες απαιτήσεις για τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας από εκείνες που εφαρμόζουν οι εθνικές αρχές και (β) αυστηρότερα μέτρα για την αντιμετώπιση συστημικών ή μακροπροληπτικών κινδύνων. Το Φόρουμ Μακροπροληπτικής Πολιτικής χρησιμεύει ως πλατφόρμα συζητήσεων που επιτρέπει στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εποπτικού Συμβουλίου να συνδυάζουν μικροπροληπτικές και μακροπροληπτικές θεωρήσεις από όλο το φάσμα του ΕΕΜ. Επίσης, η ΕΚΤ συμμετείχε στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), το οποίο είναι αρμόδιο για τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην ΕΕ.

105 κοινοποιήσεις για θέματα μακροπροληπτικής πολιτικής υποβλήθηκαν από τις εθνικές αρχές το 2019

Το 2019 η ΕΚΤ έλαβε 105 κοινοποιήσεις από τις εθνικές αρχές για θέματα μακροπροληπτικής πολιτικής. Οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν αποφάσεις για τον ανά τρίμηνο προσδιορισμό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB), καθώς και αποφάσεις σχετικά με τον προσδιορισμό των παγκοσμίως συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) ή/και των λοιπών συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων (O-SII) και τον χειρισμό τους από την άποψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Αξιολόγησε επίσης κοινοποιήσεις σχετικά με άλλα μακροπροληπτικά μέτρα, π.χ. σχετικά με τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, τα μέτρα βάσει του άρθρου 458 του Κανονισμού για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRR)[40] και αναφορικά με την αμοιβαιότητα μακροπροληπτικών μέτρων που εφαρμόστηκαν σε άλλα κράτη-μέλη.

Εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS), η ΕΚΤ και οι εθνικές αρχές προσδιόρισαν οκτώ G-SII[41] της ζώνης του ευρώ που καλούνται να διατηρούν πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας μεταξύ 1,0% και 1,5% το 2021. Η ΕΚΤ έλαβε επίσης κοινοποιήσεις από τις εθνικές αρχές σχετικά με τα ποσοστά αποθεμάτων ασφαλείας για 109 O-SII. Τα εν λόγω ποσοστά ήταν σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ορίζει ένα ελάχιστο ποσοστό (κατώφλι) κεφαλαιακού αποθέματος ανά κατηγορία συστημικής σημασίας των O-SII (floor methodology), την οποία εφαρμόζει η ΕΚΤ από το 2016. Οι εργασίες αναθεώρησης της εν λόγω μεθοδολογίας έχουν ολοκληρωθεί και η αναθεωρημένη μεθοδολογία θα δημοσιευθεί στο τεύχος 10 της έκδοσης ECB Macroprudential Bulletin της ΕΚΤ.


1.6 Επόμενα βήματα – κίνδυνοι και εποπτικές προτεραιότητες για το 2020

Ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι εποπτευόμενες οντότητες έχουν καίρια σημασία για την άσκηση της τραπεζικής εποπτείας και αποτελούν τη βάση των εποπτικών προτεραιοτήτων που τίθενται στη διάρκεια της τακτικής διαδικασίας στρατηγικού σχεδιασμού. Τον Οκτώβριο του 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές, δημοσίευσε τον ενημερωμένο Χάρτη κινδύνων του ΕΕΜ για το 2020 και εξής.

Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το οικονομικό περιβάλλον της ζώνης του ευρώ έχουν αυξηθεί, όπως και οι ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών

Οι τρεις σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου που αναμένεται να επηρεάσουν τον τραπεζικό τομέα της ζώνης του ευρώ την περίοδο 2020-22 είναι (α) οι οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις και οι προκλήσεις που αφορούν τη βιωσιμότητα του χρέους στη ζώνη του ευρώ, (β) η βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας των τραπεζών και (γ) το κυβερνοέγκλημα και οι αδυναμίες των πληροφοριακών συστημάτων. Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι ο κίνδυνος εκτέλεσης των στρατηγικών για τα ΜΕΔ των τραπεζών, η χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων, η ανατιμολόγηση των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και η πλημμελής διαγωγή, το ξέπλυμα χρήματος και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (βλ. Διάγραμμα 23).

Διάγραμμα 23

Χάρτης κινδύνων του ΕΕΜ για το 2020

Πηγές: ΕΚΤ και εθνικές εποπτικές αρχές.
* Ο κίνδυνος εκτέλεσης όσον αφορά τις στρατηγικές των τραπεζών για τα ΜΕΔ αφορά μόνο τις τράπεζες με υψηλά επίπεδα ΜΕΔ.
** Οι κίνδυνοι που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή έχουν μεγαλύτερη σημασία σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα (δηλ. άνω των τριών ετών).

Σε σύγκριση με την αξιολόγηση των κινδύνων για το 2019, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το οικονομικό περιβάλλον της ζώνης του ευρώ αυξήθηκαν υπό συνθήκες επιδείνωσης των προοπτικών για την παγκόσμια ανάπτυξη, με κύριες αιτίες την αύξηση του εμπορικού προστατευτισμού, τις αβεβαιότητες σε σχέση με το Brexit και τις έντονες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους σε ορισμένες χώρες. Η αύξηση των κινδύνων, σε συνδυασμό με τη μακρά περίοδο χαμηλών επιτοκίων που αναμένεται να συνεχιστεί, εντείνει τις ανησυχίες για τη χαμένη κερδοφορία των τραπεζών της ζώνης του ευρώ και τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας τους. Ο πιο εξονυχιστικός έλεγχος των περιπτώσεων ξεπλύματος χρήματος επιδρά ανοδικά και στον κίνδυνο να υπάρξουν ζημίες λόγω πλημμελούς διαγωγής.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά αυτές τις βασικές προκλήσεις, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναθεώρησε τις εποπτικές της προτεραιότητες, οι οποίες στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν μαζί με τον Χάρτη κινδύνων του ΕΕΜ. Τα πρώτα έτη της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας προείχε η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, ωστόσο η προσοχή των εποπτικών αρχών έχει σταδιακά μετατοπιστεί. Πλέον στρέφεται και στη μελλοντική ανθεκτικότητα των τραπεζών και τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας τους. Ως εκ τούτου, οι εποπτικές προτεραιότητες προσαρμόστηκαν ώστε να συμπεριλάβουν τους εξής τομείς υψηλής προτεραιότητας: (α) τη συνεχιζόμενη εξυγίανση των ισολογισμών, (β) την ενίσχυση της ανθεκτικότητας στο μέλλον και (γ) τη συνέχιση των εργασιών για το Brexit (βλ. Σχήμα 3).

Σχήμα 3

Εποπτικές προτεραιότητες για το 2020

Πηγή: ΕΚΤ.
* Τροποποιημένη δραστηριότητα.
** Νέα δραστηριότητα/τομέας το 2020.
1) Μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
2) Σύμφωνα με την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων.
3) Εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας και της επάρκειας ρευστότητας.

Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, θα εφαρμοστεί μια προσέγγιση τριών σταδίων ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή: (α) σχεδιασμός των δραστηριοτήτων που θα εκτελεστούν από την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία το 2020 με βάση τις εποπτικές προτεραιότητες, (β) διασφάλιση της εκτέλεσης αυτών των δραστηριοτήτων και τέλος (γ) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων που εκτελέστηκαν, δηλ. κατά πόσον πράγματι πέτυχαν τους στόχους που είχαν τεθεί στις εποπτικές προτεραιότητες.

Πλαίσιο 3
Πράσινη χρηματοδότηση

Είναι πλέον σαφές ότι οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, καθώς και η προσαρμογή προς μια πιο βιώσιμη οικονομία θα επηρεάσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και μπορεί να ενέχουν χρηματοοικονομικούς κινδύνους για τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ.[42] Έτσι, για δεύτερο κατά σειρά έτος ο Χάρτης κινδύνων του ΕΕΜ για το 2020 αναγνωρίζει τους κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον ως έναν από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το 2019 η ΕΚΤ διενήργησε δύο έρευνες που κάλυψαν συνολικά 30 περίπου σημαντικά ιδρύματα (τα οποία αντιπροσωπεύουν το 44% περίπου του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ) και ορισμένα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα, με στόχο να καταγράψει την ακριβή κατάσταση που επικρατεί στις τράπεζες σε σχέση με την ενσωμάτωση των κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον στις επιχειρηματικές στρατηγικές τους, στη διαχείριση κινδύνου και στα πλαίσια διακυβέρνησης.

Γενικώς, τα ιδρύματα ασχολούνται με το θέμα της κλιματικής αλλαγής. Η ενασχόληση αυτή διαφοροποιείται αναλόγως με το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας, την πολυπλοκότητα και τη γεωγραφική θέση κάθε τράπεζας. Από “εταιρική” σκοπιά, είναι εμφανές ότι επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή της συνεισφοράς της τράπεζας στους στόχους βιωσιμότητας και στην παρακολούθηση των επιχειρηματικών ευκαιριών που προκύπτουν από την αυξανόμενη ζήτηση πράσινων χρηματοοικονομικών προϊόντων.

Διάγραμμα

Προσέγγιση των τραπεζών για τη διαχείριση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων

(κατάλογος προσεγγίσεων διαχείρισης κινδύνου, αριθμός τραπεζών)

Πηγή: Υπολογισμοί των υπηρεσιών της ΕΚΤ βάσει εθελοντικής έρευνας πρακτικών της αγοράς που πραγματοποίησαν η ΕΚΤ και η ΕΑΤ με τη συμμετοχή 24 σημαντικών ιδρυμάτων.

Η πλειονότητα των τραπεζών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι οι δυνητικά ουσιώδεις κίνδυνοι ήταν είτε υλικοί – σχετιζόμενοι με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής – είτε κίνδυνοι που συνδέονται με τη διαδικασία μετάβασης προς μια πιο πράσινη οικονομία, όμως υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης όσον αφορά την ενσωμάτωση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων στα πλαίσια διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών (π.χ. ενσωμάτωση στο πλαίσιο για τη διάθεση ανάληψης κινδύνων, στην εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (ICAAP)) (βλ. διάγραμμα). Ωστόσο, κατά την ενσωμάτωση παραγόντων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον στα εν λόγω πλαίσια, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν διάφορες προκλήσεις μεθοδολογικής φύσεως. Έγκυρα στοιχεία και σχετικοί δείκτες είναι δυσεύρετα, καθώς οι δανειολήπτες αποκαλύπτουν μέρος μόνο των πληροφοριών και οι πληροφορίες αυτές δεν είναι ομοιογενείς. Επιπλέον, είναι δύσκολο να προσδιοριστούν λειτουργικές παραδοχές σχετικά με το πώς και πότε ενδέχεται να εκδηλωθούν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον. Αυτό οφείλεται στην αβεβαιότητα που περιβάλλει την εφαρμογή των κρατικών/κυβερνητικών πολιτικών, τον δυνητικό αντίκτυπο της τεχνολογικής προόδου και τις μεταβολές των προσδοκιών στην αγορά. Στην παρούσα συγκυρία, η δημοσιοποίηση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων είναι περιορισμένη και συχνά δεν χαρακτηρίζεται από διαφάνεια όσον αφορά τους ορισμούς και την ταξινόμηση, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη σύγκριση μεταξύ τους. Πέραν αυτού, η δημοσιοποίηση αφορά κυρίως πληροφορίες για παρελθούσες εξελίξεις, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν παρουσιάζουν τη μακροπρόθεσμη προοπτική που είναι ιδιαίτερα σημαντική στην περίπτωση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ΕΚΤ είναι της άποψης ότι οι τράπεζες πρέπει να υιοθετήσουν μια έγκαιρη και στρατηγική προσέγγιση ως προς την αντιμετώπιση των κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον και να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την κοινοποίηση των σημαντικών πληροφοριών που αφορούν τους εν λόγω κινδύνους. Υπ’ αυτή την έννοια, τον Δεκέμβριο του 2019 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) δημοσίευσε ένα Σχέδιο δράσης για την ενίσχυση των διατηρήσιμων επενδύσεων. Το εν λόγω σχέδιο θέτει ορισμένα βασικά μηνύματα πολιτικής και τις αντίστοιχες προσδοκίες για τις τράπεζες και τις ενθαρρύνει να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατόν την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων και παραγόντων διακυβέρνησης (ESG) στις στρατηγικές τους, στα πλαίσια διαχείρισης κινδύνου, στη δημοσιοποίηση στοιχείων και στις αναλύσεις σεναρίων.[43] Πράγματι, ολοένα περισσότερο οι τράπεζες συμμετέχουν σε κοινές πρωτοβουλίες του κλάδου προκειμένου να ενισχύσουν τη μέτρηση των κινδύνων αυτού του είδους και να συνεισφέρουν στη δημοσιοποίηση περισσότερων και πιο συγκρίσιμων στοιχείων.

Το επόμενο διάστημα, η ΕΚΤ προγραμματίζει να εντατικοποιήσει τον διάλογο με τον κλάδο, ώστε να διασφαλίσει ότι οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον λαμβάνονται επαρκώς υπόψη στο ισχύον κανονιστικό πλαίσιο. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ θα διαμορφώσει και θα γνωστοποιήσει στις τράπεζες τις εποπτικές της προσδοκίες σε σχέση με τους τρόπους ενσωμάτωσης των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων στις επιχειρηματικές στρατηγικές τους και στο πλαίσιο διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων, αλλά και ως προς τα μέσα ενίσχυσης της δημοσιοποίησης στοιχείων ώστε να προωθηθεί η διαφάνεια. Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές της χρηματοπιστωτικής αγοράς (π.χ. την ΕΑΤ και την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία), καθώς και με άλλες κεντρικές τράπεζες και εποπτικές αρχές (ιδίως μέσω του Δικτύου για ένα Πράσινο Χρηματοοικονομικό Σύστημα – Network for Greening the Financial System) ώστε να αναπτύξει περαιτέρω την εποπτική της προσέγγιση ως προς τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους.


2 Χορηγήσεις αδειών, επιβολή συμμόρφωσης και επιβολή κυρώσεων

2.1 Χορηγήσεις αδειών

2.1.1 Μεταβολή του αριθμού των εποπτευόμενων οντοτήτων

Η ετήσια αξιολόγηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ[44], προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια τράπεζα ή ένας τραπεζικός όμιλος πληρούν οποιοδήποτε από τα κριτήρια χαρακτηρισμού τους ως σημαντικών[45], διενεργήθηκε τον Οκτώβριο του 2019. Συμπληρώθηκε από στοχευμένες αξιολογήσεις σημαντικότητας κατόπιν μεταβολών στη διάρθρωση ομίλων και άλλων εξελίξεων σε τραπεζικούς ομίλους. Επτά συνολικά τράπεζες ταξινομήθηκαν ως σημαντικές στη διάρκεια του 2019 ή από το 2020 και εξής, ενώ εννέα τράπεζες διαγράφηκαν από τον κατάλογο των σημαντικών ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, 117 ιδρύματα[46] ταξινομήθηκαν ως σημαντικά την 1η Νοεμβρίου 2019, έναντι 119 κατά την προηγούμενη ετήσια αξιολόγηση σημαντικότητας στις 14 Δεκεμβρίου 2018 (βλ. Πίνακα 1). Η σύνθεση του καταλόγου των σημαντικών ιδρυμάτων (ΣΙ) και των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ) άλλαξε ως αποτέλεσμα νέας διάρθρωσης σε κάποιους ομίλους, ανάκλησης μίας άδειας λειτουργίας, μετεγκατάστασης δραστηριοτήτων λόγω του Brexit, αλλαγών του κανονιστικού πλαισίου και άλλων εξελίξεων. Αν και μειώθηκε ο αριθμός των ΣΙ, το μέγεθος και η πολυπλοκότητά τους γενικώς αυξάνονται καθώς οι τραπεζικοί όμιλοι συγχωνεύουν ή μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους από το Ηνωμένο Βασίλειο στη ζώνη του ευρώ.

Το 2019 επτά τράπεζες προστέθηκαν στον κατάλογο των εποπτευόμενων από την ΕΚΤ οντοτήτων.

  • Μετά την ετήσια αξιολόγηση σημαντικότητας, μία τράπεζα, η Akcinė bendrovė Šiaulių bankas, ταξινομήθηκε ως σημαντική, δεδομένου ότι έγινε το τρίτο μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα στη Λιθουανία. Εποπτεύεται άμεσα από την ΕΚΤ από την 1η Ιανουαρίου 2020.
  • Λόγω του Brexit, τέσσερις τράπεζες, και συγκεκριμένα οι UBS Europe SE, J.P. Morgan AG, Morgan Stanley Europe Holding SE και Goldman Sachs Bank Europe SE, αναμενόταν να αυξήσουν σημαντικά τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους στη ζώνη του ευρώ και συνεπώς τέθηκαν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ το 2019.
  • Ένας νέος τραπεζικός όμιλος υπό την Cassa Centrale Banca – Credito Cooperativo Italiano S.p.A. ταξινομήθηκε ως σημαντικός το 2019, καθώς το ενεργητικό του υπερέβαινε τα 30 δισεκ. ευρώ. Ο όμιλος προέκυψε από τη συγχώνευση ενός αριθμού συνεταιριστικών τραπεζών μετά την ψήφιση νόμου στην Ιταλία για τη μεταρρύθμιση του τομέα.
  • Η ΕΚΤ ανέλαβε επίσης την εποπτεία της AS “PNB Banka” τον Απρίλιο του 2019 κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής Εποπτείας Χρηματοπιστωτικής Αγοράς και Κεφαλαιαγοράς της Λεττονίας. Στη συνέχεια, η ΕΚΤ κήρυξε την τράπεζα “σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας”.

Στο μεταξύ, εννέα τράπεζες διαγράφηκαν από τον κατάλογο των εποπτευόμενων από την ΕΚΤ τραπεζών.

  • Πέντε τράπεζες έγιναν υποκαταστήματα ΣΙ και συνεπώς διαγράφηκαν από τον κατάλογο, αλλά συνεχίζουν να εποπτεύονται ως μέρος του αντίστοιχου ομίλου: η Luminor Bank AB, η Luminor Bank AS και υποκαταστήματα της Barclays Bank plc στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία.
  • Η ΕΚΤ έπαυσε να ασκεί άμεση εποπτεία σε τρεις τράπεζες μετά τις τροποποιήσεις που εισήγαγε η αναθεωρημένη Οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRD V) η οποία εξαίρεσε τις αναπτυξιακές τράπεζες από το πεδίο εποπτικής αρμοδιότητας της ΕΚΤ: πρόκειται για τις Landeskreditbank Baden-Württemberg-Förderbank, Landwirtschaftliche Rentenbank και NRW.BANK.
  • Ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας μίας τράπεζας, της ABLV Bank Luxembourg, S.A.

Ο κατάλογος των εποπτευόμενων οντοτήτων επικαιροποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η τελευταία έκδοση του καταλόγου δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία.

Πίνακας 1

Σημαντικοί και λιγότερο σημαντικοί τραπεζικοί όμιλοι ή μεμονωμένες τράπεζες που υπόκεινται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία μετά την ετήσια αξιολόγηση του 2019

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Το “σύνολο ενεργητικού” αναφέρεται στο σύνολο του ενεργητικού των οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εποπτευόμενων οντοτήτων, όπως δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2019 (με ημερομηνία αναφοράς την 1η Νοεμβρίου 2019). Η ημερομηνία αναφοράς για το σύνολο ενεργητικού είναι η 31η Δεκεμβρίου 2018 (ή η πιο πρόσφατη διαθέσιμη, όπως εφαρμόστηκε στην τελευταία αξιολόγηση σημαντικότητας).

Συνολικές αξιολογήσεις το 2019

Τον Ιούλιο του 2019 η ΕΚΤ ολοκλήρωσε μια συνολική αξιολόγηση για τη Nordea Bank Abp, η οποία είχε υπαχθεί στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ το 2018 λόγω μεταφοράς της έδρας της από τη Σουηδία στη Φινλανδία. Τον ίδιο μήνα ολοκληρώθηκαν και οι συνολικές αξιολογήσεις έξι βουλγαρικών τραπεζών κατόπιν αιτήματος της Βουλγαρίας για στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και της κεντρικής τράπεζας της χώρας (Българска народна банка). Οι βουλγαρικές αρχές έχουν ήδη προβεί στις απαραίτητες ενέργειες σε συνέχεια των ευρημάτων της άσκησης, με στόχο να ξεκινήσει η στενή συνεργασία το 2020 (βλ. Ενότητα 4.1).

Τον Μάιο του 2019 η Κροατία υπέβαλε επίσης αίτημα στενής συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και της κεντρικής τράπεζάς της (Hrvatska narodna banka) (βλ. Ενότητα 4.1). Έτσι, ακολουθώντας την καθιερωμένη διαδικασία, η ΕΚΤ ξεκίνησε τη διενέργεια συνολικών αξιολογήσεων για πέντε κροατικές τράπεζες τον Σεπτέμβριο του 2019, οι οποίες αναμένεται να ολοκληρωθούν το β΄ τρίμηνο του 2020.

Άλλες δύο τράπεζες αύξησαν ουσιωδώς την παρουσία τους σε κράτη-μέλη που συμμετέχουν στον ΕΕΜ λόγω του Brexit. Οι συνολικές αξιολογήσεις για τις εν λόγω τράπεζες ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2019 και προβλέπεται να ολοκληρωθούν το β΄ τρίμηνο του 2020.

2.1.2 Διαδικασίες χορήγησης αδειών

Αριθμός διαδικασιών

Το 2019 οι εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) κοινοποίησαν στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνολικά 3.569 διαδικασίες χορήγησης αδειών[47] (βλ. Πίνακα 2). Οι εν λόγω κοινοποιήσεις αφορούσαν 34 αιτήματα χορήγησης άδειας λειτουργίας, 15 ανακλήσεις άδειας λειτουργίας, 36 λήξεις άδειας[48], 110 περιπτώσεις απόκτησης ειδικών συμμετοχών, 407 διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου και 2.967 διαδικασίες καταλληλότητας και επάρκειας (επιμέρους αξιολογήσεις διοικητικών στελεχών και μελών εποπτικών οργάνων, προσώπων που είναι επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών και διευθυντών υποκαταστημάτων τρίτων χωρών)[49].

Πίνακας 2

Διαδικασίες χορήγησης αδειών που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ

Σημείωση: Οι ποσοτικοί δείκτες που εφαρμόστηκαν για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των στοιχείων έχουν στόχο να παράσχουν πλήρη ενημέρωση σχετικά με τον πραγματικό αριθμό των διαδικασιών που κοινοποιήθηκαν και εξετάστηκαν, με την επιφύλαξη ότι πιθανόν να υπάρχουν ελάσσονος σημασίας ανακρίβειες λόγω πρόσκαιρων προβλημάτων στη ροή εργασιών.

1.282 αποφάσεις περί αδειών οριστικοποιήθηκαν[50] το 2019. Εξ αυτών, το Εποπτικό Συμβούλιο υπέβαλε 556 σχέδια αποφάσεων που ενέκρινε στη συνέχεια το Διοικητικό Συμβούλιο. Οι υπόλοιπες 726 εγκρίθηκαν από ανώτερα διοικητικά στελέχη με βάση το πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων[51]. Αυτές οι 1.282 αποφάσεις περί αδειών αντιστοιχούν στο 54,41% του συνόλου των επιμέρους εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ.

Σε σύγκριση με το 2018, παρατηρήθηκαν αποκλίνουσες τάσεις στις διαδικασίες χορήγησης αδειών: ο αριθμός των διαδικασιών καταλληλότητας και επάρκειας αυξήθηκε, ενώ ο αριθμός των κοινών διαδικασιών είτε μειώθηκε είτε, στην περίπτωση των διαδικασιών ειδικής συμμετοχής και ενιαίου διαβατηρίου, παρέμεινε εν πολλοίς σταθερός.

Εξελίξεις στις κοινές διαδικασίες

Η συντριπτική πλειονότητα των διαδικασιών χορήγησης αδειών λειτουργίας το 2019 αφορούσε την ίδρυση νέων ΛΣΙ. Όπως και τα προηγούμενα έτη, οι δύο κύριοι παράγοντες που οδήγησαν σε αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας νέων τραπεζών ήταν η επικείμενη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και η αυξανόμενη χρήση ψηφιακών καινοτομιών για την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες στην ΕΕ (επιχειρηματικά μοντέλα χρηματοοικονομικής τεχνολογίας – FinTech).

Οι διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας που αφορούσαν ΣΙ οφείλονταν κατά κύριο λόγο σε οργανωτική αναδιάρθρωση ή σε ανάγκη επέκτασης της άδειας μιας τράπεζας ώστε να συμπεριλαμβάνονται οι πρόσθετες ρυθμιζόμενες δραστηριότητες που σχεδιάζει η εν λόγω τράπεζα. Δύο διαδικασίες ΣΙ αφορούσαν την επέκταση των αδειών ώστε να καλύπτεται και η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ μία αφορούσε την επέκταση της άδειας ώστε να περιλαμβάνει και την έκδοση καλυμμένων ομολογιών. Μια άλλη διαδικασία ΣΙ αφορούσε έναν μεγάλο εταιρικό μετασχηματισμό, ο οποίος περιλάμβανε τη μεταβίβαση των τραπεζικών υπηρεσιών του ιδρύματος σε μια νεοσυσταθείσα οντότητα.

Τον Ιανουάριο του 2019 η ΕΚΤ δημοσίευσε σε ενιαίο κείμενο τα δύο μέρη του Οδηγού σχετικά με την αξιολόγηση αιτήσεων αδειοδότησης.

Οι διαδικασίες ανάκλησης αφορούν κυρίως τράπεζες που διακόπτουν οικειοθελώς την επιχειρηματική τους δραστηριότητα ή που υπόκεινται σε συγχώνευση ή άλλο είδος αναδιάρθρωσης. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν ιδίως την παραίτηση από άδεια λειτουργίας και αναλογούν στο 50% περίπου όλων των διαδικασιών ανάκλησης. Πάντως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας οφειλόταν στην αδυναμία του ιδρύματος να εκπληρώσει τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ή σε μη συμμόρφωση με τις διατάξεις περί πρόληψης και καταστολής του ξεπλύματος χρήματος.

Λίγο πάνω από το 50% των διαδικασιών περί ειδικών συμμετοχών αφορούσε ΣΙ. Το 2019 παρατηρήθηκαν περιορισμένης μόνο έκτασης διασυνοριακές δραστηριότητες συγχωνεύσεων και εξαγορών μεταξύ ΣΙ. Σε απόλυτους όρους, η πλειονότητα των διαδικασιών περί ειδικών συμμετοχών που κοινοποιήθηκαν στην ΕΚΤ το 2019 αφορούσε περιπτώσεις εσωτερικής αναδιοργάνωσης της μετοχικής σύνθεσης των εποπτευόμενων ιδρυμάτων. Αυτές οι εσωτερικές αναδιοργανώσεις επιδίωκαν πρωτίστως την απλοποίηση της διάρθρωσης του ομίλου ή/και τη μείωση του κόστους.

Ένας μικρός αριθμός διαδικασιών αφορούσε την απόκτηση μεριδίων σε ΣΙ από ιδιώτες επενδυτές ή άλλες εποπτευόμενες οντότητες, παρόλο που δεν παρατηρήθηκε κάποια σαφής τάση σε σχέση με το 2018. Τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι συχνά περίπλοκες, συνεπάγονται πολύπλευρες αξιολογήσεις από διάφορους ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς και ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις σε μελλοντικές πολιτικές. Με βάση το ουσιώδες και το βάθος της ανάλυσης που απαιτείται, οι περιπτώσεις αυτές καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο εργασίας από όλες τις διαδικασίες που αφορούν τα ΣΙ.

Το ζήτημα του Brexit απαίτησε και πάλι σημαντικές προσπάθειες από πλευράς εποπτείας το 2019, σε σχέση με την αξιολόγηση των τραπεζών που επιθυμούν να μεταφέρουν δραστηριότητες από θυγατρικές τους με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο στη ζώνη του ευρώ. Η ΕΚΤ συνεργάστηκε στενά με τις τράπεζες αυτές. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην αποτροπή δημιουργίας εικονικών εταιριών (empty shells) από τις εν λόγω τράπεζες. Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ συζήτησε ενδελεχώς με τις τράπεζες τα σχέδιά τους για την εσωτερική διακυβέρνηση, τη στελέχωση και την οργάνωση, τις στρατηγικές συγκεντρωτικής διαχείρισης και αντιστάθμισης των κινδύνων, καθώς και τις ενδοομιλικές συμφωνίες.

Όσον αφορά τις κοινές διαδικασίες γενικότερα, σε ορισμένες περιπτώσεις, που σχετίζονταν κυρίως με ειδικές συμμετοχές, οι αιτούσες τράπεζες αποφάσισαν να αποσύρουν τις κοινοποιήσεις τους αφού τις υπέβαλαν σε προσχέδιο για διάφορους λόγους κατά περίπτωση, για παράδειγμα λόγω αμφιβολιών ή προβληματισμών που εξέφρασαν οι εποπτικές αρχές κατά τη διάρκεια της αρχικής αξιολόγησης.

Εξελίξεις στις διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας και επάρκειας

Το 2019 η ΕΚΤ δέχθηκε σημαντικά αυξημένο αριθμό διαδικασιών καταλληλότητας και επάρκειας σε σύγκριση με το 2018, λόγω της μεταρρύθμισης και συνακόλουθης αναδιάταξης του συνεταιριστικού τραπεζικού τομέα στην Ιταλία, η οποία οδήγησε στη δημιουργία δύο μεγάλων συνεταιριστικών τραπεζικών ομίλων. Αυτό είχε επίσης αποτέλεσμα περισσότερα από 200 μικρά πιστωτικά ιδρύματα να υπαχθούν στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, για τα οποία περίπου 1.000 μέλη Δ.Σ. (επανα)διορίστηκαν και έπρεπε να αξιολογηθούν στη διάρκεια του έτους.

Γύρω στο 75% όλων των διαδικασιών καταλληλότητας και επάρκειας που κοινοποιήθηκαν το 2019 αφορούσαν μέλη του οργάνου διοίκησης στο πλαίσιο της εποπτικής του αρμοδιότητας. Το υπόλοιπο 25% αφορούσε μέλη του οργάνου διοίκησης στο πλαίσιο της διοικητικής του αρμοδιότητας (20% περίπου), πρόσωπα που είναι επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών (3%) και διευθυντές υποκαταστημάτων τρίτων χωρών (1%).

Για περίπου 40% των μελών των οργάνων διοίκησης που αξιολογήθηκαν, η ΕΚΤ διαπίστωσε ζητήματα ως προς ένα ή περισσότερα κριτήρια καταλληλότητας και επάρκειας. Κατά συνέπεια, η ΕΚΤ επέβαλε όρους, υποχρεώσεις ή συστάσεις στα αντίστοιχα ΣΙ για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που διαπιστώθηκαν. Τα συνηθέστερα θέματα σχετίζονταν με την εμπειρία των μελών Δ.Σ. και τον χρόνο που αφιερώνουν για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Οι αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας από πλευράς της ΕΚΤ προϋποθέτουν επικοινωνία/συνεννόηση τόσο με τις αντίστοιχες ΕΑΑ όσο και με τις ίδιες τις τράπεζες. Κάθε φορά που εκφράζονται αμφιβολίες ή προβληματισμοί σχετικά με την καταλληλότητα ενός υποψηφίου, συμβαίνει συχνά είτε οι ίδιοι οι υποψήφιοι είτε το ίδρυμα να αποφασίσουν να αποσύρουν την αίτηση. Έτσι, οι περιπτώσεις αυτού του είδους δεν καταλήγουν σε αρνητική απόφαση. Το 2019 αποσύρθηκαν οι αιτήσεις σε 12 διαδικασίες μετά την προαναφερθείσα επικοινωνία.

Τον Αύγουστο του 2019 η ΕΚΤ δημοσίευσε έκθεση σχετικά με τον χρόνο που δηλώνουν ότι αφιερώνουν τα μη εκτελεστικά μέλη Δ.Σ. στο πλαίσιο του ΕΕΜ. Τα στοιχεία συγκριτικών αναλύσεων στα οποία βασίζεται η εν λόγω έκθεση παρουσιάζουν μια γενική εικόνα του χρόνου που αφιερώνουν μη εκτελεστικά μέλη Δ.Σ. για τα καθήκοντά τους και στοχεύουν στη στήριξη των τραπεζών και των εποπτικών αρχών κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών αυτών.

Το 2019 η ΕΚΤ συνέχισε τον εντατικό διάλογο με τις τράπεζες που υποβάλλουν τις περισσότερες αιτήσεις καταλληλότητας και επάρκειας. Στόχος ήταν να ενισχυθεί περαιτέρω η διαφάνεια και η επικοινωνία σχετικά με τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας και να υποστηριχθούν οι τράπεζες στην υποβολή ολοκληρωμένων και συνεπών αιτήσεων. Στο πλαίσιο αυτού του συνεχιζόμενου διαλόγου, η ΕΚΤ διοργάνωσε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης τον Φεβρουάριο του 2019 με εκπροσώπους τραπεζών, προκειμένου να συζητήσουν και να υπογραμμίσουν τη σημασία των αξιολογήσεων καταλληλότητας και επάρκειας για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου επίβλεψης από τα μη εκτελεστικά μέλη των Δ.Σ. Η συζήτηση στρογγυλής τραπέζης συνέβαλε στην ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές διακυβέρνησης και τις κοινές προκλήσεις που τίθενται. Το ζήτημα που εκκρεμεί είναι ο κατακερματισμός των κανόνων για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας στη ζώνη του ευρώ.

Σε συνεργασία με τις ΕΑΑ, η ΕΚΤ ετοιμάζει μια διαδικτυακή πύλη με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αιτήσεων καταλληλότητας και επάρκειας. Η ενεργός συμμετοχή των τραπεζών, ως των τελικών χρηστών, στη φάση σχεδιασμού του εγχειρήματος διασφαλίστηκε μέσω μιας σειράς εργαστηρίων που έλαβαν χώρα το 2018 και το 2019. Περαιτέρω λεπτομέρειες παρέχονται στο Πλαίσιο 2 περί εποπτικής τεχνολογίας.


2.2 Αναφορά παραβάσεων, επιβολή συμμόρφωσης και επιβολή κυρώσεων

2.2.1 Επιβολή συμμόρφωσης και κυρώσεων

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ και τον Κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ, ο καταμερισμός των εξουσιών επιβολής συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων μεταξύ της ΕΚΤ και των ΕΑΑ εξαρτάται από τη φύση της πιθανολογούμενης παράβασης, τα πρόσωπα που ευθύνονται και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν (βλ. την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα του 2014). Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, οι κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΚΤ εντός του πεδίου των εποπτικών καθηκόντων της δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία. Οι κυρώσεις που επιβάλλουν οι ΕΑΑ κατόπιν αιτήματος της ΕΚΤ δημοσιεύονται στον ίδιο δικτυακό τόπο.

Συνυπολογιζομένων των 11 διαδικασιών που βρίσκονταν σε εξέλιξη στο τέλος του 2018, η ΕΚΤ διαχειρίστηκε 34 διαδικασίες επιβολής κυρώσεων το 2019 (βλ. Πίνακα 3). Οι εν λόγω 34 διαδικασίες οδήγησαν στην έκδοση 11 αποφάσεων της ΕΚΤ.

Πίνακας 3

Δραστηριότητα επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων της ΕΚΤ το 2019

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Αρκετές αποφάσεις της ΕΚΤ αφορούσαν περισσότερες από μία διαδικασίες. Το 2019, 12 διαδικασίες ολοκληρώθηκαν με τη λήψη έξι αποφάσεων της ΕΚΤ για επιβολή κυρώσεων. 13 επιπλέον διαδικασίες ολοκληρώθηκαν με τη λήψη πέντε αποφάσεων της ΕΚΤ που απυήθυναν αίτημα προς τις ΕΑΑ προκειμένου να κινήσουν διαδικασίες.

Από τις 34 διαδικασίες επιβολής κυρώσεων που διεξήχθησαν το 2019, οι 21 σχετίζονταν με πιθανολογούμενες παραβάσεις διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που έχει ευθεία εφαρμογή (συμπεριλαμβανομένων κανονισμών και αποφάσεων της ΕΚΤ).

Το 2019 η ΕΚΤ επέβαλε κυρώσεις ύψους 7,6 εκατ. ευρώ σε τρεις περιπτώσεις. Επίσης, τρεις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στα τέλη του 2018 δημοσιεύθηκαν το 2019

Το 2019 η ΕΚΤ έλαβε τρεις αποφάσεις επιβολής κυρώσεων και επέβαλε τρεις ποινές συνολικού ύψους 7,6 εκατ. ευρώ σε ισάριθμες εποπτευόμενες οντότητες. Επίσης, στα τέλη του 2018 υιοθετήθηκαν τρεις αποφάσεις επιβολής κυρώσεων εις βάρος μίας εποπτευόμενης οντότητας (έναντι συνολικού ποσού 0,6 εκατ. ευρώ). Οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύθηκαν το 2019. Οι προαναφερθείσες κυρώσεις επιβλήθηκαν λόγω παραβάσεων που διαπράχθηκαν στους τομείς των ιδίων κεφαλαίων, των κεφαλαιακών απαιτήσεων, της υποβολής αναφορών και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.

Μετά από αίτημα της ΕΚΤ να κινήσουν διαδικασίες και αφού αξιολόγησαν τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο, το 2019 οι ΕΑΑ επέβαλαν επίπληξη και πρόστιμο ύψους 0,1 εκατ. ευρώ

Μία διαδικασία που αφορούσε παραβάσεις διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που έχει ευθεία εφαρμογή τέθηκε στο αρχείο το 2019, λόγω του ότι δεν υπήρχε νομική βάση για την επιβολή κυρώσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Άλλες οκτώ διαδικασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη στο τέλος του έτους.

Όσον αφορά τις υπόλοιπες 13 διαδικασίες επιβολής κυρώσεων που διεξήχθησαν το 2019, η ΕΚΤ δεν είχε απευθείας εξουσία επιβολής κυρώσεων και μπορούσε μόνο να απευθύνει αίτημα στις αντίστοιχες ΕΑΑ προκειμένου να κινήσουν διαδικασίες. Οι διαδικασίες αφορούσαν πιθανολογούμενες παραβάσεις, εκ μέρους ΣΙ ή φυσικών προσώπων, της εθνικής νομοθεσίας που ενσωματώνει τις διατάξεις της Οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRD IV)[52] – κυρίως σε σχέση με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης. Εν όψει των διαδικασιών αυτών, η ΕΚΤ υιοθέτησε πέντε αποφάσεις αιτούμενη προς τις ΕΑΑ να κινήσουν διαδικασίες επιβολής κυρώσεων εντός του πεδίου των εθνικών αρμοδιοτήτων τους.

Μετά από προηγούμενα αιτήματα της ΕΚΤ προκειμένου να κινήσουν διαδικασίες και αφού αξιολόγησαν τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο, το 2019 οι σχετικές ΕΑΑ επέβαλαν επίπληξη και πρόστιμο ύψους 0,1 εκατ. ευρώ.

Πλήρης ανάλυση ανά θέμα των πιθανολογούμενων παραβάσεων που υπόκεινται σε διαδικασίες επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων οι οποίες διεξήχθησαν το 2019 από την ΕΚΤ παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 24.

Διάγραμμα 24

Πιθανολογούμενες παραβάσεις που υπόκεινται σε διαδικασίες επιβολής συμμόρφωσης και κυρώσεων

Πηγή: ΕΚΤ.

2.2.2 Αναφορά παραβάσεων

Το 2019 η ΕΚΤ έλαβε 133 αναφορές παραβάσεων, αυξημένες κατά 10% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος

Η ΕΚΤ έχει καθήκον να διασφαλίζει ότι υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο να καταγγείλει παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ (πρόκειται για τη λεγόμενη “διαδικασία πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος ή καταγγελίας παραβάσεων – whistleblowing”). Έτσι η ΕΚΤ δημιούργησε έναν μηχανισμό αναφοράς παραβάσεων, ο οποίος περιλαμβάνει μια προδιαμορφωμένη διαδικτυακή πλατφόρμα που είναι προσβάσιμη μέσω του δικτυακού τόπου της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ.

Η ΕΚΤ εγγυάται την πλήρη εμπιστευτικότητα των αναφορών παραβάσεων που υποβάλλονται μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας ή μέσω άλλων καναλιών (π.χ. με ηλεκτρονικό μήνυμα ή ταχυδρομικώς) και λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.

Το 2019 η ΕΚΤ έλαβε 133 αναφορές παραβάσεων, αυξημένες κατά 10% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Από αυτές, 73 αφορούσαν πιθανολογούμενες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ, εκ των οποίων κρίθηκε ότι 63 εμπίπτουν στην εποπτική αρμοδιότητα της ΕΚΤ και δέκα στην αρμοδιότητα των ΕΑΑ. Οι υπόλοιπες αφορούσαν κυρίως πιθανολογούμενες παραβάσεις που δεν σχετίζονταν με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας (π.χ. προστασία καταναλωτών) και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού αναφοράς παραβάσεων.

Οι συνηθέστερες περιπτώσεις αναφορών παραβάσεων αφορούσαν ζητήματα διακυβέρνησης (72%) και ανεπαρκούς υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων (19%). Πλήρης ανάλυση παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 25. Τα ζητήματα διακυβέρνησης αφορούσαν κυρίως τη διαχείριση κινδύνων και τους εσωτερικούς ελέγχους, τις απαιτήσεις καταλληλότητας και επάρκειας των διοικητικών στελεχών και την οργανωτική δομή.[53]

Διάγραμμα 25

Πιθανολογούμενες παραβάσεις που αναφέρθηκαν μέσω του μηχανισμού καταγγελίας παραβάσεων

(ποσοστά)

Πηγή: ΕΚΤ.

Οι αρμόδιες Μικτές Εποπτικές Ομάδες ενημερώθηκαν σχετικά μέσω του μηχανισμού καταγγελίας παραβάσεων (whistleblowing). Οι πληροφορίες εξετάστηκαν δεόντως (π.χ. υπολογίστηκε η επίδραση στο προφίλ κινδύνου των εποπτευόμενων οντοτήτων) και τη συνέχεια ανέλαβε η ΕΚΤ στο πλαίσιο των εποπτικών της καθηκόντων. Οι κύριες διερευνητικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν το 2019 σε σχέση με τις αναφορές παραβάσεων της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ που υποβλήθηκαν ήταν, μεταξύ άλλων, οι εξής:

  • εσωτερική αξιολόγηση με βάση τα υπάρχοντα έγγραφα (79% των περιπτώσεων),
  • αίτημα προς την εποπτευόμενη οντότητα για υποβολή εγγράφων ή παροχή εξηγήσεων (14% των περιπτώσεων),
  • αίτημα για εσωτερική επιθεώρηση ή επιτόπιο έλεγχο (7% των περιπτώσεων).

3 Συμβολή στη διαχείριση κρίσεων

3.1 Περιπτώσεις κρίσης το 2019

3.1.1 Η περίπτωση της AS PNB Banka

Στις 15 Αυγούστου 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ απεφάνθη ότι η AS PNB Banka τελούσε σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας

Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, η ΕΚΤ, κατόπιν διαβούλευσης με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ), μπορεί να εκδώσει απόφαση που διαπιστώνει ότι μια εποπτευόμενη οντότητα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας (ΚΑΕΑ). Στις 15 Αυγούστου 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ απεφάνθη ότι το λεττονικό ΣΙ[54] AS PNB Banka τελούσε σε ΚΑΕΑ, σύμφωνα με το άρθρο 18(4)(α) και (β) του Κανονισμού για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (SRMR)[55]. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια επιτόπιας επιθεώρησης η ΕΚΤ διαπίστωσε αντικειμενικά ευρήματα που στοιχειοθετούν ότι η αξία του ενεργητικού της AS PNB Banka υπολειπόταν της αξίας του παθητικού της. Επίσης, η τράπεζα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για διατήρηση της άδειας λειτουργίας της, κατά τρόπο που αιτιολογούσε την ανάκληση της άδειας από την ΕΚΤ.

Η πορεία προς την απόφαση περί ΚΑΕΑ

Η AS PNB Banka παρέβαινε συστηματικά τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2 από τον Δεκέμβριο του 2017

Κυρίως εξαιτίας ιδιοσυγκρασιακών αδυναμιών, η AS PNB Banka συστηματικά παρέβαινε τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2 από τις 31 Δεκεμβρίου 2017. Αυτές οι αδυναμίες προέρχονταν κυρίως από (α) τον μεγάλο αριθμό στοιχείων ενεργητικού που ήταν προβληματικά και συγκεντρωμένα σε λίγους δανειολήπτες, (β) μια διαρθρωτική μείωση των λειτουργικών εσόδων της, τα οποία παραδοσιακά βασίζονταν σε προμήθειες από μεγάλου ύψους διεθνείς μεταφορές χρηματικών ποσών και από προμήθειες τήρησης λογαριασμών μη κατοίκων, και (γ) υψηλές διοικητικές δαπάνες, κυρίως λόγω των αμοιβών των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του κόστους των νομικών υπηρεσιών.

Η AS PNB Banka παραβίαζε επίσης και πρόσθετες απαιτήσεις από τον Μάρτιο του 2016

Επιπλέον, η AS PNB Banka παρέβαινε και πρόσθετες απαιτήσεις, συγκεκριμένα τα όρια για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 395 του Κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRR) από τον Μάρτιο του 2016 και το εθνικό όριο 15% των επιλέξιμων κεφαλαίων για τις χορηγήσεις προς συνδεδεμένα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 43(1) του λεττονικού Νόμου για τα Πιστωτικά Ιδρύματα από τον Φεβρουάριο του 2018.

Η AS PNB Banka αδυνατούσε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις και περιέπεσε σε σοβαρά κεφαλαιακά προβλήματα

Παρά τα επανειλημμένα αιτήματα των αρμόδιων αρχών (συμπεριλαμβανομένης της απόφασης που εξέδωσε η ΕΚΤ για μέτρα έγκαιρης παρέμβασης στις 11 Ιουλίου 2019), η AS PNB Banka δεν ήταν ικανή να συμμορφωθεί προς τις ως άνω απαιτήσεις. Επιπλέον, ο εξωτερικός ελεγκτής των οικονομικών καταστάσεων της AS PNB Banka για το 2018 διατύπωσε γνώμη με επιφυλάξεις και με την παρατήρηση ότι χρειάζονταν πρόσθετες προβλέψεις απομείωσης και προσαρμογές της εύλογης αξίας. Η συνολική υστέρηση των προβλέψεων και η μη αναγνωρισθείσα μείωση της εύλογης αξίας των στοιχείων ενεργητικού που διαπίστωσε ο ελεγκτής ήταν τόσο σημαντικές που, εάν τις είχε αναγνωρίσει, η τράπεζα θα παρέβαινε τις απαιτήσεις του Πυλώνα 1. Τα σοβαρά κεφαλαιακά προβλήματα της AS PNB Banka επιβεβαιώθηκαν και από το πόρισμα επιτόπιας επιθεώρησης για τον πιστωτικό κίνδυνο που ξεκίνησε η ΕΚΤ. Το πόρισμα κατέληξε ότι η AS PNB Banka είχε στις 31 Δεκεμβρίου 2018 αρνητική καθαρή αξία.

Συνεπώς, το Εποπτικό Συμβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ενέκριναν απόφαση χαρακτηρισμού της AS PNB Banka ως ιδρύματος σε ΚΑΕΑ

Η AS PNB Banka δεν κατάφερε να προσφέρει αποδείξεις ότι θα είναι σε θέση να αναπληρώσει το κεφάλαιό της σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που όριζε η απόφαση έγκαιρης παρέμβασης. Εν όψει αυτών, και μετά το πόρισμα της επιτόπιας επιθεώρησης, το Εποπτικό Συμβούλιο αποφάσισε να εκκινήσει τη διαδικασία ΚΑΕΑ και στις 14 Αυγούστου 2019 ξεκίνησε επίσημη διαβούλευση με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ). Κατόπιν το Εποπτικό Συμβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ υιοθέτησαν την αξιολόγηση ΚΑΕΑ για την AS PNB Banka. Στις 15 Αυγούστου 2019 η αξιολόγηση ΚΑΕΑ διαβιβάστηκε στο ΕΣΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κανονισμού ΕΜΕ. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ κοινοποίησε σε όλες τις αρμόδιες αρχές την απόφασή της, σύμφωνα με το άρθρο 81 της Οδηγίας για την ανάκαμψη και εξυγίανση των τραπεζών (BRRD)[56] και την CRD IV.

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με το ΕΣΕ

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ενημέρωσε το ΕΣΕ αμέσως μόλις ανέλαβε την άμεση εποπτεία της AS PNB Banka. Η κεφαλαιακή κατάσταση της τράπεζας συζητήθηκε διεξοδικά με εκπροσώπους του ΕΣΕ σε συναντήσεις διαχείρισης κρίσεων που διοργάνωσε η ΕΚΤ. Το ΕΣΕ επίσης κλήθηκε να συμμετάσχει ως παρατηρητής στις σχετικές συνεδριάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Επιπροσθέτως, εκπρόσωπος της ΕΚΤ συμμετείχε ως παρατηρητής σε όλες τις συναφείς με την υπόθεση εκτελεστικές συσκέψεις του ΕΣΕ, συμπεριλαμβανομένης της σύσκεψης κατά την οποία το ΕΣΕ αποφάσισε να μη λάβει μέτρα εξυγίανσης.

Ενέργειες μετά την αξιολόγηση ΚΑΕΑ

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της AS PNB Banka τον Φεβρουάριο του 2020, ύστερα από πρόταση της FCMC

Στις 15 Αυγούστου 2019 το ΕΣΕ αποφάσισε να μην ξεκινήσει διαδικασία εξυγίανσης για την περίπτωση της AS PNB Banka. Έκρινε ότι συνέτρεχαν μεν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18(1)(α) και (β) του Κανονισμού ΕΜΕ, αλλά δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση περί δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 18(1)(γ). Παράλληλα, η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Αγοράς και Κεφαλαιαγοράς (FCMC) της Λεττονίας αποφάσισε να επιβάλει μορατόριουμ στην AS PNB Banka, αναστέλλοντας τις χρηματοοικονομικές της δραστηριότητες με άμεση ισχύ. Επιπλέον, η FCMC, ενεργώντας ως εντεταλμένη αρχή κατά την Οδηγία 2014/49/ΕΕ[57], απεφάνθη ότι οι καλυπτόμενες καταθέσεις της AS PNB Banka είχαν καταστεί μη διαθέσιμες. Στις 22 Αυγούστου 2019 η FCMC υπέβαλε αίτηση[58] πτώχευσης στο αρμόδιο δικαστήριο. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2019 το δικαστήριο κήρυξε την AS PNB Banka σε πτώχευση και όρισε σύνδικο πτωχεύσεως. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της AS PNB Banka τον Φεβρουάριο του 2020, ύστερα από πρόταση της FCMC, η οποία εξακολουθεί να εποπτεύει τη διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης.

Κυριότερα διδάγματα

Η περίπτωση της AS PNB Banka υπογραμμίζει και πάλι την προβληματική απόκλιση ανάμεσα στη διαπίστωση της αφερεγγυότητας και της πτώχευσης/εκκαθάρισης και ανάκλησης της άδειας λειτουργίας

Όπως επισημάνθηκε στην Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα του 2018 σχετικά με τα διδάγματα από την περίπτωση της ABLV Bank, προκύπτει σημαντική αβεβαιότητα από την απόκλιση μεταξύ των προϋποθέσεων για έναρξη διαδικασιών ΚΑΕΑ στο πλαίσιο της BRRD/του SRMR, των εθνικών διαδικασιών εκκαθάρισης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και της έναρξης της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ενσωμάτωσης της CRD IV. Μετά την απόφαση ότι η AS PNB Banka τελούσε σε ΚΑΕΑ και την απόφαση του ΕΣΕ ότι δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ώστε να γίνει εξυγίανση, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν άμεσα επειδή, σύμφωνα με τη λεττονική νομοθεσία, χρειαζόταν απόφαση δικαστηρίου. Αυτή η καθυστέρηση σήμαινε ότι χρειάστηκαν πρόσθετες προσπάθειες, όπως η επιβολή περιορισμών στις δραστηριότητες (μορατόριουμ) από την FCMC, για το ενδεχόμενο μη άμεσης έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Μετά την περίπτωση της ABLV Bank, η ΕΚΤ είχε ήδη επισημάνει στα νομοθετικά όργανα της ΕΕ το ζήτημα της απόκλισης μεταξύ έναρξης διαδικασίας ΚΑΕΑ και αφερεγγυότητας/ανάκλησης της άδειας λειτουργίας. Έτσι, στην BRRD ΙΙ εισήχθη υποχρέωση των κρατών-μελών να διασφαλίζουν ότι μια οντότητα για την οποία η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον τίθεται υπό συντεταγμένη διαδικασία εκκαθάρισης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Αν και με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζεται το ζήτημα ως ένα βαθμό, πρόκειται για πολύ ευρεία απαίτηση και δεν περιορίζει την έλλειψη ευθυγράμμισης μεταξύ έναρξης διαδικασίας ΚΑΕΑ και ανάκλησης άδειας λειτουργίας. Ως εκ τούτου είναι σημαντική η μεταφορά της BRRD ΙΙ κατά συγκρίσιμο τρόπο στα κράτη-μέλη της ΕΕ, έτσι ώστε να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού εντός της τραπεζικής ένωσης. Αυτό μπορεί να σημαίνει και ότι θα χρειαστούν μεταρρυθμίσεις των εθνικών καθεστώτων που διέπουν την έξοδο από τον κλάδο παροχής τραπεζικών υπηρεσιών και ενδεχομένως ορισμένων πτυχών των κανόνων περί αφερεγγυότητας τραπεζών. Συνολικά αυτές οι ενέργειες θα βοηθήσουν να διασφαλιστεί η ευθυγράμμιση των διαφορετικών προϋποθέσεων και θα διευκολύνουν τον σωστό προγραμματισμό σε περιόδους κρίσης.

3.1.2 Επικοινωνία σχετικά με την AS PNB Banka

Η επικοινωνία αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας στη διαχείριση μιας κρίσης. Όταν γίνεται σαφές ότι οι αρμόδιες αρχές αντιμετωπίζουν την κρίση, οι αντιδράσεις της αγοράς μπορεί να γίνουν πιο ήπιες και έτσι να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης. Όταν μια τράπεζα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, η επικοινωνία με το κοινό είναι εξαιρετικά σημαντική. Έτσι, το δελτίο τύπου της ΕΚΤ που ενημέρωνε για την αξιολόγηση της AS PNB Banka ως ιδρύματος σε ΚΑΕΑ[59] εξέθετε τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και εξηγούσε με σαφήνεια την εποπτική παρέμβαση μετά τις αδυναμίες που εντόπισαν οι αρμόδιες αρχές.

Ο συντονισμός ανάμεσα στους διάφορους εμπλεκομένους είναι ιδιαίτερα σημαντικός προκειμένου να μεταδίδεται ένα σαφές και πλήρες μήνυμα στο κοινό. Στην περίπτωση της AS PNB Banka, η ΕΚΤ, το ΕΣΕ και η FCMC είχαν στενή συνεργασία στον τομέα της επικοινωνίας. Την Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019, μετά την αξιολόγηση της ΕΚΤ ότι η AS PNB Banka τελούσε σε ΚΑΕΑ, το ΕΣΕ ανακοίνωσε την απόφασή του ότι η εξυγίανση δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον.[60] Ακολούθησαν συντονισμένες ανακοινώσεις της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ και της FCMC όσον αφορά την αξιολόγηση ΚΑΕΑ εκ μέρους της ΕΚΤ και τις αντίστοιχες αποφάσεις της FCMC που επέβαλλαν μορατόριουμ και διαπίστωναν τη μη διαθεσιμότητα των καταθέσεων.[61]

3.1.3 Η περίπτωση της Banca Carige

Στις 2 Ιανουαρίου 2019 η ΕΚΤ διόρισε τρεις προσωρινούς διαχειριστές και μια τριμελή επιβλέπουσα επιτροπή που ανέλαβαν την Banca Carige και αντικατέστησαν το Διοικητικό της Συμβούλιο. Η απόφαση ελήφθη ύστερα από την παραίτηση της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Banca Carige.

Η απόφαση να τεθεί προσωρινή διοίκηση αποτελούσε μέτρο έγκαιρης παρέμβασης που σκοπό είχε τη διασφάλιση της διατηρήσιμης συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Το σχέδιο προέβλεπε την κεφαλαιακή ενίσχυση και την εφαρμογή μέτρων μείωσης των κινδύνων προκειμένου να επιδιωχθεί ένας πιθανός συνδυασμός επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Οι προσωρινοί διαχειριστές ανέλαβαν το καθήκον να περιφρουρούν τη σταθερότητα της Banca Carige παρακολουθώντας στενά την κατάστασή της, ενημερώνοντας διαρκώς την ΕΚΤ και, εάν απαιτείτο, αναλαμβάνοντας δράση προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η τράπεζα είχε αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις με διατηρήσιμο τρόπο.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2019 η Έκτακτη Συνέλευση των Μετόχων της Banca Carige ενέκρινε την προσπάθεια κεφαλαιακής ενίσχυσης με 900 εκατ. ευρώ. Μεταξύ άλλων, προβλέφθηκε η έκδοση νέων μετοχών (387 εκατ. ευρώ), η μετατροπή ομολόγων κατηγορίας 2 σε κεφάλαια CET1 (313 εκατ. ευρώ) και η έκδοση ομολόγων κατηγορίας 2 (200 εκατ. ευρώ). Στην αύξηση συμμετείχε το ιταλικό Fondo Interbancario per la tutela dei depositi (FITD) και το Voluntary Intervention Scheme (VIS)), μαζί με την Centrale Banca Credito Cooperativo Italiano, που συμμετείχε ως μέτοχος μειοψηφίας με δικαίωμα προαίρεσης απόκτησης στο μέλλον μετοχών της Carige που κατέχουν το FITD και το VIS.

Μετά την ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου στο τέλος Δεκεμβρίου 2019, οι νέοι μέτοχοι διόρισαν τα νέα όργανα διοίκησης της Banca Carige. Η θητεία της προσωρινής διοίκησης έληξε στο τέλος Ιανουαρίου 2020.


3.2 Σχέσεις με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης

Το 2019, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και το ΕΣΕ συνέχισαν τη στενή τους συνεργασία στην άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμβουλεύθηκε το ΕΣΕ επί σχεδίων ανάκαμψης

Σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμβουλεύθηκε το ΕΣΕ επί 98 σχεδίων ανάκαμψης που υπέβαλαν ΣΙ για τα οποία η ΕΚΤ είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Οι απαντήσεις του ΕΣΕ λήφθηκαν υπόψη στην αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και, όπου απαιτείτο, αντικατοπτρίστηκαν στις επιστολές που απεστάλησαν στην κάθε τράπεζα.

Το ΕΣΕ συμβουλεύθηκε την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επί σχεδίων εξυγίανσης

Ομοίως, στο πλαίσιο του κύκλου διαβουλεύσεων επί σχεδίων εξυγίανσης, το ΕΣΕ συμβουλεύθηκε την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ για πέντε ομάδες σχεδίων εξυγίανσης (αντιστοιχούσαν σε περίπου 30 σχέδια) που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης για τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL) και αξιολογήσεις των δυνατοτήτων εξυγίανσης. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ απάντησε στο ΕΣΕ, αφού πρώτα μελέτησε τις πιθανές επιπτώσεις από τη σκοπιά της δυνατότητας του ιδρύματος να συνεχίσει τη δραστηριότητά του. Επιπλέον, ζητήθηκε η γνώμη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ όσον αφορά τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης, εστιάζοντας την αξιολόγησή της στον δυνητικό αντίκτυπο στα ΣΙ.

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και το ΕΣΕ συνέχισαν τη στενή τους συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ προσκαλούσε τον Πρόεδρο του ΕΣΕ να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του που αφορούσαν θέματα σχετικά με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του ΕΣΕ, ενώ εκπρόσωπος της ΕΚΤ συμμετείχε ως παρατηρητής στις εκτελεστικές συνεδριάσεις και τις συνόδους της ολομέλειας του ΕΣΕ.

Η εφαρμογή της δέσμης μέτρων για τις τράπεζες αύξησε την αλληλεπίδραση με το ΕΣΕ

Σε τεχνικό επίπεδο, οι εργασίες για την εφαρμογή της δέσμης μέτρων για τις τράπεζες[62] ενίσχυσε και αύξησε τις επαφές ανάμεσα στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και το ΕΣΕ σε ό,τι αφορά τους τομείς πολιτικής που συνδέονται με τη διαχείριση κρίσεων. Η στενή συνεργασία μεταξύ της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ και του ΕΣΕ έλαβε χώρα στο πλαίσιο των αντίστοιχων επιτροπών και οριζόντιων λειτουργιών.

Το Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ ΕΚΤ και ΕΣΕ (που αναθεωρήθηκε το 2017/18)[63] επέτρεψε την περαιτέρω ενίσχυση της καθημερινής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών ανάμεσα στις Μικτές Εποπτικές Ομάδες (ΜΕΟ) και τις Εσωτερικές Ομάδες Εξυγίανσης.


3.3 Εργασίες για τον σχεδιασμό προγραμμάτων ανάκαμψης

Σκοπός των σχεδίων ανάκαμψης είναι να διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα των τραπεζών σε σοβαρές χρηματοπιστωτικές εντάσεις

Κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης, η ΕΚΤ εστιάζει κυρίως στην ετοιμότητα και την ικανότητα των τραπεζών να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητά τους σε περιόδους σοβαρών χρηματοπιστωτικών εντάσεων. Αυτό σημαίνει ότι τα σχέδια πρέπει να περιλαμβάνουν αξιόπιστες επιλογές ανάκαμψης που δύνανται να εφαρμοστούν με έγκαιρο και αποτελεσματικό τρόπο. Τα άρτια σχέδια ανάκαμψης διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην αποτελεσματική λειτουργία του ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης κρίσεων.

Η συγκριτική μελέτη των σχεδίων ανάκαμψης των ΣΙ που διεξήγαγε η ΕΚΤ το 2019 οδήγησε σε μερικά σημαντικά ευρήματα.

Πολλές τράπεζες δυσκολεύονται να υπολογίσουν αξιόπιστα τη συνολική ικανότητα ανάκαμψής τους

Πρώτον, αν και τα σχέδια ανάκαμψης των ΣΙ κρίνεται ότι συμμορφώνονται προς τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διαχείριση κρίσεων, την επιλογή και τη βαθμονόμηση των δεικτών ανάκαμψης, χρειάζονται περαιτέρω βελτιώσεις προκειμένου να γίνουν αποτελεσματικά εργαλεία σε καταστάσεις κρίσης. Ειδικότερα, η συγκριτική μελέτη των σχεδίων επιβεβαίωσε ότι πολλές τράπεζες δυσκολεύονται να υπολογίσουν αξιόπιστα τη συνολική ικανότητα ανάκαμψής τους (ORC)[64].

Κατά συνέπεια η ΕΚΤ έθεσε ως προτεραιότητα για το 2019 την ενημέρωση των ιδρυμάτων ως προς το πώς θα μπορούσαν να βελτιώσουν τον τρόπο υπολογισμού και αναφοράς της ORC. Τον Ιούνιο του 2019 διοργάνωσε εργαστήριο με περισσότερους από 180 συμμετέχοντες από 88 τράπεζες. Η ΕΚΤ εξήγησε πώς υπολογίζεται αξιόπιστα η ORC, βάσει των βέλτιστων πρακτικών που περιγράφονται στην Έκθεση της ΕΚΤ για τα σχέδια ανάκαμψης του 2018. Συγκεκριμένα, τα ιδρύματα συντάσσουν πλήρη κατάλογο αξιόπιστων επιλογών, κατόπιν λαμβάνουν υπόψη τυχόν περιοριστικούς παράγοντες (π.χ. αμοιβαία αποκλειόμενες επιλογές, αλληλεξαρτήσεις μεταξύ επιλογών ή λειτουργικούς περιορισμούς στην ταυτόχρονη εφαρμογή πολλαπλών επιλογών) και, τέλος, αξιολογούν την ευαισθησία των επιλογών ανάκαμψης σε διαφορετικά σενάρια κατά την εκτίμηση της ORC [65].

Το 1/3 των τραπεζών δεν έχουν ακόμη ορίσει στα σχέδια ανάκαμψής τους επαρκείς επιλογές βραχυχρόνιας ρευστότητας

Δεύτερο σημαντικό εύρημα της συγκριτικής μελέτης που διεξήγαγε η ΕΚΤ ήταν ότι το 1/3 των τραπεζών δεν παρουσιάζουν ακόμη στα σχέδια ανάκαμψής τους επαρκείς επιλογές ρευστότητας που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα (έως τρεις μήνες). Σχεδιάζονται περαιτέρω εργασίες προκειμένου να γίνουν καλύτερα αντιληπτοί οι λόγοι γι’ αυτό και για να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες ανταποκρίνονται στην ανάγκη να συμπεριλαμβάνουν επαρκείς επιλογές βραχυχρόνιας ρευστότητας στα σχέδια ανάκαμψής τους.

Περισσότερες τράπεζες εκπόνησαν δοκιμαστικά σενάρια και διεξήγαγαν ασκήσεις ετοιμότητας το 2019

Τέλος, ένα ενθαρρυντικό εύρημα της συγκριτικής μελέτης της ΕΚΤ ήταν ότι περισσότερες ήταν οι τράπεζες που ανέπτυξαν δοκιμαστικά σενάρια (play books) και διεξήγαγαν ασκήσεις ετοιμότητας (dry runs) το 2019[66]. Πρόκειται για βέλτιστες πρακτικές που αναδείχθηκαν στην έκθεση της ΕΚΤ του 2018 ως εργαλεία χρήσιμα για την αύξηση της δυνατότητας χρησιμοποίησης των σχεδίων ανάκαμψης σε καταστάσεις κρίσης. Το 40% των ΣΙ έχουν εκπονήσει δοκιμαστικά σενάρια και το 27% έχουν διεξαγάγει την πρώτη τους άσκηση ετοιμότητας.


3.4 Διαχείριση κρίσεων για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα

Η διαχείριση κρίσης που αφορά ένα λιγότερο σημαντικό ίδρυμα (ΛΣΙ) απαιτεί εκτεταμένη ανταλλαγή πληροφοριών και στενό συντονισμό μεταξύ της οικείας εθνικής αρμόδιας αρχής (ΕΑΑ), ως αρχής άμεσης εποπτείας του ΛΣΙ, και της ΕΚΤ, στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως φορέα επίβλεψης και με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για αποφάσεις επί των κοινών διαδικασιών. Ανάγκη για στενότερη συνεργασία ανακύπτει όταν ένα ΛΣΙ προσεγγίζει το σημείο της μη βιωσιμότητας. Τότε η ΕΚΤ και η ΕΑΑ πρέπει να συνεργαστούν για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, την αξιολόγηση της απόκτησης ή της αύξησης ειδικών συμμετοχών και τη χορήγηση νέων αδειών λειτουργίας (π.χ. για μεταβατικό ίδρυμα).

Σε αυτό το πλαίσιο η ΕΚΤ συνεργάστηκε στενά με ΕΑΑ σε 15 περίπου υποθέσεις που αφορούσαν την επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ΛΣΙ το 2019. Σε δύο από αυτές τις περιπτώσεις η ΕΚΤ εξέδωσε απόφαση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας μετά την κήρυξη των ιδρυμάτων σε ΚΑΕΑ από την αντίστοιχη ΕΑΑ[67]. Οι λόγοι για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας συνήθως αφορούν την αδυναμία του ιδρύματος να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ή να συμμορφώνεται με τους κανόνες για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος.

Μια τέτοια στενή συνεργασία στη διαχείριση κρίσεων σκοπό έχει να στηρίξει τόσο τις ΕΑΑ όσο και την ΕΚΤ στα αντίστοιχα καθήκοντά τους και να εξασφαλίσει ότι οι απαραίτητες πληροφορίες είναι διαθέσιμες όταν θα πρέπει να ληφθούν επείγουσες αποφάσεις. Η ανταλλαγή πληροφοριών, οι ενέργειες που αναλαμβάνονται και η συνεργασία μεταξύ ΕΚΤ και ΕΑΑ είναι ανάλογες προς τους κινδύνους που θέτει το ΛΣΙ, λαμβάνοντας επίσης υπόψη λύσεις του ιδιωτικού τομέα που έχουν ήδη εντοπιστεί από την ΕΑΑ. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2019 η συνεργασία μεταξύ ΕΑΑ και ΕΚΤ χαρακτηρίστηκε από την τακτική και εις βάθος ανταλλαγή πληροφοριών. Μεταξύ άλλων, συγκροτήθηκαν ειδικές Ομάδες Συντονισμού της Διαχείρισης Κρίσεων που αποτελούνται από στελέχη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ και σκοπό έχουν να διασφαλίζουν την αποτελεσματική συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ των ιδρυμάτων. Με την ενισχυμένη συνεργασία διασφαλίζεται ότι οι εποπτικές ενέργειες και αποφάσεις λαμβάνονται με έγκαιρο και συντονισμένο τρόπο όποτε χρειαστεί.

Μη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και χαμηλή κερδοφορία, ανεπαρκή συστήματα διακυβέρνησης και πλαίσια καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος αποτελούν τους κυριότερους λόγους επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης ΛΣΙ το 2019. Ως προς το τελευταίο, η γεωγραφική κατανομή των περιπτώσεων κρίσης αντανακλούσε επίσης το γεγονός ότι συγκεκριμένες περιοχές που καλύπτονται από τον ΕΕΜ θίγονται περισσότερο από τη διαρθρωτικά χαμηλή κερδοφορία του τραπεζικού τομέα και είναι πιο εκτεθειμένες σε κινδύνους που συνδέονται με το ξέπλυμα χρήματος.

Τέλος, το εύρος των διαφορετικών εθνικών προσεγγίσεων και διαδικασιών που διαπιστώθηκαν κατά την εντατική συνεργασία σε θέματα διαχείρισης κρίσεων επίσης υπογράμμισε την ανάγκη ύπαρξης εναρμονισμένης ευρωπαϊκής προσέγγισης όσον αφορά τον χειρισμό των προβληματικών τραπεζών. Αν και έχουν θεσπιστεί ευρωπαϊκοί μηχανισμοί εποπτείας και εξυγίανσης, μεγάλο μέρος της απόκρισης σε μια κρίση εξαρτάται από την εθνική νομοθεσία περί εξυγίανσης και αφερεγγυότητας - και επηρεάζεται από τις διαφορές μεταξύ τους.


4 Διασυνοριακή συνεργασία

4.1 Διεύρυνση της τραπεζικής ένωσης μέσω στενής συνεργασίας

Τα κράτη-μέλη εκτός της ζώνης του ευρώ μπορούν να συμμετάσχουν στην τραπεζική ένωση μέσω στενής συνεργασίας

Τα κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ μπορούν να ζητήσουν την καθιέρωση στενής συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και της εθνικής αρμόδιας αρχής τους (ΕΑΑ). Οι βασικοί όροι που διέπουν τη στενή συνεργασία καθορίζονται στο άρθρο 7 του Κανονισμού ΕΕΜ και οι διαδικαστικές πτυχές προβλέπονται στην Απόφαση ΕΚΤ/2014/5[68]. Από τη στιγμή που έχει καθιερωθεί στενή συνεργασία, οι ΕΑΑ αυτών των κρατών-μελών εντάσσονται στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ), ενώ οι αντίστοιχες εθνικές αρχές εξυγίανσης εντάσσονται στον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (ΕΜΕ). Η συμμετοχή των ΕΑΑ κρατών-μελών εκτός της ζώνης του ευρώ στον ΕΕΜ μέσω της στενής συνεργασίας διευρύνει την τραπεζική ένωση και στηρίζει μια πιο ολοκληρωμένη τραπεζική εποπτεία, συμβάλλοντας επίσης στη διατήρηση και βάθυνση της Εσωτερικής Αγοράς.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ και την Απόφαση ΕΚΤ/2014/5, ένα κράτος-μέλος που δεν συμμετέχει στη ζώνη του ευρώ πρέπει να υποβάλει επίσημο αίτημα στην ΕΚΤ προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία καθιέρωσης στενής συνεργασίας.

Η Βουλγαρία και η Κροατία έχουν υποβάλει αιτήματα για την καθιέρωση στενής συνεργασίας

Στις 27 Μαΐου 2019 η Κροατία έγινε το δεύτερο κράτος-μέλος που αιτήθηκε επισήμως την καθιέρωση στενής συνεργασίας στον τομέα της τραπεζικής εποπτείας ανάμεσα στην εθνική κεντρική τράπεζα (Hrvatska narodna banka) και την ΕΚΤ. Είχε προηγηθεί το αίτημα της Βουλγαρίας για την καθιέρωση στενής συνεργασίας ανάμεσα στην Българска народна банка (Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας) και την ΕΚΤ, το οποίο είχε υποβληθεί στις 18 Ιουλίου 2018.

Η διαδικασία καθιέρωσης στενής συνεργασίας περιλαμβάνει νομική και συνολική αξιολόγηση

Η διαδικασία καθιέρωσης στενής συνεργασίας εμπεριέχει δύο κύρια στοιχεία. Το πρώτο είναι η νομική αξιολόγηση της σχετικής εθνικής νομοθεσίας που υποχρεώνει την ΕΑΑ να υιοθετεί, από την καθιέρωση της στενής συνεργασίας, όλα τα μέτρα που ζητά η ΕΚΤ σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα. Η αξιολόγηση επίσης εξετάζει την πρακτική εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας. Το δεύτερο στοιχείο αφορά τη συνολική αξιολόγηση επιλεγμένων[69] πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα στο κράτος-μέλος που υποβάλει το αίτημα. Η συνολική αξιολόγηση περιλαμβάνει έλεγχο της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων βάσει της μεθοδολογίας της ΕΚΤ.[70] Επιπρόσθετα η ΕΚΤ ξεκινά τεχνικό διάλογο με την ΕΑΑ του κράτους-μέλους προκειμένου να διευκολύνει την ομαλή μετάβασή του στην εποπτική προσέγγιση του ΕΕΜ.

Αξιολόγηση του αιτήματος της Βουλγαρίας για την καθιέρωση στενής συνεργασίας

Το 2019 η ΕΚΤ προχώρησε στην αξιολόγηση του αιτήματος της Βουλγαρίας για την καθιέρωση στενής συνεργασίας

Το 2019 η ΕΚΤ προχώρησε στη νομική αξιολόγηση που απαιτείται στο πλαίσιο της μελλοντικής στενής συνεργασίας με την ΕΑΑ της Βουλγαρίας. Επιπλέον, τα συμπεράσματα της συνολικής αξιολόγησης έξι βουλγαρικών πιστωτικών ιδρυμάτων δημοσιεύθηκαν στις 26 Ιουλίου 2019. Η Българска народна банка (Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας) ενέκρινε δημοσίως τα συμπεράσματα αυτής της συνολικής αξιολόγησης. Καθώς δύο από τις έξι τράπεζες υπολείπονταν του επιπέδου αναφοράς που απαιτούσε η άσκηση, η Българска народна банка (Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας) εξετάζει το θέμα προκειμένου να αντιμετωπιστεί η υστέρηση πριν λάβει η ΕΚΤ απόφαση για την καθιέρωση στενής συνεργασίας.

Αξιολόγηση του αιτήματος της Κροατίας για την καθιέρωση στενής συνεργασίας

Η ΕΚΤ ξεκίνησε την αξιολόγηση του αιτήματος της Κροατίας για την καθιέρωση στενής συνεργασίας

Αποκρινόμενη στο αίτημα της Κροατίας, η ΕΚΤ εξέδωσε στις 8 Ιουλίου 2019 Γνώμη[71] επί του σχεδίου νομοθετικών ρυθμίσεων της Κροατίας. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις χρειάζονταν για τη δημιουργία μηχανισμών που θα επιτρέπουν τη λειτουργία της στενής συνεργασίας και την παροχή των πληροφοριών που μπορεί να απαιτήσει η ΕΚΤ κατά τη διεξαγωγή της συνολικής αξιολόγησης των πιστωτικών ιδρυμάτων της Κροατίας. Στις 7 Αυγούστου 2019 η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι πέντε τράπεζες εγκατεστημένες στην Κροατία θα υπαχθούν στην υποχρεωτική συνολική αξιολόγηση.[72] Η άσκηση ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2019 και βασίζεται σε στοιχεία της 30ής Ιουνίου 2019. Όπως και στην περίπτωση της Βουλγαρίας, η ΕΚΤ αναμένεται να ολοκληρώσει τη συνολική της αξιολόγηση εντός ενός έτους περίπου από την υποβολή του επίσημου αιτήματος από την Κροατία.

Το 2019 δεν υποβλήθηκαν άλλα αιτήματα στενής συνεργασίας, αν και πραγματοποιήθηκε ανεπισήμως ανταλλαγή πληροφοριών με κράτη-μέλη σε τεχνικό επίπεδο, με σκοπό την αποσαφήνιση ορισμένων πτυχών της στενής συνεργασίας.


4.2 Ευρωπαϊκή και διεθνής συνεργασία

Καθώς οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν παρουσία σε περισσότερες από 90 χώρες εκτός ΕΕ (βλ. Σχήμα 4), ο ΕΕΜ συνεργάζεται εκτενώς με άλλες εποπτικές αρχές εκτός της ΕΕ, όπως και εντός αυτής. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ δεσμεύεται να διευκολύνει τη συνεργασία, είτε συμμετέχοντας στα σώματα εποπτών είτε αναπτύσσοντας εργαλεία συνεργασίας, όπως τα Μνημόνια Συνεννόησης. Διαπραγμάτευση Μνημονίων Συνεννόησης έχει γίνει μεταξύ άλλων με εποπτικές αρχές χωρών της ΕΕ εκτός της ζώνης του ευρώ, εποπτικές αρχές τρίτων χωρών και εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς.

Σχήμα 4

Υποκαταστήματα και θυγατρικές τραπεζών της ζώνης του ευρώ εκτός της ΕΕ το 2019

Πηγή: ΕΚΤ.

Γενικά, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνεργάζεται με άλλες αρχές προληπτικής εποπτείας μέσω Μνημονίων Συνεννόησης, μέσω της συμμετοχής της σε σώματα εποπτών ή μέσω συμφωνιών που συνάπτονται κατά περίπτωση (βλ. Σχήμα 5).

Σχήμα 5

Δραστηριότητες διεθνούς και ευρωπαϊκής συνεργασίας της ΕΚΤ

Πηγή: ΕΚΤ.

Συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές της ΕΕ

Η ΕΚΤ συνεργάζεται τακτικά με τις ΕΑΑ κρατών-μελών της ΕΕ που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της CRD IV για τις κοινές αποφάσεις, τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών στην ΕΕ.

Μέχρι στιγμής η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει συνάψει Μνημόνια Συνεννόησης με 15 εποπτικές αρχές της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων εθνικών αρχών της αγοράς. Επιπρόσθετα, έχει υπογράψει πολυμερές Μνημόνιο Συνεννόησης που καθορίζει τις πρακτικές πτυχές της ανταλλαγής πληροφοριών με 48 αρχές ΞΧ/ΧΤ οι οποίες εποπτεύουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (βλ. επίσης Πλαίσιο 4). Έτσι, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει συνάψει συνολικά εννέα διμερή και πολυμερή Μνημόνια Συνεννόησης με περισσότερες από 60 αρχές στην ΕΕ.

Εν όψει της προβλεπόμενης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, η ΕΚΤ επίσης συνήψε πλαίσιο συνεργασίας με την Αρχή Προληπτικής Ρύθμισης του Ηνωμένου Βασιλείου και με την Αρχή Χρηματοοικονομικής Συμπεριφοράς που θα επιτρέψει τη συνεχιζόμενη και ομαλή εποπτική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών.

Πλαίσιο 4
Η ΕΚΤ και η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος

Κατά τη δημιουργία του πλαισίου του ΕΕΜ, οι νομοθέτες της ΕΕ επέλεξαν να παραμείνει σε εθνικό επίπεδο η αρμοδιότητα για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΞΧ/ΧΤ). Οι εθνικές αρχές ΞΧ/ΧΤ είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων και την αποτελεσματική τήρηση των υποχρεώσεων που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Ωστόσο η ΕΚΤ, κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων βάσει του άρθρου 127(6) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Κανονισμού ΕΕΜ[73], είναι σημαντικό να εξετάζει τα αποτελέσματα της εποπτείας της καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Αυτό επαναβεβαιώνεται στην Οδηγία για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRD V), η οποία εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 2019. Η αιτιολογική σκέψη 20 αναφέρει ότι “(...) [μαζί με τις αρχές και τους φορείς που έχουν επιφορτιστεί με την καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ], ο ρόλος των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την προληπτική εποπτεία είναι σημαντικός για τον εντοπισμό και τη διόρθωση αδυναμιών [που αφορούν ΞΧ/ΧΤ]. Για τον λόγο αυτό, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνεκτιμούν σταθερά τις πλευρές της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στις σχετικές εποπτικές δραστηριότητές τους (...)”.

Παράλληλα με τη θέσπιση της CRD V, που αποσαφηνίζει περαιτέρω τον ρόλο των αρχών προληπτικής εποπτείας σε σχέση με το ΞΧ/την ΧΤ, την τελευταία διετία έχουν αναληφθεί δύο σημαντικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του πλαισίου ΞΧ/ΧΤ στην ΕΕ. Η πέμπτη Οδηγία για το ξέπλυμα χρήματος και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας[74] τέθηκε σε ισχύ στις 9 Ιουλίου 2018 και αναμένεται η μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Τον Δεκέμβριο του 2018 το Συμβούλιο Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων ενέκρινε ένα φιλόδοξο Σχέδιο Δράσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που θα εφαρμοστεί από τις τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές σε συνεργασία με την ΕΚΤ και τις εθνικές αρχές προληπτικής εποπτείας και εποπτείας ΞΧ/ΧΤ. Αυτές οι πρωτοβουλίες έχουν σχεδιαστεί προκειμένου να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι υπεύθυνες για το ΞΧ/τη ΧΤ και εκείνων που είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία και να ενισχύσουν την εποπτική σύγκλιση παρέχοντας, μεταξύ άλλων, ενιαία καθοδήγηση ως προς το πώς θα ενσωματωθούν θέματα που συνδέονται με το ΞΧ/την ΧΤ στη διαδικασία προληπτικής εποπτείας.

Η πέμπτη Οδηγία για το ξέπλυμα χρήματος και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εισάγει δύο σημαντικά νέα στοιχεία αναφορικά με τον ρόλο της ΕΚΤ στην καταπολέμηση του ΞΧ/της ΧΤ. Πρώτον, τροποποιώντας το άρθρο 56 της CRD IV, επιτρέπει στην ΕΚΤ να ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες με τις εθνικές αρχές που εποπτεύουν θέματα ΞΧ/ΧΤ. Δεύτερον, προβλέπει την υπογραφή από την ΕΚΤ συμφωνίας που καθορίζει τα πρακτικά θέματα σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών με τις εθνικές αρχές ΞΧ/ΧΤ οι οποίες εποπτεύουν πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Η ΕΚΤ ανταλλάσσει πληροφορίες επ’ αυτής της βάσης από την υπογραφή της συμφωνίας τον Ιανουάριο του 2019 και εξής.

Η ενισχυμένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της ΕΚΤ και των εποπτικών αρχών για θέματα ΞΧ/ΧΤ στην ΕΕ αναμένεται να επηρεάσει ευνοϊκά την άσκηση τόσο της εποπτείας για θέματα ΞΧ/ΧΤ όσο και της προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ. Στο πλαίσιο της προσέγγισης της ΕΚΤ, μία δέσμη εποπτικών πληροφοριών που δημιουργείται για την εκπλήρωση των μακροπροληπτικών καθηκόντων αποστέλλεται στις αρχές εποπτείας ΞΧ/ΧΤ της ΕΕ σε τακτική βάση. Οι εποπτικές πληροφορίες που συλλέγονται μέσω των επιτόπιων αποστολών, για παράδειγμα, αποστέλλονται κατά περίπτωση όταν τα σχετικά ευρήματα κρίνονται συναφή για τις αρχές ΞΧ/ΧΤ που εποπτεύουν την εν λόγω οντότητα. Και αντίστροφα, οι αρχές ΞΧ/ΧΤ αποστέλλουν στην ΕΚΤ πληροφορίες τις οποίες κρίνουν αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στον Κανονισμό ΕΕΜ. Επιπρόσθετα, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει ενισχύσει την ανάμιξή της στον τομέα της ΧΤ/του ΞΧ δημιουργώντας μια νέα οριζόντια λειτουργία συντονισμού της καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος που αποτελείται από μια μικρή ομάδα με τρεις κύριες αρμοδιότητες:

  • να ενεργεί ως “κεντρικό σημείο επαφής” για θέματα ΞΧ/ΧΤ που αφορούν ΣΙ και να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών με αρχές ΞΧ/ΧΤ (συμπεριλαμβανομένης της σύναψης πρόσθετων μνημονίων συνεργασίας με αρχές εκτός ΕΕ),
  • να δημιουργήσει, σε συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ), ένα δίκτυο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στο οποίο θα μετέχουν αρχές προληπτικής εποπτείας προκειμένου να επιτευχθεί μια συνεπής σε ολόκληρο το σύστημα προσέγγιση για την καλύτερη ενσωμάτωση του κινδύνου ΞΧ/ΧΤ στην προληπτική εποπτεία,
  • να ενεργεί ως εσωτερικό κέντρο εμπειρογνωμοσύνης για θέματα προληπτικής εποπτείας που αφορούν το ΞΧ/την ΧΤ.

Έτσι, η νέα αυτή λειτουργία της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ συντονίζει τις εργασίες της τραπεζικής εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ενίσχυση των μεθοδολογικών προσεγγίσεων σε θέματα όπως η χορήγηση άδειας λειτουργίας και η απομακρυσμένη και μέσω επιτόπιων ελέγχων εποπτεία, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ζητήματα ΞΧ/ΧΤ συνυπολογίζονται στη διαδικασία προληπτικής εποπτείας. Συνεργάζεται με την Ομάδα Δράσης της ΕΚΤ κατά του ΞΧ/της ΧΤ, στην οποία συμμετέχουν όλες οι συναφείς υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ.

Συνεργασία με αρχές τρίτων χωρών

Η ΕΚΤ επιδιώκει να αναπτύσσει εποικοδομητική συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών και να διευκολύνει τη συνεχή διασυνοριακή εποπτεία. Μέχρι στιγμής η ΕΚΤ έχει συνάψει Μνημόνια Συνεννόησης με 13 εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Όπου είναι εφικτό, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολουθεί να βασίζεται σε υπάρχοντα μνημόνια που είχαν συνάψει ΕΑΑ της ζώνης του ευρώ με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών πριν από την ίδρυση του ΕΕΜ. Η ΕΚΤ επίσης συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας ανά περίπτωση, όπου απαιτούνται εξειδικευμένες λύσεις.

Προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια σε επίπεδο ΕΕ, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνεργάζεται στενά με το Δίκτυο της ΕΑΤ το οποίο αξιολογεί την ισοδυναμία των καθεστώτων απορρήτου των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών. Μνημόνιο εποπτικής συνεργασίας μπορεί να συναφθεί μόνο αφού διαπιστωθεί η απαιτούμενη ισοδυναμία επαγγελματικού απορρήτου.

Προγράμματα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα του ΔΝΤ

Τα Προγράμματα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα του ΔΝΤ (FSAP) αποτελούν ολοκληρωμένες, εις βάθος αξιολογήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα μιας χώρας. Περιλαμβάνουν (α) τον εντοπισμό σημαντικών αδυναμιών και την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, (β) την αξιολόγηση του πλαισίου πολιτικής για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα μιας χώρας, του εποπτικού πλαισίου και των συναφών πρακτικών και (γ) την αξιολόγηση του χρηματοοικονομικού πλέγματος ασφαλείας και της ικανότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος να διαχειριστεί και να επιλύσει μια χρηματοπιστωτική κρίση.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναλαμβάνει ενέργειες σε συνέχεια του FSAP του ΔΝΤ για τη ζώνη του ευρώ

Το FSAP που διενέργησε το ΔΝΤ το 2018 για τη ζώνη του ευρώ εξέτασε τη νέα αρχιτεκτονική τραπεζικής εποπτείας και εξυγίανσης στη ζώνη του ευρώ. Σε συνέχεια αυτού του FSAP, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει καταρτίσει ένα σχέδιο δράσης προκειμένου να ανταποκριθεί στις συστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της εποπτικής αρμοδιότητας της ΕΚΤ. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολουθεί να εφαρμόζει αυτές τις συστάσεις, οι οποίες στοχεύουν στην αύξηση της εποπτικής αποτελεσματικότητάς της, ενώ οι συννομοθέτες της ΕΕ εξετάζουν τις συστάσεις που απαιτούν τροποποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας.

Τα εθνικά FSAP δεν περιλαμβάνουν αξιολογήσεις της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας

Στα εθνικά FSAP που εκπονεί για τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, το ΔΝΤ εξακολουθεί να υιοθετεί μια ολιστική θεώρηση του επισκοπούμενου τραπεζικού συστήματος, αποφεύγοντας επικαλύψεις με το FSAP της ζώνης του ευρώ. Κατ’ αναλογία με τον χειρισμό της νομισματικής πολιτικής στις εθνικές εκθέσεις του ΔΝΤ βάσει του Άρθρου IV, τα εθνικά FSAP δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν αξιολογήσεις της αποτελεσματικότητας του εποπτικού έργου του ΕΕΜ. Αυτή η γενική προσέγγιση επιτρέπει στο ΔΝΤ να ευθυγραμμίζει το πεδίο εφαρμογής των εθνικών FSAP και των FSAP για τη ζώνη του ευρώ με τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική για την τραπεζική εποπτεία και εξυγίανση. Βοηθά να διασφαλιστεί ότι η εποπτεία που ασκεί το ΔΝΤ και οι συμβουλές που παρέχει παραμένουν αποτελεσματικές και χρήσιμες για όλες τις εμπλεκόμενες αρχές.

Το 2019 το ΔΝΤ ολοκλήρωσε τα εθνικά FSAP για τη Γαλλία και τη Μάλτα, συνέχισε τις εργασίες για το FSAP της Ιταλίας και ξεκίνησε τα FSAP για την Αυστρία και τη Λεττονία. Αυτά τα εθνικά FSAP αξιολογούν όλες τις συναφείς μη τραπεζικές πτυχές (π.χ. ασφάλιση, τίτλους, ταμεία συντάξεων) και διεξάγουν ολιστική αξιολόγηση των τραπεζικών θεμάτων, ιδιαίτερα όσων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών που εποπτεύουν λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ) ή πτυχές που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Ο ρόλος της ΕΚΤ στις εθνικές διαβουλεύσεις σύμφωνα με το Άρθρο IV του ΔΝΤ για τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ αφορά με μικροπροληπτικά και μακροπροληπτικά ζητήματα, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές της σε αυτά τα πεδία.


4.3 Συμβολή στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού και διεθνούς κανονιστικού πλαισίου

4.3.1 Συμβολή στο έργο του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε ενεργά στο έργο του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), ιδίως στους τομείς της εποπτικής και κανονιστικής συνεργασίας, της εφαρμογής των προτύπων και της εξυγίανσης. Συνεισέφερε σε αρκετά σημαντικά παραδοτέα του ΣΧΣ στο πλαίσιο της Ιαπωνικής Προεδρίας του G20, και συγκεκριμένα την εξέταση της εφαρμογής του Προτύπου για τη Συνολική Ικανότητα Απορρόφησης Ζημιών (TLAC), μια έκθεση προόδου για τoν κατακερματισμό της αγοράς, την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της επίδρασης των μεταρρυθμίσεων στη χρηματοδότηση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), και μια αξιολόγηση των ευπαθειών που συνδέονται με μοχλευμένα δάνεια και τιτλοποιήσεις εξασφαλισμένων χρεωστικών τίτλων (CDO). Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε στις συνεδριάσεις της περιφερειακής ομάδας διαβούλευσης για την Ευρώπη του ΣΧΣ.

Ένας από τους τρεις τομείς προτεραιότητας στον οποίο εστιάζει επί του παρόντος το ΣΧΣ είναι η παρακολούθηση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων στον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τομέα και στην αξιολόγηση των επιδράσεών τους. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα εξακολουθήσει να συνεισφέρει στο πρόγραμμα εργασίας του ΣΧΣ σε διάφορους τομείς, όπως στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των μεταρρυθμίσεων των συστημικής σημασίας ιδρυμάτων για τις τράπεζες, τις αποτελεσματικές πρακτικές σε σχέση με συμβάντα στον κυβερνοχώρο, εποπτικά θέματα που συνδέονται με τη μετάβαση σε νέους δείκτες αναφοράς, τη συνέχιση των εργασιών για τον κατακερματισμό των αγορών και τη διαχείριση κρίσεων.

4.3.2 Συμβολή στη διαδικασία της Βασιλείας

Το 2019 η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (Basel Committee on Banking Supervision – BCBS) συνέχισε την αξιολόγηση της επίδρασης των μεταρρυθμίσεων που έχουν δρομολογηθεί μετά την κρίση, τη διεξαγωγή του Προγράμματος Αξιολόγησης της Κανονιστικής Συνέπειας (Regulatory Consistency Assessment Programme – RCAP) και εξακολούθησε να αποτελεί βήμα διαλόγου μεταξύ κανονιστικών αρχών και φορέων εποπτείας των τραπεζών από διάφορες χώρες. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνεισέφερε με τη συμμετοχή της σε συζητήσεις πολιτικής, παροχή εμπειρογνωμοσύνης σε ομάδες εργασίας της BCBS, συνεργασία με μέλη της BCBS εντός της ΕΕ και σε όλο τον κόσμο και την υποστήριξη συναφών αναλύσεων επίδρασης. Μεταξύ άλλων, αυτό το έργο αφορούσε (α) τις αναθεωρήσεις του πλαισίου κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αγοράς, που εγκρίθηκαν από το επιβλέπον όργανο της BCBS, δηλαδή την Ομάδα Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών και των Επικεφαλής των Αρχών Εποπτείας; (β) τη δημοσίευση του εγγράφου διαβούλευσης για τις αναθεωρήσεις του πλαισίου για τον κίνδυνο προσαρμογής της πιστωτικής αποτίμησης αντισυμβαλλομένου, και (γ) τις αναθεωρήσεις του τρόπου χειρισμού του δείκτη μόχλευσης για τα παράγωγα που έχουν εκκαθαριστεί από πελάτες και τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για την αντιμετώπιση της “ωραιοποίησης των στοιχείων” των εποπτευόμενων ιδρυμάτων.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ στηρίζει την πλήρη, έγκαιρη και συνεπή εφαρμογή της ολοκληρωμένης δέσμης μέτρων στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ

Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους η BCBS εξακολούθησε να εργάζεται με σκοπό τη διασφάλιση πλήρους, έγκαιρης και συνεπούς εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ και, γενικότερα, για την προώθηση ισχυρής τραπεζικής εποπτείας. Αυτό το έργο θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια με την υποστήριξη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επίσης συμμετείχε στο ολοκληρωμένο πρόγραμμα εργασίας της BCBS για την αξιολόγηση των μεταρρυθμίσεων του κανονιστικού πλαισίου που υιοθετήθηκαν ως απόκριση στην κρίση. Το πρόγραμμα αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των επιμέρους προτύπων, την αλληλεπίδραση και τη συνοχή τους και τον κίνδυνο κανονιστικού αρμπιτράζ, καθώς και τις ευρύτερες μακροοικονομικές επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοστεί μετά την κρίση.

Πέντε στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ εντάχθηκαν στην ομάδα της BCBS για την ανάλυση δεδομένων προκειμένου να συνεισφέρουν στην κατάρτιση των εκθέσεων για τις επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας. Ένα άλλο στέλεχος συμμετείχε στην ομάδα αξιολόγησης των G-SIB, η οποία υπολογίζει τη βαθμολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των παγκοσμίως συστημικώς σημαντικών τραπεζών (G-SIB).

4.3.3 Συμβολή στο έργο της ΕΑΤ

Στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ συμμετείχαν σε 50 επιτροπές και ομάδες εργασίες της ΕΑΤ

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ είχε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ για την επίτευξη των κοινών τους στόχων, που είναι η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η προώθηση συνεπούς εποπτείας σε όλο τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέβαλε ενεργά στο έργο της ΕΑΤ σε όλα τα επίπεδα. Το 2019 στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ συμμετείχαν σε 50 επιτροπές και ομάδες εργασίες της ΕΑΤ. Σε πέντε από αυτές τις επιτροπές, τα στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ είχαν αναλάβει την προεδρία ή την συμπροεδρία. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συμμετείχε στο Συμβούλιο Εποπτών της ΕΑΤ ως μέλος χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Η συνεργασία μεταξύ ΕΑΤ και Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ κάλυψε σειρά θεμάτων. Μεγάλο μέρος των προσπαθειών κατευθύνθηκε στην προετοιμασία της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που θα διεξαχθεί το 2020, και τα στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ βοήθησαν, μεταξύ άλλων, στην ανάπτυξη της μεθοδολογίας, των ρυθμίσεων που αφορούν τη διακυβέρνηση, τις κατευθυντήριες γραμμές και το εγχειρίδιο διασφάλισης ποιότητας. Η ΕΚΤ συνέβαλε, για παράδειγμα, στην απάντηση της ΕΑΤ σε αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για συμβουλές σχετικά με την εφαρμογή της οριστικοποιημένης δέσμης για τη Βασιλεία ΙΙΙ. Επίσης συνεισέφερε στις Κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για τον υπολογισμό της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης (LGD) που αρμόζει σε περίπτωση οικονομικής επιβράδυνσης, για την έγκριση και την παρακολούθηση των δανείων, σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων ΤΠΕ και ασφάλειας και σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου επιτοκίου από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Η ΕΑΤ ακολουθεί μια διαδικασία συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης προκειμένου να ενισχύσει την κανονιστική εναρμόνιση στην ΕΕ.[75] Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, η ΕΚΤ, ως αρμόδια αρχή για την άμεση εποπτεία των ΣΙ, οφείλει να γνωστοποιεί στην ΕΑΤ αν συμμορφώνεται ή σκοπεύει να συμμορφωθεί με τις εκάστοτε νέες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδει. Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ απηύθυνε στην ΕΑΤ γνωστοποιήσεις για δέκα κατευθυντήριες γραμμές και μία σύσταση, όπως καταγράφονται στο δικτυακό τόπο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.[76] Μέχρι στιγμής, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ενημερώνει σταθερά την ΕΑΤ ότι συμμορφώνεται ή σκοπεύει να συμμορφωθεί με όλες τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές που έχουν εκδοθεί από την ΕΑΤ ή την Κοινή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.


5 Οργανωτική δομή της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

5.1 Εκπλήρωση των υποχρεώσεων λογοδοσίας

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ συνέχισε να συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ

Η παρούσα Ετήσια Έκθεση συνιστά έναν από τους κύριους διαύλους λογοδοσίας της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, όπως ορίζεται στον Κανονισμό ΕΕΜ. Ο Κανονισμός ορίζει ότι τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ θα πρέπει να υπόκεινται στις δέουσες υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας. Η ΕΚΤ αποδίδει μεγάλη σημασία στη διατήρηση και πλήρη εφαρμογή του πλαισίου λογοδοσίας, το οποίο προσδιορίζεται λεπτομερώς στη Διοργανική Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ και στο Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Τα βασικά θέματα που συζητήθηκαν με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν η οριστικοποίηση της Βασιλείας III, η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η πράσινη χρηματοδότηση και το μέλλον της τραπεζικής ένωσης

Όσον αφορά τις σχέσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2019, o Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου (α) παρουσίασε ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2018 (21 Μαρτίου), ενώ επίσης συμμετείχε (β) σε δύο τακτικές δημόσιες ακροάσεις (4 Σεπτεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου) και (γ) σε τέσσερις έκτακτες ανταλλαγές απόψεων (21 Μαρτίου, 4 Σεπτεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου) στο πλαίσιο της ίδιας επιτροπής. Ανάμεσα στα σημαντικότερα θέματα που συζητήθηκαν ήταν η οριστικοποίηση της Βασιλείας III, ο ρόλος της ΕΚΤ στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η εποπτική προσέγγιση της πράσινης χρηματοδότησης και το μέλλον της τραπεζικής ένωσης.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ και τη Διοργανική Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ, μετά την πρόταση της ΕΚΤ για τον διορισμό του κ. Yves Mersch ως Αντιπροέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου, ο τελευταίος παρουσιάστηκε σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Κοινοβουλίου στις 4 Σεπτεμβρίου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την πρόταση της ΕΚΤ με ψηφοφορία στην ολομέλεια της 17ης Σεπτεμβρίου και ο κ. Mersch διορίστηκε με εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ με έναρξη ισχύος στις 7 Οκτωβρίου.

Στη διάρκεια του 2019 η ΕΚΤ δημοσίευσε 22 απαντήσεις σε γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί θεμάτων τραπεζικής εποπτείας. Οι ερωτήσεις αφορούσαν σειρά θεμάτων, όπως οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, η προσέγγιση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για τις συγχωνεύσεις, καθώς και θέματα διακυβέρνησης και συμπεριφοράς στον τραπεζικό τομέα.

Επιπλέον, η ΕΚΤ διαβίβαζε τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως προβλέπει η Διοργανική Συμφωνία.

Όσον αφορά το Συμβούλιο της ΕΕ, o Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου παρέστη σε δύο συνεδριάσεις του Eurogroup, η πρώτη από τις οποίες πραγματοποιήθηκε στις 5 Απριλίου, οπότε ο Πρόεδρος παρουσίασε την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2018. Στις 9 Οκτωβρίου ο Πρόεδρος συμμετείχε σε ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ.

Το 2019 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εξακολούθησε να εκπληρώνει την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων προς τα εθνικά κοινοβούλια, όπως ορίζεται στον Κανονισμό ΕΕΜ. Δημοσίευσε πέντε απαντήσεις σε γραπτές ερωτήσεις μελών των εθνικών κοινοβουλίων.

Το 2019 η ΕΚΤ συνεισέφερε περαιτέρω στον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) σχετικά με την πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τις τράπεζες. Στο πλαίσιο των ερευνών του ΕΕΣ σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου διενέργειας των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων από την ΕΑΤ, η ΕΚΤ παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας των ασκήσεων, αξιολόγησης του αντικτύπου των υποθετικών πιέσεων και υποβολής εκθέσεων στην ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα των ασκήσεων.

Η ΕΚΤ έλαβε μέτρα ανταποκρινόμενη στα ευρήματα και τις συστάσεις που διατύπωσε το ΕΕΣ στις εκθέσεις ελέγχου και υπέγραψε Μνημόνιο Συνεργασίας με το ΕΕΣ για την ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της μικροπροληπτικής εποπτείας

Η ΕΚΤ υπέβαλε επίσης έκθεση στο ΕΕΣ σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να ανταποκριθεί στα ευρήματα και τις συστάσεις της πρώτης έκθεσης του ΕΕΣ σχετικά με τη λειτουργία του ΕΕΜ. Προκειμένου να ενισχύσει την εξωτερική λογοδοσία της και κατ’ εφαρμογή μίας από τις συστάσεις του ΕΕΣ, η ΕΚΤ προετοίμασε τη διενέργεια έρευνας μεταξύ όλων των συναφών τραπεζικών ενώσεων. Η έρευνα θα συμβάλει στον εντοπισμό των προβληματικών θεμάτων και των πιθανών βελτιώσεων και προβλέπεται να διεξαχθεί το πρώτο εξάμηνο του 2020. Επιπλέον, η ΕΚΤ συνέχισε τις εργασίες της ανταποκρινόμενη στις συστάσεις της έκθεσης του ΕΕΣ σχετικά με τη διαχείριση κρίσεων της ΕΚΤ για τις τράπεζες. Τέλος, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται στο Πλαίσιο 5, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ υπέγραψε Μνημόνιο Συνεργασίας με το ΕΕΣ σχετικά με τις πρακτικές διευθετήσεις της ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της μικροπροληπτικής εποπτείας.

Πλαίσιο 5
Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου

Η ΕΚΤ αποδίδει μεγάλη σημασία στους ελέγχους που διεξάγει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ). Έχει δεσμευθεί να συνεργάζεται στενά με το ΕΕΣ και να του παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διευκόλυνση του έργου του. Σε ένδειξη της καλής θέλησης μεταξύ των δύο μερών και της κοινής τους πρόθεσης για εποικοδομητική συνεργασία στο πλαίσιο των ελέγχων της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ από το ΕΕΣ, στις 9 Οκτωβρίου 2019 το ΕΕΣ και η ΕΚΤ υπέγραψαν Μνημόνιο Συνεργασίας. Το Μνημόνιο ορίζει τις πρακτικές διευθετήσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δύο οργάνων στον τομέα της μικροπροληπτικής εποπτείας. Οι διευθετήσεις αυτές επιτρέπουν στο ΕΕΣ να ζητά και να λαμβάνει όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που χρειάζεται για τον έλεγχο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Τα έγγραφα με υψηλή διαβάθμιση εμπιστευτικότητας θα προστατεύονται πλήρως, ενώ η πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες για συγκεκριμένες τράπεζες θα παρέχεται σε ελεγχόμενο περιβάλλον στις εγκαταστάσεις της ΕΚΤ.

Το Μνημόνιο, ενώ επαναδιατυπώνει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ και του ΕΕΣ στην άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους, αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ενδεδειγμένη διαφάνεια και λογοδοσία. Το Μνημόνιο καλύπτει αποκλειστικά τους ελέγχους του ΕΕΣ σχετικά με τα εποπτικά καθήκοντα που αναθέτει στην ΕΚΤ ο κανονισμός ΕΕΜ και αντικατοπτρίζει την εντολή ελέγχου που έχει δοθεί στο ΕΕΣ από το δίκαιο της ΕΕ.


5.2 Διαφάνεια και επικοινωνία

Η επικοινωνία είναι σημαντικό εργαλείο για να γίνει καλά αντιληπτός ο ρόλος της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ τόσο από τις εποπτευόμενες τράπεζες όσο και από ευρύ φάσμα εμπλεκομένων στο τραπεζικό σύστημα. Έτσι, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ προβαίνει τακτικά σε ενημερωτικές δράσεις. Σε αυτό το πνεύμα, συνέχισε να εξηγεί τις δραστηριότητές της μέσω διαφόρων διαύλων επικοινωνίας το 2019, μεταξύ άλλων μέσω του δικτυακού τόπου της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ και ορισμένων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Βασικό μέλημα της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ είναι να εξασφαλίζει τη διαφάνεια των εποπτικών της δραστηριοτήτων, ενημερώνοντας τακτικά το κοινό για τις τελευταίες εξελίξεις και τις βασικές έννοιες της εποπτείας. Το 2019 ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος εκφώνησαν 25 ομιλίες και οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ στο Εποπτικό Συμβούλιο 14 ομιλίες, ενώ μαζί έδωσαν 15 συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε 28 δελτία τύπου και 9 επιστολές προς τις άμεσα εποπτευόμενες τράπεζες. Το 2019 δημοσιεύθηκαν επίσης τέσσερα νέα τεύχη του Ενημερωτικού Δελτίου Εποπτείας (Supervision Newsletter), μιας ηλεκτρονικής τριμηνιαίας έκδοσης με περισσότερους από 6.300 συνδρομητές. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε επίσης τα αποτελέσματα των βασικών δραστηριοτήτων της, όπως τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της εποπτικής διαδικασίας εξέτασης και αξιολόγησης (ΕΔΕΑ), τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τη ρευστότητα, τις συνολικές αξιολογήσεις της Nordea και έξι βουλγαρικών τραπεζών και αποφάσεις επιβολής κυρώσεων. Η ΕΚΤ συνέχισε να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ενημερώνει το κοινό σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις και να εξηγεί βασικές έννοιες.

Επίσης, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διοργάνωσε και μετέδωσε ζωντανά στο διαδίκτυο το τρίτο της Φόρουμ Τραπεζικής Εποπτείας, στο οποίο έλαβαν μέρος 180 εκπρόσωποι τραπεζών, εθνικών αρμόδιων αρχών (ΕΑΑ), θεσμικών οργάνων της ΕΕ, ελεγκτών, ινστιτούτων ερευνών (think tanks) και μέσων ενημέρωσης. Συνεχίζοντας τις προσπάθειες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ να προσεγγίσει ένα κοινό νεότερης ηλικίας, ο Πρόεδρος συμμετείχε σε δύο Διαλόγους με τους Νέους (“Youth Dialogues”). Στον πρώτο, που πραγματοποιήθηκε στη Banco de Portugal στη Λισσαβώνα, συμμετείχαν 50 νέοι επαγγελματίες από τον χρηματοοικονομικό τομέα, ενώ στον δεύτερο έλαβαν μέρος 350 φοιτητές και απόφοιτοι του πανεπιστημίου Sapienza της Ρώμης. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ ξεκίνησε επίσης δημόσια διαβούλευση σχετικά με το πλαίσιο για τα εποπτικά τέλη[77], η οποία ολοκληρώθηκε με επικοινωνιακές ενέργειες που παρουσίαζαν αναλυτικά τη διαδικασία και το αποτέλεσμα. Το 2019 η ΕΚΤ απάντησε σε πάνω από 1.500 ερωτήσεις του κοινού σε θέματα τραπεζικής εποπτείας, τα οποία αφορούσαν μεμονωμένες τράπεζες, άδειες λειτουργίας και θέματα χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (fintech). Επιπλέον, η ΕΚΤ φιλοξένησε 32 διαλέξεις με συνολικό ακροατήριο άνω των 1.300 ατόμων σε θέματα που αφορούσαν ειδικά τις εποπτικές της αρμοδιότητες.


5.3 Λήψη αποφάσεων

5.3.1 Συνεδριάσεις και αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου και της Διευθύνουσας Επιτροπής

Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποτελείται από τον Πρόεδρο (με πενταετή θητεία, μη ανανεώσιμη), τον Αντιπρόεδρο (επιλέγεται μεταξύ των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ), τέσσερις εκπροσώπους της ΕΚΤ και τους εκπροσώπους των ΕΑΑ. Όταν η Εθνική Αρμόδια Αρχή δεν είναι η εθνική κεντρική τράπεζα, ο εκπρόσωπος της ΕΑΑ μπορεί να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της εθνικής κεντρικής τράπεζας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δύο εκπρόσωποι θεωρούνται ένα μέλος για τους σκοπούς της ψηφοφορίας.

Τον Απρίλιο του 2019 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ πρότεινε τον διορισμό του Yves Mersch, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, στη θέση του Αντιπροέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Μετά από ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον Σεπτέμβριο του 2019 η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε έκθεση που εισηγείτο τον διορισμό του, ο οποίος επιβεβαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Οκτώβριο του 2019.

Το 2019 ο Edouard Fernandez-Bollo, η Kerstin af Jochnick και η Elizabeth McCaul διορίστηκαν εκπρόσωποι της ΕΚΤ στο Εποπτικό Συμβούλιο, μετά τον Pentti Hakkarainen, ο οποίος είχε διοριστεί το 2016.

Εποπτικό Συμβούλιο

Εμπρός (από τα αριστερά): Gottfried Haber, Eric Cadilhac, Jekaterina Govina, Ana Paula Serra, Liga Kleinberga (αναπληρώτρια της Kristīne Černaja-Mežmale), Andrea Enria, Yves Mersch, Catherine Galea, Anneli Tuominen, Margarita Delgado, Στέλιος Γεωργάκης.
Μεσαία σειρά (από τα αριστερά): Denis Beau, Vladimír Dvořáček, Zoja Razmusa, Päivi Tissari, Maive Rute, Edouard Fernandez-Bollo, Alessandra Perrazzelli, Kerstin af Jochnick, Elizabeth McCaul, Irena Vodopivec Jean.
Πίσω (από τα αριστερά): Ed Sibley, Ilias Plaskovitis, Tom Dechaene, Felix Hufeld, Helmut Ettl, Pentti Hakkarainen, Kilvar Kessler, Claude Wampach, Joachim Wuermeling, Thijs van Woerden (αναπληρωτής του Frank Elderson), Oliver Bonello.

Το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ συνεδρίασε 18 φορές το 2019. Εξ αυτών, οι 13 συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν στη Φραγκφούρτη και τέσσερις μέσω τηλεδιάσκεψης. Μία συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στη Λισσαβώνα, μετά από πρόσκληση της Banco de Portugal.

Η Διευθύνουσα Επιτροπή[78] του Εποπτικού Συμβουλίου πραγματοποίησε επτά συνεδριάσεις το 2019, όλες στη Φραγκφούρτη. Τον Απρίλιο πραγματοποιήθηκε η συνήθης αντικατάσταση των πέντε εκπροσώπων εθνικών αρμόδιων αρχών που διορίζονται στη Διευθύνουσα Επιτροπή για μονοετή θητεία.

Το 2019 η ΕΚΤ εξέδωσε 2.356[79] εποπτικές αποφάσεις[80] που απευθύνονται σε συγκεκριμένες εποπτευόμενες οντότητες (βλ. Σχήμα 6). Εξ αυτών, οι 961 αποφάσεις εκδόθηκαν από προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ, σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιότητας λήψης αποφάσεων όσον αφορά εποπτικές νομικές πράξεις. Οι υπόλοιπες 1.395 αποφάσεις εκδόθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντίρρησης βάσει σχεδίου πρότασης του Εποπτικού Συμβουλίου. Οι περισσότερες εποπτικές αποφάσεις αφορούσαν αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας (47,3%), την εποπτική διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) (8,6%), εσωτερικά υποδείγματα (7,5%), ίδια κεφάλαια (7,0%) και ειδικές συμμετοχές (5,5%).

Πέραν των τελικών σχεδίων αποφάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένες τράπεζες και υποβλήθηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο για να λάβει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντίρρησης, το Εποπτικό Συμβούλιο έλαβε αποφάσεις για διάφορα οριζόντια ζητήματα, κυρίως την εφαρμογή κοινής μεθοδολογίας και κοινών πλαισίων σε ειδικούς τομείς εποπτείας. Ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις καταρτίστηκαν από προσωρινές δομές κατ’ εντολή του Εποπτικού Συμβουλίου. Αυτές οι δομές απαρτίζονταν από ανώτερα στελέχη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ. Διεξήγαγαν προπαρασκευαστικές εργασίες για διάφορα θέματα, όπως η μεθοδολογία ΕΔΕΑ και η απλούστευση των διαδικασιών του ΕΕΜ.

Οι περισσότερες αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου λήφθηκαν με γραπτή διαδικασία[81].

Από τους 117 τραπεζικούς ομίλους που εποπτεύονταν άμεσα από την ΕΚΤ το 2019, οι 34 ζήτησαν να λάβουν τις επίσημες αποφάσεις της μεταφρασμένες σε επίσημη γλώσσα της ΕΕ εκτός των αγγλικών (έναντι 35 το 2018).

Σχήμα 6

Αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου το 2019

Σημειώσεις:
1) Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τις γραπτές διαδικασίες τόσο επί εποπτικών αποφάσεων για επιμέρους ιδρύματα όσο και επί άλλων θεμάτων, όπως οι κοινές μεθοδολογίες και οι διαβουλεύσεις του Εποπτικού Συμβουλίου. Μια γραπτή διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες της μίας εποπτικές αποφάσεις.
2) Ο αριθμός αφορά τις εποπτικές αποφάσεις που απευθύνονται σε επιμέρους οντότητες ή στους δυνητικούς αγοραστές τους, καθώς και οδηγίες προς τις εθνικές αρμόδιες αρχές για τα σημαντικά ιδρύματα ή τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Μια απόφαση μπορεί να περιέχει περισσότερες εποπτικές εγκρίσεις. Με την εφαρμογή του πλαισίου εκχώρησης αρμοδιοτήτων, κάποιες από τις εποπτικές αποφάσεις που περιλαμβάνονται σ’ αυτόν τον αριθμό δεν ελήφθησαν με τη διαδικασία έγκρισης από το Εποπτικό Συμβούλιο και έκδοσης από το Διοικητικό Συμβούλιο. Επιπλέον, το Εποπτικό Συμβούλιο έλαβε και άλλες αποφάσεις για μια σειρά οριζόντια ζητήματα (π.χ. κοινές μεθοδολογίες) και θεσμικά θέματα.
3) Οι 1.114 αποφάσεις για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας καλύπτουν 2.967 μεμονωμένες διαδικασίες (βλ. Ενότητα 2.1.2).

5.3.2 Περαιτέρω προσπάθειες βελτίωσης της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων

Το πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων επεκτάθηκε περαιτέρω το 2019

Ένα από τα μέτρα που αύξησαν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων ήταν η επέκταση του πλαισίου εκχώρησης αρμοδιοτήτων[82] από την Εκτελεστική Επιτροπή και σε άλλα είδη εποπτικών αποφάσεων ρουτίνας της ΕΚΤ, σύμφωνα με την πρόταση της ομάδας εργασίας για την απλοποίηση του ΕΕΜ. Ειδικότερα, τον Μάρτιο του 2019 το πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων επεκτάθηκε σε αποφάσεις που αφορούν εποπτικές εξουσίες χορηγούμενες βάσει εθνικής νομοθεσίας. Τον Αύγουστο του 2019 το πλαίσιο επεκτάθηκε περαιτέρω σε εξουσίες λήψεως αποφάσεων σε θέματα ενιαίου διαβατηρίου, απόκτησης ειδικών συμμετοχών και ανάκλησης της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπλέον, η ροή πληροφοριών προς το Εποπτικό Συμβούλιο εξορθολογίστηκε, αυτοματοποιήθηκε και βελτιώθηκε από άποψη ποιότητας. Ομοίως, τα ενισχυμένα εργαλεία παρακολούθησης της πορείας των θεμάτων βοήθησαν στην απλοποίηση και βελτιστοποίηση των δραστηριοτήτων του Εποπτικού Συμβουλίου.

5.3.3 Δραστηριότητες του Διοικητικού Συμβουλίου Επανεξέτασης

Το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης (ABoR)[83] είναι όργανο της ΕΚΤ, του οποίου τα μέλη είναι ατομικώς και συλλογικώς ανεξάρτητα από την ΕΚΤ και έχουν αναλάβει το καθήκον να επανεξετάζουν τις αποφάσεις που εκδίδονται από το Διοικητικό Συμβούλιο επί θεμάτων εποπτείας, κατόπιν παραδεκτής αίτησης επανεξέτασης.[84]

Το 2019 υποβλήθηκαν στο ABoR τέσσερα νέα αιτήματα διοικητικής επανεξέτασης εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ (βλ. Πίνακα 4). Το ίδιο έτος το ABoR εξέδωσε πέντε γνώμες, εκ των οποίων η μία αφορούσε αίτημα επανεξέτασης που είχε υποβληθεί το 2018. Σε δύο γνώμες, έκρινε τις αιτήσεις απαράδεκτες. Σε μία γνώμη, πρότεινε την κατάργηση των αρχικών αποφάσεων της ΕΚΤ και την αντικατάστασή τους με νέες αποφάσεις. Σε άλλη γνώμη, πρότεινε την αντικατάσταση της αρχικής απόφασης με τροποποιημένη απόφαση. Τέλος, σε μία γνώμη πρότεινε να αντικατασταθεί η απόφαση με απόφαση πανομοιότυπου περιεχομένου. Σε δύο από τις περιπτώσεις που επανεξετάστηκαν, το ABoR διεξήγαγε ακροαματική διαδικασία, κατά το στάδιο της διερεύνησης, όπου οι αιτούντες και η ΕΚΤ είχαν μια ακόμη ευκαιρία να σχολιάσουν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Πίνακας 4

Αριθμός υποθέσεων που επανεξετάστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο Επανεξέτασης

Πηγή: ΕΚΤ.
* Μία γνώμη αφορούσε δύο αποφάσεις της ΕΚΤ.

Ζητήματα που εξετάστηκαν και συναφή θέματα

Οι υποθέσεις που ολοκληρώθηκαν με την έκδοση γνώμης από το ABoR το 2019 άπτονταν διαφόρων ειδών εποπτικών αποφάσεων και αφορούσαν τα ακόλουθα θέματα.

  • Το ενδεχόμενο να ανωνυμοποιηθεί η απόφαση της ΕΚΤ για επιβολή διοικητικών κυρώσεων σχετικά με παραβάσεις των απαιτήσεων του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Η δημοσίευση της απόφασης της ΕΚΤ αναβλήθηκε μέχρις ότου το Διοικητικό Συμβούλιο εκδώσει οριστική απόφαση, αφού εξετάσει τη γνώμη του ABoR.
  • Προσωρινά μέτρα διαδικαστικής φύσεως που ελήφθησαν στο πλαίσιο διαδικασίας ανάκλησης αδείας.
  • Ερμηνεία των κοινών κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΑ (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών), της ΕΑΚΑΑ (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) σχετικά με την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης ειδικών συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ιδίως σχετικά με την ακεραιότητα του υποψήφιου αγοραστή.
  • Το παραδεκτό ενός αιτήματος επανεξέτασης απόφασης της ΕΚΤ σχετικά με το αν μια τράπεζα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΜΕ.
  • Αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας, ιδίως το δικαίωμα ακρόασης, και τα όρια της διακριτικής ευχέρειας της ΕΚΤ στο πλαίσιο ορισμένων αποφάσεων για εσωτερικά υποδείγματα σε σχέση με το έργο της ΕΚΤ για την TRIM, λαμβανομένου επίσης υπόψη του οδηγού για την TRIM.

5.4 Στελέχωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

Η μεσοπρόθεσμη στρατηγική σταθεροποίησης για την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα ξεκινήσει το 2020

Το 2019 τα εγκεκριμένα ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ) για τις πέντε κύριες υπηρεσιακές μονάδες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ ανήλθαν συνολικά σε 1.189 ΙΠΑ, από 1.099 το 2018.

Το 2019 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ενέκρινε αύξηση της δύναμης προσωπικού κατά 90 ΙΠΑ για τις κύριες υπηρεσιακές μονάδες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ και κατά 18 ΙΠΑ για τις υπηρεσιακές μονάδες που παρέχουν κοινές υπηρεσίες για καθήκοντα που σχετίζονται με τον ΕΕΜ. Η ανωτέρω αύξηση για τις κύριες υπηρεσιακές μονάδες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ προέκυψε περίπου κατά το ήμισυ από ανάγκες στελέχωσης λόγω του Brexit. Κατά τα λοιπά, η αύξηση αυτή σχετίζεται πρωτίστως με τη χρήση εσωτερικών πόρων για δραστηριότητες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, ενώ προηγουμένως οι ανάγκες αυτές καλύπτονταν με τη στήριξη εξωτερικών συμβούλων.

Για το 2020 στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εφαρμόζεται η αρχή του σταθερού οικονομικού προγραμματισμού. Στο πλαίσιο αυτό, καθορίζονται οι πιθανές ανάγκες για εσωτερικούς και εξωτερικούς πόρους στο προσεχές μέλλον και συγκεκριμένοι τομείς στους οποίους μπορεί να βελτιωθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα. Η δέσμευση αυτή σημαίνει ότι ο προϋπολογισμός της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ θα σταθεροποιηθεί από το 2023 και εξής, οπότε δεν προβλέπεται να χρειαστούν άλλες συστηματικές αυξήσεις των ανθρώπινων πόρων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή χρήση εσωτερικών αντί εξωτερικών συμβούλων ή οι μελλοντικές ροές εργασίας σε σχέση με την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Η συνολική ανάγκη για πρόσθετους πόρους σε ολόκληρη την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ και τις συναφείς εσωτερικές κοινές υπηρεσίες για το 2020 αναμένεται να είναι 112,5 ΙΠΑ.

Εσωτερική αναδιοργάνωση της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

Οι οργανωτικές αλλαγές της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ που εγκρίθηκαν από την Εκτελεστική Επιτροπή περιλάμβαναν τη δημιουργία ενός νέου τμήματος (Τμήμα XVI) και ενός νέου τομέα στη Γενική Διεύθυνση Μικροπροληπτικής Εποπτείας I. Στόχος ήταν να ανταποκρίνεται η οργάνωση σε τμήματα στο υπόδειγμα-στόχο που είχε καθοριστεί στην αρχή της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Με τη δημιουργία του νέου τμήματος αντιμετωπίστηκαν δύο θέματα: η έκταση του ελέγχου και η ανάγκη χρησιμοποίησης υψηλόβαθμων στελεχών σε εργασίες που αφορούν σημαντικά ιδρύματα (ΣΙ).

Εκπροσώπηση των φύλων

Ως προς την ισότιμη εκπροσώπηση των φύλων, το ποσοστό των γυναικών αυξήθηκε από 40% σε 41% των μόνιμων και με σύμβαση ορισμένου χρόνου υπαλλήλων στις κύριες υπηρεσιακές μονάδες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ το 2019. Το ποσοστό των γυναικών σε θέσεις ευθύνης αυξήθηκε ελαφρά και διαμορφώθηκε σε 32% το 2019, έναντι 31% το 2018. Στις υπόλοιπες θέσεις η αναλογία των γυναικών επίσης αυξήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος, από 42% σε 43%.

Συνεργασία εντός του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού

Η επιτυχής εκτέλεση των καθηκόντων και των στόχων της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας βασίζεται στη στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και των ΕΑΑ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΕΑΑ συνεισφέρουν πόρους όχι μόνο στις μικτές εποπτικές ομάδες (ΜΕΟ), αλλά και σε επιτόπιες επιθεωρήσεις, οριζόντια έργα και ομάδες εργασίας.

Όσον αφορά τις ΜΕΟ, και σύμφωνα με τη νέα μεθοδολογία στελέχωσης, όπως εφαρμόστηκε το 2019, τα στελέχη εποπτείας της ΕΚΤ αποτελούν το 37% των ΜΕΟ, ενώ το υπόλοιπο 63% προέρχεται από στελέχη εποπτείας των ΕΑΑ (βλ. Πίνακα 5).

Πίνακας 5

Στελέχωση των ΜΕΟ από τις ΕΑΑ και την ΕΚΤ

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημειώσεις: Στοιχεία Δεκεμβρίου 2019. Ο ανωτέρω πίνακας δεν περιλαμβάνει τις ΜΕΟ τραπεζών που δεν ταξινομούνται πλέον ως σημαντικά ιδρύματα το 2020 και τις ΜΕΟ τραπεζών που έγιναν σημαντικά ιδρύματα αφού μετέφεραν δραστηριότητές τους στη ζώνη του ευρώ λόγω του Brexit.

Το 2019 το εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τον ΕΕΜ συνέχισε να επεκτείνεται για να καλύψει ανάγκες μάθησης και ανάπτυξης, να προωθήσει μια κοινή εποπτική κουλτούρα και να διασφαλίσει ότι η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία μπορεί να αντιμετωπίσει τις σημερινές προκλήσεις. Σε αυτό το πνεύμα, μεταξύ άλλων βασικών θεμάτων, στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα προστέθηκε σειρά εκπαιδευτικών σεμιναρίων σχετικά με τον κίνδυνο πληροφοριακών συστημάτων, τα οποία καλύπτουν θέματα όπως η διακυβέρνηση πληροφοριακών συστημάτων στον τραπεζικό τομέα, η στρατηγική και λειτουργία πληροφοριακών συστημάτων και η εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών πληροφορικής. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους συντονιστές στο πλαίσιο των ΜΕΟ (π.χ. συντονιστές των ΜΕΟ, τοπικοί συντονιστές ή επικεφαλής ομάδων για τομείς κινδύνου) αναθεωρήθηκε για να καλυφθούν καλύτερα οι ανάγκες τους. Οι στόχοι για το 2020 είναι να ενισχυθεί η συνεργασία, να βελτιωθεί η διοίκηση και να εμπλουτιστεί η εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα με την ένταξη περισσότερων μαθημάτων στο πρόγραμμα, τη δημιουργία νέων μαθημάτων που θα βασίζονται σε μελέτες περιπτώσεων και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων ηλεκτρονικής μάθησης.

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το προσωπικό του ΕΕΜ που συμμετέχει σε επιθεωρήσεις βελτιώθηκε επίσης περαιτέρω με τη διοργάνωση εκπαιδευτικών συνεδριών διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων σε διάφορες ημερομηνίες και σε διαφορετικά μέρη. Συνολικά, διοργανώθηκαν περισσότερες από 25 εκπαιδευτικές συνεδρίες, που καλύπτουν όλα τα είδη σημαντικών κινδύνων της Εποπτικής Διαδικασίας Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ), καθώς και τις μη τεχνικές δεξιότητες (soft skills) και διαδικασίες που είναι σημαντικές για τις επιθεωρήσεις. Περισσότερο από το 30% των περίπου 1.200 επιτόπιων επιθεωρητών που εργάζονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία επωφελήθηκαν από το εν λόγω εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Τον Ιούνιο του 2019 δημιουργήθηκε μια νέα διαδικασία παροχής σχολίων για τις ΜΕΟ με την ονομασία JST Share and Connect (οι ΜΕΟ μοιράζονται και επικοινωνούν). Η νομική βάση αυτής της διαδικασίας ορίζει τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό στόχων και την ανταλλαγή στοιχείων αξιολόγησης εντός των ΜΕΟ[85]. Ο γενικότερος σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να διευκολυνθεί ο διάλογος σχετικά με το τι και πώς θα επιτευχθεί και το πώς θα συνεργαστούν οι ομάδες για να επιτύχουν τους ετήσιους στόχους τους. Η διαδικασία διαμορφώθηκε μετά από δύο πιλοτικές εφαρμογές, εκτεταμένες ανταλλαγές μεταξύ της ΕΚΤ και των εκπροσώπων των ΕΑΑ και εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, της Γενικής Διεύθυνσης Μικροπροληπτικής Εποπτείας Ι και της Γενικής Διεύθυνσης Μικροπροληπτικής Εποπτείας ΙΙ.

Τέλος, υλοποιήθηκαν δύο προγράμματα για την αύξηση της κινητικότητας εντός των ΜΕΟ. Το πρώτο είναι ένα πιλοτικό πρόγραμμα ανταλλαγής εντός των ΜΕΟ που επιτρέπει στα μέλη των ΜΕΟ να μετακινηθούν από την ΕΚΤ ή από μια ΕΑΑ σε άλλο ίδρυμα για δύο εβδομάδες, παραμένοντας στην ίδια ΜΕΟ και εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα. Το κόστος καλύπτεται σύμφωνα με τους τοπικούς κανόνες για τα υπηρεσιακά ταξίδια. Το δεύτερο πρόγραμμα είναι πρόγραμμα απόσπασης εντός των ΜΕΟ μέσω του οποίου υπάλληλοι ΕΑΑ αποσπώνται στην ΕΚΤ για τρεις μήνες βάσει συμφωνίας ΕΣΚΤ/IO. Και τα δύο προγράμματα είχαν θετική επίδραση στους συμμετέχοντες όσον αφορά (α) την καλύτερη κατανόηση της εργασιακής κουλτούρας του ιδρύματος υποδοχής και της δυναμικής μεταξύ της ΕΚΤ και των ΕΑΑ, (β) την προώθηση μιας κοινής κουλτούρας στο πλαίσιο του ΕΕΜ και (γ) την απόκτηση χρήσιμων δεξιοτήτων για τον μελλοντικό ρόλο των συμμετεχόντων στις ΜΕΟ.

Στελέχωση επιτόπιων αποστολών

Οι επιτόπιες επιθεωρήσεις προγραμματίζονται και στελεχώνονται σε στενή συνεργασία με τις ΕΑΑ, από τις οποίες προέρχεται η πλειονότητα των επικεφαλής και των μελών των αποστολών.

Προκειμένου να ανταποκριθεί σε σύσταση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία αναλαμβάνει μια πολυετή προσπάθεια αύξησης του ποσοστού των διασυνοριακών[86] και μικτών κλιμακίων[87] στις επιτόπιες αποστολές. Μέσω της πρωτοβουλίας αυτής επιδιώκεται σειρά στόχων:

  • να εναρμονιστεί η εφαρμογή της μεθοδολογίας για τη διεξαγωγή επιτόπιων επιθεωρήσεων και να εξαπλωθεί η τεχνογνωσία που έχει αποκτηθεί από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία,
  • να διασφαλιστεί η ποιότητα των αποστολών και η ίση μεταχείριση των ΣΙ, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις τοπικές ιδιαιτερότητες,
  • να σχηματιστεί μια συμπληρωματική εικόνα της κατάστασης μιας τράπεζας από την οπτική γωνία στελεχών που δεν προέρχονται από την ΕΑΑ της αντίστοιχης χώρας,
  • να προαχθεί το ομαδικό πνεύμα μεταξύ των στελεχών στις επιτόπιες επιθεωρήσεις και να δημιουργηθεί μια κοινή κουλτούρα ως προς τις επιτόπιες επιθεωρήσεις,
  • να ενισχυθεί η φήμη και η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας.

Προκειμένου να ενισχυθούν οι διασυνοριακές και μικτές αποστολές, διατίθενται διάφορες επιλογές στους επιθεωρητές των ΕΑΑ. Οι τελευταίοι μπορούν ιδίως να επιλέξουν να αποσπαστούν στην ΕΚΤ καθ’ όλη τη διάρκεια της διασυνοριακής ή μικτής αποστολής. Στην περίπτωση αυτή, συνάπτουν σύμβαση ΕΣΚΤ/ΙΟ με την ΕΚΤ (αντί να παραμείνουν υπό το εργασιακό καθεστώς της ΕΑΑ στην οποία υπάγονται), ενώ ο μισθός και οι δαπάνες μετακίνησης και διαμονής καλύπτονται από την ΕΚΤ. Αυτή η δυνατότητα άρχισε να εφαρμόζεται το 2018 και έκτοτε χρησιμοποιείται ευρέως: το 2019 συνήφθησαν 186 συμβάσεις ΕΣΚΤ/ΙΟ με επιθεωρητές από ΕΑΑ για διασυνοριακές και μικτές αποστολές, ενισχύοντας την ανταλλαγή στελεχών εντός της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Μέσω τέτοιων συμβάσεων οι ΕΑΑ διέθεσαν 61,3 ΙΠΑ για την υποστήριξη των εν λόγω αποστολών. Έτσι, η ΕΚΤ και οι ΕΑΑ μπόρεσαν να στελεχώσουν συνολικά 73 διασυνοριακές αποστολές και 19 μικτές αποστολές σε όλες τις χώρες που συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό το 2019.

Τα μέλη των κλιμακίων επιθεώρησης με συμβάσεις ΕΣΚΤ/ΙΟ εργάζονται υπό ισοδύναμους όρους απασχόλησης. Αυτό διευκολύνει την προώθηση πνεύματος συνεργασίας χωρίς αποκλεισμούς και τη δημιουργία κοινής κουλτούρας ως προς τις επιτόπιες επιθεωρήσεις. Βελτιώνει επίσης τη δυνατότητα αμοιβαίας αντικατάστασης των επιτόπιων επιθεωρητών σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Για παράδειγμα, εάν παρατηρηθεί έλλειψη συγκεκριμένης εμπειρογνωμοσύνης σε ορισμένο τομέα, το κενό μπορούν να καλύψουν εμπειρογνώμονες από άλλη εποπτική αρχή.


5.5 Εφαρμογή του Κώδικα Συμπεριφοράς

Σύμφωνα με το άρθρο 19(3) του Κανονισμού ΕΕΜ, η ΕΚΤ απαιτείται να διαθέτει Κώδικα Συμπεριφοράς για το προσωπικό και τα διοικητικά στελέχη της που εμπλέκονται στην τραπεζική εποπτεία, με ιδιαίτερη αναφορά σε ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων. Οι συναφείς διατάξεις περιέχονται στο Πλαίσιο Δεοντολογίας της ΕΚΤ, για την εφαρμογή του οποίου είναι υπεύθυνο το Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης (ΓΣΔ).

Στη διάρκεια του 2019 το ΓΣΔ συνέχισε τις προσπάθειες να διαμορφώσει μια ισχυρή κουλτούρα δεοντολογικής συμπεριφοράς σε ολόκληρο το ΕΣΚΤ και την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, και να συμβάλει στη συνεχή εναρμόνιση των δεοντολογικών προτύπων και πρακτικών υλοποίησης μέσω της Ομάδας Δράσης Δεοντολογίας και Συμμόρφωσης (ΟΔΔΣ). Εντός της ΕΚΤ, όλα τα νεοπροσλαμβανόμενα στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ παρακολούθησαν ένα υποχρεωτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης εξ αποστάσεως και κλήθηκαν να βελτιώσουν την ευαισθητοποίησή τους σε ζητήματα δεοντολογίας μέσω ειδικών εργαστηρίων. Επιπλέον, το ΓΣΔ ανταποκρίθηκε σε περίπου 1.850 αιτήματα για ευρύ φάσμα θεμάτων, από τα οποία τα μισά σχεδόν υποβλήθηκαν από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Περισσότερο από το 40% αυτών των αιτημάτων αφορούσε τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές του προσωπικού και ακολουθούσαν αιτήματα σχετικά με περιορισμούς μετά τη λήξη της απασχόλησης και θέματα σύγκρουσης συμφερόντων (βλ. Διάγραμμα 26).

Διάγραμμα 26

Κατηγορίες αιτημάτων προς το ΓΣΔ που υποβλήθηκαν το 2019 από στελέχη της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ

Πηγή: ΕΚΤ.

Εκτός από την παροχή συμβουλών σε όλο το προσωπικό της ΕΚΤ σε ζητήματα δεοντολογίας, το ΓΣΔ διοργάνωσε επίσης ασκήσεις παρακολούθησης της συμμόρφωσης σχετικά με τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές των υπαλλήλων. Παρόλο που στις ασκήσεις εντοπίστηκαν λίγες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, εκ των οποίων περίπου το 25% αφορούσε υπαλλήλους της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, καμία δεν αφορούσε εκ προθέσεως παράπτωμα ή άλλη σοβαρή περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Από τους υπαλλήλους του τομέα της τραπεζικής εποπτείας που παραιτήθηκαν στη διάρκεια του 2019, σε δύο περιπτώσεις απαιτήθηκε μεταβατική περίοδος σύμφωνα με το Πλαίσιο Δεοντολογίας.

Με την έναρξη ισχύος του Ενιαίου κώδικα συμπεριφοράς ανωτάτων λειτουργών της ΕΚΤ την 1η Ιανουαρίου 2019, η Επιτροπή Δεοντολογίας της ΕΚΤ εξέτασε τις πρόσφατα καθιερωθείσες Δηλώσεις συμφερόντων που υποβάλλουν όλα τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου. Στη συνέχεια οι συμπληρωμένες δηλώσεις δημοσιεύθηκαν στον δικτυακό τόπο της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Επιπλέον, η Επιτροπή εξέδωσε 17 γνώμες σχετικά με ανώτατους λειτουργούς της ΕΚΤ στον τομέα της τραπεζικής εποπτείας, η πλειονότητα των οποίων αφορούσε σύγκρουση συμφερόντων.

Η συνεργασία μεταξύ εποπτικών αρχών και η οικοδόμηση εταιρικής και δεοντολογικής κουλτούρας στους κόλπους της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας ενισχύθηκαν περαιτέρω μέσω της ΟΔΔΣ. Έχει γίνει κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών και φορέας ενίσχυσης της συνεκτικής εφαρμογής του Ενιαίου Κώδικα σε ολόκληρο τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό.


5.6 Εφαρμογή της αρχής του διαχωρισμού μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων

Το 2019 η αρχή του διαχωρισμού μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων εφαρμόστηκε κυρίως σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών τομέων πολιτικής.[88]

Σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39 σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της ΕΚΤ[89], αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιήθηκε με βάση την αρχή του αναγκαίου: κάθε τομέας πολιτικής κλήθηκε να αποδείξει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων πολιτικής του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες δόθηκε απευθείας από τη λειτουργία πολιτικής της ΕΚΤ που κατείχε τις πληροφορίες. Αυτό έγινε με βάση την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση πρόσβασης σε πληροφορίες που αφορούν ανωνυμοποιημένα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν είναι ευαίσθητες από την άποψη της χάραξης πολιτικής απευθείας από τις λειτουργίες πολιτικής. Η παρέμβαση της Εκτελεστικής Επιτροπής για την επίλυση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων δεν κατέστη αναγκαία.

Ωστόσο, σύμφωνα με την Απόφαση ΕΚΤ/2014/39, η παρέμβαση της Εκτελεστικής Επιτροπής απαιτήθηκε σε λίγες περιπτώσεις προκειμένου να επιτραπεί η ανταλλαγή μη ανωνυμοποιημένων πληροφοριών που αφορούσαν επιμέρους τράπεζες ή αξιολογήσεων που είναι ευαίσθητες από την άποψη της χάραξης πολιτικής. Πρόσβαση στα δεδομένα δόθηκε μόνο σε όσους ήταν απαραίτητη μετά από αξιολόγηση κάθε επιμέρους περίπτωσης και για περιορισμένο χρόνο, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής ότι οι πληροφορίες παρέχονται μόνο σε όσους εκάστοτε είναι απαραίτητο να τις γνωρίζουν.

Ο διαχωρισμός σε επίπεδο λήψης αποφάσεων δεν δημιούργησε ανησυχία και δεν απαιτήθηκε η παρέμβαση της Επιτροπής Μεσολάβησης.


5.7 Πλαίσιο υποβολής πληροφοριών και διαχείριση πληροφοριών

5.7.1 Εξελίξεις στο πλαίσιο υποβολής πληροφοριών

Σύμφωνα με το άρθρο 140(4) του Κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την οργάνωση των διαδικασιών που αφορούν τη συλλογή και αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων που υποβάλλουν οι εποπτευόμενες οντότητες.[90] Βασικός σκοπός είναι να εξασφαλίζεται ότι οι εποπτικές αρχές χρησιμοποιούν αξιόπιστες και έγκαιρες εποπτικές πληροφορίες.

Πρόσθετοι έλεγχοι ποιότητας δεδομένων δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που εφαρμόζει για την αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων, το 2019 η ΕΚΤ επικαιροποίησε τον κατάλογο πρόσθετων ελέγχων ποιότητας δεδομένων που εκπονήθηκε από κοινού με τις ΕΑΑ και διατίθεται στον δικτυακό τόπο της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Σκοπός αυτών των ελέγχων είναι να συμπληρωθούν οι κανόνες επαλήθευσης που δημοσιεύει η ΕΑΤ και να ενισχυθεί η ποιότητα των εποπτικών πληροφοριών. Επίσης το 2019 η ΕΚΤ άρχισε να δημοσιοποιεί το αποτέλεσμα της εκ μέρους της αξιολόγησης της ποιότητας των δεδομένων όσον αφορά τα εποπτικά δεδομένα, τα οποία διαβιβάζονται σύμφωνα με τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα της ΕΑΤ. Τα αποτελέσματα δημοσιεύονται σε τριμηνιαία βάση και είναι διαθέσιμα στο κοινό σε συγκεντρωτικό επίπεδο στην ενότητα για τα εποπτικά δεδομένα του δικτυακού τόπου της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ.

Συγκεντρωτικά εποπτικά δεδομένα και επιλεγμένα δημοσιοποιούμενα στοιχεία βάσει του Πυλώνα 3 δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία

Το 2019 η ΕΚΤ αύξησε περαιτέρω τη διαφάνεια και διαθεσιμότητα των εποπτικών δεδομένων που δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Πρώτον, η ΕΚΤ καθιέρωσε την έκδοση ενός τριμηνιαίου δελτίου τύπου στο οποίο αποτυπώνονται οι τάσεις βασικών δεικτών σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και τη ρευστότητα. Επιπλέον, η ΕΚΤ ανεβάζει πλέον τα συγκεντρωτικά εποπτικά δεδομένα στη βάση Statistical Data Warehouse (SDW), επιτρέποντας στους χρήστες να κατεβάσουν εύκολα χρονοσειρές. Τέλος, η ΕΚΤ συνέχισε τη διευρυμένη δημοσίευση πληροφοριών στο πλαίσιο του Πυλώνα 3 ανά τράπεζα: εκτός από τους τρεις δείκτες φερεγγυότητας και μόχλευσης που γνωστοποιούν τα ΣΙ στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης στις 19 χώρες της ζώνης του ευρώ, το 2019 δημοσιεύθηκαν επίσης, για όλα τα παγκοσμίως συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII) και τα λοιπά συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (O-SII), ο πίνακας παρουσίασης στοιχείων (EU-LIQ1) για τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR), που αφορά τα ποσά των ρευστών διαθεσίμων υψηλής ποιότητας, τις εκροές και εισροές μετρητών και την ανάλυση των αντίστοιχων ποσών.

Το 2019 έγιναν περαιτέρω εργασίες για την ενοποίηση των δεδομένων

Έγινε επίσης πρόοδος σχετικά με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της υποβολής στοιχείων και τη μείωση του σχετικού φόρτου εργασίας των τραπεζών. Πρώτον, το Λεξικό για την Ενοποιημένη Υποβολή Στοιχείων εκ μέρους των Τραπεζών (Βanks’ Integrated Reporting Dictionary – BIRD)[91] ενισχύθηκε περαιτέρω ώστε να περιλάβει στη βάση δεδομένων του στοιχεία σχετικά με τις απαιτήσεις όσον αφορά τη σύσταση βαρών επί στοιχείων ενεργητικού, τα σχέδια εξυγίανσης και την έκδοση 2.8 του πλαισίου FINREP. Σε τελική φάση βρίσκεται επίσης η εισαγωγή στοιχείων πιστωτικού κινδύνου του πλαισίου COREP σύμφωνα με την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (internal ratings-based – IRB) και την τυπική προσέγγιση (standard approach – SA), καθώς και στοιχείων για τις τιτλοποιήσεις και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του πλαισίου FINREP. Η χρησιμοποίηση του επιπέδου εισαγωγής δεδομένων του BIRD για την υποβολή των διαφόρων στοιχείων που απαιτούνται, όπως περιγράφεται στο λεξικό, υποβάλλεται σε δοκιμές για να διορθωθούν πιθανές ασυνέπειες και να αποδειχθεί η εγκυρότητα και η λειτουργικότητα του BIRD.

Η ΕΚΤ υποστηρίζει επίσης την ΕΑΤ στο έργο που έχει αναλάβει βάσει του άρθρου 430(γ) του αναθεωρημένου Κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRR II) να αξιολογήσει τη σκοπιμότητα ενός ολοκληρωμένου συστήματος συλλογής στατιστικών δεδομένων, δεδομένων εξυγίανσης και δεδομένων προληπτικής εποπτείας. Ένα τέτοιο ολοκληρωμένο σύστημα θα έπρεπε να αποσκοπεί στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της υποβολής στοιχείων με τη χρήση κοινών ορισμών και την αποφυγή επικαλύψεων, τη βελτίωση της ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ αρχών και την αναβάθμιση της ποιότητας των δεδομένων.

5.7.2 Το σύστημα διαχείρισης πληροφοριών του ΕΕΜ

Οι εποπτικές αρχές βασίζονται στο Σύστημα διαχείρισης πληροφοριών του ΕΕΜ (IMAS) για να υποστηρίξουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Το IMAS είναι μια κοινή πληροφοριακή πλατφόρμα που επιτρέπει στις εποπτικές αρχές να ανταλλάσσουν πληροφορίες, ασχέτως του αν βρίσκονται στην ΕΚΤ ή σε εθνική αρμόδια αρχή και του αν ανήκουν σε ΜΕΟ ή σε ειδική λειτουργία. Έτσι, το IMAS διευκολύνει την εφαρμογή της προσέγγισης του ενός κλιμακίου και συμβάλλει στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τη σχετική πολιτική δικαιωμάτων πρόσβασης. Το IMAS συμβάλλει στην αποδοτικότητα και την εναρμόνιση των εποπτικών δραστηριοτήτων με την εφαρμογή διαδικασιών όπως η ΕΔΕΑ, οι επιτόπιες επιθεωρήσεις και η διαδικασία χορήγησης αδειών, με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα μέσω αυτόματων ροών εργασίας που εντοπίζουν και καταγράφουν όλες τις συναφείς πληροφορίες. Έτσι εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα μεταξύ τραπεζών και υποστηρίζονται οι οριζόντιες αναλύσεις.

Μια νέα βάση δεδομένων με την ονομασία IDRA (IMAS Data Reporting and Analysis) επιτρέπει την ευέλικτη πρόσβαση σε εποπτικά δεδομένα και έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες διαχείρισης πληροφοριών για όλους τους χρήστες του IMAS, υποστηρίζοντας έτσι την προηγμένη ανάλυση.

5.7.3 Πλατφόρμα προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και εφαρμογή OSI Credit

Οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και οι εξετάσεις φακέλων πιστοδοτήσεων που διενεργούν οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές υποστηρίζονται από ειδικό πληροφοριακό σύστημα με την ονομασία STAR (Αναφορά αποτελεσμάτων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων). Η πλατφόρμα STAR παρέχει πλήρη υποστήριξη για όλα τα στάδια των διαδικασιών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, από τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων μέχρι την εκ των υστέρων παροχή σχολίων στα συμμετέχοντα ιδρύματα. Βελτιώνει την αποδοτικότητα με την αυτοματοποίηση των διαδικασιών και την υποστήριξη της ανάλυσης των αποτελεσμάτων της προσομοίωσης και επιτρέπει σε χρήστες από την ΕΚΤ, από τις εθνικές αρμόδιες αρχές και τα συμμετέχοντα ιδρύματα να εργάζονται σε μια κεντρική ηλεκτρονική πλατφόρμα που είναι ασφαλής και συμμορφώνεται με την πολιτική δικαιωμάτων πρόσβασης του ΕΕΜ.

Η υποδομή STAR υποστηρίζει επίσης την εφαρμογή OSI Credit (επιτόπιες επιθεωρήσεις πιστοδοτήσεων), η οποία έχει αναπτυχθεί με σκοπό τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της εναρμόνισης των αποστολών που αφορούν τον πιστωτικό κίνδυνο. Συμβάλλει στα διάφορα στάδια των αποστολών ελέγχου του πιστωτικού κινδύνου, αυτοματοποιεί τη ροή εργασιών, παράγει αναφορές και παρέχει μια πλατφόρμα για περαιτέρω ανάλυση των δανειακών χαρτοφυλακίων.


6 Αναφορά για την εκτέλεση του προϋπολογισμού

6.1 Δαπάνες για το 2019

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕΜ, η ΕΚΤ πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τα εποπτικά της καθήκοντα. Αυτοί οι πόροι χρηματοδοτούνται μέσω της επιβολής εποπτικού τέλους στις οντότητες που υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΚΤ.

Οι δαπάνες για την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων προσδιορίζονται χωριστά εντός του προϋπολογισμού της ΕΚΤ. Η αρμοδιότητα για θέματα που αφορούν τον προϋπολογισμό έχει ανατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Αυτό εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΚΤ κατόπιν πρότασης της Εκτελεστικής Επιτροπής και σε διαβούλευση με τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου για θέματα που συνδέονται με την τραπεζική εποπτεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο επικουρείται από την Επιτροπή Προϋπολογισμού (BUCOM), η οποία αποτελείται από μέλη που προέρχονται από όλες τις ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος και την ΕΚΤ. Η BUCOM επικουρεί το Διοικητικό Συμβούλιο παρέχοντάς του αξιολογήσεις των εκθέσεων κατάρτισης και παρακολούθησης του προϋπολογισμού της ΕΚΤ.

Οι δαπάνες το 2019 ήταν σε γενικές γραμμές σύμφωνες με τις εκτιμήσεις

Οι δαπάνες που βαρύνουν την ΕΚΤ σε σχέση με την εκτέλεση καθηκόντων που συνδέονται με την εποπτεία αφορούν κυρίως τις άμεσες δαπάνες των Γενικών Διευθύνσεων της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ. Η εποπτική λειτουργία βασίζεται και στις κοινές υπηρεσίες που παρέχονται από τις υπάρχουσες υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ. Οι υπηρεσίες αυτές αφορούν μεταξύ άλλων τις κτιριακές εγκαταστάσεις, τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, διοικητικές υπηρεσίες, την κατάρτιση προϋπολογισμού και την άσκηση ελέγχου, λογιστικές, νομικές, επικοινωνιακές και μεταφραστικές υπηρεσίες, την εσωτερική επιθεώρηση, τη στατιστική και τις υπηρεσίες πληροφορικής.

Τον Απρίλιο του 2019 το Διοικητικό Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με το ποσό που θα ανακτηθεί μέσω των εποπτικών τελών το 2019. Σύμφωνα με την απόφαση, οι ετήσιες δαπάνες που συνδέονται με την τραπεζική εποπτεία εκτιμήθηκαν σε 559,0 εκατ. ευρώ.[92] Στο τέλος του 2019 οι δαπάνες της ΕΚΤ σε σχέση με τα εποπτικά της καθήκοντα ήταν 537,0 εκατ. ευρώ (βλ. Πίνακα 6). Οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ήταν μειωμένες κατά 4% σε σχέση με την εκτίμηση που γνωστοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2019, γεγονός που σηματοδοτεί πρόοδο προς μεγαλύτερη σταθερότητα του προγραμματισμού δαπανών. Το πλεόνασμα που προκύπτει, ύψους 22,0 εκατ. ευρώ, θα συμψηφιστεί πλήρως με το συνολικό ποσό των τελών που θα επιβληθούν το 2020, το οποίο, σύμφωνα με το αναθεωρημένο πλαίσιο για τα εποπτικά τέλη, θα τιμολογηθεί εκ των υστέρων[93] το 2021.

Πίνακας 6

Κόστος των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ανά λειτουργία

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Η ΕΚΤ ομαδοποιεί τις δαπάνες της χρησιμοποιώντας ταξινόμηση βάσει λειτουργιών, ώστε να είναι δυνατός ο διαχωρισμός τους. Για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ, οι κύριες κατηγορίες με βάση τις δραστηριότητες είναι οι εξής:

  • άμεση εποπτεία σημαντικών τραπεζών ή τραπεζικών ομίλων,
  • επίβλεψη της εποπτείας λιγότερο σημαντικών τραπεζών ή τραπεζικών ομίλων (έμμεση εποπτεία),
  • εκτέλεση οριζόντιων καθηκόντων και εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Η ταξινόμηση γίνεται με βάση το κόστος που βαρύνει τις υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ που είναι αρμόδιες για τα αντίστοιχα εποπτικά καθήκοντα. Για κάθε κατηγορία, τα μεγέθη κόστους που αναφέρονται περιλαμβάνουν το αναλογούν τμήμα των κοινών υπηρεσιών που παρέχουν οι υποστηρικτικές υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ χρησιμοποιεί αυτές τις ταξινομήσεις και για τον επιμερισμό του ετήσιου κόστους που θα ανακτηθεί από τα ετήσια εποπτικά τέλη, τα οποία θα καταβάλουν οι εποπτευόμενες οντότητες με βάση το αν χαρακτηρίζονται σημαντικές ή λιγότερο σημαντικές για εποπτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία επιμερισμού των ετήσιων εποπτικών τελών που προβλέπεται στο άρθρο 8 του Κανονισμού σχετικά με τα Εποπτικά Τέλη, το κόστος που συνδέεται με οριζόντια καθήκοντα και εξειδικευμένες υπηρεσίες επιμερίζεται αναλογικά με βάση το πλήρες κόστος της εποπτείας των σημαντικών εποπτευόμενων ιδρυμάτων και το κόστος επίβλεψης της εποπτείας των λιγότερο σημαντικών εποπτευόμενων ιδρυμάτων αντίστοιχα.

Η κατηγορία “άμεση εποπτεία σημαντικών τραπεζών ή τραπεζικών ομίλων” περιλαμβάνει κυρίως το κόστος της συμμετοχής της ΕΚΤ στις Μικτές Εποπτικές Ομάδες και το κόστος των επιτόπιων επιθεωρήσεων. Περιλαμβάνει επίσης τις δαπάνες που συνδέονται με το έργο της TRIM. Η επίβλεψη της εποπτείας των λιγότερο σημαντικών τραπεζών ή τραπεζικών ομίλων καλύπτει δραστηριότητες επίβλεψης και καθήκοντα αδειοδότησης. Τα οριζόντια καθήκοντα και οι εξειδικευμένες υπηρεσίες περιλαμβάνουν δραστηριότητες όπως το έργο της Γραμματείας του Εποπτικού Συμβουλίου, μακροπροληπτικά καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που συνδέονται με τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, στατιστικές υπηρεσίες και ειδικές νομικές υπηρεσίες.

Πίνακας 7

Κόστος της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ ανά κατηγορία δαπανών

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Το μεγαλύτερο ποσοστό του κόστους των εποπτικών δραστηριοτήτων αφορά μισθούς και επιδόματα, μαζί με το συναφές κόστος για μισθώματα και συντήρηση κτιρίων και άλλες δαπάνες προσωπικού, π.χ. για υπηρεσιακά ταξίδια και επιμόρφωση.

Το 2019 οι πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 4% σε σύγκριση με το 2018. Η άνοδος αυτή αποδίδεται πρωτίστως στην αύξηση της εγκεκριμένης δύναμης προσωπικού της ΕΚΤ. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε αντίστοιχη άνοδο του κόστους κτιριακών εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων όπως υπηρεσιακά ταξίδια.

Πέραν των εσωτερικών της πόρων, η ΕΚΤ χρησιμοποιεί και εξωτερικούς συμβούλους, οι οποίοι παρέχουν εξειδικευμένη γνώση ή ολοκληρωμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες υπό την καθοδήγηση εξειδικευμένων στελεχών της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση προσωρινών ελλείψεων σε πόρους. Συνολικά, το 2019 η ΕΚΤ δαπάνησε 68,7 εκατ. ευρώ σε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε σχέση με τα κύρια εποπτικά της καθήκοντα, δηλ. 7,1 εκατ. ευρώ λιγότερα σε σύγκριση με το 2018. Η μεγαλύτερη μεμονωμένη δραστηριότητα για την οποία χρειάστηκε υποστήριξη από εξωτερικό σύμβουλο ήταν η TRIM και το κόστος εξωτερικής υποστήριξης ανήλθε σε 34,9 εκατ. ευρώ για το 2019. Το έργο για την TRIM θα ολοκληρωθεί σύντομα, ενώ ορισμένες δραστηριότητες θα μετατραπούν σε τακτικά καθήκοντα από το 2020. Επίσης το 2019 δαπανήθηκαν 21,4 εκατ. ευρώ σε εξωτερικούς πόρους για τις συνολικές αξιολογήσεις, ενώ άλλα 2,1 εκατ. ευρώ δαπανήθηκαν στις προετοιμασίες για το Brexit. Οι υπόλοιπες δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες διατέθηκαν πρωτίστως για την εκτέλεση “τακτικών” καθηκόντων επιτόπιας εποπτείας, μεταξύ άλλων διασυνοριακές αποστολές. Περισσότερες πληροφορίες για τις εν λόγω δραστηριότητες υπάρχουν στο Κεφάλαιο 1.

Οι προοπτικές για τα εποπτικά τέλη το 2020

Η ΕΚΤ δεσμεύεται στη βιώσιμη διαχείριση του κόστους κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων

Μετά από πέντε έτη λειτουργίας, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία βρίσκεται στο στάδιο της μετάβασης από τη φάση ίδρυσης προς την ωριμότητα. Ως εκ τούτου, το κόστος της τραπεζικής εποπτείας εξελίχθηκε. Στην επόμενη φάση η ΕΚΤ θα επικεντρωθεί στη βιώσιμη διαχείριση του κόστους. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ΕΚΤ δεσμεύεται να επιδιώκει με κάθε τρόπο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας σε συνεχή βάση με τη χρήση εσωτερικών πόρων όπου αυτό είναι δυνατόν, διατηρώντας αυστηρή πειθαρχία ως προς τη διάθεση πόρων και βελτιώνοντας διαρκώς την παραγωγικότητα. Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι κάτι τέτοιο μπορεί να απαιτήσει μια αρχική επένδυση. Η ΕΚΤ ανέλαβε αυτή τη δέσμευση στην προσπάθεια να επιτύχει σταθερότητα του κόστους μεσοπρόθεσμα.

Το 2019 το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε καθαρή αύξηση κατά 112,5 ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ) για το 2020 – 59,5 ΙΠΑ για τις κύριες υπηρεσιακές μονάδες της τραπεζικής εποπτείας και 53 ΙΠΑ για τις συναφείς κοινές υπηρεσίες. Σε συμφωνία με τη στρατηγική σταθεροποίησης του κόστους, στους αριθμούς αυτούς περιλαμβάνονται 44 ΙΠΑ που έχουν εγκριθεί ώστε να χρησιμοποιούνται εσωτερικοί πόροι για την παροχή υπηρεσιών που σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να παρασχεθούν από εξωτερικό σύμβουλο (ιδίως για υπηρεσίες πληροφορικής που υποστηρίζουν την υποβολή στοιχείων και τη διαχείριση πληροφοριών). Επί του παρόντος εξετάζονται και άλλα μέτρα αξιοποίησης των εσωτερικών πόρων και ενδέχεται να οδηγήσουν σε αύξηση των ΙΠΑ στο μέλλον.

Έτσι, η αύξηση των δαπανών σε σχέση με τα εποπτικά καθήκοντα θα συνεχιστεί το 2020 και θα διαμορφωθεί σε 12% έναντι του 2019. Η άνοδος του κόστους αποδίδεται εν μέρει (α) στην αναμενόμενη αύξηση του αριθμού των εποπτευόμενων τραπεζών, καθώς ορισμένες χώρες προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών στενής συνεργασίας με την ΕΚΤ και (β) στο Brexit. Παράλληλα, στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης, θα υπάρξει αύξηση του αριθμού ή/και του μεγέθους των εποπτευόμενων τραπεζών και τραπεζικών ομίλων. Συνεπώς, εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμείνουν σταθεροί, τα τέλη ανά τράπεζα ή ανά τραπεζικό όμιλο ενδέχεται να μην αυξηθούν με τον ρυθμό που αυξάνονται οι δαπάνες της ΕΚΤ.

Πίνακας 8

Εκτιμώμενο κόστος της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ το 2020 ανά λειτουργία

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Από την περίοδο επιβολής τελών 2020 και εξής τα εποπτικά τέλη της ΕΚΤ θα υπολογίζονται με βάση τις πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες της τραπεζικής εποπτείας, υπολογιζόμενες αναλογιστικά μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών.

Τα ετήσια εποπτικά τέλη για το 2020, που θα επιβληθούν το 2021, θα γίνουν γνωστά μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών και θα περιλαμβάνουν τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες για το σύνολο του έτους, ύστερα από προσαρμογή για: (α) το πλεόνασμα ύψους 22,0 εκατ. ευρώ που μεταφέρθηκε από το 2019 και (β) ποσά που επιστράφηκαν σε μεμονωμένες τράπεζες ή εισπράχθηκαν από μεμονωμένες τράπεζες για προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών, εισπραχθέντες τόκους επί καθυστερημένων πληρωμών και τέλη μη δυνάμενα να εισπραχθούν. Η καθαρή αξία των εν λόγω προσαρμογών που αφορούν το οικονομικό έτος 2019, αλλά δεν αποτυπώνονται στον εκ των προτέρων υπολογισμό των τελών για το 2019, διαμορφώνεται σε 0,1 εκατ. ευρώ. Τα ποσά για το 2020 θα γίνουν γνωστά μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών.

Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες έως τώρα, αναμένεται ότι το συνολικό ποσό των τελών που θα επιβληθούν το 2021 θα είναι παρόμοιο με το ποσό για το 2019. Η ποσοστιαία κατανομή του συνολικού ποσού τελών που θα επιβληθούν ανά κατηγορία ιδρυμάτων εκτιμάται στο 90% για τα σημαντικά ιδρύματα (ΣΙ) και στο 10% για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΛΣΙ), που αντιστοιχεί στον επιμερισμό των πραγματοποιηθεισών δαπανών για το 2019.

Πίνακας 9

Εκτιμώμενο συνολικό ποσό τελών που θα επιβληθούν το 2020 ανά κατηγορία

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.


6.2 Πλαίσιο εποπτικών τελών για το 2019

Ο Κανονισμός ΕΕΜ και ο Κανονισμός σχετικά με τα Εποπτικά Τέλη συναποτελούν το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου η ΕΚΤ επιβάλλει ετήσιο εποπτικό τέλος για τις δαπάνες που πραγματοποιεί για την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων. Ο Κανονισμός σχετικά με τα Εποπτικά Τέλη θεσπίζει τις μεθόδους για: (α) τον καθορισμό του συνολικού ποσού του ετήσιου εποπτικού τέλους, (β) τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να καταβάλει κάθε εποπτευόμενη τράπεζα και (γ) την είσπραξη του ετήσιου εποπτικού τέλους.

Οι εξελίξεις στην αναθεώρηση του πλαισίου εποπτικών τελών της ΕΚΤ

Το τροποποιημένο πλαίσιο εποπτικών τελών θα ισχύσει από την περίοδο επιβολής τελών 2020 και εξής

Το αποτέλεσμα της αναθεώρησης του πλαισίου εποπτικών τελών της ΕΚΤ δημοσιεύθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 2019. Η ΕΚΤ ξεκίνησε την αναθεώρηση τον Ιούνιο του 2017 με δημόσια διαβούλευση, ζητώντας σχόλια και προτάσεις για τη βελτίωση του πλαισίου. Μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης, η ΕΚΤ ανέλυσε όλα τα σχόλια που έλαβε από το κοινό και διενήργησε τη δική της εσωτερική αναθεώρηση του πλαισίου. Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε με τη μορφή προτάσεων για τη βελτίωση του πλαισίου σε δεύτερη δημόσια διαβούλευση που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2019. Πραγματοποιώντας δύο δημόσιες διαβουλεύσεις, η ΕΚΤ ανέπτυξε ουσιαστικό διάλογο με το κοινό σχετικά με τη μεθοδολογία επιβολής εποπτικών τελών. Η ΕΚΤ εκτιμά τα σχόλια που λαμβάνει και έχει προσπαθήσει να ανταποκριθεί στους προβληματισμούς των επιμέρους συμμετεχόντων όπου αυτό είναι δυνατόν, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι το πλαίσιο επιβολής τελών παραμένει δίκαιο και διαφανές.

Ο τροποποιημένος Κανονισμός και η σχετική Απόφαση ισχύουν για τον υπολογισμό των ετήσιων εποπτικών τελών της περιόδου επιβολής τελών 2020[94]. Οι κυριότερες αλλαγές στο πλαίσιο συνοψίζονται παρακάτω.

Επιβολή εποπτικού τέλους εκ των υστέρων: τα εποπτικά τέλη δεν επιβάλλονται πλέον με βάση τις εκτιμώμενες δαπάνες των εποπτικών εργασιών, αλλά υπολογίζονται με βάση τις πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες της τραπεζικής εποπτείας υπολογιζόμενες αναλογιστικά, μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών.

Έκπτωση επί του ελάχιστου ποσού του τέλους για τα μικρότερα ιδρύματα: το ελάχιστο ποσό του τέλους διαιρείται διά του δύο για τα ΛΣΙ με συνολικό ενεργητικό έως 1 δισεκ. ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία του 2019, το 60% περίπου του συνόλου των ΛΣΙ ωφελείται από αυτή την έκπτωση, η οποία στην πράξη μειώνει τα καταβαλλόμενα τέλη τους κατά ένα ποσοστό 3% έως 50%. Τα εποπτικά τέλη για τα ΛΣΙ που δεν ωφελούνται από την έκπτωση παρουσίασαν σχετικά μικρή αύξηση κατά περίπου 3%.

Επαναχρησιμοποίηση των εποπτικών στοιχείων που διαθέτει η ΕΚΤ: η κατάργηση της χωριστής υποβολής των συντελεστών βάσει των οποίων υπολογίζονται τα εποπτικά τέλη οδηγεί σε βελτίωση της αποδοτικότητας για πάνω από το 90% των εποπτευόμενων οντοτήτων και ομίλων. Οι συντελεστές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα εποπτικά τέλη δεν μπορούν να προκύψουν από τα εποπτικά στοιχεία που αφορούν (α) εποπτευόμενους ομίλους οι οποίοι εξαιρούν στοιχεία ενεργητικού θυγατρικών τους εγκατεστημένων σε μη συμμετέχοντα κράτη-μέλη και τρίτες χώρες κατά τον υπολογισμό του εποπτικού τέλους ή (β) υποκαταστήματα που δεν είναι υπόχρεα υποβολής εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/534[95]. Συνεπώς, τα εν λόγω ιδρύματα υποχρεούνται να συνεχίσουν να υποβάλλουν τους συντελεστές υπολογισμού των εποπτικών τελών μέσω ειδικής διαδικασίας.

Τροποποίηση της απαίτησης υποβολής βεβαίωσης από εξωτερικό ελεγκτή που επαληθεύει το ύψος του ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος: για τα περισσότερα υπόχρεα καταβολής τέλους υποκαταστήματα, η υποχρέωση υποβολής βεβαίωσης από εξωτερικό ελεγκτή που επαληθεύει το ύψος του ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος για τους σκοπούς του υπολογισμού του εποπτικού τέλους της ΕΚΤ ήταν δυσανάλογη προς το πληρωτέο εποπτικό τέλος. Ως εκ τούτου, τα υπόχρεα καταβολής τέλους υποκαταστήματα επιτρέπεται πλέον να υποβάλλουν επιστολή της διοίκησης που να εγκρίνει τον συντελεστή υπολογισμού του τέλους αντί για βεβαίωση του ελεγκτή.

Ειδοποίηση καταβολής εποπτικού τέλους σε όλες τις γλώσσες: η ΕΚΤ θα εκδίδει τις ειδοποιήσεις καταβολής εποπτικού τέλους σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεδομένου ότι το 2020 είναι ένα έτος μετάβασης, τα εποπτικά τέλη για το 2020 δεν θα τιμολογηθούν πριν από το 2021. Τα τέλη για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες για καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας για το οικονομικό έτος 2020 θα τιμολογηθούν το πρώτο εξάμηνο του 2021. Προκειμένου να γίνει η μετάβαση από την εκ των προτέρων στην εκ των υστέρων είσπραξη των τελών, το πλεόνασμα για την περίοδο επιβολής τελών 2019 καθώς και οι προσαρμογές που προκύπτουν από δραστηριότητες που επηρεάζουν τα τέλη το 2019 και δεν συμπεριλήφθηκαν στον υπολογισμό του τέλους για το 2019 θα συνυπολογιστούν στο ποσό που θα επιβληθεί για το 2021.

Η ΕΚΤ θα ενημερώνει τακτικά τα ιδρύματα που είναι υπόχρεα καταβολής εποπτικού τέλους σε όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ώστε να τους εξηγεί τι σημαίνουν πρακτικά αυτές οι αλλαγές, αλλά και να τους βοηθήσει να εξοικειωθούν με τις νέες διαδικασίες.


Συνολικό ποσό που επιβλήθηκε το 2019

Η ΕΚΤ επέβαλε τέλη ύψους 576,0 εκατ. ευρώ για την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων

Τον Απρίλιο του 2019 η ΕΚΤ αποφάσισε ότι το συνολικό ποσό που θα ανακτηθεί μέσω των εποπτικών τελών το 2019 διαμορφώνεται σε 576,0 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό βασίστηκε στις αναμενόμενες δαπάνες για το έτος 2019 ύψους 559,0 εκατ. ευρώ, ύστερα από προσαρμογή για: (α) το έλλειμμα ύψους 15,3 εκατ. ευρώ που μεταφέρθηκε από το 2018 και (β) 1,7 εκατ. ευρώ (σε καθαρή βάση) που επιστράφηκαν σε επιμέρους τράπεζες για προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών.

Το ποσό που θα ανακτηθεί μέσω των ετήσιων εποπτικών τελών διαχωρίζεται σε δύο μέρη, με βάση τη διάκριση των εποπτευόμενων οντοτήτων σε σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά ιδρύματα, σε αντιστοιχία με τους διαφορετικούς βαθμούς έντασης του εποπτικού έργου της ΕΚΤ.

Πίνακας 10

Συνολικά έσοδα από καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.
Σημείωση: Τα γενικά και μερικά σύνολα στον πίνακα ενδέχεται να μην αθροίζονται στο ακέραιο λόγω στρογγυλοποιήσεων.

Όπως εξηγείται στην Ενότητα 6.1, προκύπτει συνολικό πλεόνασμα ύψους 22,0 εκατ. ευρώ μεταξύ των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για τα καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας το 2019 και του ποσού που εκτιμήθηκε κατά το ίδιο έτος. Το πλεόνασμα θα οδηγήσει σε μείωση των εποπτικών τελών που θα επιβληθούν για το 2020.

Μετά τη δημοσίευση του συνολικού ποσού των τελών που θα επιβάλλονταν για το 2019, διαπιστώθηκε ασυμφωνία του ποσού που επιμερίστηκε σε κάθε κατηγορία τραπεζών λόγω της μεταφοράς ελλείμματος από την περίοδο επιβολής τελών 2018. Ως αποτέλεσμα, τα ΣΙ είχαν χρεωθεί κατά 0,7 εκατ. ευρώ περισσότερο και τα ΛΣΙ κατά 0,7 εκατ. ευρώ λιγότερο για το συνολικό τέλος για το 2019. Το γεγονός αυτό έχει ληφθεί υπόψη στο πλεόνασμα που θα οδηγήσει σε μείωση του τέλους για το 2020.

Πίνακας 11

Ποσά από μεταφορά στην περίοδο επιβολής τελών 2020 ανά κατηγορία

(εκατ. ευρώ)

Πηγή: ΕΚΤ.


Εποπτικά τέλη ανά τράπεζα

Σε επίπεδο επιμέρους τραπεζών, τα τέλη υπολογίζονται ανάλογα με τη σπουδαιότητα και το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας, με βάση ετήσια στοιχεία των εποπτευόμενων τραπεζών με ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Το εποπτικό τέλος που υπολογίζεται ανά τράπεζα κατόπιν χρεώνεται μέσω ετήσιων πληρωμών (βλ. Σχήμα 7).

Σχήμα 7

Η μεταβλητή συνιστώσα του εποπτικού τέλους καθορίζεται με βάση τη σπουδαιότητα και το προφίλ κινδύνου της τράπεζας

Το εποπτικό τέλος καθορίζεται στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης εντός των κρατών-μελών που συμμετέχουν στον ΕΕΜ. Αποτελείται από μία μεταβλητή συνιστώσα και μια ελάχιστη συνιστώσα, η οποία ισοκατανέμεται σε όλες τις τράπεζες και βασίζεται στο 10% του συνολικού ποσού προς ανάκτηση.[96]

Το άρθρο 7 του Κανονισμού σχετικά με τα εποπτικά τέλη προβλέπει ότι απαιτείται τροποποίηση του αντίστοιχου εποπτικού τέλους όταν επέρχονται οι εξής μεταβολές στην κατάσταση μιας τράπεζας: (α) μεταβολή του εποπτικού χαρακτηρισμού της εποπτευόμενης οντότητας από σημαντική σε λιγότερο σημαντική ή το αντίστροφο, (β) νέα εποπτευόμενη οντότητα λαμβάνει άδεια λειτουργίας ή (γ) ανακαλείται υπάρχουσα άδεια λειτουργίας. Οι μεταβολές που αφορούν προηγούμενες περιόδους επιβολής τελών και οδήγησαν σε νέες αποφάσεις της ΕΚΤ για τα εποπτικά τέλη αντιστοιχούσαν συνολικά σε 1,8 εκατ. ευρώ το 2019, εκ των οποίων 1,7 εκατ. ευρώ περιλήφθηκαν στα ετήσια εποπτικά τέλη που τιμολογήθηκαν το 2019.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εποπτικά τέλη παρέχονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ σχετικά με την τραπεζική εποπτεία. Οι σχετικές ιστοσελίδες ενημερώνονται τακτικά και δημοσιεύονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.


Άλλα έσοδα που συνδέονται με καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας

Η ΕΚΤ έχει το δικαίωμα να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στις εποπτευόμενες οντότητες για μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους βάσει του κανονιστικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας των τραπεζών (συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ).[97] Τα σχετικά έσοδα δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ετήσιων εποπτικών τελών. Από τον Κανονισμό της ΕΚΤ για τα εποπτικά τέλη προκύπτει ότι ούτε οι αποζημιώσεις προς τρίτους ούτε τα διοικητικά πρόστιμα (κυρώσεις) που πρέπει να καταβάλουν οι εποπτευόμενες οντότητες στην ΕΚΤ επηρεάζουν το εποπτικό τέλος. Οι διοικητικές κυρώσεις στις εποπτευόμενες οντότητες καταγράφονται ως έσοδα στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης της ΕΚΤ. Τα έσοδα από κυρώσεις σε εποπτευόμενες οντότητες το 2019 ανήλθαν σε 7,0 εκατ. ευρώ.[98]


7 Νομικές πράξεις που υιοθετήθηκαν από την ΕΚΤ

Στην παρούσα ενότητα παρατίθενται οι νομικές πράξεις σχετικά με την τραπεζική εποπτεία που υιοθετήθηκαν το 2019 από την ΕΚΤ και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και τον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ. Περιλαμβάνονται νομικές πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1024/2013 και άλλες συναφείς νομικές πράξεις.


7.1 Κανονισμοί της ΕΚΤ

ΕΚΤ/2019/37
Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2155 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5ης Δεκεμβρίου 2019 που τροποποιεί τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1163/2014 σχετικά με τα εποπτικά τέλη (ΕΕ L 327, 17.12.2019, σελ. 70)

Διορθωτικό στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2155 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5ης Δεκεμβρίου 2019, που τροποποιεί τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1163/2014 σχετικά με τα εποπτικά τέλη (ΕΕ L 330, 20.12.2019, σελ. 106)


7.2 Άλλες νομικές πράξεις της ΕΚΤ εκτός των κανονισμών

ΕΚΤ/2019/1
Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 7ης Ιανουαρίου 2019 σχετικά με τις πολιτικές διανομής μερισμάτων (ΕΕ C 11, 11.1.2019, σελ. 1)

EKT/2019/4
Απόφαση (ΕΕ) 2019/322 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 31ης Ιανουαρίου 2019 σχετικά με την κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν εποπτικές εξουσίες χορηγούμενες βάσει εθνικής νομοθεσίας (ΕΕ L 55, 25.2.2019, σελ. 7)

EKT/2019/5
Απόφαση (ΕΕ) 2019/323 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 12ης Φεβρουαρίου 2019 σχετικά με την ανάθεση της έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων που αφορούν εποπτικές εξουσίες χορηγούμενες βάσει εθνικής νομοθεσίας σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων (ΕΕ L 55, 25.2.2019, σελ. 16)

EKT/2019/10
Απόφαση (ΕΕ) 2019/685 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 18ης Απριλίου 2019 σχετικά με το συνολικό ποσό των ετήσιων εποπτικών τελών για το 2019 (EE L 115, 2.5.2019, σελ. 16)

ΕΚΤ/2019/14
Απόφαση (ΕΕ) 2019/976 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 29ης Μαΐου 2019 για τη θέσπιση των αρχών που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό στόχων και την ανταλλαγή στοιχείων αξιολόγησης εντός των μεικτών εποπτικών ομάδων και για την κατάργηση της Απόφασης (ΕΕ) 2017/274 (ΕΕ L 157, 14.6.2019, σελ. 61)

ΕΚΤ/2019/23
Απόφαση (ΕΕ) 2019/1376 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 23ης Ιουλίου 2019 σχετικά με την κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 224, 28.8.2019, σελ. 1)

ΕΚΤ/2019/26
Απόφαση (ΕΕ) 2019/1377 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 31ης Ιουλίου 2019 σχετικά με την ανάθεση της έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων (ΕΕ L 224, 28.8.2019, σελ. 6)

ΕΚΤ/2019/27
Απόφαση (ΕΕ) 2019/1378 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 9ης Αυγούστου 2019 που τροποποιεί την απόφαση (ΕΕ) 2014/16 με την ανάθεση της έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας σε προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων (ΕΕ L 224, 16.2.2018, σελ. 9)

ΕΚΤ/2019/38
Απόφαση (ΕΕ) 2019/2158 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5ης Δεκεμβρίου 2019 σχετικά με τη μεθοδολογία και τις διαδικασίες καθορισμού και συλλογής δεδομένων όσον αφορά τους συντελεστές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα ετήσια εποπτικά τέλη (ΕΕ L 327, 17.12.2019, σελ. 99)

Διορθωτικό στην Απόφαση (ΕΕ) 2019/2158 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5ης Δεκεμβρίου 2019 σχετικά με τη μεθοδολογία και τις διαδικασίες καθορισμού και συλλογής δεδομένων όσον αφορά τους συντελεστές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα ετήσια εποπτικά τέλη (ΕΕ L 330, 20.12.2019, σελ. 105)

Κώδικας συμπεριφοράς ανωτάτων λειτουργών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ C 89, 8.3.2019, σελ. 2)

Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τους ελέγχους όσον αφορά τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ (9.10.2019)

© Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2020

Ταχυδρομική διεύθυνση 60640 Frankfurt am Main, Germany
Τηλέφωνο +49 69 1344 0
Δικτυακός τόπος www.bankingsupervision.europa.eu

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή για εκπαιδευτικούς και μη εμπορικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή.

Τελευταία ημερομηνία για τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση: 31 Δεκεμβρίου 2019.

Για την ορολογία, μπορείτε να συμβουλευθείτε το Γλωσσάριο για τον ΕΕΜ (διαθέσιμο μόνο στα αγγλικά).

HTML ISBN 978-92-899-4167-9, ISSN 2443-583X, doi:10.2866/00891, QB-BU-20-001-EL-Q


[1]Για επισκόπηση των επιδόσεων των ΣΙ το 2018 βλ. “Profitability numbers are looking up, but not enough”, SSM Supervision Newsletter, ECB, August 2019, και για μια ανάλυση με μελλοντική προοπτική βλ. “Profitability: banks expect to remain under pressure”, SSM Supervision Newsletter, ECB, November 2019.
[2]Επισκόπηση των επιδόσεων των ΛΣΙ για το 2018 υπάρχει στην έκθεση Risk report on less significant institutions.
[3]Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. την έρευνα για τις τραπεζικές χορηγήσεις στη ζώνη του ευρώ.
[4]Κανονισμός (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την ελάχιστη κάλυψη ζημιών για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΕΕ L 111, 25.4.2019, σελ. 4).
[5]Η κατηγορία καθυστέρησης αφορά τη χρονική διάρκεια για την οποία το άνοιγμα ταξινομείται ως μη εξυπηρετούμενο (δηλ. το πόσο “παλαιό” είναι). Η κατηγορία καθυστέρησης ενός ΜΕΑ ορίζεται ως ο αριθμός των ημερών (με μετατροπή σε έτη) από την ημερομηνία κατά την οποία ένα άνοιγμα ταξινομήθηκε ως μη εξυπηρετούμενο έως την ημερομηνία της σχετικής υποβολής πληροφόρησης ή αναφοράς του. Τα 2/7 και 3/7/9 έτη αφορούν την κατηγορία καθυστέρησης για την οποία αναμένεται πλήρης εφαρμογή (δηλ. κάλυψη 100%). Πιο συγκεκριμένα, κάλυψη 100% αναμένεται μετά από τρία έτη για τα ανεξασφάλιστα ΜΕΑ, μετά από επτά έτη για ΜΕΑ που εξασφαλίζονται από άλλα περιουσιακά στοιχεία πλην ακινήτων και μετά από εννέα έτη για ΜΕΑ που εξασφαλίζονται με ακίνητα. Προβλέπονται επίσης προσδοκίες κάλυψης για κατηγορίες μικρότερης καθυστέρησης. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Πίνακα 3 στο έγγραφο Ανακοίνωση για τις εποπτικές προσδοκίες κάλυψης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
[6]Για τα τμήματα των ΜΕΑ που είναι εγγυημένα ή ασφαλισμένα από επίσημο οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων, η αναμενόμενη γραμμική πορεία προς την πλήρη εφαρμογή καταργήθηκε, δηλ. σύμφωνα με την αντιμετώπιση των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1, δεν υπάρχουν προσδοκίες κάλυψης για κατηγορία καθυστέρησης μέχρι 7 έτη και η προσδοκία κάλυψης 100% ισχύει για ανοίγματα εξαγωγικών πιστώσεων μετά από 7 έτη από την ταξινόμησή τους ως ΜΕΑ.
[7]Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Ενότητα 4 στο έγγραφο Ανακοίνωση για τις εποπτικές προσδοκίες κάλυψης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
[8]Σύμφωνα με τον χειρισμό των ΜΕΑ βάσει του Πυλώνα 1, “στις περιπτώσεις όπου οι όροι και οι προϋποθέσεις ενός ανοίγματος το οποίο δημιουργήθηκε πριν από τις 26 Απριλίου 2019 τροποποιούνται από το ίδρυμα με τρόπο ο οποίος αυξάνει το άνοιγμα του ιδρύματος στον πιστούχο, το άνοιγμα θεωρείται ότι έχει δημιουργηθεί κατά την ημερομηνία εφαρμογής της τροποποίησης” (βλ. άρθρο 469α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2019/630).
[9]Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Ενότητα 2 στο κείμενο Ανακοίνωση για τις εποπτικές προσδοκίες κάλυψης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
[10]Πρέπει να σημειωθεί ότι οι όροι “μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα” (ΜΕΑ) και “μη εξυπηρετούμενο δάνειο” (ΜΕΔ) χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στο εν λόγω κείμενο, για τους λόγους που εξηγούνται στην υποσημείωση 1 του εγγράφου Ανακοίνωση για τις εποπτικές προσδοκίες κάλυψης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
[11]Η ανάλυση περιλαμβάνει τις άμεσες πωλήσεις ΜΕΔ, τις τιτλοποιήσεις ΜΕΔ που οδηγούν σε διαγραφή τους από τον ενοποιημένο ισολογισμό (λογιστικός διαχωρισμός – deconsolidation) και τις πωλήσεις στοιχείων ενεργητικού υπό κατάσχεση.
[12]Βλ. La Torre, M., Vento, G., Chiappini, H. and Lia, G., “NPL sales and market reactions: who is left empty-handed?”, Bancaria, No 3, March 2019, καθώς και Gasbarro et al. “The Response of Bank Share Prices to Securitization Announcements”, Quarterly Journal of Business and Economics, Vol. 44, No 1, January 2005, σελ. 89-105. Οι La Torre, M. et al. παρατηρούν ότι οι πωλήσεις ΜΕΔ άσκησαν θετική επίδραση στις πωλήτριες τράπεζες στην Ιταλία κατά την περίοδο 2015-17. Η εν λόγω μελέτη δείχνει επίσης ότι η αγορά δεν αντιδρά αρνητικά στην απώλεια αξίας που προκύπτει από την απόκλιση της τιμής πώλησης από την καθαρή λογιστική αξία των ΜΕΔ. Οι Gasbarro et al. δείχνουν ότι προκλήθηκαν εξαιρετικά θετικές επιδράσεις πλούτου μετά τις ανακοινώσεις τιτλοποιήσεων από δείγμα τραπεζών των ΗΠΑ, οι οποίες διέθεταν ομόλογα με υψηλή διαβάθμιση και χαρακτηρίζονταν από υψηλό επίπεδο χρηματοοικονομικής μόχλευσης, χαμηλές λειτουργικές δαπάνες και υψηλή συχνότητα έκδοσης.
[13]Η μεθοδολογία ανάλυσης συμβάντων βασίζεται στο μοντέλο που δημοσίευσαν οι Fama et al. το 1969 (βλ. Fama E.F., Fisher L., Jensen M.C. and Roll R., “The Adjustment of Stock Prices to New Information”, International Economic Review, Vol. 10, No 1, 1969, σελ. 1-21). Πρώτον, προσδιορίστηκαν τα “συμβάντα”. Δεύτερον, υπολογίστηκαν οι μη κανονικές αποδόσεις, αφαιρώντας τις προσδοκώμενες κανονικές αποδόσεις που θα είχαν προκύψει χωρίς την ανακοίνωση για τη διάθεση ΜΕΔ, από τις πραγματοποιηθείσες αποδόσεις των μετοχών των τραπεζών. Τρίτον, υπολογίστηκε η συνολική μη κανονική απόδοση (CAR) αθροίζοντας τις επιμέρους μη κανονικές αποδόσεις, ώστε να μετρηθεί η συνολική επίδραση της διάθεσης σε συγκεκριμένη περίοδο (event window). Τέλος, υπολογίστηκαν οι σωρευτικές μέσες μη κανονικές αποδόσεις (CAAR). Αυτές αντιπροσώπευαν τις μέσες τιμές όλων των συμβάντων του δείγματος, δηλ. τον μέσο όρο των αντιδράσεων της χρηματιστηριακής αγοράς (ως ποσοστό) στα δελτία τύπου. Για να επαληθευτεί η στατιστική σημαντικότητα των αποδόσεων CAAR, χρησιμοποιήθηκαν δύο στατιστικοί παραμετρικοί έλεγχοι: (α) ο παραμετρικός διαστρωματικός έλεγχος t και (β) ο έλεγχος κατά Boehmer, Musumeci και Poulsen το 1991, ο οποίος είναι ανθεκτικός στη μεταβλητότητα (variance) που προκαλεί το εκάστοτε συμβάν (βλ. Boehmer, E., Musumeci, J. and Poulsen, A.B., “Event-study methodology under conditions of event-induced variance”, Journal of Financial Economics, Vol. 30, No 2, 1991, σελ. 253-272).
[14]Το συνολικό δείγμα περιλαμβάνει 135 συμβάντα που σχετίζονται με δελτία τύπου περί της διάθεσης ΜΕΔ, τα οποία δημοσιεύθηκαν την περίοδο 2015-19 από 31 εισηγμένα σε χρηματιστήριο ΣΙ και ΛΣΙ του ΕΕΜ.
[15]Ως διάθεση μεγάλης αξίας ορίζεται η διάθεση μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού ακαθάριστης λογιστικής αξίας άνω των 320 εκατ. ευρώ, δηλ. άνω της διαμέσου όλων των συναλλαγών διάθεσης ΣΙ και ΛΣΙ του ΕΕΜ την περίοδο 2015-19.
[16]Το πρόγραμμα εγγύησης για την τιτλοποίηση μη εξυπηρετούμενων δανείων τραπεζών (Garanzia Cartolarizzazione Sofferenze – GACS) αποτελεί κρατική εγγύηση που εξασφαλίζει ότι οι οργανισμοί τιτλοποίησης της Ιταλίας (φορείς ειδικού σκοπού – SPV) θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με τιτλοποιημένες απαιτήσεις υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας που εκδίδουν (στο πλαίσιο πράξεων τιτλοποίησης ΜΕΔ).
[17]Το 70% των δελτίων τύπου για τη διάθεση ΜΕΔ τα οποία δημοσιεύθηκαν από ιρλανδικά πιστωτικά ιδρύματα του δείγματος που εξετάστηκε στην ανάλυση συμβάντος ανέφεραν ευνοϊκή επίδραση στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του δείγματος.
[18]Βλ. Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 6ης Δεκεμβρίου 2019 σχετικά με πρόγραμμα παροχής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων (CON/2019/42) και Ν. 4649/2019 (ΦΕΚ Α 2016 της 12.12.2019).
[19]Σύμφωνα με εσωτερικά στοιχεία της ΕΚΤ και τα εποπτικά τραπεζικά στοιχεία της ΕΚΤ, εάν εξεταστούν μόνο τα ΣΙ του ΕΕΜ, από το δ΄ τρίμηνο του 2014 έως το β΄ τρίμηνο του 2019 ο δείκτης ΜΕΔ μειώθηκε από 17,1% σε 8,0% για τα ΣΙ της Ιταλίας, από 23,9% σε 4,1% για τα ΣΙ της Ιρλανδίας, από 8,0% σε 3,5% για τα ΣΙ της Ισπανίας, από 39,68% σε 39,24% για τα ΣΙ της Ελλάδος, από 50,8% σε 18,6% για τα ΣΙ της Κύπρου και από 17,15% σε 10,59% για τα ΣΙ της Πορτογαλίας.
[20]Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα διάφορα επίπεδα διασφάλισης ποιότητας που περιλαμβάνει η TRIM βλ. “TRIM: reviewing internal models”, SSM Supervision Newsletter, ECB, November 2018.
[21]Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις εποπτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε συνέχεια των επιτόπιων διερευνήσεων για τους σκοπούς της TRIM θα διατίθενται στο πλαίσιο της επικοινωνίας που αφορά την οριστικοποίηση του έργου.
[22]Δεν περιλαμβάνονται επιτόπιες διερευνήσεις που ματαιώθηκαν.
[23]Δεν περιλαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν συμπληρωματικές διατάξεις προηγούμενων αποφάσεων.
[24]Η ΕΚΤ έχει προσδιορίσει όρια ώστε να αναφέρονται μόνο τα συναφή για τον κλάδο και σοβαρά συμβάντα.
[26]Οι θέσεις επιπέδου 1, 2 και 3 (Level 1, 2 and 3 positions) διακρίνονται με βάση τις μεταβλητές που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της εύλογης αξίας τους (ΔΠΧΑ 13). Οι θέσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ενεργές αγορές ταξινομούνται ως επιπέδου 1, καθώς μπορούν να αποτιμηθούν με βάση τις τιμές τους (χωρίς προσαρμογή) στις εν λόγω αγορές. Οι θέσεις επιπέδου 2 τιμολογούνται με βάση άλλες άμεσα ή έμμεσα παρατηρήσιμες μεταβλητές αντί των τιμών στην αγορά που χρησιμοποιούνται για τις θέσεις επιπέδου 1. Οι θέσεις επιπέδου 3 τιμολογούνται με βάση μη παρατηρήσιμες μεταβολές (όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς ή δεν είναι αρκετά αξιόπιστα). Έτσι, οι θέσεις αυτές πρέπει να αποτιμώνται με τη χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τις παραδοχές που θα χρησιμοποιούσαν οι συμμετέχοντες στην αγορά προκειμένου να τις τιμολογήσουν.
[27]Οι θέσεις επιπέδου 2 και 3 (level 2 and level 3 positions) που τηρούνται στα χαρτοφυλάκια συναλλαγών των 13 ΣΙ του δείγματος αντιπροσωπεύουν το 61% περίπου των συνολικών θέσεων επιπέδου 2 και 3 που τηρούνται στα χαρτοφυλάκια συναλλαγών και τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια του συνόλου των ΣΙ.
[28]Περισσότερες πληροφορίες για τις επιτόπιες πρωτοβουλίες παρέχονται στην Ενότητα 1.3.2.
[29]Για περισσότερες λεπτομέρεις σχετικά με την άσκηση προσομοίωσης για τη ρευστότητα βλ. Ενότητα 1.1.1.
[30]Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Ενότητα 1.2.3.
[31]Η μείωση οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους: (α) δεν ολοκληρώθηκαν θεματικοί έλεγχοι εντός του 2019, συνεπώς ελλείπει η μία πηγή ευρημάτων και (β) τα ευρήματα από τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων περιλαμβάνονται πλέον σε μετέπειτα στάδιο της διαδικασίας, με αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των ευρημάτων λόγω έκτακτων παραγόντων το 2019.
[32]Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα και τη μεθοδολογία της ΕΔΕΑ 2019 βλ. στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία.
[33]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287, 29.10.2013, σελ. 63)
[34]Ο όρος “υβριδικός” χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια ότι αποτελείται τόσο από ΣΙ όσο και από ΛΣΙ.
[35]Η μεθοδολογία ΕΔΕΑ για τα ΛΣΙ βασίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές για την ΕΔΕΑ που αναπτύχθηκαν από την ΕΑΤ, στην προσέγγιση της ΕΚΤ για τα ΣΙ και στις υφιστάμενες εθνικές μεθοδολογίες.
[36]Τα ΛΣΙ χαμηλής προτεραιότητας συνιστούν πολύ μικρή απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και εμφανίζουν διαχειρίσιμη εγγενή επικινδυνότητα, ενώ τα ΛΣΙ μέσης προτεραιότητας εμφανίζουν είτε (α) υψηλή εγγενή επικινδυνότητα με χαμηλή ή μεσαία δυνητική επίδραση, (β) χαμηλή εγγενή επικινδυνότητα, αλλά μεσαία ή υψηλή δυνητική επίδραση ή (γ) μεσαία επικινδυνότητα και μεσαία δυνητική επίδραση. Τα ΛΣΙ υψηλής προτεραιότητας θεωρείται ότι χαρακτηρίζονται από μεσαίο ή υψηλό επίπεδο κινδύνου με υψηλή ή μεσαία δυνητική επίδραση.
[37]Κατευθυντήρια Γραμμή (ΕΕ) 2017/697 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 4ης Απριλίου 2017 σχετικά με την άσκηση από τις εθνικές αρμόδιες αρχές δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο όσον αφορά τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (ΕΕ L 101, 13.4.2017, σελ. 156).
[38]Κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2019 για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 150, 7.6.2019, σελ. 1).
[39]Οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2019 για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εξαιρούμενες οντότητες, τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, τις αποδοχές, τα μέτρα και τις εξουσίες εποπτείας και τα μέτρα διατήρησης κεφαλαίου (ΕΕ L 150, 7.6.2019, σελ. 253).
[40]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
[41]Τα ιδρύματα που προσδιορίστηκαν ως G-SII είναι τα εξής: BNP Paribas, Deutsche Bank, Groupe BPCE, Groupe Crédit Agricole, ING Bank, Santander, Société Générale και UniCredit.
[42]Βλ. “Banking in a changing climate – preparing for what lies ahead”, SSM Supervision Newsletter, ECB, May 2019 και “Climate change and financial stability”, Special Feature A, Financial Stability Review, ECB, May 2019.
[43]Για την περίοδο έως το 2025 έχει ανατεθεί στην ΕΑΤ να προβεί σε αξιολόγηση της δυνητικής ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών και κοινωνικών κινδύνων και των κινδύνων διακυβέρνησης (ESG) στους τρεις πυλώνες της προληπτικής εποπτείας.
[44]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 16ης Απριλίου 2014 που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).
[45]Τα εν λόγω κριτήρια καθορίζονται στο άρθρο 6(4) του Κανονισμού ΕΕΜ.
[46]Ο κατάλογος των ΣΙ και των ΛΣΙ που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2019 αντικατοπτρίζει (α) τις αποφάσεις για τον χαρακτηρισμό ιδρυμάτων ως σημαντικών που κοινοποιήθηκαν στα εποπτευόμενα ιδρύματα πριν από την 1η Νοεμβρίου 2019, καθώς και (β) άλλες μεταβολές και εξελίξεις στη διάρθρωση ομίλων που τέθηκαν σε ισχύ πριν από την 1η Νοεμβρίου 2019.
[47]Πρόκειται για διαδικασίες που κοινοποιήθηκαν επίσημα στην ΕΚΤ κατά την περίοδο αναφοράς (δηλ. εισερχόμενες διαδικασίες κοινοποίησης). Ο αριθμός των διαδικασιών χορήγησης αδειών δεν αντιστοιχεί στον αριθμό των εποπτικών αποφάσεων που οριστικοποιήθηκαν ή υιοθετήθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς (δηλ. εξερχόμενες αποφάσεις).
[48]Η λήξη της άδειας σημαίνει ότι, όπου αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, η άδεια παύει να υφίσταται χωρίς να απαιτείται επίσημη απόφαση. Τα έννομα αποτελέσματα επέρχονται αυτοδικαίως με την επέλευση συγκεκριμένου, σαφώς προσδιορισμένου γεγονότος, π.χ. ρητή παραίτηση της οντότητας από την άδεια λειτουργίας ή όταν το ίδιο το ίδρυμα παύει να υφίσταται, π.χ. λόγω συγχώνευσης με άλλη εταιρία.
[49]Συμπεριλαμβάνεται μικρός αριθμός αιτημάτων που αφορούν πρόσθετα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
[50]Ορισμένες αποφάσεις καλύπτουν περισσότερες από μία αξιολογήσεις αδειών (π.χ. αξιολογήσεις καταλληλότητας και επάρκειας περισσότερων μελών του Δ.Σ. του ίδιου ΣΙ ή αποκτήσεις ειδικών συμμετοχών σε διαφορετικές θυγατρικές που περιλαμβάνονται σε μία συναλλαγή). Μερικές διαδικασίες χορήγησης αδειών δεν απαιτούν επίσημη απόφαση της ΕΚΤ και αφορούν κυρίως τις διαδικασίες ενιαίου διαβατηρίου και λήξης άδειας.
[51]Οι διαδικασίες αυτές αφορούν διαδικασίες που υπόκεινται στα πλαίσια εκχώρησης αρμοδιοτήτων, τα οποία εγκρίθηκαν με την Απόφαση (EΕ) 2017/935 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας και τις απαιτήσεις καταλληλότητας (ΕΚΤ/2016/42), καθώς και με την Απόφαση (EΕ) 2019/1376 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 23ης Ιουλίου 2019, σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΚΤ/2019/23).
[52]Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
[53]Ως “διαχείριση κινδύνων και εσωτερικοί έλεγχοι” νοούνται οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες που πρέπει να έχει θεσπίσει μια οντότητα για την επαρκή αναγνώριση, διαχείριση και αναφορά των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί. Η “οργανωτική διάρθρωση” σχετίζεται με τον βαθμό στον οποίο ένα ίδρυμα διαθέτει σαφώς προσδιορισμένα, διαφανή και συνεπή ιεραρχικά επίπεδα ευθύνης.
[54]Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικής Αγοράς και Κεφαλαιαγοράς της Λεττονίας η ΕΚΤ ανέλαβε την άμεση εποπτεία της AS PNB Banka στις 4 Απριλίου 2019. Ως εκ τούτου, η AS PNB Banka αναταξινομήθηκε ως σημαντικό ίδρυμα (βλ.“ECB takes over direct supervision of AS PNB Banka in Latvia”, δελτίο τύπου της ΕΚΤ, 11 Μαρτίου 2019).
[55]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (Ε L 225, 30.7.2014, σ. 1).
[56]Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των Κανονισμών (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173, 12.6.2014, σ. 190).
[57]Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173, 12.6.2014, σ. 148).
[58]FCMC files an application for insolvency to the court against JSC ‘PNB Banka’”, δελτίο τύπου FCMC, 22 Αυγούστου 2019.
[59]ECB has assessed that AS PNB Banka in Latvia was failing or likely to fail”, δελτίο τύπου ΕΚΤ, 15 Αυγούστου 2019.
[60]AS PNB Banka: SRB Decides No Resolution Required”, δελτίο τύπου ΕΣΕ, 15 Αυγούστου 2019.
[62]Η δέσμη μέτρων για τις τράπεζες περιλαμβάνει την Οδηγία CRD IV, τον Κανονισμό CRR V, την Οδηγία BRRD II και τον Κανονισμό SRMR II.
[64]Πρόκειται για τον βαθμό στον οποίο οι επιλογές ανάκαμψης επιτρέπουν σε μια τράπεζα να ανακάμψει από κατάσταση κρίσης.
[66]Τα δοκιμαστικά σενάρια είναι συνοπτικοί οδηγοί εφαρμογής που επιτρέπουν στις τράπεζες να εφαρμόσουν γρήγορα τα σχέδια ανάκαμψής τους, ενώ οι ασκήσεις ετοιμότητας αποτελούν ασκήσεις προσομοίωσης που χρησιμοποιούνται για να ελεγχθούν κεντρικά σημεία των σχεδίων ανάκαμψης των τραπεζών.
[67]Οι αντίστοιχες αποφάσεις γνωστοποιήθηκαν στις εποπτευόμενες οντότητες τον Νοέμβριο του 2019 και τον Ιανουάριο του 2020.
[68]Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 31ης Ιανουαρίου 2014 σχετικά με τη στενή συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών-μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ (ΕΚΤ/2014/5) (ΕΕ L198, 5.7.2014, σ. 7).
[69]Οι τράπεζες επιλέγονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται κάλυψη σύμφωνη προς το άρθρο 6(4) του Κανονισμού ΕΕΜ και σε γενικές γραμμές συγκρίσιμη με την κάλυψη των συνολικών αξιολογήσεων που διεξήχθησαν (α) το 2014, όταν ιδρύθηκε ο ΕΕΜ και (β) τον Ιανουάριο του 2015, όταν η Λιθουανία υιοθέτησε το ευρώ. Τα ιδρύματα επιλέγονται βάσει μεγέθους, προφίλ κινδύνου και συνολικής σημαντικότητας για την εθνική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι λαμβάνονται υπόψη αρκετά στοιχεία, όπως το επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας του ιδρύματος, η εσωτερική του διακυβέρνηση και διαχείριση κινδύνων, οι κεφαλαιακοί κίνδυνοι, οι κίνδυνοι ρευστότητας και χρηματοδότησης, καθώς και η σύνδεσή του με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
[70]Βλ. “ECB updates manual for Asset Quality Review of banks”, δελτίο τύπου ΕΚΤ, 20 Ιουνίου 2018.
[71]Γνώμη της ΕΚΤ σχετικά με υπό έκδοση εθνική νομοθεσία που αποσκοπεί στη θέσπιση στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Hrvatska narodna banka (CON/2019/25).
[72]Βλ. “ECB to conduct comprehensive assessment of five Croatian banks”, δελτίο τύπου ΕΚΤ, 7 Αυγούστου 2019. Περισσότερες πληροφορίες για τη συνολική αξιολόγηση της Κροατίας βλ. στην Ενότητα 2.2.1.
[73]Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287, 29.10.2013, σ. 63)
[74]Οδηγία (ΕΕ) 2018/43 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2018 για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/138/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ (Επίσημη Εφημερίδα L 156, 19.6.2018, σ. 43).
[75]Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331, 15.12.2010, σ. 12).
[77]Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πλαίσιο για τα εποπτικά τέλη υπάρχουν στο Κεφάλαιο 6.
[78]Η Διευθύνουσα Επιτροπή υποστηρίζει τις δραστηριότητες του Εποπτικού Συμβουλίου και προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του. Αποτελείται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου, έναν εκπρόσωπο της ΕΚΤ και πέντε εκπροσώπους εθνικών εποπτικών αρχών. Οι πέντε εκπρόσωποι των εθνικών εποπτικών αρχών διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο για ένα έτος βάσει ενός συστήματος εκ περιτροπής θητείας που διασφαλίζει την ισότιμη εκπροσώπηση των χωρών.
[79]Πέραν αυτών των εποπτικών αποφάσεων, η ΕΚΤ ενέκρινε επίσης σιωπηρά 205 πράξεις (όπως η ίδρυση υποκαταστημάτων) με το να μη διατυπώσει αντίρρηση εντός των νόμιμων προθεσμιών. Εξ αυτών, οι 103 εγκρίθηκαν από ανώτερα στελέχη με βάση το πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων.
[80]Οι αποφάσεις αυτές αφορούν αποφάσεις που οριστικοποιήθηκαν ή εκδόθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς (εξερχόμενες αποφάσεις). Ο αριθμός των εποπτικών αποφάσεων δεν αντιστοιχεί στον αριθμό των διαδικασιών χορήγησης αδειών που κοινοποιήθηκαν επίσημα στην ΕΚΤ κατά την περίοδο αναφοράς (εισερχόμενες διαδικασίες κοινοποίησης).
[81]Σύμφωνα με το άρθρο 6.7 του Εσωτερικού Κανονισμού του Εποπτικού Συμβουλίου, οι αποφάσεις είναι δυνατόν να ληφθούν και μέσω γραπτής διαδικασίας, εκτός αν φέρουν αντίρρηση τρία τουλάχιστον μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου που έχουν δικαίωμα ψήφου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το θέμα εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης του Εποπτικού Συμβουλίου. Για τη γραπτή διαδικασία κανονικά απαιτούνται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες ημέρες εξέτασης από το Εποπτικό Συμβούλιο.
[82]Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα 2017.
[83]Το ABoR αποτελείται από πέντε μέλη: τον Jean-Paul Redouin (Πρόεδρο), την Concetta Brescia Morra (Αντιπρόεδρο), τον Javier Arístegui, τον André Camilleri, τον Edgar Meister (μέχρι τις 7.9.2019), τον Gerd Häusler (από τις 18.12.2019), καθώς και δύο αναπληρωματικά μέλη: τον René Smits και τον Ivan Šramko. Το Διοικητικό Συμβούλιο ανανέωσε τη θητεία του Jean-Paul Redouin, της Concetta Brescia Morra, του Javier Arístegui, του André Camilleri και του René Smits τον Σεπτέμβριο του 2019. Το ABoR ιδρύθηκε βάσει της Απόφασης ΕΚΤ/2014/16 σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του. Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε από την Απόφαση (ΕΕ) 2019/1378 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 9ης Αυγούστου 2019 (ΕΚΤ/2019/27) προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα των αναπληρωτών και η μέθοδος βάσει της οποίας κατανέμονται οι δαπάνες των αιτούντων και της ΕΚΤ.
[84]Περισσότερα στοιχεία σχετικά με το ABoR υπάρχουν στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ για την τραπεζική εποπτεία.
[85]Απόφαση (ΕΕ) 2019/976 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 29ης Μαΐου 2019 για τη θέσπιση των αρχών που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό στόχων και την ανταλλαγή στοιχείων αξιολόγησης εντός των μεικτών εποπτικών ομάδων και για την κατάργηση της απόφασης (ΕΕ) 2017/274 (ΕΚΤ/2019/14) (ΕΕ L 157, 14.06.2019, σελ. 61).
[86]Σε μια διασυνοριακή επιτόπια αποστολή ο επικεφαλής της και ένα τουλάχιστον μέλος του κλιμακίου δεν προέρχονται από την αντίστοιχη ΕΑΑ καταγωγής/υποδοχής.
[87]Σε μια αποστολή μικτού κλιμακίου ο επικεφαλής της αποστολής προέρχεται από την αντίστοιχη ΕΑΑ καταγωγής/υποδοχής, ενώ δύο τουλάχιστον μέλη του κλιμακίου δεν προέρχονται από την αντίστοιχη ΕΑΑ καταγωγής/υποδοχής.
[88]Η Απόφαση ΕΚΤ/2014/39 περιλαμβάνει επίσης διατάξεις που αφορούν οργανωτικά θέματα.
[89]Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/39) (ΕΕ L 300, 18.10.2014, σελ. 57).
[90]Ο Κανονισμός για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRR) ορίζει τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών βάσει των πλαισίων για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση (FINREP – FINancial REPorting) και την κοινή πληροφόρηση (COREP – COmmon REPorting) για τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι εν λόγω υποχρεώσεις υποβολής αναφορών παρουσιάζονται αναλυτικότερα στον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Το FINREP είναι το πλαίσιο για τη συλλογή χρηματοοικονομικών πληροφοριών από τραπεζικά ιδρύματα, ενώ το COREP είναι το πλαίσιο για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τον υπολογισμό βάσει του Πυλώνα 1.
[91]Το Λεξικό για την Ενοποιημένη Υποβολή Στοιχείων εκ μέρους των Τραπεζών (BIRD) είναι πρωτοβουλία της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών στο ΕΣΚΤ σε στενή συνεργασία με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Το BIRD αποσκοπεί στη μείωση του φόρτου εργασίας των τραπεζών σε σχέση με την υποβολή στοιχείων. Το περιεχόμενό του δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ και περιλαμβάνει ακριβή περιγραφή των δεδομένων που πρέπει να αντλούνται από τα εσωτερικά πληροφοριακά συστήματα των τραπεζών για την παραγωγή των υποβαλλόμενων αναφορών και σαφώς καθορισμένους κανόνες για τον μετασχηματισμό αυτών των δεδομένων που απαιτούνται από τις αρχές.
[92]Απόφαση (ΕΕ) 2019/685 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 18ης Απριλίου 2019 σχετικά με το συνολικό ποσό των ετήσιων εποπτικών τελών για το 2019 (ΕΚΤ/2019/10) (ΕΕ L 115, 2.5.2019, σελ. 16).
[93]Από την περίοδο επιβολής τελών 2020 και εξής, τα εποπτικά τέλη της ΕΚΤ θα υπολογίζονται με βάση τις πραγματοποιηθείσες ετήσιες δαπάνες υπολογιζόμενες απολογιστικά, μετά τη λήξη της περιόδου επιβολής τελών. Βλ. Ενότητα 6.2 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές στο πλαίσιο για τα εποπτικά τέλη.
[94]Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2155 της ΕΚΤ που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1163/2014 σχετικά με τα εποπτικά τέλη (EKT/2019/37) (ΕΕ L 327, 17.12.2019, σελ. 70). Απόφαση (ΕΕ) 2019/2158 της ΕΚΤ σχετικά με τη μεθοδολογία και τις διαδικασίες καθορισμού και συλλογής δεδομένων όσον αφορά τους συντελεστές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα ετήσια εποπτικά τέλη (ΕΚΤ/2019/38) (ΕΕ L 327, 17.12.2019, σελ. 99).
[95]Κανονισμός (ΕΕ) 2015/534 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 17ης Μαρτίου 2015 για την υποβολή εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση (ΕΚΤ/2015/13) (ΕΕ L 86, 31.3.2015, σελ. 13).
[96]Για τα μικρότερα σημαντικά ιδρύματα με ενεργητικό έως 10 δισεκ. ευρώ το ελάχιστο ποσό του τέλους διαιρείται διά του δύο. Από το 2020 και εξής το ελάχιστο ποσό του τέλους διαιρείται διά του δύο και για τα μικρά λιγότερο σημαντικά ιδρύματα με σύνολο στοιχείων ενεργητικού έως 1 δισεκ. ευρώ.
[97]Λεπτομερέστερες πληροφορίες για την επιβολή συμμόρφωσης και κυρώσεων υπάρχουν στην Ενότητα 2.2.
[98]Τα έσοδα από κυρώσεις που δηλώνονται στην παρούσα ενότητα (7,0 εκατ. ευρώ) και αυτά που δηλώνονται στην Ενότητα 2.2 (7,6 εκατ. ευρώ) διαφέρουν λόγω ασυμφωνίας στον χρόνο λογιστικής αναγνώρισης των εσόδων.