Menu

Πρόλογος του Mario Draghi, Προέδρου της ΕΚΤ

Θεμελιώδες συστατικό για την ανάκαμψη της ζώνης του ευρώ είναι ένας σταθερός τραπεζικός τομέας, που εξυπηρετεί την οικονομία. Και όπως μας δίδαξε η κρίση, η ισχυρή κανονιστική ρύθμιση και η αποτελεσματική εποπτεία αποτελούν θεμελιώδη συστατικά για έναν σταθερό τραπεζικό τομέα. Πράγματι, η υπερβολική χαλάρωση του κανονιστικού πλαισίου ήταν μια από τις αιτίες που προκάλεσαν τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση. Συνεπώς, οι ισχυρότεροι κανόνες για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και η καλύτερη εποπτεία υπηρετούν τον στόχο της ανάπτυξης. Και έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τον Νοέμβριο του 2014 δημιουργήθηκε η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Αποτέλεσε βήμα αποφασιστικής σημασίας και έθεσε τα θεμέλια για έναν σταθερότερο τραπεζικό τομέα και μια πιο ενοποιημένη Ευρώπη.

Τα τελευταία χρόνια οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν γίνει ανθεκτικότερες όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, τη μόχλευση, την άντληση ρευστότητας και την ανάληψη κινδύνων. Ως εκ τούτου, μπόρεσαν να αντεπεξέλθουν στην οικονομική κρίση που έπληξε τις αναδυόμενες αγορές, στην κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου και στις άμεσες συνέπειες του Brexit. Επίσης, πιο εύρωστες πλέον οι τράπεζες, μπορούν να παρέχουν συνεχώς πιστώσεις, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες για τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης στη ζώνη του ευρώ.

Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του εν λόγω τομέα. Με τη θέσπιση αυστηρής και δίκαιης τραπεζικής εποπτείας – η οποία ασκείται με βάση τα ίδια υψηλά πρότυπα σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ – ενίσχυσε την εμπιστοσύνη προς την ποιότητα της εποπτείας και, ως εκ τούτου, προς τη σταθερότητα των τραπεζών.

Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις. Η ικανότητα του τραπεζικού τομέα να υποστηρίξει πλήρως την ανάκαμψη της ζώνης του ευρώ περιορίζεται λόγω της χαμηλής κερδοφορίας του. Πλεονάζον δυναμικό, αναποτελεσματικοί χειρισμοί και προβληματικά στοιχεία ενεργητικού που παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών συμβάλλουν στη χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών. Εναπόκειται στις ίδιες τις τράπεζες να βρουν ενδεδειγμένους τρόπους αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων, και μάλιστα σύντομα, προς όφελος μιας ισχυρής ανάκαμψης στη ζώνη του ευρώ.

Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία συμβάλλει τα μέγιστα σε έναν σταθερότερο τραπεζικό τομέα στη ζώνη του ευρώ. Παράλληλα, εξασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού, ως αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενιαίας τραπεζικής αγοράς. Ωστόσο, για να θωρακίσουμε την ακεραιότητα της ενιαίας τραπεζικής αγοράς, πρέπει να ολοκληρώσουμε την τραπεζική ένωση. Όπως ακριβώς δημιουργήσαμε κοινές διαδικασίες εποπτείας και εξυγίανσης των τραπεζών, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι καταθέτες απολαμβάνουν παντού το ίδιο επίπεδο προστασίας.


Εισαγωγική συνέντευξη της Danièle Nouy, Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου

Τον Νοέμβριο του 2016 εορτάστηκε η δεύτερη επέτειος της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Είστε ικανοποιημένη από τις έως τώρα επιδόσεις της;

Ειλικρινά, είμαι πολύ υπερήφανη για όσα έχουμε επιτύχει έως τώρα. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήσαμε έναν θεσμό, ο οποίος συμβάλλει στη διασφάλιση της σταθερότητας ολόκληρου του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Βεβαίως, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία είναι ένας νέος θεσμός και υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Όμως λειτουργεί, και μάλιστα αποτελεσματικά. Άνθρωποι από όλη την Ευρώπη συνεργάζονται με έναν κοινό στόχο: έναν σταθερό τραπεζικό τομέα. Ορισμένοι εργάζονται εδώ στην ΕΚΤ και πολλοί άλλοι εργάζονται στις εθνικές εποπτικές αρχές. Όλοι αυτοί συναποτελούν μια πραγματικά ευρωπαϊκή ομάδα στελεχών τραπεζικής εποπτείας. Και η αφοσίωσή τους είναι η κινητήρια δύναμη της επιτυχίας μας. Δεν βρίσκω λόγια να τους ευχαριστήσω, είναι τιμή και χαρά μου που συνεργάζομαι με όλους αυτούς τους ανθρώπους: το προσωπικό της ΕΚΤ, τα στελέχη των εθνικών αρχών εποπτείας και βεβαίως τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου.


Συνοπτικά, ποια ήταν τα κύρια επιτεύγματα της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας το 2016;

Έχω να επισημάνω τρία πράγματα: πρώτον, αρχίσαμε να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ήδη από το 2015 είχαμε συγκροτήσει μια ομάδα δράσης για τη διαχείριση του προβλήματος. Το 2016 συντάξαμε σχέδιο εγγράφου κατευθύνσεων προς τις τράπεζες σχετικά με τον χειρισμό των υψηλών επιπέδων των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αυτό αποτέλεσε πολύ σημαντικό βήμα προόδου. Δεύτερον, συνεχίσαμε να βελτιώνουμε τη φερεγγυότητα του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ. Και τέλος, εναρμονίσαμε περαιτέρω την τραπεζική εποπτεία στη ζώνη του ευρώ, έτσι ώστε όλες οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ να εποπτεύονται σύμφωνα με τα ίδια υψηλά πρότυπα.


Ποιες ήταν οι συγκεκριμένες σας ενέργειες όσον αφορά την εναρμόνιση των εποπτικών πρακτικών;

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία περί προληπτικής εποπτείας προβλέπει μια σειρά από επιλογές και διακριτικές ευχέρειες, οι οποίες επιτρέπουν στις εποπτικές αρχές κάποια ευελιξία στην εφαρμογή των κανόνων. Το 2016 συμφωνήσαμε με τις εθνικές αρχές ότι οι εν λόγω επιλογές και διακριτικές ευχέρειες πρέπει να εφαρμόζονται με εναρμονισμένο τρόπο σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ και στη συνέχεια εκδώσαμε έναν σχετικό Κανονισμό της ΕΚΤ και έναν Οδηγό. Ένα ακόμη σημαντικό μέσον εναρμόνισης της εποπτείας είναι η διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP). Η διαδικασία SREP διασφαλίζει ότι όλες οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ εποπτεύονται σύμφωνα με τις ίδιες μεθόδους και τα ίδια πρότυπα. Το 2016 εξειδικεύσαμε περαιτέρω και προσαρμόσαμε τη διαδικασία SREP. Έτσι, οι πρόσθετες κεφαλαιακές εποπτικές απαιτήσεις συσχετίζονται πλέον στενότερα με το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας.


Δηλαδή οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ λειτουργούν πλέον με ίσους όρους ανταγωνισμού;

Έχουμε σημειώσει αξιόλογη πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, παρατηρούνται ακόμη ορισμένες ανισότητες. Για παράδειγμα, το κανονιστικό πλαίσιο παραμένει σε κάποιο βαθμό κατακερματισμένο στη ζώνη του ευρώ. Ορισμένοι κανόνες για τις τράπεζες έχουν τη μορφή οδηγιών της ΕΕ, οι οποίες δεν έχουν ενσωματωθεί ακόμη στην εθνική νομοθεσία. Έτσι, οι κανόνες που εφαρμόζονται στην πράξη διαφέρουν από χώρα σε χώρα, καθιστώντας την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία λιγότερο αποτελεσματική και πιο δαπανηρή. Συνεπώς, εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν σοβαρή πρόθεση να προχωρήσουν στην τραπεζική ένωση, πρέπει να εναρμονίσουν περαιτέρω τους κανόνες. Μια λύση θα ήταν να βασίζονται λιγότερο στις οδηγίες και περισσότερο στους κανονισμούς, δεδομένου ότι αυτοί έχουν ευθεία εφαρμογή σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η πρόσφατη νομοθετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επανεξετάζει πολλά σημαντικά σημεία του εγχειριδίου κανόνων, είναι μια καλή ευκαιρία για την περαιτέρω εναρμόνιση του κανονιστικού πλαισίου για τον τραπεζικό τομέα στην ΕΕ. Πρέπει να φροντίσουμε να μη χαθεί αυτή η ευκαιρία. Επίσης, το τελικό νομικό κείμενο πρέπει να εξασφαλίζει ότι τα στελέχη εποπτείας έχουν στη διάθεσή τους όλα τα απαραίτητα εργαλεία και την ευελιξία που απαιτείται για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων τους.


Οι ίσοι όροι ανταγωνισμού αφορούν και τις τράπεζες που δεν εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ;

Η ΕΚΤ εποπτεύει άμεσα τις 130 περίπου μεγαλύτερες τράπεζες της ζώνης του ευρώ, δηλ. τα σημαντικά ιδρύματα. Οι υπόλοιπες τράπεζες (περίπου 3.200), γνωστές και ως λιγότερο σημαντικά ιδρύματα ή ΛΣΙ, εποπτεύονται απευθείας από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Η ΕΚΤ έχει έμμεσο ρόλο στην εποπτεία των ΛΣΙ. Σε συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές υποστηρίζουμε τη θέσπιση ομοιόμορφων προτύπων εποπτείας και για τα ΛΣΙ. Το 2016 αναπτύξαμε μια σειρά τέτοιων προτύπων. Επεκτείναμε επίσης την προσέγγισή μας ως προς τις επιλογές και τις διακριτικές ευχέρειες ώστε να συμπεριλάβει τις μικρότερες τράπεζες και επεξεργαζόμαστε ήδη μια εναρμονισμένη διαδικασία SREP για τα ΛΣΙ. Φυσικά, όταν ασχολούμαστε με τα ΛΣΙ, τηρούμε την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή προσαρμόζουμε το επίπεδο εποπτικής παρακολούθησης ανάλογα με τους κινδύνους που φέρουν οι μικρότερες τράπεζες.


Μια που μιλάμε για τράπεζες, πώς διαγράφεται η πορεία των ευρωπαϊκών τραπεζών;

Το θετικό είναι ότι έχουν γίνει πολύ πιο ανθεκτικές τα τελευταία χρόνια, τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας τους έχουν αυξηθεί σημαντικά. Παράλληλα όμως εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με κινδύνους και προκλήσεις. Πέραν του ότι πρέπει να βρουν τρόπους για να αυξήσουν τα κέρδη τους σε ένα αντίξοο περιβάλλον, να διαθέσουν τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού τους και να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που συνδέονται με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο και γενικότερα με τα συστήματα πληροφορικής, σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες και με μια σειρά από άλλα ερωτήματα. Θα ενταθεί ο ανταγωνισμός που δέχονται από τα μη τραπεζικά ιδρύματα; Πού οδεύει η οικονομία της ζώνης του ευρώ; Πώς θα επηρεαστούν οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ από το Brexit; Πώς θα εξελιχθούν άλλα γεωπολιτικά ζητήματα; Οι τράπεζες λειτουργούν σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από κινδύνους και αλλαγές. Πρέπει να διαχειρίζονται αυτούς τους κινδύνους και να προσαρμόζονται στις αλλαγές. Μόνο έτσι θα καταφέρουν να παραμείνουν κερδοφόρες μακροπρόθεσμα.


Τα χαμηλά επιτόκια και οι αυξημένες κανονιστικές απαιτήσεις αναφέρονται συχνά ως ιδιαίτερες προκλήσεις για τις τράπεζες. Ποια είναι η γνώμη σας;

Για τις μεγάλες τράπεζες της ζώνης του ευρώ, τα έσοδα από τόκους αποτελούν περισσότερο από το ήμισυ των συνολικών εσόδων τους. Συνεπώς πράγματι τα επιτόκια είναι σημαντικό ζήτημα και τα χαμηλά επιτόκια είναι πρόκληση. Το 2017 θα διερευνήσουμε περαιτέρω τον επιτοκιακό κίνδυνο των τραπεζών. Για παράδειγμα, η φετινή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) θα περιλαμβάνει ανάλυση ευαισθησίας, που θα εξετάζει την επίδραση των μεταβολών των επιτοκίων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο. Όσον αφορά το κανονιστικό πλαίσιο, πάντοτε οι κανόνες συνεπάγονται επιβάρυνση για εκείνους που πρέπει να συμμορφώνονται προς αυτούς. Αλλά στην περίπτωση αυτή δεν θα πρέπει να βλέπουμε μόνο τις τράπεζες. Οι αυστηρότεροι κανόνες συμβάλλουν στην αποτροπή κρίσεων. Έχουμε διδαχθεί πλέον ότι οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις έχουν μεγάλο κόστος για την οικονομία, τους φορολογουμένους και εν τέλει τις ίδιες τις τράπεζες. Με αυτό το δεδομένο, θα ήταν ευπρόσδεκτη η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του διεθνούς κανονιστικού πλαισίου κατά τα προβλεπόμενα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπάρξει υπαναχώρηση από τη μεταρρύθμιση του διεθνούς κανονιστικού πλαισίου. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, και το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τους κανόνες που τον διέπουν – αυτό ήταν ένα σημαντικότατο δίδαγμα από τη χρηματοπιστωτική κρίση.


Πώς χειρίζεται η τραπεζική εποπτεία τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες;

Οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις που προανέφερα αντικατοπτρίζονται στις εποπτικές προτεραιότητες που έχουμε θέσει για το 2017. Πρώτα απ' όλα, θα αναλύσουμε περαιτέρω τα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας των τραπεζών και στη συνέχεια θα διερευνήσουμε τους παράγοντες κερδοφορίας τους. Προς τον σκοπό αυτό, οι Μεικτές Εποπτικές Ομάδες θα εξετάσουν διεξοδικά τις αντίστοιχες τράπεζες υπό την εποπτεία τους. Επίσης θα αξιολογήσουμε ορισμένες εξελίξεις, όπως η χρηματοοικονομική τεχνολογία (FinTech) και το Brexit, και πώς αυτές μπορούν να επηρεάσουν τα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας των τραπεζών στη ζώνη του ευρώ. Σε τελική ανάλυση πάντως δεν είναι δικό μας έργο να καθορίσουμε νέα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε και θα κάνουμε είναι να εξετάσουμε αυτά που ήδη υπάρχουν. Η δεύτερη προτεραιότητά μας είναι η διαχείριση κινδύνων. Στο σημερινό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από χαμηλή κερδοφορία και υψηλή ρευστότητα, οι τράπεζες μπορεί να παρασυρθούν σε μια επικίνδυνη αναζήτηση αποδόσεων. Σ' αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση κινδύνων είναι σημαντικότερη παρά ποτέ. Η τρίτη προτεραιότητά μας είναι ο πιστωτικός κίνδυνος. Αυτός αφορά κυρίως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια – έχω ήδη αναφερθεί σ' αυτό το σοβαρό ζήτημα.


Πράγματι, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτέλεσαν σημαντικό πρόβλημα το 2016. Πώς έχει η κατάσταση σήμερα;

Χωρίς αμφιβολία, τόσο οι τράπεζες όσο και οι φορείς εποπτείας έχουν ήδη πραγματοποιήσει αξιόλογη πρόοδο. Εντούτοις, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) παραμένουν σοβαρό ζήτημα. Είναι σαν βαρίδια στους ισολογισμούς των τραπεζών: περιορίζουν τα κέρδη, αλλά και τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν χρηματοδότηση στην οικονομία. Το έγγραφο κατευθύνσεων που καταρτίσαμε θα βοηθήσει τις τράπεζες να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους. Προωθεί μια ομοιόμορφη προσέγγιση όσον αφορά τις λύσεις ρύθμισης των ΜΕΔ, τη λογιστική τους απεικόνιση, την κάλυψη από προβλέψεις και τη δημοσιοποίηση και ωθεί τις τράπεζες που εμφανίζουν υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων να θέσουν και να εφαρμόσουν συγκεκριμένους στόχους για τη μείωσή τους. Οι βέλτιστες πρακτικές που ορίζονται στο έγγραφο κατευθύνσεων συνιστούν τις εποπτικές μας προσδοκίες. Οι Μεικτές Εποπτικές Ομάδες ήδη συνεργάζονται στενά με τις τράπεζες ως προς τον σχεδιαζόμενο τρόπο εφαρμογής του εγγράφου κατευθύνσεων. Ωστόσο, το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν αφορά μόνο τις τράπεζες και τις εποπτικές τους αρχές. Το πόσο γρήγορα μπορεί μια τράπεζα να επιτύχει την επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξαρτάται επίσης και από το νομικό και δικαστικό σύστημα της χώρας. Σε μερικές χώρες, τα εν λόγω συστήματα εμποδίζουν την ταχεία επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σ' αυτό το σημείο θα μπορούσαν οι εθνικές αρχές να βοηθήσουν τις τράπεζες. Θα μπορούσαν να καταστήσουν τα δικαστικά συστήματα πιο αποτελεσματικά, να αυξήσουν την πρόσβαση στις εξασφαλίσεις, να θεσπίσουν ταχύρρυθμες διαδικασίες εξωδικαστικής διευθέτησης και να ευθυγραμμίσουν τα φορολογικά κίνητρα.


Αναφέρατε τη διαχείριση κινδύνων ως μία από τις προτεραιότητές σας για το 2017. Μπορείτε να μας εξηγήσετε πιο συγκεκριμένα;

Είναι σαφές ότι οι τράπεζες παντού και πάντοτε χρειάζονται αξιόπιστη διαχείριση κινδύνων – εξάλλου, η επιχειρηματική τους δραστηριότητα συνίσταται στην ανάληψη και διασπορά κινδύνων. Όμως η αξιόπιστη διαχείριση κινδύνων είναι σύνθετο ζήτημα και προϋποθέτει διάφορα στοιχεία. Πρώτον, προϋποθέτει τη σωστή κουλτούρα – μια κουλτούρα που αποδίδει την πρέπουσα σημασία στη διαχείριση κινδύνων και δεν την αντιμετωπίζει απλώς ως ένα εμπόδιο στην αύξηση των κερδών. Πιο συγκεκριμένα, η αξιόπιστη διαχείριση κινδύνων προϋποθέτει αξιόπιστες δομές διακυβέρνησης – οι υπεύθυνοι για τη διαχείριση κινδύνων πρέπει να έχουν φωνή, η οποία να εισακούεται από εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Τον Ιούνιο του 2016 δημοσιεύσαμε τα αποτελέσματα μιας σχετικής επισκόπησης η οποία έδειξε ότι πολλές τράπεζες χρειάζεται να βελτιωθούν σε αυτό τον τομέα. Τέλος, η αξιόπιστη διαχείριση κινδύνων προϋποθέτει τη συλλογή αξιόπιστων δεδομένων. Αυτός είναι ο λόγος που το 2017 θα αξιολογήσουμε τη συμμόρφωση των τραπεζών προς τα σχετικά διεθνή πρότυπα. Σε συνάφεια με αυτό, αναλάβαμε ένα σημαντικό έργο που αφορά την αξιολόγηση των εσωτερικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούν οι τράπεζες για να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ενεργητικό τους. Η σημασία των εσωτερικών υποδειγμάτων έγκειται στο ότι το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ενεργητικό αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Τέλος, θα ξεκινήσουμε μια θεματική επισκόπηση προκειμένου να καταγράψουμε τις δραστηριότητες των τραπεζών που έχουν ανατεθεί σε τρίτους και να εξετάσουμε διεξοδικά πώς διαχειρίζονται τους σχετικούς κινδύνους.


Πιο μακροπρόθεσμα, ποιο είναι το όραμά σας για την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία; Πώς υπηρετεί η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία το κοινό και τις τράπεζες;

Για τις τράπεζες, η εποπτεία λειτουργεί ως αντίβαρο που ενισχύει τη σταθερότητα: οι τράπεζες τείνουν να παρακολουθούν τις αποδόσεις, οι φορείς εποπτείας τους κινδύνους· οι τράπεζες τείνουν να ενδιαφέρονται για την κερδοφορία, ενώ οι φορείς εποπτείας για τη σταθερότητα. Εκπληρώνοντας τον ρόλο τους, οι φορείς τραπεζικής εποπτείας αποτρέπουν τις τράπεζες από την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων, συμβάλλοντας έτσι στην πρόληψη μελλοντικών κρίσεων. Προστατεύουν τους αποταμιευτές, τους επενδυτές, τους φορολογουμένους και ολόκληρη την οικονομία. Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι έχει σταθερά μια ευρωπαϊκή οπτική, που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Έτσι είναι σε θέση να εντοπίζει τους κινδύνους σε αρκετά πρώιμο στάδιο και να εμποδίζει την επέκτασή τους. Καθώς δρα ανεξάρτητα από τα εθνικά συμφέροντα, μπορεί να ασκεί αυστηρή και δίκαιη εποπτεία σε όλες τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Με αυτό τον τρόπο συμβάλλει στη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού, σ' ένα περιβάλλον όπου όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες και τις ίδιες ευθύνες. Αυτό είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί ένας πραγματικά ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας προς όφελος ολόκληρης της οικονομίας.


Συμβολή της εποπτείας στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα

Το 2016 οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ κατέγραψαν σταθερά κέρδη, σε χαμηλά όμως επίπεδα. Παράλληλα, οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις ουσιαστικά δεν μεταβλήθηκαν σε σύγκριση με το 2015. Ο κυριότερος κίνδυνος αφορούσε τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας και την κερδοφορία των τραπεζών, ενώ άλλοι σημαντικοί κίνδυνοι αφορούσαν τα υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων και τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες, π.χ. τον μεσομακροπρόθεσμο αντίκτυπο του Brexit. Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία διαμόρφωσε αναλόγως και τις εποπτικές της προτεραιότητες.

Επίσης, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία εξακολούθησε να βελτιώνει το βασικό της εργαλείο, τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREP). Έτσι, συσχετίστηκαν στενότερα οι κεφαλαιακές απαιτήσεις κάθε τράπεζας με το προφίλ κινδύνου της. Συνολικά, οι κεφαλαιακές ανάγκες που προέκυψαν από τη διαδικασία SREP 2016 παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές.

Το 2016 η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία σημείωσε αξιόλογη πρόοδο ως προς την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τον Σεπτέμβριο δημοσίευσε σχέδιο εγγράφου κατευθύνσεων για δημόσια διαβούλευση. Οι προτάσεις και οι βέλτιστες πρακτικές που περιλαμβάνονται στο εν λόγω έγγραφο θα βοηθήσουν τις τράπεζες να μειώσουν αποτελεσματικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Πιστωτικά ιδρύματα: βασικοί κίνδυνοι και γενικές επιδόσεις

Βασικοί κίνδυνοι για τον τραπεζικό τομέα και εποπτικές προτεραιότητες

Οι βασικοί κίνδυνοι για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα παραμένουν αμετάβλητοι

Οι κίνδυνοι που διαπιστώθηκαν το 2016 παραμένουν στην πλειονότητά τους επίκαιροι και το 2017. Οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ εξακολουθούν να λειτουργούν σε ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από βραδεία οικονομική ανάπτυξη. Οι δυσμενείς οικονομικές επιδόσεις επηρέασαν τα επιτόκια και την οικονομική ανάκαμψη και αποτελούν την κυριότερη αιτία ανάπτυξης των βασικών κινδύνων που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ, όπως απεικονίζονται στο Διάγραμμα 1.

Η παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων στηρίζει την οικονομία και περιορίζει τον κίνδυνο αθέτησης υποχρεώσεων. Όμως ασκεί και πιέσεις στα επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας των τραπεζών, δεδομένου ότι τα χαμηλά επιτόκια συμπιέζουν τα έσοδα από τόκους, σε ένα περιβάλλον όπου η συνολική κερδοφορία είναι ήδη χαμηλή. Οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων λειτουργίας και η χαμηλή κερδοφορία συνέχισαν να αποτελούν μια πηγή ανησυχίας για τον τραπεζικό τομέα της ζώνης του ευρώ το 2016.

Οι τράπεζες πρέπει να μειώσουν τα υψηλά αποθέματα των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Άλλη πηγή ανησυχίας είναι τα υψηλά αποθέματα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε αρκετές τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Πέραν του ότι αυτά περιορίζουν την κερδοφορία, τα ΜΕΔ καθιστούν τις θιγόμενες τράπεζες πιο ευάλωτες σε μεταστροφές του κλίματος στην αγορά. Ως εκ τούτου, οι τράπεζες χρειάζονται υγιείς και αξιόπιστες στρατηγικές προκειμένου να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους, συμπεριλαμβανομένης της ενεργητικής διαχείρισης των χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το Brexit δημιουργεί γεωπολιτικό κίνδυνο για τις τράπεζες

Οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες αυξάνονται. Ειδικότερα στο πλαίσιο του βρετανικού δημοψηφίσματος για το Brexit, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ βρισκόταν σε στενή επαφή με τις πιο εκτεθειμένες τράπεζες προκειμένου να διασφαλίσει ότι αυτές παρακολουθούν προσεκτικά την κατάσταση και τους κινδύνους και προετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδεις κίνδυνοι ρευστότητας/χρηματοδότησης ή λειτουργικοί κίνδυνοι στον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις μπορεί να προκαλέσουν καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση επενδύσεων, οδηγώντας σε υποτονική ανάπτυξη.

Διάγραμμα 1

Χάρτης κινδύνων για το τραπεζικό σύστημα της ζώνης του ευρώ

ΜΕΔ Γεωπολιτικές αβεβαιότητες στην ΕΕ Χαμηλά επιτόκια Αναδυόμενες οικονομίες & Κίνα Αντιστροφή ασφαλίστρων κινδύνου Πλημμελής διαγωγή Φερεγγυότητα κεντρικών αντισυμβαλλομένων Ανταγωνισμός από μη τραπεζικά ιδρύματα Ανταπόκριση τραπεζών στο νέο κανονιστικό πλαίσιο Έλλειψη ρευστότητας στην αγορά Δημοσιονομικές ανισορροπίες στην Ανατ. Ασία Χώρες Ανατ. Ασίας με χαμηλή ανάπτυξη Αγορές ακινήτων Έγκλημα στον κυβερνοχώρο & προβλήματα λειτουργίας στα πληροφοριακά συστήματα υψηλή υψηλή χαμηλή Πιθανότητα εμφάνισης κινδύνων Επίδραση των κινδύνων

Πηγή: ΕΚΤ. Τα βέλη δείχνουν δυνητικούς διαύλους μετάδοσης από τον ένα παράγοντα κινδύνου στον άλλο (απεικονίζονται μόνο οι κυριότερες πρωτογενείς επιδράσεις). * ΜΕΔ: ο εν λόγω παράγοντας κινδύνου αφορά μόνο εκείνες τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ που εμφανίζουν υψηλούς λόγους μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Παρά τα πλεονεκτήματα ενός ασφαλέστερου και ανθεκτικότερου χρηματοπιστωτικού συστήματος, πρόβλημα αποτελεί και η ασάφεια σε σχέση με τις μελλοντικές κανονιστικές απαιτήσεις. Η ολοκλήρωση της αναθεώρησης της Βασιλείας ΙΙΙ και ο προσδιορισμός στόχων για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) θα περιορίσουν αυτή την κανονιστική αβεβαιότητα και θα καταστήσουν σταθερότερο το περιβάλλον λειτουργίας των τραπεζών. Παράλληλα, οι τράπεζες προετοιμάζονται και για την εφαρμογή του λογιστικού προτύπου IFRS 9, το οποίο θα τεθεί σε ισχύ στην αρχή του 2018. Συνολικά, ορισμένες τράπεζες μπορεί να είναι δύσκολο να ικανοποιήσουν τις αυστηρότερες απαιτήσεις και ταυτόχρονα να διατηρήσουν επαρκή κερδοφορία.

Το 2016 η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ διεξήγαγε την πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που συντονίζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EAT) για τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ και την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων βάσει της διαδικασίας SREP της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.[1] Η πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κάλυψε 37 μεγάλα σημαντικά ιδρύματα (τα οποία από κοινού αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα που υπάγεται στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία). Τα αποτελέσματα της άσκησης για τις εν λόγω τράπεζες δημοσιεύθηκαν από την ΕΑΤ στις 29 Ιουλίου 2016.[2] Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων βάσει της διαδικασίας SREP κάλυψε άλλα 56 σημαντικά ιδρύματα της ζώνης του ευρώ. Η ίδια σε γενικές γραμμές μεθοδολογία χρησιμοποιήθηκε και στις δύο ασκήσεις προκειμένου να αξιολογηθεί η ανθεκτικότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε δυσμενείς εξελίξεις στην αγορά και να αντληθούν πληροφορίες χρήσιμες για τη διαδικασία SREP.

Τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων έδειξαν ότι:

  • Το τραπεζικό σύστημα είναι σε θέση να αντεπεξέλθει σε ακόμη σοβαρότερες εντάσεις από εκείνες που είχαν υποθέσει τα σενάρια της συνολικής αξιολόγησης του 2014, διατηρώντας κατά μέσο όρο το ίδιο επίπεδο κεφαλαίων μετά από εντάσεις.
  • Οι πιθανότεροι παράγοντες στους οποίους αποδίδεται η διαφοροποίηση των αποτελεσμάτων μεταξύ του βασικού σεναρίου και του σεναρίου δυσμενών εξελίξεων ήταν οι αυξημένες ζημίες από δάνεια, τα μειωμένα καθαρά έσοδα από τόκους και οι υψηλότερες ζημίες αποτίμησης θέσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο αγοράς.
  • Οι τράπεζες με χαμηλότερη ποιότητα δανειακού χαρτοφυλακίου και υψηλότερο λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων παρουσιάζουν κατά μέσο όρο χειρότερες επιδόσεις όσον αφορά τον αντίκτυπο των εντάσεων τόσο στις ζημίες από μη εξυπηρετούμενα δάνεια όσο και στα καθαρά έσοδα από τόκους. Αυτό καταδεικνύει πόσο σημαντικό είναι να αντιμετωπιστούν οι υψηλοί λόγοι μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Μια ομάδα αποτελούμενη από 250 περίπου μέλη προερχόμενα από την ΕΚΤ και από τις εθνικές αρμόδιες αρχές/εθνικές κεντρικές τράπεζες υπέβαλε τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, όπως υπολογίστηκαν από τις τράπεζες, σε μια αυστηρή διαδικασία διασφάλισης ποιότητας. Η διαδικασία αυτή αξιοποίησε την εξειδικευμένη γνώση των Μεικτών Εποπτικών Ομάδων (ΜΕΟ) για τις επιμέρους τράπεζες, τη σύγκριση μεταξύ ιδρυμάτων με ομοειδή χαρακτηριστικά (peer benchmarking), τους υπολογισμούς που διενεργεί η ΕΚΤ σύμφωνα με μια προσέγγιση από επάνω προς τα κάτω και την εμπειρογνωμοσύνη των εθνικών αρμόδιων αρχών.

Σχήμα 1

Εποπτικές προτεραιότητες για το 2016 και το 2017

Εποπτικές δραστηριότητες για το 2017 και μετά Προτεραιότητες 2016 Ενδέχεται να συνεχιστούν το 2018 Προτεραιότητες 2017 Επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας και παράγοντες κερδοφορίας Πιστωτικός κίνδυνος με έμφαση στα ΜΕΔ και στη συγκέντρωση ανοιγμάτων Διαχείριση κινδύνων Επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας και παράγοντες κερδοφορίας Πιστωτικός κίνδυνος Διακυβέρνηση κινδύνων και ποιότητα δεδομένων Κεφαλαιακή επάρκεια Κίνδυνος ρευστότητας Προετοιμασία για Brexit διάλογος με τράπεζες Αξιολόγηση επιχειρηματικών μοντέλων και παραγόντων κερδοφορίας των τραπεζών Συνεπής προσέγγιση ως προς τα ΜΕΔ / ρυθμίσεις οφειλών (π.χ. ανάλυση deep dive / επιτόπιες επιθεωρήσεις) Αξιολόγηση ετοιμότητας τραπεζών για το πρότυπο IFRS 9 Παρακολούθηση συγκέντρωσης ανοιγμάτων (π.χ. τομέας ναυτιλίας/ακινήτων) Βελτίωση των προσεγγίσεων των τραπεζών ως προς τις διαδικασίες ICAAP² και ILAAP³ Βαθμός συμμόρφωσης προς τις αρχές της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (BCBS 239) - για την κατάρτιση συγκεντρωτικών δεδομένων για τους κινδύνους και την αναφορά των κινδύνων Στοχευμένη αξιολόγηση εσωτερικών υποδειγμάτων (TRIM) 1 Υποδείγματα πιστωτικού κινδύνου, κινδύνου αγοράς και πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου ΝΕΟ Ανταγωνισμός από μη τραπεζικά ιδρύματα / FinTech ΝΕΟ Εξωτερική ανάθεση εργασιών σε τρίτους

1 Στοχευμένη αξιολόγηση των εσωτερικών υποδειγμάτων (targeted review of internal models - TRIM).
2 Εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας.
3 Εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας.
Σημείωση: Οι θεματικοί έλεγχοι τονίζονται με μπλε πλαίσιο.

Ο ποσοτικός αντίκτυπος του σεναρίου δυσμενών εξελίξεων της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τον ποσοτικό προσδιορισμό των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 (P2G). Το ποιοτικό αποτέλεσμα των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων περιλαμβάνεται στον προσδιορισμό των απαιτήσεων του Πυλώνα 2 (P2R)[3]. Επιπλέον, εκτός από τους κινδύνους που έχουν ήδη εντοπιστεί μέσω της συνεχούς εποπτικής αξιολόγησης, η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ανέδειξε και βασικές ευπάθειες των τραπεζών της ζώνης του ευρώ σε περίπτωση δυσμενούς διαταραχής. Επί παραδείγματι, οι περισσότερες ζημίες από δάνεια προήλθαν από μη εξασφαλισμένα ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο λιανικής τραπεζικής και στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων διαπιστώνει επίσης ότι η χορήγηση δανείων προς συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, όπως η Λατινική Αμερική και η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αποτελεί παράγοντα πρόκλησης ζημιών από δάνεια.

Οι εποπτικές προτεραιότητες του ΕΕΜ ορίζουν τους τομείς στους οποίους θα επικεντρωθεί η εποπτεία για ένα ορισμένο έτος. Βασίζονται στην αξιολόγηση των κυριότερων κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι εποπτευόμενες τράπεζες, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στο οικονομικό, κανονιστικό και εποπτικό περιβάλλον. Οι προτεραιότητες, οι οποίες επικαιροποιούνται κάθε χρόνο, αποτελούν απαραίτητο εργαλείο συντονισμού των εποπτικών ενεργειών σε όλες τις τράπεζες με κατάλληλα εναρμονισμένο, αναλογικό και αποτελεσματικό τρόπο, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού και ισχυρότερου εποπτικού αποτελέσματος (βλ. Σχήμα 1).


Γενικές επιδόσεις των σημαντικών τραπεζών το 2016

Τα κέρδη των σημαντικών ιδρυμάτων της ζώνης του ευρώ παρέμειναν σταθερά

Τα αποτελέσματα των τριών πρώτων τριμήνων του 2016 δείχνουν ότι η κερδοφορία των σημαντικών ιδρυμάτων παρέμεινε σταθερή το 2016[4]. Η μέση αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων (ανηγμένη σε ετήσια βάση) για αντιπροσωπευτικό δείγμα 101 σημαντικών ιδρυμάτων διαμορφώθηκε σε 5,8% το γ΄ τρίμηνο του 2016, ελαφρώς μειωμένη έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2015 (6,0% το γ΄ τρίμηνο του 2015)[5]. Σημειώνεται πάντως ότι παρατηρείται μεγάλη διαφοροποίηση στις επιμέρους εξελίξεις.

5,8% Αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων το 2016

Τα επαναλαμβανόμενα έσοδα συρρικνώθηκαν το 2016: τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους των σημαντικών ιδρυμάτων μειώθηκαν κατά 3%, παρά την ελαφρά άνοδο των δανείων (+0,5% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους), ιδίως του όγκου των επιχειρηματικών δανείων (+2,8%). Η μείωση ήταν συγκεντρωμένη στο α΄ τρίμηνο του 2016. Στη συνέχεια τα έσοδα από τόκους σταθεροποιήθηκαν. Τα έσοδα από προμήθειες επίσης υποχώρησαν (-2,8% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους), αντικατοπτρίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη μείωση των προμηθειών από διαχείριση ενεργητικού και δραστηριότητες στην αγορά κεφαλαίων τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2016. Η τάση αυτή ενδέχεται να αντιστράφηκε το δ΄ τρίμηνο του 2016, όταν οι δραστηριότητες στην αγορά κεφαλαίων ανέκαμψαν.

Διάγραμμα 2

Σταθερό επίπεδο αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων το 2016 λόγω των χαμηλότερων ζημιών απομείωσης που αντιστάθμισαν τη μείωση των λειτουργικών κερδών

(όλα τα μεγέθη είναι σταθμικοί μέσοι όροι ως ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων)

-10% -5% 0% 5% 10% 15% 2015 2016 Λειτουργικά κέρδη προ απομείωσης Απομείωση Λοιπά Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων

Τα στοιχεία και για τα δύο έτη παρουσιάζονται ως σωρευτικά μεγέθη γ΄ τριμήνου, ανηγμένα σε ετήσια βάση.
Πηγή: Πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (FINREP) (101 σημαντικά ιδρύματα που υποβάλλουν στοιχεία σύμφωνα με τα πρότυπα IFRS στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης).

Οι αρνητικές επιδράσεις από τη μείωση των εσόδων μετριάστηκαν εν μέρει από τη μείωση των λειτουργικών εξόδων (-1%). Η μείωση του κόστους ήταν ιδιαίτερα έντονη όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού (-1,4% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους). Εν όψει των μέτρων αναδιάρθρωσης που έλαβαν πρόσφατα αρκετές τράπεζες της ζώνης του ευρώ, η τάση αυτή μπορεί να συνεχιστεί τα προσεχή τρίμηνα.

Η βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών είχε θετική επίδραση στις ζημίες απομείωσης, οι οποίες ήταν χαμηλότερες από ό,τι το 2015: οι απομειώσεις δανείων και λοιπών χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού υποχώρησαν από 5,5% των συνολικών ιδίων κεφαλαίων το γ΄ τρίμηνο του 2015[6] σε 4,4% το γ΄ τρίμηνο του 2016. Το μεγαλύτερο μέρος της βελτίωσης ήταν συγκεντρωμένο σε μικρό αριθμό χωρών, ενώ σε κάποιες άλλες χώρες οι ζημίες από δάνεια είχαν ήδη διαμορφωθεί σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα. Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι οι τράπεζες τείνουν να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα απομειώσεων το δ΄ τρίμηνο, κάτι που μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα για την κερδοφορία στο σύνολο του έτους.

Οι έκτακτες πηγές εσόδων στήριξαν την κερδοφορία των τραπεζών το 2016 (3,4% των συνολικών ιδίων κεφαλαίων το γ΄ τρίμηνο του 2016). Ωστόσο, τα μη επαναλαμβανόμενα κέρδη ήταν χαμηλότερα από ό,τι το 2015 και ενδεχομένως δεν θα επαναληφθούν τα προσεχή τρίμηνα.


Εφαρμογή του μοντέλου εποπτείας του ΕΕΜ

Βελτίωση της μεθοδολογίας της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREP) του ΕΕΜ

Λόγω των βελτιώσεων στη μεθοδολογία της διαδικασίας SREP αυξήθηκε η συσχέτιση του προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας με τις κεφαλαιακές της απαιτήσεις

76% Συσχέτιση μεταξύ κεφαλαιακών απαιτήσεων και προφίλ κινδύνου

Με βάση μια κοινή μεθοδολογία για τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους της ζώνης του ευρώ, η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία εφάρμοσε για δεύτερη φορά τη διαδικασία SREP το 2016. Και πάλι, στόχος της διαδικασίας ήταν να προάγει ένα ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα ικανό να χρηματοδοτεί την οικονομία της ζώνης του ευρώ κατά τρόπο διατηρήσιμο. Από αυτή την άποψη, η εναρμόνιση που επιτεύχθηκε ήδη κατά τον κύκλο εποπτείας του 2015 απέφερε απτά αποτελέσματα. Με βάση αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιήθηκαν βελτιώσεις στη διαδικασία SREP. Οι βελτιώσεις αντικατοπτρίζονται στην αυξημένη συσχέτιση μεταξύ κεφαλαιακών απαιτήσεων και προφίλ κινδύνου των τραπεζών (από 68% μετά τη διαδικασία SREP του 2015 σε 76% μετά την αντίστοιχη διαδικασία του 2016). Παράλληλα, διατηρήθηκε η γενική προσέγγιση που συνδυάζει τα ποσοτικά και τα ποιοτικά στοιχεία μέσα από τη χρήση της οριοθετημένης κρίσης των εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, η μεθοδολογία SREP συμπληρώθηκε περαιτέρω, προκειμένου να ενσωματώσει τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2016.

Το Σχήμα 2 περιλαμβάνει συνοπτικά τη μεθοδολογία της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREP). Τον Δεκέμβριο του 2016 δημοσιεύθηκε η επικαιροποιημένη έκδοση του σχετικού μεθοδολογικού εγχειριδίου (Εγχειρίδιο μεθοδολογίας της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (SREP) του ΕΕΜ).

Σχήμα 2

Μεθοδολογία της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREP) του ΕΕΜ για το 2016

1. Αξιολόγηση επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας 2. Αξιολόγηση διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων 3. Αξιολόγηση κινδύνων για το κεφάλαιο 4. Αξιολόγηση κινδύνων για τη ρευστότητα και τη χρηματοδότηση Βιωσιμότητα και διατηρησιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου Επάρκεια διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων Κατηγορίες: π.χ. πιστωτικός κίνδυνος, κίνδυνος αγοράς, λειτουργικός κίνδυνος και επιτοκιακός κίνδυνος τραπεζικού χαρτοφυλακίου Κατηγορίες: π.χ. κίνδυνος βραχυπρόθεσμης ρευστότητας, βιωσιμότητα χρηματοδότησης Απόφαση SREP Ποσοτικά μέτρα ενίσχυσης κεφαλαίου Ποσοτικά μέτρα ενίσχυσης ρευστότητας Άλλα εποπτικά μέτρα Γενική αξιολόγηση SREP  ολιστική προσέγγιση  Βαθμολόγηση + σκεπτικό/κύρια συμπεράσματα

  

Οι ΜΕΟ είχαν αποφασιστική συμβολή στη διαδικασία SREP, καθώς αξιολόγησαν για τις αντίστοιχες τράπεζες τα εξής τέσσερα βασικά στοιχεία: το επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας, τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση κινδύνων, τους κινδύνους για το κεφάλαιο και τους κινδύνους για τη ρευστότητα και τη χρηματοδότηση.

Η μεθοδολογία SREP του ΕΕΜ βελτιώθηκε το 2016

Το 2016 η μεθοδολογία SREP για την αξιολόγηση της διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων βελτιώθηκε, με βάση τον εκτεταμένο θεματικό έλεγχο της διακυβέρνησης κινδύνων και της διάθεσης για ανάληψη κινδύνων[7] που διενεργήθηκε από τις ΜΕΟ το 2015.

Σχήμα 3

Οι κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 (P2G) δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του μέγιστου διανεμητέου ποσού (ΜΔΠ)

Πυλώνας 1 (ελάχιστες απαιτήσεις) Απαιτήσεις του Πυλώνα 2 (P2R) Κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου Αντικυκλικό απόθεμα ασφαλείας Απόθεμα ασφαλείας για τα G-SII Απόθεμα ασφαλείας για τα O-SII ΑΑΣΚ2 P2G εφαρμόζεται το μέγιστο1 σημείο ενεργοποίησης του ΜΔΠ

1) Συνηθέστερη περίπτωση. Συγκεκριμένος υπολογισμός είναι δυνατός αναλόγως με την εφαρμογή του άρθρου 131(15) της CRD IV στο εκάστοτε κράτος-μέλος.
2) Απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου.
Σημειώσεις: Η κλίμακα δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα. Εφαρμογή της Γνώμης που εξέδωσε η ΕΑΤ σχετικά με το ΜΔΠ και δελτίο τύπου της 1ης Ιουλίου 2016.

Επίσης, το 2016 θεσπίστηκαν οι κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 (P2G) όπως περιγράφηκαν από την ΕΑΤ τον Ιούλιο του 2016[8]. Οι κατευθύνσεις P2G είναι συμπληρωματικές προς τις απαιτήσεις του Πυλώνα 2 (P2R) και περιλαμβάνουν τις εποπτικές προσδοκίες για το κεφάλαιο των τραπεζών πέραν των (ελάχιστων και πρόσθετων) δεσμευτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων και πλέον των συνδυασμένων κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας (βλ. Σχήμα 3). Ως εποπτικές προσδοκίες, οι κατευθύνσεις P2G δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του μέγιστου διανεμητέου ποσού (ΜΔΠ) όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 141 της Οδηγίας για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (ΟΚΑ) (CRD IV).

Κατά την κατάρτιση των κατευθύνσεων P2G, λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω στοιχεία στο πλαίσιο μιας ολιστικής προσέγγισης: γενικά, η μείωση του κεφαλαίου σύμφωνα με το σενάριο δυσμενών εξελίξεων της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, το συγκεκριμένο προφίλ κινδύνου του εκάστοτε ιδρύματος και η ευαισθησία του ως προς τα σενάρια της άσκησης, τυχόν μεταβολές του προφίλ κινδύνου του ιδρύματος μετά τη λήξη της περιόδου αναφοράς της άσκησης, καθώς και τα μέτρα που έχει λάβει το ίδρυμα προκειμένου να περιορίσει την ευαισθησία στους επιμέρους κινδύνους.

Παρόλο που αναμένεται ότι οι τράπεζες θα συμμορφωθούν προς τις κατευθύνσεις P2G, η μη συμμόρφωση δεν επιφέρει αυτομάτως περιορισμούς. Εάν μια τράπεζα δεν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των κατευθύνσεων P2G, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα λάβει διορθωτικά μέτρα τα οποία θα είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης τράπεζας.

Οι κεφαλαιακές ανάγκες για κεφάλαιο κοινών μετοχών 1 (CET1) βάσει της διαδικασίας SREP παραμένουν σταθερές το 2017

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της διαδικασίας SREP για το 2016, οι συνολικές ανάγκες κεφαλαίου κοινών μετοχών 1 (CET1) διατηρούνται για το 2017 στο ίδιο επίπεδο όπως το προηγούμενο έτος. Εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμείνουν σταθεροί, οι τρέχουσες κεφαλαιακές ανάγκες στο σύστημα αποτελούν μια ένδειξη για το μέλλον.[9] Σε αρκετές επιμέρους περιπτώσεις οι ανάγκες για κεφάλαια κοινών μετοχών 1 (CET1) βάσει της διαδικασίας SREP μεταβλήθηκαν ώστε να αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη του προφίλ κινδύνου των αντίστοιχων ιδρυμάτων. Στη διαδικασία SREP 2016 σε σχέση με το 2015 παρατηρήθηκε μείωση του μεριδίου του Πυλώνα 2 και αύξηση του μεριδίου των νέων κατευθύνσεων P2G και δεν συμπεριλήφθηκε το μη υλοποιηθέν μέρος του κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου. Δεδομένου ότι οι κατευθύνσεις P2G δεν λαμβάνονται υπόψη στους αντίστοιχους υπολογισμούς, το σημείο ενεργοποίησης του ΜΔΠ μειώθηκε από μέσο επίπεδο 10,2% σε μέσο επίπεδο 8,3%.

Πέραν των μέτρων ενίσχυσης των κεφαλαίων, έγινε πιο εκτεταμένη χρήση ποιοτικών μέτρων προκειμένου να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένες αδυναμίες επιμέρους ιδρυμάτων. Η πιθανότητα εφαρμογής αυτών των μέτρων συσχετίζεται με το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας: όσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος, τόσο πιθανότερη η χρήση ποσοτικών μέτρων.

Διαδικασία SREP 2017 – δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές

Η μεθοδολογία SREP του ΕΕΜ δεν αναμένεται να αλλάξει σημαντικά το 2017. Ωστόσο, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα εξακολουθήσει να επιφέρει βελτιώσεις, σύμφωνα με την προοπτική της προσέγγισης για την επαρκή παρακολούθηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων και κινδύνων.


Έργο επί άλλων μεθοδολογιών

Προσδιορίστηκαν αναλυτικά οι στόχοι και η δομή της στοχευμένης αξιολόγησης των εσωτερικών υποδειγμάτων (TRIM)

109 Διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων που ξεκίνησαν το 2016

Το 2016 η εννοιολογική επεξεργασία των εσωτερικών υποδειγμάτων εστίασε στη στοχευμένη αξιολόγηση των εσωτερικών υποδειγμάτων (targeted review of internal models – TRIM), η οποία ξεκινά το 2017. Εν όψει της αξιολόγησης TRIM, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ:

  • πραγματοποίησε αντιπροσωπευτική και κινδυνοκεντρική επιλογή των υποδειγμάτων που θα υποβληθούν σε επιτόπια αξιολόγηση,
  • κατάρτισε εποπτικό οδηγό για συγκεκριμένες κατηγορίες κινδύνου και θέσπισε τεχνικές επιθεώρησης για την επικύρωσή τους,[10]
  • διαμόρφωσε οργανωτικές διατάξεις ώστε να αντιμετωπιστεί ο αυξημένος αριθμός επιτόπιων ελέγχων εσωτερικών υποδειγμάτων τα προσεχή έτη,
  • ενημέρωνε τακτικά τα σημαντικά ιδρύματα σχετικά με την πρόοδο των εργασιών,
  • διενήργησε διαδικασίες συλλογής πληροφοριών, παρέχοντας στα σημαντικά ιδρύματα τη δυνατότητα να συμβάλουν στο προπαρασκευαστικό στάδιο.

Διάγραμμα 3

Οι περισσότερες διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων το 2016 εστίασαν στον πιστωτικό κίνδυνο

87 16 5 1 0 20 40 60 80 100 120 Πιστωτικός κίνδυνος Κίνδυνος αγοράς Πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου και κίνδυνος προσαρμογής πιστοληπτικής αξιολόγησης (CVA) Λειτουργικός κίνδυνος

  

Τον τελευταίο χρόνο 109 διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων ξεκίνησαν στα σημαντικά ιδρύματα και εκδόθηκαν 88 σχετικές αποφάσεις της ΕΚΤ. Οι αριθμοί αυτοί ενδέχεται να αυξηθούν στο μέλλον, όταν θα εκτελούνται θα εκτελούνται πρόσθετες διερευνήσεις στο πλαίσιο της αξιολόγησης TRIM.

Περαιτέρω πρόοδος σημειώθηκε αναφορικά με την εναρμόνιση των πρακτικών αξιολόγησης των εσωτερικών υποδειγμάτων. Στελέχη της ΕΚΤ και των ΕΑΑ εκπροσώπησαν την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία σε ευρωπαϊκά και διεθνή φόρουμ για ζητήματα που αφορούν τα εσωτερικά υποδείγματα και συμμετείχαν σε διάφορες ασκήσεις, όπως τις ασκήσεις συγκριτικής αξιολόγησης της ΕΑΤ για τα εσωτερικά υποδείγματα.


Πιστωτικός κίνδυνος: έργο επί των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Τα επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2008

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση για τις τράπεζες. Τα ΜΕΔ έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2008, ιδίως στα κράτη-μέλη που υπόκεινται σε διαδικασίες σημαντικής οικονομικής προσαρμογής τα τελευταία χρόνια. Τα υψηλά αποθέματα ΜΕΔ οδηγούν σε χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών και περιορίζουν τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν νέα χρηματοδότηση στην οικονομία.

6,49% Σταθμισμένος μέσος όρος του ακαθάριστου λόγου μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων στα σημαντικά ιδρύματα

Το γ΄ τρίμηνο του 2016 ο σταθμισμένος μέσος όρος του ακαθάριστου λόγου των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων στα σημαντικά ιδρύματα διαμορφώθηκε σε 6,49%, έναντι 6,85% το α΄ τρίμηνο του 2016 και 7,31% το γ΄ τρίμηνο του 2015. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία για τα σημαντικά ιδρύματα δείχνουν ότι το απόθεμα ΜΕΔ μειώθηκε κατά 54 δισεκ. ευρώ μεταξύ γ΄ τριμήνου του 2015 και γ΄ τριμήνου του 2016 αντίστοιχα (εκ των οποίων 15,59 δισεκ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο του 2016). Το γ΄ τρίμηνο του 2016 το εν λόγω απόθεμα διαμορφώθηκε σε 921 δισεκ. ευρώ.[11]

54 δισεκ. ευρώ Μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων μεταξύ β΄ τριμήνου 2015 και β΄ τριμήνου 2016

Αρχής γενομένης από το 2014 με τη συνολική αξιολόγηση, η ΕΚΤ συνέχισε να στηρίζει την επίλυση των ΜΕΔ μέσω του διαρκούς εποπτικού διαλόγου με τις επηρεαζόμενες τράπεζες.

  

  

Η ΕΚΤ στηρίζει τις τράπεζες στην επίλυση των ΜΕΔ που έχουν κληροδοτηθεί από το παρελθόν και στην αποτροπή της συσσώρευσης νέων ΜΕΔ

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά και σθεναρά η πρόκληση των ΜΕΔ, τον Ιούλιο του 2015 η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία συγκρότησε ειδική ομάδα δράσης για τα ΜΕΔ. Η ομάδα δράσης απαρτίζεται από την πρόεδρό της, Sharon Donnery, Υποδιοικητή της Central Bank of Ireland (της ΕθνΚΤ της Ιρλανδίας) και εκπροσώπους των εθνικών αρμόδιων αρχών και της ΕΚΤ. Στόχος της ομάδας δράσης είναι η ανάπτυξη και εφαρμογή συνεπούς εποπτικής προσέγγισης ως προς τα ιδρύματα που παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα ΜΕΔ.

Αξιοποιώντας το έργο της ομάδας δράσης, η ΕΚΤ κοινοποίησε στις τράπεζες το έγγραφο κατευθύνσεων για τα ΜΕΔ για διαβούλευση το διάστημα 12 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου 2016. Στις 7 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε δημόσια ακρόαση. Ελήφθησαν περισσότερα από 700 επιμέρους σχόλια, τα οποία αξιολογήθηκαν από την ομάδα δράσης στη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας διαβούλευσης. Το τελικό έγγραφο κατευθύνσεων δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2017. Οι κατευθύνσεις αυτές αποτελούν σπουδαίο βήμα για τη σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Σχήμα 4

Λόγος μη εξυπηρετούμενων δανείων προς σύνολο δανείων στη ζώνη του ευρώ

< 7% < 25% > 25% 19,82% 2,44%