Το εποπτικό τέλος είναι το ποσό που κάθε εποπτευόμενη τράπεζα καταβάλλει ετησίως στην ΕΚΤ για την κάλυψη του κόστους που βαρύνει την τελευταία σε σχέση με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων της.
Η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) στο σύνολό του, δηλαδή όσον αφορά αφενός τις σημαντικές τράπεζες που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της και αφετέρου τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες που υπόκεινται στην έμμεση εποπτεία της. Επομένως, όλες οι εποπτευόμενες τράπεζες είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν εποπτικό τέλος.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
Το εποπτικό τέλος της ΕΚΤ συνδέεται με τη σημασία και το προφίλ κινδύνου της τράπεζας, δηλ. με την ιδιότητα που αποδίδεται στην τράπεζα για τους σκοπούς της εποπτείας.
Οι σημαντικές τράπεζες υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ και συνεπώς είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν υψηλότερο εποπτικό τέλος σε αυτήν.
Οι λιγότερο σημαντικές τράπεζες υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της αντίστοιχης εθνικής εποπτικής αρχής και επομένως καταβάλλουν μικρότερο εποπτικό τέλος στην ΕΚΤ.
Ο οφειλέτης εποπτικού τέλους λειτουργεί ως σημείο επαφής με την ΕΚΤ για κάθε κοινοποίηση που αφορά το ετήσιο εποπτικό τέλος.
Όλα τα υπόχρεα καταβολής τέλους ιδρύματα που ανήκουν σε τραπεζικό όμιλο πρέπει να διορίσουν μία μόνο υπόχρεη καταβολής τέλους τράπεζα η οποία θα ενεργεί ως οφειλέτης εποπτικού τέλους για λογαριασμό ολόκληρου του ομίλου.
Οι τραπεζικοί όμιλοι διορίζουν τον εν λόγω οφειλέτη αποστέλλοντας υπογεγραμμένη σχετική γνωστοποίηση στην ΕΚΤ με ταχυδρομική επιστολή ή με ηλεκτρονικό μήνυμα. Η γνωστοποίηση αυτή θεωρείται έγκυρη μόνο εφόσον: